Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Έτος νέον

«Την σήμερον, άρχεται Έτος νέον... » Ας είναι «αίσιον και ευτυχές»!! 
Σφραγίδα του ναού του Αγ. Βασιλείου της Καισαρείας.
Από εκεί ήταν οι πρόσφυγες που έφτιαξαν τον Ναό στην ομώνυμη συνοικία του Βόλου. 
Εις την εορτήν της Περιτομής και του αγίου Βασιλείου.
Την σήμερον, Χριστιανοί, άρχεται Έτος νέον,
χαράν κι αγαλλίασιν πάσιν ημίν παρέχον.
Καθ’ ότ’ εις ταύτην ο τεχθείς εκ, της Παρθένου Κόρης
Χριστός ο υπεράγαθος Θεός τε και Δεσπότης
Ο παλαιός των ημερών και άναρχος πατρόθεν,
ων δε και οκταήμερος επί της γης μητρόθεν,
ς’ τον νόμον τον Εβραϊκόν θέλων να εκπληρώση,
και γένος το ανθρώπινον να το ελευθερώση,
δεν επησχύνθη να δεχθή μορφήν την ανθρωπείαν,
και να του περιτέμωσι σαρκός ακροβυστίαν.
Σήμερον και ο Κεσαρεύς Βασίλειος ο μέγας,
ος ην αρχιεπίσκοπος εις τους Καππαδοκέας
μετέβ’ εις το ποθούμενον• όστις εν τη ζωή του
γονέας έχων κ’ αδελφούς ίσους τη αρετή του,
Εσπούδασε την θύραθεν και ιεράν σοφίαν,
ας περ εξέμαθ’ εν βραχεί, ως έχων ευφυΐαν.
Και προσκυνήσας έπειτα τους τόπους του Κυρίου,
ς’ τον Ιορδάνην ποταμόν απήλαυσε του θείου
και ιερού βαπτίσματος• γενόμενος δοχείον
του παναγίου Πνεύματος, διαλεκτόν και θείον.
Ως ων δ’ υψίνους και λαμπρός πράξιν και θεωρίαν,
χάριν θεόθεν είληφε την θαυματοποιίαν.
Και επειδή απέθανεν ο πρώτος Ιεράρχης,
τον διαδέχεται αυτός ο της Τριάδος λάτρης,
φωστήρ ο διαυγέστατος της οικουμένης πάσης,
και των πτωχών και ορφανών ο κάλλιστος προστάτης.
Τα δ’ άπειρ' αυτού θαύματα να τα απαριθμήσω
επίσης μ’ είν’ αδύνατον, ως άστρα να μετρήσω.
Διό και μετά θάνατον Χριστώ συμβασιλεύων
αεί αυτόν εξιλεοί, υπέρ ημων πρεσβεύων•
και ο επικαλούμενος αυτόν μετ’ άκρας ευλαβείας,
απολαμβάνει τάχιστα της τούτου βοηθείας.
Εις την διπλήν ταύτ’ εορτήν Δεσποτικην κ’ αγίαν,
ας ευφρανθώμεν, ω πιστοί, με πλείστην ευθυμίαν,
και ας πανηγυρίσωμεν σκιρτώντες ευφροσύνως,
δοζάζοντες τον άγιον λαπρως και χαρμοσύνως•
Ας τον παρακαλέσωμεν προσέτι εκ καρδίας,
όπως χαρίζηται ημίν αφθόνους ευτυχίας,
προσέτι ς’ το αρχόμενον έτος καρποφορίαν,
κ’ εις περιόδους των ετών πολλάς, καλήν υγείαν.

(Ποίημα του παπα-Κωνσταντίνου Ζ. Κυρτσώνη, του εκ Δρακίας, κωμοπόλεως της Θετταλομαγνησίας, 1861)
Ο ναός του Αγ. Βασιλείου στο Βόλο κατασκευάζεται.
(αρχείο Ν. Μαστρογιάννη.)

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017

«Πηλιορείτικος χειμερινός όρθρος»

Κατηφορίζουν  τ’ ανάερα πούσια από τη βουνοκορφή μ’ ανάλαφρο κι αθόρυβο ρόβολο και πάνε ν’ απλωθούν -αιθέρια μπαμπακένια παπλώματα -στα ριζά, στ’ ακροθαλάσσι και τους ξερόκαβους. Ασπρογαλιάζει η ανατολή και το σταχτί χρώμα του ορίζοντα χωνεμένο στη μολυβένια άπλα της θαλασσής παλεύει μέσα στο χειμωνιάτικο όρθρο να βρει την κροκάτη του ιλαρή θωριά. Ένας χρωματικός αγώνας έντονος, που ξετυλίγεται τιτανικός μπροστά στα μάτια σου. Μια γκριζόμαυρη ουράνια οθόνη, που φουσκώνει και ριπιδιάζει να βρει τη γλαυκή της μαγεία κι ένα ατέρμονο θαλασσινό υφάδι, που κυμοσαλεύει ράθυμα να πετύχει τη ζαφειρένια του στιλπνότητα. Μια συνέρια ολοσύνεχη γης κι ουρανού, με τη μουντή κι υγρή γενναριάτικη ατμόσφαιρα. Θάμα ένα τέτοιο πάλεμα· χαρά στον που μπορεί να βρεθεί ταπεινός θεατής του.
Κατηφορίζει πολύβουος κι ο βοριάς απ’ τα διάσελα, παγερόπνοος και μεγαλόπρεπος αρχός, τσέλιγκας λες βουνίσιος που σαλαγάει μπροστά του και προγκάει των νεφών τ’ ασπρόμαλλα κοπάδια. Ούννος στρατηλάτης που βουκεντρίζει σ’ ανείπωτο κούρσο τα φουσσάτα του. Πάρθος απελάτης θαρρείς, που πιλαλάει χουγιαχτά, καταποδίζοντας ολόμπροστα ένα κοπάδι διαγουμισμένα άλογα - γνέφαλα μ’ ασπρογάλαζες ανεμιστές χαίτες. Θάμα ένα τέτοιο δρόμισμα· χαρά στον που μπορεί κατάνακρα να σταθεί βλεπάτορας σαστισμένος.
Κατηφορίζει πολύροχθος γενίτσαρος απ’ εγκρεμούς και κράκουρα κι ο καταράχτης, δρασκελώντας ριζιμιά, συγκυλώντας στο διάβα του χάλαρα και δεντροκορμούς, ραντίζοντας με τ’ αφρομανητό του τις οχτιές και κάνοντας τις μαυροπράσινες μυρσίνες να χαμοθωρούν σαν ραγιαδοπούλες στο τετραποδητό σεργιάνι του. Θάμα μια τέτοια κατεβασιά· χαρά στον που μπορεί να βρεθεί παραστεκάμενος ξυπασμένος.
Τεντώνουν τ’ άφυλλα χοντροκλάδια τους τα δέντρα πάνω και πέρα, με βαθιές χαρακιές στη φλούδα τους σα λωβιασμένοι γέροι μιας κυκλώπειας κοινωνίας, τανυούν ξεσκλιάρικα βραχιόνια σε μια φρικιαστική ικεσία, ζητώντας λες από κάποιον ανελέητο ωγύγιο θεό λίγη ακόμα ζωή, για να δουν πάλι της άνοιξης τη χλώρη και τη φωτοπλημμύρα του μαρτιάτικου ήλιου. Θάμα μια τέτοια ασάλευτη, απέλπιδη προσευχή· χαρά στον που μπορεί να σταθεί ευλαβικός κοινωνός της.
Μαυροντυμένος απάχης της ερημιάς, προβάλλει το κεχριμπάρι του ο κότσυφας μέσα απ’ του μουντόθωρου κισσού τα σκοτεινά σοκάκια, και σφυρίζει αμέριμνα τους μπίρμπιλους σκοπούς του. Θάμα. Χαρά στον πούχει μάτι για να χορτάσει της ζωγραφιάς τη λιτότητα κι αυτί για να ενωτιστεί την κεφάτη μονωδία.
- - - - - - - - - - - - -
Με την παλάμη μου σφουγγίζω του τζαμιού το θάμπος για να χαρώ της χειμωνιάτικης αυγής τη ρωμαλέα παρθενιά. Η θαλπωρή της κάμαρας κι οι ευωδιαστοί ατμοί του φλιτζανιού μου, με φέρνουν στα σύνορα ενός άκρατου ευδαιμονισμού.
Κάτω από το παράθυρό μου, κροταλίζουν τα βήματά τους, πάνω στις κρουσταλλένιες λούμπες του δρόμου οι άνθρωποι της δουλειάς. Άντρες αξύριστοι και κατσουφιασμένοι με τα σύνεργά τους στις γρουμπές πλάτες τους, με βήμα άσταθο και βαριεστημένο. Γυναίκες μεσόκοπες και γριές με σκαμμένα τα μάγουλα από την ανέχεια κι ανασυρτή την ξεφτισμένη σάρπα τους ως τα μάτια, μάταια αγωνίζονται να ξεφύγουν του δαγκανομύτη βοριά τις βουρδουλιές. Κι ανάρια χουχουλίζουν τα μαργωμένα δάχτυλά τους, τόσο μαργωμένα, που θαρρείς πως στο παίξιμό τους θ' αντηχήσει ο φρικαλέος αχός των κροτάλων. Κι όλο και διαβαίνουν και στις βηματισιές τους γροικάς την αγωνία και τον αγώνα της απεγνωσμένης μα κι άσκοπης βιασύνης. Είναι ένα θλιβερό ξόδι, μια λιτανεία κινούμενη, μα χωρίς την πλήρωση και την εσώτερη ικανοποίηση της ικεσίας.
Μηχανικά η παλάμη μου κινιέται προς το θαμπωμένο τζάμι. Μα σύγκαιρα ένα τέλι, δεν ξέρω κι εγώ από που δεμένο, πετρώνει άβουλο το χέρι μου. Δεν θα σφουγγίσω την άχνα. Καλύτερα οι ζωγραφιές να χωνέψουν και ν’ αφανιστούν στη θαμπάδα τους. Γυρίζω την πλάτη μου στο παραθύρι. Ένα δάγκαμα νιώθω μέσα μου. Και στο νου μου αναδεύει σα μακάβριο σκέλεθρο ο στίχος του Παλαμά :
« Ν τ ρ έ π ο μ α ι   γ ι α   τ η   ζ έ σ τ α   μ ο υ   κ α ι   γ ι α   τ η ν   α ν θ ρ ω π ι ά   μ ο υ»
(Αντιγραφή σε μονοτονικό «ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ - ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΑ Α΄», Βαγγέλης Σκουβαράς, ΑΣΤΗΡ, 1981, σελ. 25-27,  ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΣ ΟΡΘΡΟΣ

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

Ο λιμός στο Πήλιο το 1917

 Ο  λ ι μ ό ς   σ τ ο  Π ή λ ι ο  τ ο  1 9 1 7*
(Για να έχουμε να διαβάζουμε - τώρα που «μαζεύει» και το 2017! ) 
1. Αποκλεισμός: 
[...] 1916.Τον Σεπτέμβριον ο Βενιζέλος απέδρα εξ Αθηνών μετά πολλών αξιωματικών και επήγαν εις Θεσσαλονίκην και έκαμον την Άμυναν και το κράτος εχωρίσθη εις δύο […] Η κατάστασις λίαν σοβαρά. Εκτός του παγκοσμίου πολέμου γίνεται και πόλεμος μεταξύ των Ελλήνων […] έγραψε στο Ημερολόγιό του ο ανθυπίατρος Γεώργιος Σατραζέμης από την Αργαλαστή, δίνοντάς μας αρχικά το ιστορικό στίγμα.
Και συνέχισε: Nοέμβριος 1916. Κατά τας 17 έγινε αποβίβασις Αγγλογάλλων εις το Φάληρον […] Εδώ, πάντες έλαβον τα όπλα και εξήλθον εις την αγοράν. Οι Βενιζελικοί κατατρομαγμένοι ήσαν κλεισμένοι μέσα […]Κατόπιν οι Αγγλογάλλοι ηρκέσθησαν να μας αποκλείσουν για να αποθάνωμεν εις τον εξ ασιτίας θάνατον και το κατόρθωσαν […] **
Οι Σύμμαχοι κήρυξαν στις 25 Νοεμβρίου, «αποκλεισμό» και της Μαγνησίας, πιστεύοντας έτσι ότι ο λαός θα αγανακτούσε από τις στερήσεις και θα εξανάγκαζε την κυβέρνησή του να μπει στον πόλεμο. Τα συμμαχικά πλοία περιπολούσαν ελέγχοντας τις ακτές του Πηλίου και των νησιών. Συλλάμβαναν ιστιοφόρα με φορτίο τρόφιμα ή εμπορεύματα. Τα ρυμουλκούσαν κατακρατώντας τα σαν λεία πολέμου.
Το λαϊκό αίσθημα των χωριών, που στην αρχή του πολέμου έκλινε υπέρ των Συμμάχων, στράφηκε εναντίον τους. Έτσι, για το μισό των Ελλήνων που στήριζαν το βασιλιά, μετατράπηκε σε εχθρικό με διαδηλώσεις, διώξεις βενιζελικών, τα «αναθέματα» στο Βόλο και στα χωριά του Πηλίου!
[…] Δεκέμβριος. Εν αποκλεισμώ όλη η παλαιά Ελλάς. Περιπολούν τα εγγλέζικα αλλά ημείς φωνάζουμε Ελιά και Βασιλιά. Ας πεινάσουμε. […] , έγραφε συνεχίζοντας ο γιατρός Σατραζέμης.
Τις πρώτες μέρες του Αποκλεισμού συνέβη ένα γεγονός που είχε σχέση με τους «επιστράτους» του Ανατολικού Πηλίου, όταν συμμαχικό πλοίο προσέγγισε την Τσαγκαράδα. Αυτό δείχνει την επικρατούσα κατάσταση και την αρχή των δεινών που θα ακολουθούσαν. Λίγο μετά δημοσιεύτηκε επιστολή του Αποστ. Βαϊνόπουλου, που επιβεβαίωνε αναλυτικά, ότι στις 15 Δεκεμβρίου ένα γαλλικό τορπιλοβόλο άραξε στην Νταμούχαρη, αποβιβάζοντας έναν πλωτάρχη και δυο ναύτες. Όλοι φοβήθηκαν. Ειδοποιήθηκαν οι επίστρατοι Μουρεσίου-Τσαγκαράδας και παράλληλα μαζί μ’ άλλους τους πλησίασαν ρωτώντας το σκοπό της επίσκεψής τους. Ο Γάλλος απάντησε πως ήθελε ν’ αγοράσει ψάρια. Ο έμπορος μιλώντας γαλλικά, του είπε πως δεν υπάρχουν, αφού δεν επιτρέπεται να ψαρέψουν λόγω του αποκλεισμού. Εκεί έγινε μια μακρά συζήτηση για το βασιλιά που κατηγορούσε ο Γάλλος και των Ελλήνων που έλεγαν πως στο όνομά του θα αντέξουν και την πείνα. Του έδειξαν μαύρο κριθαρένιο ψωμί και τον βεβαίωσαν πως θα πολεμήσουν γι’ αυτόν.

Το λιμάνι του Βόλου αποκλείστηκε στο τέλος του Φλεβάρη κι η κατάσταση δυσκόλεψε.
Ζητιάνα έξω από το Δημαρχείο Βόλου.
(Αρχείο Ν. Μαστρογιάννη)
2. Λιμός:
Ο λαός στο Πήλιο υπέφερε από την έλλειψη βασικών τροφών (κυρίως σιτηρών, ζάχαρης και αλατιού) αλλά και κάρβουνων και πετρελαίου. Οι ελλείψεις, βέβαια φάνηκαν πολύ πριν γίνει ο γενικός αποκλεισμός λόγω της προηγούμενης απαγόρευσης εισαγωγών.
Απ’ τον Αλμυρό (που παρόλη τη σιτοπαραγωγή εκεί κι είχαν έλλειψη) ο αρχαιολόγος Νικ. Γιαννόπουλος έγραψε πως επρόκειτο για «σ π α ν ο σ ι τ ί α μάλλον και ουχί σ ι τ ο δ ε ί α»! Όπως και να το είπε η πραγματικότητα ήταν μία κι ήταν ακόμη Ιανουάριος…
Η δημιουργία του Υπουργείου Επισιτισμού και Αυτάρκειας και η Επιτροπή Τροφίμων Βόλου που διαχειρίζονταν την κατάσταση, δεν μπορούσε να κάνει πολλά, παρά προσπαθούσε να ρυθμίσει τις ελλείψεις, λαμβάνοντας διάφορα μέτρα, όπως μοίρασμα ανεπαρκών σιτοφορτίων, διαρκή αστυνόμευση με ελέγχους σε αποθήκες κ.ά.
Από την Αθήνα η Κυβέρνηση Λάμπρου ήθελε να καθησυχάσει το λαό που λιμοκτονούσε. Η προπαγάνδα για την τόνωση του ηθικού του πληθυσμού ήταν στην ημερήσια διάταξη, με ανακοινώσεις-παρακάλια προς τις κοινοτικές αρχές. Αυτές έπρεπε να παροτρύνουν τους πολίτες σε εγκαρτέρηση με την ελπίδα προσεχούς βελτίωσης της τύχης τους!
Σταδιακά, η έλλειψη τροφών γινόταν μεγαλύτερη και επηρέαζε κυρίως τα φτωχά και μεσαία στρώματα, εκτός των «εχόντων». Η Επιτροπή Τροφίμων ανακοίνωνε συνεχώς πως έρχονται σιτηρά και κατήρτιζε πίνακες «Διανομής Αλεύρων»: […] Θα διατεθούν δια τον δήμον Αιαντίου σάκκοι 13, Αφετών 17, Ορμινίου 25, Σηπιάδος 28 κλπ, κλπ.
Τα άλευρα, τα δημητριακά και τα άλλα είδη μοιράζονταν, όταν υπήρχαν, με «δελτίο» από την Επιτροπή στους Πηλιορείτες, μέσω των επιλεγμένων «Πρατηρίων» που υπήρχαν σε κάθε χωριό, με πληρωμή. Όσο μεγάλωνε η έλλειψη, τόσο μίκραινε η αναλογία. Το ίδιο αύξαινε και η τιμή. Οι καταγγελίες των πολιτών για πλαστά Δελτία επιβραβεύονταν απ’ τις αρχές με περισσότερη ποσότητα απ’ την δικαιούμενη.
Εκεί στα «Πρατήρια» διανομής πολλές φορές διαδραματίζονταν διάφορα επεισόδια μεταξύ των χωρικών και των υπευθύνων παντοπωλών που είχαν σχέση με ελλιποβαρή παράδοση, αισχροκέρδεια και νοθεία. […] Εις τα χωρία του Πηλίου η κατάστασις ευρίσκεται εις σημείον απελπιστικόν, καθ’ όσον σπανίζει εις ταύτα ο άρτος [...] έλεγαν οι εφημερίδες.
Ο λαός της Ζαγοράς […] προ της γενικής ελλείψεως άρτου[…], στο τέλος Φεβρουαρίου οργάνωσε δυναμικό συλλαλητήριο, όπου απαίτησε και πέτυχε την παραίτηση του Προέδρου θεωρώντας τον υπεύθυνο για την κατάσταση.
Εις Μακρυνίτσαν και Δράκειαν τοιαύτη είναι η έλλειψις του άρτου, ώστε υπάρχει φόβος εξεγέρσεως[…], έγραφε αστυνομική αναφορά.
Όλα τα χωριά υπέφεραν, με τα φτωχότερα, να έχουν μεγαλύτερες ελλείψεις. Αλλά και τα πλουσιότερα παρ’ όλη την παραγωγή, δεν βρίσκονταν σε καλύτερη θέση.
Απ’ το ακρινό Βένετο διαμαρτύρονταν και παρακαλούσαν να τους στείλουν αλεύρι και τρόφιμα, λέγοντας πως αρρωσταίνουν και θα πεθάνουν από ασιτία.
Κι απ’ τον Άγιο Λαυρέντη φώναζαν: Η ζωή των κατοίκων μας κατέστη αβίωτος. Παρατηρείται γενική έλλειψις άρτου. Τα υπάρχοντα ολίγα τρόφιμα όχι μόνον ολίγον κατ’ ολίγον εξαντλούνται, αλλά και πωλούνται όσον η ψυχή του καθενός βαστά. […] Αργότερα στη γιορτή του Νέου Αποστόλου, θα εκδοθεί ανακοίνωση αδυναμίας του ναού να μοιράσει φαγητό στους προσκυνητές…
Οι μύλοι των χωριών αλευροποιούσαν όσα προϊόντα περιείχαν άμυλο και προέρχονταν από την παραγωγή τους. Στο Πήλιο δεν παρήγαγαν σιτάρι, εκτός από λίγο στην Αργαλαστή και καλαμπόκι στο μικρόκαμπο των Λεχωνίων! Το «φασ’λόψωμο ή φασ’λίσιο» ήταν τότε το ψωμί τους, καθώς και το ανάμεικτο. Αλεύρι με κάστανα, ρεβύθια, πατάτες ή κουκιά!
Μαζί μ’ αυτά και η παραγωγή ψωμιού από …αγριάδα: Η πείνα εις τα χωρία του Πηλίου έφθασεν μέχρι τοιούτου σημείου ώστε πολλοί κάτοικοι τρέφονται με ρίζας αγριάδας, τας οποίας αλευροποιούν […] 
Η παραγωγή ελιάς και λαδιού, οι πατάτες στα ανατολικά χωριά, τα λαχανικά, αλλά και τα ψάρια της Κάρλας που ήταν χωρίς διατίμηση, έσωσαν κάπως την κατάσταση και τον πληθυσμό από το μαζικό θάνατο!
[…] Έχομεν άφθονα γεώμηλα, ώστε η πείνα δεν μας φοβερίζει  […] είχε πει ο Βαϊνόπουλος στο Γάλλο. Μέχρι και η Βασίλισσα έκανε συστάσεις στους Πηλιορείτες να τρώνε πατάτες!
Ωστόσο οι πατάτες του Ανατολικού Πηλίου επιτάχτηκαν με διαταγή από την Επιτροπή Τροφίμων και στάλθηκαν στην Αθήνα.
Όσοι κάτοικοι είχαν στις αποθήκες τους ή μετέφεραν προϊόντα διατροφής, τα δήλωναν υποχρεωτικά. Η απόκρυψή τους συνεπαγόταν κατάσχεση, αλλά και ποινή.
Σε Ζαγορά, και Αργαλαστή ιδρύθηκαν συσσίτια «δια την ανακούφισιν των απόρων τάξεων» και σε πολλά χωριά γίνονταν έρανοι για τον ίδιο λόγο.
Κι ενώ τα δεινά συνεχίζονταν η Ιερά Σύνοδος έστειλε μήνυμα «δώρον άδωρον» στους χριστιανούς να μη νηστέψουν για τη Σαρακοστή, λέγοντας: […]εις τοιαύτας στερήσεις τροφίμων, ουδείς χριστιανός θα αμαρτήση αν κρεωφαγήση […]
Οι δύσκολες αυτές στιγμές του πηλιορείτη λαού περνούσαν και στις διασκεδάσεις του:
Ήρθαν οι αποκριές / έρημες και σκοτεινές, ούτε λάδι στο μπουκάλι / ούτε αλεύρι στο τσουβάλι!
Ο Σατραζέμης συνεχίζοντας τις εγγραφές του ανέφερε, πως εκτός από την πείνα που εξακολουθούσε, το Φεβρουάριο υπήρχε ψύχος και παγωνιά χωρίς χιόνια. Μάρτη και Απρίλη η κατάσταση επιδεινωνόταν με το λαό να υποφέρει. Οι χωρικοί προσπαθούσαν να χορτάσουν μαζεύοντας χόρτα.

Και η επιδείνωση συμπορεύτηκε και με την κατάληψη του Βόλου και των χωριών από τους Γάλλους στις 1-2 Ιουνίου.
Εκφόρτωση ξύλων για τις ανάγκες του σιδηροδρόμου
στο λιμάνι του Βόλου
(Αρχεία γαλλικού στρατού)
Η ζωή των κατοίκων αυτήν την περίοδο είχε δυσκολέψει και όλοι προσπαθούσαν να επιβιώσουν. […] Έχει επέλθει τοιαύτη εξάντλησις ώστε είναι αδύνατον να συνεχίσουν οι κάτοικοι τας εργασίας των επί μακρόν[…] έγραφε η ΘΕΣΣΑΛΙΑ όταν ξανακυκλοφόρησε. Κάποιοι επιβίωναν και με ανορθόδοξους τρόπους, όπως με κλοπές και λαθρεμπόριο.
    Η έλλειψη αλατιού δημιούργησε προβλήματα κυρίως στη συντήρηση της ελιάς και των τυριών. Πολλοί έβραζαν θαλασσινό νερό για να αποκτήσουν ελάχιστο για άρτυμα. Οι συνέπειες της έλλειψης αλατιού (βλ. ιώδιο) φάνηκαν στο γυναικείο πληθυσμό τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα τη δημιουργία βρογχοκήλης.

    Εκτός της πείνας και η έλλειψη πετροκάρβουνου επηρέασε τη ζωή των χωρικών. Η συγκοινωνία Βόλου- Μηλεών περιορίστηκε σταδιακά από τέσσερα σε ένα δρομολόγιο ημερησίως.
     Ο αυστηρός αποκλεισμός σταμάτησε μετά από εξήμιση μήνες. Παρόλες τις προσπάθειες των Συμμάχων να υπάρξουν προμήθειες η ζωή των κατοίκων άργησε πολύ να επανέλθει στα φυσιολογικά.

     Στα Ληξιαρχεία των χωριών του 1917, βρέθηκαν καταγραμμένοι αρκετοί θάνατοι, με τα πιστοποιητικά να αναγράφουν την αιτία : «εξ αθρεψίας, ασιτίας, καχεξίας, πείνης ή εξαντλήσεως». Ήταν αποτέλεσμα της λιμοκτονίας. Ενδεικτικά, έχουμε στον Αϊ-Γιώργη το θάνατο τριών παιδιών και 27χρονου, στα Άνω Λεχώνια 50χρονου και 3χρονης και στο ακρινό Τρίκερι τριών παιδιών και μιας 36χρονης. Πολλαπλάσιοι όμως θάνατοι υπήρξαν την επόμενη χρονιά του ’18 που θέρισε τους πρώτους μήνες η βαρυχειμωνιά και τους τελευταίους η γρίπη, βρίσκοντας τους συμπατριώτες μας σε πλήρη εξάντληση...
Και αντί επιλόγου τα λόγια του γιατρού: […] χάλια, χάλια εις το ελληνικόν Βασίλειον. η Ακρίβεια εξακολουθεί. ήραν μεν τον αποκλεισμόν, αλλά έχομεν άλλον χειρότερον τον δι’ υποβρυχίων Γερμανικών […] άρτος δεν υπάρχει. Έλλειψις... Και έτσι με βάσανα και στεναχώριες παρήλθε το 1917! […]***

------------------------------------------------------
* Ομιλία μου (περιληπτική εισήγηση) στην ημερίδα «Θεσσαλία: Ένας αιώνας από το πολυσήμαντο έτος 1917» (Βόλος 13-10-2017).
** Ευχαριστίες πολλές στο γιο του γιατρού κ. Νικόλαο Σατραζέμη που μου το παραχώρησε μέσω του κ. Γιάννη Κονιόρδου.
*** Δείτε για το λιμό κι (ΕΔΩ) σε παλιότερες αναρτήσεις.
Γάλλοι στρατιώτες -Ζουάβοι 
ΠΗΓΕΣ:
---Ημερολόγιο του ανθυπίατρου Γεωργίου Σατραζέμη, από την Αργαλαστή. 
---Εφημ. ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, Βόλος , διάφορες ημερομηνίες.
---Εφημ. ΩΡΑ, Αθήναι,  30-1-1917.
---Εφημ. ΕΜΠΡΟΣ, Αθήναι,  3,4-2-1917.
---Εφημ. ΘΕΣΣΑΛΙΑ, Βόλος 4-5-1917
---Εφημερίδα ΕΣΠΕΡΙΝΗ, Αθήναι 14-2-1917
---Περιοδικό ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ, Αθήναι, 1-1-1917, τχ 28 
---Κ. Λιάπης, «Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΪ-ΓΙΩΡΓΗΣ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ», Βόλος 1994 
---Τα Οικονομικά Χρονικά, Αθήναι 22-4-1917  

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Γηράσκω δ’ αιεί πολλά διδασκόμενος…

Πριν λίγες μέρες (Σάββατο 9/12) στο αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου πραγματοποιήθηκε μια διάλεξη της διακεκριμένης καθηγήτριας κ. Αικατερίνης Καμηλάκη με θέμα: «Περί ανέμων…». 
Ήταν στο πλαίσιο της περιοδικής έκθεσης του Αθανασάκειου «Πνοές ανέμων κινούν καράβια».
Περιττό να ειπωθεί πως ήταν μια εξαιρετική ομιλία! Κι εμείς «επιβάτες του ανέμου» ευφράνθηκε η ψυχή μας με τούτο το ταξίδι, που συνεχίστηκε στην έκθεση με την κατατοπιστικότατη ξενάγηση της κ. Προϊσταμένης. Τις Ευχαριστούμε! 
Κι εκεί μετά το τέλος σε «πηγαδάκι» συζήτησης περί των «πινακίων» ( = εφυαλωμένων-εγχάρακτων πιάτων του 12ου μ.Χ. αι. ) που βρέθηκαν στο ναυάγιο του Πελαγονησιού-Αλοννήσου, παρατήρησα πως «πινάκια» πρέπει να λέγονται τα βαθιά πιάτα. (Αυτό γνώριζα από τις ιερατικές σπουδές και την Π. Διαθήκη για τη «φακή των πρωτοτοκίων» Ησαύ-Ιακώβ. Μονομερής γνώση! ) [βλ. Γένεσις κε΄, 29-34) «ἥψησε δὲ Ἰακὼβ ἕψημα· ἦλθε δὲ Ἡσαῦ ἐκ τοῦ πεδίου ἐκλείπων, καὶ εἶπεν Ἡσαῦ τῷ Ἰακώβ· γεῦσόν με ἀπὸ τοῦ ἑψήματος τοῦ πυρροῦ τούτου, ὅτι ἐκλείπω. διὰ τοῦτο ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐδώμ. εἶπε δὲ Ἰακὼβ τῷ Ἡσαῦ· ἀπόδου μοι σήμερον τὰ πρωτοτόκιά σου ἐμοί. καὶ εἶπεν Ἡσαῦ· ἰδοὺ ἐγὼ πορεύομαι τελευτᾶν, καὶ ἵνα τί μοι ταῦτα τὰ πρωτοτόκια; καὶ εἶπεν αὐτῷ Ἰακώβ· ὄμοσόν μοι σήμερον. καὶ ὤμοσεν αὐτῷ· ἀπέδοτο δὲ Ἡσαῦ τὰ πρωτοτόκια τῷ Ἰακώβ. Ἰακὼβ δὲ ἔδωκε τῷ Ἡσαῦ ἄρτον καὶ ἕψημα φακοῦ, καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε καὶ ἀναστὰς ᾤχετο· καὶ ἐφαύλισεν». 
Ήλθε λοιπόν, η κ. Καμηλάκη και με «φώτισε» λέγοντας πως ήταν «μέτρο» ( =μονάδα μέτρησης)! 
Αργότερα -αμφιβάλοντας για τις γνώσεις μου-, το έψαξα το θέμα περί «πινακίου» και βρήκα τα παρακάτω που σας παρουσιάζω, για να γνωρίζετε (και να μη λαθεύετε) πως το πινάκιο ήταν κι είναι μονάδα μέτρησης, ρηχό πιάτο, δίσκος, ξύλινο φαγητοδοχείο, κατάλογος (και υποθέσεων δικαστηρίου), μικρός πίνακας και ορθογώνια επιφάνεια από σανίδες (κρεοπώλη).
1. Μονάδα μέτρησης: 
-Στην Κρήτη και στα νησιά το χρησιμοποιούσαν για μέτρηση δημητριακών. (μονάδα χωρητικότητας). 
-Στη Σκιάθο (ανάλογα με το σπόρο που χρειαζόταν ένα χωράφι να σπαρθεί) το χρησιμοποιούσαν σαν μονάδα μέτρησης επιφάνειας καλλιεργήσιμων αγρών. (βλ. Παπαδιαμάντη α) «Η Φόνισσα» […] Ομοίως κ’ ένα πινάκι χωράφι, εν αγριοχώραφον το οποίον αμφεσβήτει ο γείτονας ως ιδικόν του[…], β) «Οι Ελαφροΐσκιωτοι»: […] Μάχαι ολόκληροι συνεκροτούντο …δι’ ήμισυ πινάκι σιτοφόρου αγρού[…], γ) «Τα Φραγκλέικα» […] να μου πατής την αγκωνίτσα μου, την κληροδοσιά μου-ένα π’νάκι τόπο, πέντε σπιθαμές γης […].
2) Σκεύος: 
-Στο Βυζάντιο ονόμαζαν τα εγχάρακτα πήλινα και υαλωμένα ρηχά πιάτα «πινάκια», όπως και του ναυαγίου. 
-Στο Ευαγγέλιο ως δίσκο (βλ. Αποκεφαλισμός Ιωάννη: «καὶ ἠνέχθη ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἐδόθη τῷ κορασίῳ, καὶ ἤνεγκε τῇ μητρὶ αὐτῆς». (Ματθ. ιδ΄,11). 
-Στο Πήλιο υπήρχαν τα γνωστά «π’νάκια» ή «καστανιές» (λόγω του ξύλου κατασκευής τους). Ήταν σκαφτά σκεύη μεταφοράς φαγητού. Αν ήταν με καπάκι τα λέγανε «κλειστουπίνακα». Οι Πινακάτες (απ’ όπου και το όνομά τους) ήταν ο κυρίως τόπος κατασκευής τους, όπως και ο Κισσός. Οι κάτοικοι του χωριού σκωπτικά ονομάζονταν «Π’νάκια», αφού ως τεχνίτες «π’νακάδες» τα κατασκεύαζαν.
-Επίσης είναι και πίνακας γραφής και αρίθμησης, καθώς και εικόνα-ζωφραφιά σύμφωνα με τον Ανθ. Γαζή.
 

Υ.Γ.
Επειδή η ανάρτηση αυτή δημοσιεύτηκε πρώτα στο fb και στην ομάδα «Το Πήλιο Στο Πέρασμα Του Χρόνου», στα σχόλια η κ. Despina Tsafetopoulou έγραψε: 
«Επίσης κατά τη διάρκεια των συζητήσεων με τις κυρίες Καμηλάκη και Μπάτζιου, μπροστά στη βιτρίνα όπου εκτίθεται και το εικονιζόμενο πιάτο, αναφέρθηκε από μένα οτι πρόκειται για την λεοπάρδαλη της Ανατολίας. Το είδος Panthera pardus tulliana, που εικονίζεται στο πιάτο αυτό που προέρχεται απο τη Νίκαια όπως και το υπόλοιπο φορτίο του πλοίου, είναι το ίδιο που εκτίθεται στο Μουσείο φυσικής ιστορίας Αιγαίου, στη Σάμο, και από το οποίο εμπνεύστηκε την ιστορία του Καπλανιού της βιτρίνας η Άλκη Ζεη. Πρόκειται για ένα ζώο που έχει εξοντωθεί στην Μικρά Ασία ήδη απο το 1970.»

Ακόμη η ίδια ανέβασε και κάποιες από τις παραπάνω φωτογραφίες της εκδήλωσης.

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

αρχιμ. Ευγένιος Δάγκου -Ξηροποταμηνός.

Ο «βίος και η πολιτεία» του εκ Προμυρίου αρχιμανδρίτη Ευγένιου* Δάγκου-Ξηροποταμηνού. 
Μια άγνωστη σχεδόν πηλιορείτικη «μορφή».

Ο Ευγένιος Σουροβήλος ή Σουρούβιλος, κατά κόσμον Ευστάθιος, γεννήθηκε στο Προμύρι στα 1821. Ήταν ένας απ' τους κατά καιρούς πολλούς Προμυριώτες καλόγερους, σύγχρονος του Παΐσιου προμυριώτη και αρχιμανδρίτη επίσης Ξηροποταμηνού.
Στα 1837 ο ηγούμενος της μονής Ξηροποτάμου Διονύσιος Αγιομαμίτης, τον πήρε μαζί του στο Όρος (μαζί με τον συμπατριώτη του Νικόλαο Κουντούλη -αργότερα αρχιμανδρίτη Ναθαναήλ Ξηροποταμηνό, †1896) και τους είχε «υποτακτικούς» του. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος. Στα 1840 πήγε στη Θεσσαλονίκη, ακολουθώντας τον «γέροντά» του που έγινε Γενικός Επίτροπος του Αγ. Όρους.
Στη Θεσσαλονίκη στα δύο χρόνια που έμεινε ο Ευγένιος, παρακολούθησε μαθήματα σε κάποιον Αστέριο. Στη συνέχεια ο γέροντάς του πηγαίνει στην Κων/πολη και ακολουθώντας τον μένει εκεί μια 4ετία παρακολουθώντας μαθήματα σε κάποια Σχολή ως το 1846. Τότε ήταν μόνον 25 ετών και χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης. Κατόπιν επέστρεψε στην μονή Ξηροποτάμου για να ξεκουραστεί και να προγραμματίσει τις σπουδές του για τα επόμενα χρόνια στην Ευρώπη. Όμως παύτηκε ο ηγούμενος της μονής Δάγκου Άνθιμος Χαριουπόλεως και κλήθηκε να αναλάβει την ηγουμενία τον Αύγουστο του 1847. Πήγε και διετέλεσε ηγούμενος στου Δάγκου της Ρουμανίας (κοντά στο Ιάσιο) ως το έτος 1859. (Αυτή ήταν δωρεά του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικ. Μαυροκορδάτου, που την έδωσε το 1715, στην Ξηροποτάμου). Εκεί στη Βλαχία εκτός από ηγούμενος Δάγκου, ήταν και προϊστάμενος της μονής Πλουμπουίτας (Τιμίου Σταυρού στο Βουκουρέστι) και της εκκλησίας στο Μπρασώφ.
Κατά τα έτη 1859-1866 δεν επέστρεψε στο Αγιονόρος (όταν εκδιώχτηκαν οι Έλληνες μοναχοί από εκείνα τα μέρη και δημεύτηκαν οι «Βλαχικές κτήσεις της Μονής»). Το καλοκαίρι του 1859 (αφού παραιτήθηκε από ηγούμενος) τον βρίσκουμε την Κων/πολη και τον Αύγουστο στο Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο. Κι αυτό γιατί ο (με καταγωγή από το Βόλο) Πατριάρχης Νικάνωρ που εκλέχθηκε την 1-4-1866, με την ψήφο του Κλήρου και του λαού τα έτη 1866-1869, ανέβηκε στην Κων/πολη λόγω ασθένειας και ο Ευγένιος πήγε εκεί ως «Έξαρχος» της Μεγάλης Εκκλησίας, αντικαθιστώντας τον.
Εδώ ο αρχιμανδρίτης Ευγένιος μετά την πρωτοφανή αναγόρευσή του ως «Τοποτηρητού και διαδόχου» δημιούργησε προβλήματα (βλ. βυζαντινές ίντριγκες) και προκάλεσε έντονες εσωτερικές συγκρούσεις στην Εκκλησία Αλεξανδρείας.
Αναλυτικά: Ο Πατριάρχης Νικάνωρ υπέγραψε Κανονισμό για τον τρόπο εκλογής Πατριάρχη Αλεξανδρείας και βρέθηκε σε δίνη αντιδράσεων, αφού χειροτόνησε νέους Μητροπολίτες χωρίς να ενημερώσει το λαό. Η ενεργός συμμετοχή των Ελλην. Κοινοτήτων -και στα εκκλησιαστικά ζητήματα του Πατριαρχείου – (βλ. εκλογές αρχιερέων) ήταν μέσα στον Κανονισμό κι η ενότητα της αλεξανδρινής Εκκλησίας εξαρτιόταν από τις διαθέσεις των ισχυρών επιτρόπων των κοινοτήτων. Έτσι εκεί, δημιουργήθηκε χαώδης κατάσταση, το πρώτο «σχίσμα» που έμεινε στην ιστορία ως «Νειλικά».
Οι Κοινότητες κατάφεραν να μπει το Πατριαρχείο και ο Νικάνωρ σε «κατάστασιν απαγορεύσεως» και τότε κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια ο Ευγένιος ως «γενικός Δ/ντής των υποθέσεων του Θρόνου» και «Τοποτηρητής» (κατά παράβαση των Εκκλ. Κανόνων αφού ήταν αρχιμανδρίτης). Ο Νικάνωρ δε δέχτηκε τις ενέργειες των Ελλην. Κοινοτήτων και βάζει δικό του «Τοποτηρητή» τον επίσκοπο Πενταπόλεως Νείλο. Αυτός αντικατέστησε τον Νικάνορα με γρήγορη εκλογή το Μάρτη του 1869 χωρίς να ρωτηθούν οι Κοινότητες. Ο Νικάνωρ αποδήμησε τα Χριστούγεννα του 1869 και ο Νείλος καθαιρέθηκε ως αποστάτης από το Οικουμ. Πατριαρχείο. Τότε μπήκε στη μέση και η αιγυπτιακή Κυβέρνηση και για να λυθεί η πατριαρχική κρίση όρισε να γίνει νέα εκλογή στα κατά τόπους Δικαστήρια. Οι χριστιανοί με το πατριαρχείο όρισαν επιτροπές και η ψηφοφορία έγινε στους ναούς. Εκλέχτηκε Πατριάρχης ο μητροπολίτης Δέρκων Νεόφυτος, που παραιτήθηκε αμέσως!
Ο αρχιμ. Ευγένιος που έλυνε κι έδενε, παύτηκε από το Νείλο και την ομάδα του. Όμως ο ίδιος επειδή είχε κατέβει χωρίς την συγκατάθεση του Πατριαρχείου, οργάνωσε στρατιωτική ομάδα ( ! ) και κατέλαβε τα πατριαρχικά γραφεία κλπ διώχνοντας το Νικάνορα! Τότε καθαιρέθηκε από την Σύνοδο στο Ραμλί της Αλεξανδρειας στις 2-7-1867, οπότε και για λίγο επέστρεψε άπραγος στο Άγιο Όρος. Βέβαια επανήλθε μετά την παραίτηση του Νεόφυτου έβαλε υποψηφιότητα για διάδοχος του θρόνου της Αλεξάνδρειας. Στις 30 Μαΐου 1870 εκλέχτηκε Πατριάρχης ο Σωφρόνιος Γ΄. Ο  Ευγένιος έχασε την εκλογή. Παραιτήθηκε απ’ όλα τα αξιώματά του και εγκαταστάθηκε στην Πρίγκηπο της Κων/πολης όπου αγόρασε σπίτι. 
Πέθανε στις 4-5-1876 σε ηλικία 55 ετών, αφήνοντας στο μοναστήρι Ξηροποτάμου άμφια, βιβλιοθήκη και κάποια περιουσία.
«Δοξομανής και ταραξίας» ο Ευγένιος δίχασε τον Αλεξανδρινό κλήρο σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα για καιρό.
Ωστόσο:
1. Στα 1854 του αποδόθηκε από το ελλ. Κράτος ο αργυρούς Σταυρός των Ιπποτών του Σωτήρος, «…δια τας κατά καιρούς προσφοράς εις τα εκπαιδευτικά του Έθνους καταστήματα»! (Στη φωτογραφία του υπάρχει κρεμασμένος αριστερά στο στήθος του)
2. Ο ίδιος ήταν βαθύς γνώστης της βυζαντινής μουσικής καλλώπισε και εμπλούτισε τις μελωδίες διάφορων ύμνων, ως μέγας μελωδός. Σε (περγαμηνή) χειρόγραφο της αθωνικής μονής του Ξηροποτάμου υπάρχει το Δοξαστικὸ των αγίων Τεσσαράκοντα. [Mην Μάρτιος τη θ΄. Των αγίων Τεσσαράκοντα μαρτύρων, υπὸ Ευγενίου Ξ(ηροποταμηνού).
ΠΗΓΕΣ:
--Η εν αγίω όρει Άθω...μονή Ξηροποτάμου, προηγούμενου Ευδόκιμου Κρητός, 1926
--Αντιπελαργήσεως – Έλεγχος, Μητρ. Θηβαΐδος Γερμανού, Εν Αλεξανδρεία 1900
--Εκκλησιαστικά Οφφίκια του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής-- Σπυρίδων Θ. Καμαλάκης—Αθηνα 2011
--ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ (426-557), σελ. 238, Α.Π.Θ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2012.
--Εισαγωγή εις την ιστορίαν της Ελληνικής Κοινότητος Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1928

* Σε άλλη δημοσίευση θα πούμε και για έναν άλλον «Ευγένιο»-Ευστάθιο (πολλοί κακώς τον συγχέουν με τον Δάγκου) που ήταν ένα αντιπαράδειγμα ως αρχιμανδρίτης...