Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Ελιές Πηλίου

Λεχωνίτικος ελαιώνας
Ελιές Πηλίου

Καλλιέργεια

Στο Πήλιο λόγω του ήπιου κλίματος (ήπιος χειμώνας και σχετικά δροσερό καλοκαίρι) και των πρανών πηλοαμμωδών εδαφών του, υπάρχουν αμέτρητα ελαιόδεντρα που καλλιεργούνται χιλιάδες χρόνια. Αυτά ευδοκιμούν ως και τα 300 μέτρα περίπου, υψόμετρο. Είναι ποικιλίας «Αμφίσσης», βασικά βρώσιμες (=επιτραπέζιες). Σήμερα έχει αναγνωριστεί ως ΠΟΠ «ΚΟΝΣΕΡΒΟΛΙΑ ΠΗΛΙΟΥ -ΒΟΛΟΥ».
Η καλλιέργεια είναι αλλού ποτιστική κι αλλού άνυδρη. Καλλιεργείται σ’ όλο το μήκος και πλάτος του βουνού του Πηλίου. Ειδικά στο Νότιο Πήλιο η ελιά είναι μονοκαλλιέργεια.
Τα ελαιόδεντρα σήμερα τα αγοράζουμε έτοιμα από τα φυτώρια και τα μεταφυτεύουμε. Παλιά, οι ίδιοι οι αγρότες έβγαζαν ένα «κουλουρίζ’» (=παραφυάδα) αγριελιάς και το μεταφύτευαν στην οριστική θέση του. Μετά από συνεχές πότισμα την άνοιξη το «θ’λιάζανι» (=εμβολίαζαν). Αυτό «έπιανι» (=ριζώνε) και μεγάλωνε σιγά-σιγά και σε λίγα χρόνια απέδιδε καρπό.
Η ελιά την άνοιξη θέλει «καθάρ’σ’μα»(=κλάδεμα), κοπριά ή λίπασμα. Το καλοκαίρι ή καλλιέργεια είναι σε μέρος «βαρκό» (=υγρό και βαλτώδες έδαφος) δεν χρειάζεται πότισμα. Αν είναι σε μέρος «στραγγ’στό» (=έδαφος που δεν κρατάει υγρασία) ή «ριβένι» (=άγονο, πετρώδες έδαφος), θέλει «δασιά πότ’σ’μα» τους θερινούς μήνες.

Εχθροί

Εχθρούς το ελαιόδεντρο κι ο καρπός, έχει το «δάκου», τον «πυρηνουτρύτ’ », το «βιρτζίλιου», το κυκλοκόνιο, τη σηψηριζία κ.ά. Ο μεγαλύτερος εχθρός της όμως είναι ο ισχυρός παγετός. Είναι «του κάψ’μου»(=παγοπληξία) όπου καταστρέφονται επειδή παγώνουν, οι ιστοί των κλαδιών και σπάνε. Η καταστροφή είναι συνήθως μεγάλη και η αναβλάστηση διαρκεί αρκετά χρόνια. Κατά συνέπεια παραγωγή την περίοδο αυτή δεν υπάρχει.
Όταν ο παγετός είναι μικρός, «καίουντι οι ‘λιές» παγώνει δηλαδή ο καρπός. Τότε το αποτέλεσμα είναι η ολική ελαιοποίησή του. 
Πολλές φορές επίσης λόγω του βάρους από τα χιόνια σπάζουν τα κλαδιά των ελαιόδεντρων.

Συγκομιδή- Καρπός [μαξούλ(ι)]*

Ο ελαιόκαρπος ωριμάζει από το τέλος του καλοκαιριού και στα μέσα φθινοπώρου μαζεύονται οι πράσινες ελιές, το «κουρούκ’». Αυτό το μάζεμα σταματά μόλις «γαλατσιάσ’νι οι ’λιές» και αρχίσουν να κοκκινίζουν. Η τελική συγκομιδή αρχίζει μετά απ’ τα μέσα Οκτώβρη. Σε παλιότερες εποχές η συγκομιδή γινόταν «σι δυο χέργια» δηλαδή σε δύο στάδια. Πρώτα έπαιρναν τα «αρίλουγα απ’ μαυρίσανι» και μετά τον υπόλοιπο καρπό. 
(φωτογραφία του λεχωνίτη Ηλία Σακελλάρη)

Το "γκρέμ'σμα" γινόταν με λούρια ή καλάμια μόνον από τους άντρες. Οι ελιές έπεφταν στο χώμα και από εκεί τις μάζευαν οι γυναίκες μέσα "στ'ς κούφες"(=κοντά κοφίνια καλαμένια ή και πλεγμένα ορισμένα τους τμήματα από λυγαριά, τα γνωστά «χερουκόφ'να»). Μετά τις έριχναν στα "γαλίκια" (=πλεκτά καφάσια σαν τις σημερινές κλούβες) ή «στ’ς αρκάδες» (=μεγάλα κοφίνια των 50-60 οκάδων). Αυτές τις μεταφέρανε με τα ζώα στα σπίτια ή στις αποθήκες για "διάλεγμα".
(φωτογραφία του λεχωνίτη Ηλία Σακελλάρη)

 Σήμερα χρησιμοποιούν πανιά για να μην πέφτουν στο έδαφος, ελαιοραβδιστικά ή δονητές για το γκρέμισμα και κλούβες(=πλαστικά καφασια αποθήκευσης) για τη μεταφορά.  Όταν ο καρπός λόγω κρύου «ζάρών'νι» τον αφήνανε μέχρι την Άνοιξη να «ξιγυαλίσει» και μετά τον συγκομίζανε.

 Αν μετά τη διαλογή ο καρπός είναι εμπορεύσιμος, σήμερα συνήθως πουλιέται αμέσως. Παλιά έμπαινε «στ’ν κάδ’» (=κάδη, ειδικό μεγάλο βαρέλι χωρίς καπάκι) σε αλατισμένο νερό το «γάρο» και «γιένονταν» (=ωρίμαζε).Η περιεκτικότητα σε αλάτι του «γάρου» μετριέται με το «γραδόμετρο»(= πυκνόμετρο) και πρέπει να είναι από 8 ως 10 βαθμούς. Έτσι διατηρούταν μέχρι την πώλησή του, ακόμη και 2-3 χρόνια.
Για οικιακή κατανάλωση, οι παραγωγοί έπαιρναν τις φρέσκες ζαρωμένες ελιές και αφού τις έβρεχαν με νερό, τις έβαζαν σε τσουβάλι με μπόλικο χοντρό αλάτι. Μετά τις «πάτσιαζαν» (=πλάκωναν) με μια βαριά πέτρα. Σε δυο βδομάδες ήταν έτοιμες για φαγητό. (γρήγορη ωρίμανση πριν τα Χριστούγεννα)
Κάδες στην παλιά αποθήκη επεξεργασίας ελαιών
των Αφών Ορφανού, στ' Άνω Λεχώνια
Η παλιά γαλιάγρια του Τσακνάκη στο Μαλάκι
(φωτογραφία του λεχωνίτη Ηλία Σακελλάρη)

Ελαιοποίηση

Ο καρπός που είναι «πεσιάς»(=ελιές που πέφτουν στο έδαφος) ή κακής ποιότητας «λαδουλιές», οδηγείται στη «γαλιάγρια» (=ελαιοτριβείο) για ελαιοποίηση (=παραγωγή λαδιού).
Οι ελιές Πηλίου δεν είναι ιδιαίτερα αποδοτικές σε λάδι όπως π.χ. οι κρητικές ή οι μεγαρίτικες. Όμως παίζει ρόλο η περιοχή καθώς και αν «του πιριβόλι»(=ελαιώνας) είναι ποτιστικό ή άνυδρο. Από τα άνυδρα κτήματα οι ελιές βγάζουν περισσότερο λάδι, όπως και οι ελιές οι «ζαρουμένες» αφού έχουν αφυδατωθεί λόγω κρύου.
Παλιά την ποσότητα του ελαιοποιήσιμου ελαιόκαρπου, αλλά και των άλλων καρπών, την μετρούσαν με το «λ’τσιέκ’» (δοχείο ίσο με 22 οκάδες βάρους).
Παλιά γαλιάγρια όπου διακρίνεται ο εκθλιπτικός μηχανισμός
(Φωτογραφία του Ηλία Σακελάρη)

Ποιότητα- Διαλογή

Παλιά οι ελαιοπαραγωγοί διάλεγαν τον καρπό ανάλογα με το μέγεθος σε χοντρές-μέτριες- ψιλές- χαντρί. Ή σύμφωνα με το χρώμα πράσινα- κόκκινα- κουρουκοκόκκινα- μαύρα- ζαρωμένες(=πεφρυγμέναι ή παστουρμά ζεϊτούν). Τότε η διαλογή γινόταν πάνω σε πάγκο. Σήμερα περνούν τον καρπό από μηχάνημα διαλογέα που διαχωρίζει τον καρπό ανάλογα με τα τεμάχια κατά κιλό. Έτσι π.χ. αν είναι 100-110 είναι χοντρές, αν 160-200 ψιλές. Οι τιμή των βρώσιμων ελαιών ήταν ανέκαθεν συνάρτηση της ποιότητας και χρώματος.
Φόρτωση πράσινης ελιάς στο κτήμα Λιβανού (Κοκοσλή) 
στ' Άνω Λεχώνια το 1956.
(Από το αρχείο του Θανάση Γέρμανου)

Εμπόριο

Όταν οι έμποροι αγοράσουν τις ελιές, αυτές μεταφέρονται σε εργοστάσια επεξεργασίας και τυποποίησης-κονσερβοποίησης. Παλιά υπήρχαν οι «μεσίτες» των εμπόρων που αφού «δειγμάτιζαν» τον καρπό έδιναν τιμή αγοράς στους παραγωγούς. Έπειτα «βγάλνανι τ’ς ‘λιές απ’ τ’ν κάδ’» τις βάζανε «στ’ς αρκάδες» και γινόταν η μεταφορά τους με το τρένο ή φορτηγά, στους διάφορους προορισμούς διακίνησης. Τέτοιοι ήταν η Β. & Ν. Αμερική, η Ρωσία και τα Βαλκάνια κ.ά. 
Σήμερα, υπάρχουν ομάδες παραγωγών που διακινούν μόνοι τους την παραγωγή τους ή την παραδίδουν στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών, που διακινεί την παραγωγή σ' όλα τα μέρη του κόσμου.

Επίλογος

Η «’λιά είνι χρυσάφ’» λένε οι Πηλιορείτες και χάρη σ’ αυτήν επιβίωσαν στη Κατοχή και σ’ άλλες δύσκολες περιόδους.
Παλιότερα οι βρώσιμες ελιές Πηλίου ήταν το βασικό εξαγωγικό προϊόν στη Νότια Αμερική και στην Ανατολική Ευρώπη.
Σήμερα –που κι οι Έλληνες δεν τρώνε ελιές- κι οι εξαγωγές λιγόστεψαν, ο περισσότερος ελαιόκαρπος πηγαίνει στα ελαιοτριβεία για την παραγωγή λαδιού.

Σ' όλες τις εφημερίδες του Βόλου, όλες τις εποχές, υπάρχουν δημοσιεύματα για την ελαιοπαραγωγή, τη διάθεση, τις αγορές, τις τιμές, την καταπολέμηση του δάκου κλπ. Αυτό είναι λογικό, αφού οι ελιές είναι το κατεξοχήν προϊόν του Πηλίου και της Μαγνησίας. 


Τραγούδι:
Άντε, δυο ελιές και μια ντομάτα,
άντε, αγαπώ μια μαυρομάτα.
Άντε, μια ελίτσα ζαρωμένη,
άντε, αγαπώ μια παντρεμένη!

Έχουμε και μια διαφορετική "παραλλαγή"!

* [μαξούλ(ι)= εσοδεία. Τούρκικη λέξη mahsul: προϊόν -Κ.Λιάπης] 
 Ευχαριστώ τον αγαπητό Αντώνη, για την υπόδειξή του!

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

Πηλιορείτικα γλυκά


Πηλιορείτικα γλυκά
Στο Πήλιο και ειδικά στα Λεχώνια, που τα φρούτα όλες τις εποχές ήταν κι είναι σε αφθονία, οι νοικοκυρές έφτιαχναν πάρα πολλά γλυκά. Βέβαια στα παλιότερα χρόνια η ζάχαρη δεν υπήρχε ή ήταν δύσκολο να βρεθεί λόγω έλλειψης -αφού ήταν εισαγόμενη -και να αγοραστεί επίσης λόγω κόστους. Τότε οι συντοπίτες χρησιμοποιούσαν τα ώριμα φρούτα και το μέλι ως βασικές γλυκαντικές ουσίες.
Έτσι τα πρώτα γλυκά τους, είχαν αντί για ζάχαρη πιτ’μέζι ή μέλι.
Το πετιμέζι ήταν σιρόπι από χυμό ώριμων φρούτων (βασικά καλοκαιρινών όπως αχλαδιών, τζάνερων, σταφυλιών κ.ά.) σκουρόχρωμο κι έβγαινε από τα ώριμα φρούτα (συνήθως μη εμπορεύσιμα). Αυτά τα έκοβαν σε μικρά κομμάτια ή τα έλιωναν και στη συνέχεια τα έβαζαν σε τσουβάλι-σουρωτήρι, που κρεμούσαν σε δέντρο κι από κάτω ένα δοχείο συλλογής του χυμού, συνήθως καζάνι. Ακολουθούσε το βράσιμο για συμπύκνωση και το ξάφρισμα. Μετά την παρασκευή γινόταν η αποθήκευση του παχύρρευστου υγρού σε μικρότερα δοχεία και η φύλαξη-αποθήκευση του για μελλοντική χρήση, ιδίως το χειμώνα.
Με το πετιμέζι γλύκαιναν τις λαλαγκίτες (=τηγανίτες, τηγανιτό κουρκούτι), τα σιδιράκια (=επίσης τηγανιτό κουρκούτι που βύθιζαν μέσα σ’ αυτό ένα σιδερένιο σχήμα και μετά το τηγάνιζαν στο καυτό λάδι, οπότε έπαιρνε το σχήμα του σίδερου-φόρμας), το κατσιαμάκι (=βρασμένο καλαμποκάλευρο με λάδι -όπως ο τραχανάς-που συνήθως τρώγανε για πρωινό το χειμώνα) και τα φουσκάκια (=λουκουμάδες)
Ο μπακλαβάς και το κανταΐφι ήταν γλυκά για τις μεγάλες γιορτές κι ο μπακλαβάς ειδικά το γλυκό του γάμου. Αρχικά το σιρόπι τους ήταν από μέλι κι αργότερα όπως σήμερα, από ζάχαρη.
Για τα Χριστούγεννα και το Δωδεκαήμερο γενικά, έφτιαχναν κουραμπιέδες και φοινίκια (=μελομακάρονα). Τα  Χριστούγεννα ακόμα έφτιαχναν χαλβά από σιμιγδάλι.
Τα γλυκά του κουταλιού (τ'ς κουταλιάς) όμως είναι για το Πήλιο τα καλύτερα και ποτέ δεν έλειπαν και δε λείπουν από κανένα σπίτι όλον το χρόνο. Οι νοικοκυρές τότε φρόντιζαν να έχουν πάντα το εποχικό γλυκό στο βάζο τους για να μην «απουμέν’νε πουτές»!.
Αυτά ήταν το λεμόνι, το πορτοκάλι (=φλούδες  λεμονιού και πορτοκαλιού) και το πέργαμο (=φλούδα περγαμόντο). Το μήλου (=φιρίκι), το κυδώνι και το κυδωνόπαστο ή παστουκύδωνο (=πελτές κυδωνιού) συμπλήρωναν τα γλυκά από τα χειμωνιάτικα φρούτα. Το κάστανου, είναι ακόμη ένα γλυκό με προϊόν της περιοχής και της εποχής. Φτιαχνόταν από βρασμένα κάστανα δεμένα με σιρόπι.
Την άνοιξη μάζευαν τα μικρά πράσινα καρύδια κι έφτιαχναν το καρ’δάκι. Το νιραντζάκι (= μικρός πράσινος καρπός της νεραντζιάς), το κιρασάκι γαλανό ή φράουλα (=κεράσια ποικιλίας γαλανά ή φράουλα-πετροκέρασα), το δύσ’νου (=βύσσινο), το κουρόμπλου (=κορόμηλο ή τζάνερο), το βιρίκουκου (=βερύκοκα ποικιλίας πλάκες ή καϊσιά), το σύκου (=πράσινα άγουρα συκαλάκια). 
Την άνοιξη επίσης, οι πηλιορείτισσες έφτιαχναν και το τριανταφ’λλου ή τριανταφ’λλάκι. Ήταν ένα γλυκό ευωδιαστό από πέταλα τριαντάφυλλων και ζάχαρη.
Το καλοκαίρι άρχιζαν με κουλουκ’θάκι (=κολοκύθι), μελιτζανάκι (=πολύ μικρή μελιτζάνα), καρπούζι (=φλούδα καρπουζιού), ντουματάκι (=μικρά μακρουλά τοματάκια), σταφύλι (=ρόγες σκληρού μεγάλου σταφυλιού) και τέλος σταφίδα (=ρόγες σταφυλιού ποικιλίας σταφίδα).
Στο τέλος του καλοκαιριού με το μούστο έφτιαχναν μουστόπ’τα ή μουσταλευριά καθώς και μουστουλούκουμα (=ψίχα καρυδιού σε αρμαθιά, που τη βουτούσαν σταδιακά στο μούστο μέχρι που γινόταν χοντρή σαν λουκάνικο και την έκοβαν μετά σε κομματάκια).
Στα γλυκά του κουταλιού για πρόσθετη ευωδιά έβαζαν μέσα στο βράσιμο «μολόχα»(=αρμπαρόριζα) ή αργότερα σκόνη βανίλιας.
Τα ριτσέλια ήταν ένα ακόμη γλυκό της παλιάς εποχής. Έπαιρναν κομμάτια από κυδώνια, αχλάδια, μήλα, μελιτζάνα ή κολοκύθα (στον ασβέστη) και τα έβραζαν μέσα σε πετιμέζι ή μούστο μέχρι να σοροπιάσουν.

Τα γλυκά του κουταλιού αρχικά σερβίρονταν σε ένα σκεύος με κουταλάκια για τον καθένα ή την καθεμιά, που έπαιρνε μόνος. Αργότερα ήρθαν τα ατομικά πιατάκια του γλυκού.
Σήμερα οι πηλιορείτισσες συνεχίζουν την παράδοση παρασκευάζοντας τέτοια γλυκά για το σπίτι τους.. Όμως το ίδιο κάνουν κι οι γυναικείοι συνεταιρισμοί στο Πήλιο για όσους δεν ασχολούνται, αλλά και για τους επισκέπτες της περιοχής.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Πηλιορείτικα ονόματα


Πηλιορείτικα βαφτιστικά ονόματα
Τα (βαφτιστικά) ονόματα των γυναικών και των αντρών στο Πήλιο, τα απαντούμε με την ίδια σχεδόν συχνότητα που υπάρχουν σ’ όλη την Ελλάδα. Όμως εδώ έχουμε κάποια ονόματα που είναι της περιοχής όπως π.χ. Βλασία, Γαριφαλιά, Κυρατσώ, Πανταζής, Κυριαζής, Λαυρέντης κ.ά. Τα περισσότερα ονόματα παίρνονται από τον άγιο/αγία προστάτη-πολιούχο του κάθε χωριού.
Παρακάτω πίνακας με τα σπάνια αυτά πηλιορείτικα μικρά ονόματα:

ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ:  

·         Αγαθονία, Αγαθονίκη, Αγαθούλα, Αγαπούλα, Αγγελική-Αγγελικώ, Αγλαΐα-Αγλαϊτσα-Αγλάιω, Αθανασία-Θανασιώ, Αθηνά-Αθηνιώ, Αιμιλία-Μιλή-Μιλιώ, Αλεξία, Αλίκη, Αμαλία, Ανθή-ία, Ανθούλα, Αντιγόνη, Αντρονίκη, Αρετή, Αριστέα-Αριστούλα, Άρτεμις-Αρτεμούλα, Αρτεμησία, Αρχοντούλα, Αριάδνη, Αλκμήνη, Ανατολή, Ανδρομάχη-Μάχη, Μαχώ, Μαχάκ', Μαχούλα. Αποστολία-Λίτσα, Ασημίνα-Ασημώ, Ασπασία-Ασπασιώ, Αφροδίτη.
·         Βάια, Βαρβάρα-ή, Βαρσαμή-Βαρσαμάκι-Βαρσαμώ, Βασιλική-Βασιώ-Κούλα, Βικτωρία, Βιολέτα-Διαλετή, Βιργινία, Βλασία
·         Γαλάτεια, Γαριφαλιά-Γαρ'φλιώ- Γαρ'φ'λλάκ', Γιαννούλα, Γιούλα, Γλυκερία, Γραμματή, Γρηγορία.
·         Δημοκρατία, Διασεμή, Διομή-ίτσα Διονίτσα, Δροσούλα, Δωροθέα.
·         Ελεονόρα, Ελλάς, Έλλη, Ελπίδα, Ελπινίκη, Έλσα, Ερασμία, Εύα, Ευγενία-Βγενιώ-Βγενάκι, Ευδοκία,  Ευδοξία, Ευθαλία-Θαλάκι, Ευθυμία-Φθυμί, Ευμορφία-Μορφιά-Μόρφω, Ευπραξία, Ευρυδίκη, Ευρύκλεια, Ευρώπη, Ευσταθία-Σταθούλα-Σταθή, Ευτέρπη, Ευτυχία- Φτυχιώ, Ευφημία
·         Ζωγραφία-Ζωγραφί-Ζωγράφω
·         Ηλέκτρα, Ηλιάνα,
Θεσσαλία-Λία
·         Ιουλία, Ισμήνη, Ιφιγένεια
·         Καλλιόπη-Πόπη-Πιπή,  Καλλιρρόη, Κασσιανή, Κατίνα- Κατίνκου -Κατιρνιώ- Κανιώ- Κάκια, Κερασία- Κερασούλα -Κυρατσάκ'-Τσιόνα, Τσιτσιώ, Κική, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα- Πάτρα, Κλημεντίνη,  Κούλα, Κρυσταλλία- Κρυστάλλω, Κυπαρισσία- Παρσιώ, Κυρατσώ- Κυρατσούλα- Τσιτσώ, Κωνσταντία-Κωνσταντινιά.
·         Λαυρεντία-Λαυρεντή, Λεμονιά, Λουκία, Λουκρητία
·         Μαγδαληνή-Μυγδαλιώ-Μαγδάλω, Μακεδονία, Μαλαματένια, Μαλαματή, Μαλάμω-ώ, Μαλαμίτσα, Μάρθα, Μαριάνθη, Μαργίτσα, Μαρίκα, Μαργιώ-Μπουζιώ, Μαριγούλα,, Ματούλα, Μελπομένη-Μέλπω, Μέλλω, Μερόπη, Μηλιά-ιώ, Μηλίτσα, Μίνα, Μορφούλα,-Μόρφω-Ομορφούλα, Μυρσίνη.
·         Ναυσικά, Νεοκλεία, Νικολέτα, Νίκη, Νίνα
·         Ξανθή
·         Όλγα, Ολυμπία
·         Πάτρα-Πατρούλα, Πελαγία-Πελαγιώ, Περσεφόνη, Πηνελόπη, Πιπίτσα, Πολυξένη, Περιστέρα, Πολυάνθη, Πολύμνια, Πραξιθέα-Πραξιθή,
·         Ρηνιώ, Ροδιά-Ροδούλα, Ροδόπη 
·         Σαβή, Σεβαστή, Σεραϊνα-Συρανιώ, Σοφία, Συραγώ, Σύλβα, Σμαράγδα-Σμαραϊδή, Σταθούλα,  Σταματία-Σταματή,  Σταυρούλα, Συνοδή
·         Τερψιθέα-Τερψιθή-Τριψιθέα, Τριανταφυλλιά-Τριανταφλιώ, Τούλα.
·         Φανή, Φιλιώ- Φιλίτσα, Φιλομήλα, Φρειδερίκη, Φρόσω,
·         Χάιδω, Χαρίκλεια-Χαρούλα-Χαρικλή, Χρυσάνθη, Χρυσή-Χρυσούλα.
          Υπατία (Απατία)

ΑΝΤΡΙΚΑ:
- Αγαμέμνων, Άγγελος-Αγγελής, Αλέξανδρος, Αναγνώστης, Ανάργυρος- Αργύρης, Ανέστης,   Αποστόλης, Αριστείδης-Άρης, Αριστόδημος, Αριστοτέλης-Τέλης, Αχιλλέας, Αχίλλειος.
-  Βάιος, Βλάσιος,
-  Γαβριήλ, Γεράσιμος, Γ(Δ)ιακουμής, Γιαννούλης, Γρ(λ)ηγόρης,
-   Δαμιανός, Δημιόνης, Διαμαντής, Διανέλος, Δήμος, Δημοσθένης,
-  Εμμανουήλ, Ευθύμιος, Επαμεινώνδας, Ευριπίδης, Ευστράτιος-Στράτος,
-   Ζαφείρης, Ζήσης-Ζήνων-Ζήνος-Ζήσιμος,
-   Ηλίας-Λιας, Ηρακλής,
-   Θεμιστοκλής-Θέμης, Θεοδόσιος, Θεόφιλος, Θεοχάρης, Θωμάς,
-   Ιάσων, Ιδομενέας
-   Κανέλος, Κλεάνθης, Κλεόβουλος, Κοσμάς, Κυριαζής, Κουστής-Κουστάκ΄ς
-   Λάζαρος, Λάμπρος, Λαυρέντης, Λεωνίδας.
-   Μαργαρίτης, Μιλτιάδης,
-   Ναούμ, Νικηφόρος,
-   Οδυσσέας, Ορέστης, 
-   Πανταζής, Παντελεήμων-Παντελής, Πάρης, Παρίσης, Περικλής, Πίνδαρος, Πολυχρόνης, Πολύζος,
-   Ρήγας, Ρίζος,
-   Σαράντης, Σοφοκλής, Σταμάτης, Σταμούλης, Σταύρος, Στέργιος, Στέφανος, Σωκράτης,
-   Ταξιάρχης, Τιμολέων-Τιμολής, Τριαντάφυλλος, Τρύφωνας-Τρυφώνης 
-  Φιλήμονας, Φίλιππος, Φρίξος
  -  Χαράλαμπος, Χαρίλαος, Χριστόδουλος. Χρυσόστομος

ΥΓ:  Την άνοιξη του 2015 κυκλοφόρησε το εξαιρετικό βιβλίο-έρευνα του Κώστα Λιάπη "Πηλιορείτικα και βολιώτικα ανθρωπωνύμια", Βόλος, Μάρτιος 2015, σελ. 272. Αναζητήστε το και διαβάστε το! 

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Δεκέμβριος

Δεκέμβριος - Καλό μήνα!

Ημερολόγιο "Η ΦΗΜΗ" Ζωσιμά Εσφιγμενίτη
(Απόδοση στα Νεοελληνικά)
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ
                            Έχει ημέρες 31. 
                        Η ημέρα έχει ώρες 9 και η νύχτα 15.
Ο Δεκέμβριος ξυλοκόπος

Ο Δεκέμβριος επί Ρωμύλου (ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς της Ρώμης -βασίλεψε από το 754 π.Χ. μέχρι το 713 π.Χ.) ήταν ο δέκατος μήνας στο ρωμαϊκό έτος. Άλλοτε είχε μέρες 29 και άλλοτε 35. Επί Νουμά (πρώτος νομοθέτης και δεύτερος από τους επτά βασιλείς που βασίλευσε από το 715 ως το 673 π.X.)  πήρε τη δωδέκατη θέση που διατηρεί ως εμάς. Επί Καίσαρα Αύγουστου (πρώτος αυτοκράτορας 63 π.X. - 14 μ.X.), προσδιορίστηκε να έχει 31 μέρες. Επί Κόμοδου (Ρωμαίος τρελός αυτοκράτορας 161-192 μ.Χ.) άλλαξε το όνομα σε Αμαζόνιος, αλλά μετά το θάνατό του ξαναπήρε το αρχαίο του όνομα. Σ’ αυτόν το μήνα οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τα Κρόνια (αρχαία ελληνική γιορτή προς τιμήν του Κρόνου που αργότερα στη Ρώμη η αντίστοιχη γιορτή ονομαζόταν Σατουρνάλια) και στη γιορτή αυτή οι δούλοι έπαιρναν τη θέση των αφεντικών και τα αφεντικά τη θέση των δούλων στα ρούχα, στις δουλειές και στο φαγητό.
Ο Δεκέμβριος ζωγραφιζόταν ζαρωμένος από το κρύο, έχοντας όλο το σώμα του καλυμμένο με μάλλινα ρούχα και ένα μαγκάλι για ζέστη στα πόδια του.

Ο Δεκέμβριος με το μαγκάλι
(νωπογραφία ναού Αγ. Ισιδώρου , Λεόν , Ισπανία)
        Ο Δεκέμβριος
σε αγροτικό ημερολόγιο, χοιροσφάγιο.
Ο Δεκέμβριος σε ψηφιδωτό