Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Ένα ληστρικό γεγονός πριν 115 χρόνια...

Ιούνιος, Καλοκαίρι!
Όπως και σήμερα επιστρέφουν στην πατρίδα οι ξενιτεμένοι για λίγο διάστημα, έτσι και οι τότε «χαβατσιάδες» (=Αιγυπτιώτες) επέστρεφαν στο Πήλιο (τη γενέτειρά τους) για τις διακοπές τους! 
Όμως για τους τσαγκαραδιώτες Φοινικόπουλους στα 1901, τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν ευχάριστα...
Τότε ο σιδηρόδρομος (1895) έφτανε μόνον ως τα Άνω Λεχώνια! Δύο χρόνια αργότερα έγινε η επέκταση ως τις Μηλιές (1903) και κάπως ...μίκρυνε η απόσταση που πήγαιναν με τα πόδια και με τα ζώα. Αυτοκινητόδρομος δεν υπήρχε, ούτε κι αυτοκίνητα...
Αρκετά χρόνια αργότερα, οι ίδιοι οι Αιγυπτιώτες της Τσαγκαράδας και των άλλων ανατολικών χωριών, έβαλαν (δώρισαν) πολλά χρήματα (μαζί με το κράτος και το …Πολυμέρειο δάνειο) και κατασκευάστηκε σταδιακά ο υπάρχων επαρχιακός αυτοκινητόδρομος Βόλου-Λεχωνίων-Τσαγκαράδας.
Στην εφημερίδα ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΗ, Βόλος 20-5-1901, διαβάζουμε για μια:
ΘΡΑΣΥΤΑΤΗ ΛΗΣΤΕΙΑ 
(Πλησίον του Αγίου Γεωργίου - Οι ληστευθέντες Αιγύπτιοι)
Την πρωΐαν της παρελθούσης Τετάρτης, ο κ. Δημήτριος Φοινικόπουλος (*) μετά της κυρίας του και του αδελφού του Αθανασίου, αφιχθέντες εξ Αιγύπτου όπου εμπορεύοντο, ανεχώρησαν δια του σιδηροδρόμου εις Λεχώνια όπου τους ανέμενον οι αγωγείς, και εκείθεν διά την ιδιαιτέραν των πατρίδαν Τσαγκαράδαν. Ενώ δε διήρχοντο της θέσεως «Γρηά Σπηλιά» πέραν του χωρίου Αγίου Γεωργίου αίφνης εμφανίζονται εις το μέσον της οδού εξελθόντες των παρακειμένων θάμνων άγνωστοι φουστανελλοφόροι ωπλισμένοι διά βραχυκάνων όπλων Γκρα, οίτινες προτάσσοντες τα όπλα κατά των ταξειδιωτών και των αγωγέων τους διατάσσουν να σταθούν. Αμέσως ούτοι καταληφθέντες εξ εύλογου φόβου εσταμάτησαν. Τότε είς των ληστών διέταξεν τους ταξειδιώτας να κατέλθωσι των ζώων και να τοις δώσουν αμέσως όσα χρήματα έφερον μεθ’ εαυτών. Ούτοι υπακούσαντες εις τας κελεύσεις των ληστών έδωκαν αμέσως όσα χρήματα είχον ήτοι 40 περίπου λίρας, μη αρκούμενοι δε οι λησταί εις ταύτα έλαβον και τα ωρολόγιά των καθώς και άπαντα τα κοσμήματα της κυρίας Φοινικοπούλου.
Κατόπιν οι λησταί είπον εις αυτούς ότι εάν θέλουν να επιστρέψουν τα κοσμήματα της Κυρίας να τοις πέμψουν δι’ ανθρώπου 40 λίρας. Τους συνέστησαν δε να εξακολουθήσουν τον δρόμον και να μη ειπούν εις κανένα τίποτε, διότι άλλως θα διέτρεχε η ζωή των κίνδυνον.
Αναχωρήσαντες όμως εκείθεν εξηκολούθησαν τον δρόμον των και ειδοποίησαν συγχρόνως τον Αστυνόμον Μηλιών περί της ληστείας, όστις παραλαβών άπασαν την δύναμίν του έσπευσεν επί τόπου, αλλά μέχρι της στιγμής ταύτης δεν κατώρθωσαν ν’ ανακαλύψωσι το κρυσφύγετον των ληστών.» 

--------------

(*) Ο Δημήτριος Φοινικόπουλος παντρεύτηκε δυο φορές. Πρώτα την Ελένη Στυλιαρά από μεγάλη τσαγκαραδιώτικη οικογένεια Αιγυπτιωτών, που πεθανε 37 χρονών στην Τσαγκαράδα. Σε δεύτερο γάμο παντρεύτηκε την Ελένη Οικονομίδου. Από τους γάμους δεν απόκτησε παιδιά. Στις 16 Μαΐου 1901 επισκέφτηκε με τη δεύτερη γυναίκα του και τον αδελφό του την Τσαγκαράδα «όπως παραθερίσωσι...». Διαδραματίστηκε όμως η φοβερή ληστεία… Η υγεία του τότε κλονίστηκε και έφυγε μετά τα Χριστούγεννα του 1901 στην Αίγυπτο, όπου και πέθανε στις 2 Ιανουαρίου 1902
(Πηγή επεξήγησης: Βασ. Γιασιράνη, περιοδικό ΜΑΓΝΗΣΙΑ-ΕΚΠΟΛ, τχ 4, Βόλος Μάιος 2005)

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Ο Αλιό-πασάς στο Πήλιο στα 1823

Ένα κείμενο (εδώ αντιγραφή) από «ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΚΗΣ», του Βαγγέλη Σκουβαρά, Βόλος 1959. Αναφέρεται στην καταστροφή της Συκής κλπ από τον τουρκαλβανό Αλιόπασα, αλλά και στον αγώνα των συμπατριωτών μας στα 1823. 
Σ' αυτά τα γεγονότα εντάσσεται κι η μάχη της Γατζέας (19-5-1823) (ΕΔΩ) που σκοτώθηκε ο "αιμοβόρος και θηριωδέστατος" όπως τον χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του "χρονικού" παπα-Γιώργης Ριματισόπουλος- (Ρηματισίδης).

[ Δεν είχε κλείσει ο χρόνος που είχαν κάπως ησυχάσει και ξεθαρρέψει οι Συκιώτες, όταν πλάκωσε στη Μαγνησία, ένας άλλος διοικητής ο Αλιό πασάς. Εγκαταστάθηκε κι αυτός στα Λεχώνια. 
Μόλις έμαθαν οι Συκιώτες τον ερχομό του, έστειλαν τους κοτζαμπάσηδες του χωριού γερο-Μανόλη και γερο-Διονύση να τον προσκυνήσουν και να ζητήσουν να επικυρώση και ν’ αναγνωρίση κι αυτός το μπουγιουρντί του Δράμαλη. 
Ο Αλιό-πασάς δέχτηκε τους πρωτόγερους καλομίλητα και γλυκά. Τους περιποιήθηκε με μια υποκριτική ευγένεια και τους είπε όπως γράφει το χρονικό: 

«Κύριοι, κοτσιαμπάσηδες της Συκής γνωρίσατε καλώς, ότι εγώ ήλθα να ειρηνεύσω τον κόσμον, διότι τοιούτον είναι το θέλημα του κυρίου μου. Σεις δε οι κοτσιαμπασήδες πρέπει να πηγαίνετε εις το χωρίον σας και αμέσως να συνάξετε εντός του χωρίου όλους, μικρούς τε και μεγάλους, άνδρας και γυναίκας και πάντα τα κινητά σας πράγματα, επειδή ο στρατός μου μέλει να περιέλθη όλα τα χωρία. Και όσοι άνθρωποι ευρεθώσι έξω των χωρίων σας ή πράγματα, θα τα πάρουν οι στρατιώται μου, τους δε ανθρώπους θα τους εννοήσωμεν ως κλέπτας και θα τους κόψωμεν όλους. Προσέχετε λοιπόν να μην αφήσετε τι να εξέλθη του χωρίου, διότι θα πάθουν και θα τους έχετε εις τον λαιμόν σας. Και διά περισσοτέραν ασφάλειάν σας, ιδού επικυρώνω καγώ το έγγραφον του Μαχμούτ πασιά, και αναγνωρίζω την υποταγήν σας, ραϊλίκι σας. Και πηγαίνετε να κοιτάξετε την δουλειά σας και μην φοβείσθε παντελώς. Πάρετε και μερικήν τροφήν να δώσετε εις τους πτωχούς και ησυχάσατε». 
Έτσι αποκοίμισε και τους Συκιώτες όπως και άλλους πηλιορείτες. Ο Αλιό -πασάς ήταν πετρόκαρδος και κρυφονούσης. Ύπουλος σαν το τσακάλι. «Αιμοβόρον και θηριωδέστατον» τον λέει ο χρονογράφος. Μπροστά του ο Δράμαλης φαινόταν άγιος.
Στις 2 του Μάη 1822, μέρα Δευτέρα, βγήκε ο πασάς παγάνα ν’ αφανίση τα χωριά. Πρωί-πρωί μπήκε στη Μπιστινίκα και την έκαψε. Το μεσημέρι έφτασε στη Συκή. Αλαλητό των εσκερλήδων, ποδοβολητό των αλόγων, βλαστήμιες και φωνές. Γιόμισαν οι ρούγες αγριόθωρες φάτσες και σαρίκια. Μάζεψαν όλους τους χωρικούς γυναίκες και παιδιά, στην εκκλησία και τους έζωσαν φυλάγοντάς τους. Άλλοι στρατιώτες ξεχύθηκαν στα σπίτια και τα λεηλάτησαν. Ήταν τόση η αρπαχτική τους μανία που δεν άφησαν τίποτε «…έλαβον οι αχρείοι Οθωμανοί όλα των τα υπάρχοντα, όχι μόνον τα άξια λόγου πράγματα, αλλά και τα πλέον ευτελέστερα πράγματα επήραν οι ασεβέστατοι, καθώς πυροστίας, ξύστρας κλπ.» 
Μια κόλαση φρίκης είχε απλωθή σ’ όλο το χωριό. Οι μαζωμένοι φώναζαν γοερά, τα παιδιά έκλαιγαν, οι γυναίκες λιποθυμούσαν. Κι οι τουρκαλάδες τους χτυπούσαν με τί κοντάκια των καριοφιλιών και τους κλωτσούσαν ασυμπόνετα. Μέσα στο σπίτι τού χρονογράφου -ο πατέρας του έλειπε απ’ το χωριό- γίνηκε μια άλλη τραγική σκηνή. Μια από τις αδερφάδες του η Ελένη, μαζί με τέσσερις άλλες γειτόνισσες κι ένα μικρό παιδί, δε βγήκαν να πάνε στη σύναξη. Κρύφτηκαν μέσα σε μια τεράστια κάδη. Από κει μέσα, πεθαμένες σχεδόν, άκουαν το κακό πού γινόταν έξω στο χωριό. Μια-δυο φορές μπήκαν τούρκοι μέσα στο σπίτι για να πλιατσικολογήσουν και προσπάθησαν ν’ αναποδογυρίσουν την κάδη. Δεν το κατάφεραν. Και καθώς ήσαν βιαστικοί την παράτησαν: 

«... η πρόνοια του Υψίστου δεν άφησαν, ώστε να φανώσι αι αθώαι εκείναι έξ ψυχαί, αι οποίαι από τον μέγαν φόβον όπου συνέλαβον ήτον σχεδόν νενεκρωμέναι». 
Όταν τέλειωσε η λεηλασία, άρχισε η μεγαλύτερη συμφορά. Οι Τούρκοι τα μοίρασαν μεταξύ τους Συκιώτας και τους πήραν σκλάβους. Σαν τα πρόβατα τούς ξεχώριζαν και τους ξεδιάλεγαν ανάλογα με την ηλικία τους, τη σωματική τους διάπλαση, την ομορφιά τους. Όσο καλύτεροι ήσαν τόσο μεγαλύτερη τιμή θα είχαν όταν θα τους πουλούσαν. Μέσα σ’ ανείπωτες σκηνές αλλοφροσύνης αποχωρίζονταν δικοί και συγγενείς. Κλωτσούσαν τα παιδιά για ν’ αφήσουν τα χέρια τού πατέρα που τα κρατούσαν μ’ απόγνωση, σέρνονταν απ’ τις κοτσίδες των κοπέλλες και κοπελλούδες για να ξεκολλήσουν από τον κόρφο της μάννας: 

«Τότε λοιπόν εξέβαλον τους υπό την διατήρησίν των (=φρούρηση) Συκιώτας, και τους διεμοίραζον ανάμεσόν τους, φευ, ως κτήνη. Φρικτόν θέαμα! Τότε εχωρίζετο πατήρ από τα τέκνα του και η μήτηρ ομοίως, αδελφός υπ’ αδελφού και φίλος από φίλον, γυνή από τον άνδρα της και ανήρ από την σύζυγόν του! Μέγας θρήνος έγινε την ημέραν εκείνην... Φρίξον ήλιε! Στέναξον, στέναξον η γη ..»
Τριακόσιες είκοσι τέσσερις ψυχές σκλαβώθηκαν και είκοσι τρεις σκοτώθηκαν. […]
Αφού τέλειωσε η μοιρασιά, τους σαλάγησαν μπροστά σαν κοπάδι οι Τούρκοι και τράβηξαν για την Αργαλαστή. Και για ν’ αποσώση ο χαλασμός, η οπισθοφυλακή τους έβαλε φωτιά στα σπίτια του χωριού. Οι φλόγες έγλειφαν τα πάντα. Μαύρος καπνός υψωνόταν και το θλιβερό μοιρολόι τού κοπαδιού των σκλάβων αναέριζε κι απλωνόταν στις πλαγιές. Στο δρόμο που τους πήγαιναν, είκοσι τρείς νομάτοι, πες οι πιο θαρραλέοι, πες οι πιο απελπισμένοι, ρίχτηκαν στα ρουμάνια και στις ρεματιές και γλύτωσαν. Με την ψυχή στα δόντια έφτασαν στο χωριό. Σίμωσαν στα σπίτια τους και προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά.
---------------------------------------------------
Στο μεταξύ ο πόλεμος συνεχιζόταν. Η αντίσταση βέβαια είχε λυγίσει σ’ όλα τα πηλιορείτικα χωριά, μα στο Τρίκερι τα επαναστατικά στρατεύματα βαστούσαν ακόμα. Οι καπεταναίοι Καρατάσος, Αγγελής Γάτζος, Μήτρος Λιακόπουλος, Μήτρος Μπασδέκης, όχι μονάχα δεν παραδίνονταν, μα πολεμούσαν με πείσμα. Σε πολλές μάχες οι απώλειες των τούρκων σε σκοτωμένους, λαβωμένους, αιχμάλωτους και πολεμοφόδια ήσαν σημαντικές. Ο Αλιόπασας είχε κυριολεκτικά λυσσάξει. Στάλθηκε για να υποτάξη τη Θεσσαλομαγνησία και δεν τόχε καταφέρει. Η βραχόσπαρτη άκρη της, το Τρίκερι, έμενε ανυπόταχτη. Τη στεριανή της πλευρά την κρατούσαν πηλιορείτες, μακεδόνες και κασσαντρινοί επαναστάτες. Απ’ τη μεριά της θάλασσας ήταν δύσκολο να πατηθή. 
Ο Αλιό-πασάς δεν είχε στόλο στη διάθεσή του. Ο Σουλτάνος στην Πόλη περίμενε αποτέλεσμα κι ο Αλιό-πασάς περνούσε τον καιρό του με το φόβο της ένοχής και το βραχνά της τιμωρίας. Όλη η μανία του ξεσπούσε στα πηλιορείτικα χωριά και στ’ ανυπεράσπιστα γυναικόπαιδά τους. Στο χέρι του ήταν να καίη, να σφάζη και νά σκλαβώνη. Είχε πάρει μια τρομερή απόφαση: Να ξεκληρίση όλον τον πηλιορείτικο πληθυσμό. Μα δεν πρόφτασε. 
Μια νύχτα ένα μπουλούκι του Καρατάσου ρίχτηκε ξαφνικά πάνω στο λόφο της Γατζέας, που είχε στρατοπεδέψει πασάς. Με ξεγυμνωμένα τα σπαθιά οι κλέφτες χύθηκαν μέσα στις σκηνές αλαλάζοντας και σφάζοντας. Ήταν ένα από τα πιο παράτολμα ρεσάλτα που έγιναν στη διάρκεια του πηλιορείτικου ξεσηκωμού. Αρκετοί τούρκοι σφάχτηκαν κι ο ίδιος ο Αλιόπασας δέχτηκε δυο-τρεις σπαθιές. Βαριά λαβωμένο τον κουβάλησαν το πρωί στο Κάστρο του Γόλου. Εκεί πέθανε. 
«Ο δε αιμοβόρος και των θηρίων ανημερώτερος Αλιό-πασάς… ο αλιτήριος… εις το κάστρον του Βώλου απέρριψε την μιαράν του και αχρειεστάτην ψυχήν.Ούτος ο πασιάς, ως λέγεται, αν δεν ήθελε φονευθή, όλα τα είκοσι τέσσαρα χωρία χωρία του Βώλου ήθελε εξ αποφάσεως τα χαλάσει. Αλλ’ έφθασεν η οργή του θεού εις την μιαράν του κεφαλή και εψόφησε χωρίς να βάλη εις πράξιν απόφασίν του. Και ούτως ελευθερώθησαν τα δυστυχή 24 χωριά από τον αναπόφευκτον κίνδυνον». […]

«Λόγος επικήδειος στον συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά»
από τον καθηγητή Φιλίππο Ιωάννου.
(εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ, Αθήναι 27-7-1871)

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Οι ευεργέτες του Πηλίου

 «Είναι πραγματικά τόση η φθορά που έκανε η υλιστική εποχή μας στις ηθικές αξίες της ζωής, ώστε για να μην κυλήσει ο κόσμος στο χάος του άγχους και της καταστροφής, να είναι ανάγκη όλοι μας, στον τομέα τους, στην πατρίδα τους, στον ιδιαίτερο τόπο όπου ο καθένας ζει, να συμβάλουμε στην διατήρηση των πνευματικών αξιών και στην ανύψωση της ανθρώπινης ζωής». 
                                                                                               Νικόλαος Πορφυρογένης


Οι ευεργέτες- δωρητές των χωριών του Πηλίου στα παλιότερα χρόνια: 
1.     ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ: Κων/νος Μουρογιάννης, Γεώργιος Καψαλάς.
2.     ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΗΛΕΙΑΣ: Χατζηευαγγελινός Διαμαντής, Γεώργιος, Νικολός και Ιωάννης Αναγνώστης, Νικόλαος Τζιωρτζής, Δημήτριος, Κων/νος και Αικατερίνη Καραγιαννοπούλου, Κωστής Κοντογιώργης, Κων/νος Βολιώτης, Αριστείδης Αποστολίδης, Κων/νος Δρόσος, Αικατερίνη Βογιατζοπούλου, Αικατερίνη Αρχιμανδρίτη, Βαρσαμή Γκιουζέλη, Νικόλαος Παυλόπουλος, Ιωάννης και Αυρηλία Βαφειάδη.
3.    ΑΓΙΟΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ: Δημήτριος Μουμτζής, Δημήτριος Γιαννόπουλος.
4.    ΑΓΡΙΑ & ΔΡΑΚΙΑ: Γεώργιος Σεϊτανίδης, Αντώνιος Καρτάλης, Ιωάννης Παπουτσής, Ευθύμιος Γκούνης, Ιωάννης Καραγιάννης, Περικλής Γεωργιάδης, Γεώργιος Τριανταφύλλου, Γεώργιος Μποϊδάνος, αδελφοί Κων/νος και Δημήτριος Κουταρέλλης, Νικόλαος Πορφυρογένης, Κων/νος Γιαϊμάνης, Τούλα Βέργου, Αθανάσιος Φιλιππίδης, Πηνελόπη Ζαμπαρδίκου και Απόστολος Λάμπης.
5.    ΑΛΛΗ ΜΕΡΙΑ: Ιωάννης Χατζηαργύρης, Κώστας Στούρνας.
6.    ΑΝΗΛΙΟ: Αθανάσιος Αρβανίτης.
7.    ΑΝΩ ΒΟΛΟΣ: Λεγαντής Πυργιαλής, Θεόδωρος Παπαγεωργίου.
8.    ΑΝΩ ΛΕΧΩΝΙΑ: Κων/νος Μουρογιάννης.
9.    ΑΡΓΑΛΑΣΤΗ: Θεόδωρος Γιωργαλάς, Θεμιστοκλής Σφίντης, Δημήτριος Γεωργατζής, Κων/νος Εκκλησίαρχος και Δημήτριος Κουτλάγκας.
10.   ΒΥΖΙΤΣΑ: Νικόλαος Τσιτσιλιάνος ή Τσιτσιλιανόπουλος, Κωστής Τσαρδίνης.
11.   ΖΑΓΟΡΑ: Ιωάννης Πρίγκος, Ευστάθιος και Γεώργιος Λαπάτες, Ηρακλής και Αλέξανδρος Βόλτου, Δημήτριος Πολυμέρης, Ιωάννης Κασσαβέτης, αδελφοί Μωυσής και Νικόλαος Κρίτσκης, Κίμων Πανταζόπουλος, Ευφροσύνη Κασσαβέτη, Αλέξανδρος Πάντος.
12.   ΚΑΛΑ ΝΕΡΑ: Νικόλαος Τσιτσιλιάνος ή Τσιτσιλιανόπουλος, Γεώργιος Σκαρίμβας.
13.   ΚΑΝΑΛΙΑ: Δήμος Χατζηδήμος, Ιωάννης Γαροφύλλου, Μαρία Σουρλίγκα, Αθανάσιος Βαβάτσικος.
14.   ΚΑΤΗΧΩΡΙ: Κων/νος Βουρβέρης.
15.   ΚΑΤΩ ΛΕΧΩΝΙΑ: Παναγής Τοπάλης και Δημήτριος Παπαδόπουλος.
16.   ΚΕΡΑΣΙΑ: Αδελφοί Αποστολίδη και Βασδέκη.
17.   ΚΙΣΣΟΣ: Ιωάννης Τριανταφύλλου, Κων/νος Χατζηγεωργαλάς, αδελφοί Ιωάννης, Επαμεινώνδας, Ευστάθιος Κυριαζής, Ιωάννης Αντωνόπουλος και Φιλίτσα Χριστοπούλου.
18.   ΛΑΥΚΟΣ  & ΜΗΛΙΝΑ: Αριστείδης Πολίτης.
19.   ΜΑΚΡΙΝΙΤΣΑ: Βασίλειος Σουλήνης, Χριστόδουλος Αγγελίδης, Παρίσης Χρυσοχού, Σταμούλης Βοϊβόνδας, Ζήσιμος Λιβανός, Δημήτριος Σισιλιάνος, Ανδρονίκη Μαυράκη-Βατσαρέα, Χατζηκωνσταντίνος Ουτσκούνης, αδελφοί Γεώργιος και Ελένη Βάκατου, Πολύδωρας Σφέτσος και αδελφοί Αλέξανδρος, Ιωάννης, Νικόλαος Τοπάλης.
20.   ΜΑΚΡΥΡΡΑΧΗ: Γεώργιος Κανισκέρης.
21.   ΜΗΛΙΕΣ: Κρυσταλλία Οικονομάκη, Ειρήνη Ρήγα, Γεώργιος Σκαρίμβας, Βασίλειος και Ιωάννης Σακελλαρίου, Νικόλαος Παυλόπουλος, Αυρηλία Βαφειάδη και Κώστας Γραμμενής.
22.   ΜΟΥΡΕΣΙ: Κων/νος και Ιωάννης Ρέτσος, αδελφοί Βεργόπουλοι, Γαρύφαλος Γαρυφάλου, Γεώργιος Πετρόχειλος και Αλέκος Δάμτσας.
23.   ΠΙΝΑΚΑΤΕΣ: Ιωάννης Σαραφόπουλος, αδελφοί Δημήτριος και Ιωάννης Τσιρογιάννης, Παρίσης Γεωργίου.
24.   ΠΟΡΤΑΡΙΑ: Δημήτριος Πλατυγένης, Αθανάσιος, Γεώργιος, Δημήτριος και Αλέξιος Αθανασάκης, Ιωάννης Σφογγόπουλος, Πανταζής Βασσάνης, Κωστής Τσιμώνος, Δήμος Ζούλιας, Νικόλαος Τσοποτός, Γεώργιος Τσαξίρης, Χαρίκλεια Καραγιάννη, Μαριγώ Μελάκη, Ιωάννης Χατζηιωάννου ή Χατζάκος, Δήμητρα Γόντικα, Χρυσούλα Ζώγια και Απόστολος Δράκος.
25.   ΠΡΟΜΥΡΙ: Κων/νος Κωνσταντινίδης, Δήμος Κουκουρέλος, Αλέκος Δάμτσας, Ιωάννης Μανωλίδης
26.   ΣΥΚΗ: Αναστάσιος Τουρλάκης, Γιαννακός ή Γιαννιός Ζαχαρού, Ευστάθιος Βαούτης και Jim Ηarris (Δημήτριος Ζαχαρός).
27.   ΤΡΙΚΕΡΙ: Ευάγγελος Καραβαγγέλης, Κων/νος Σαράντης και Ελένη Βλουχάκη. 
28.   ΤΣΑΓΚΑΡΑΔΑ: Ευάγγελος και Σοφοκλής Αχιλλόπουλος, Αριστείδης, Γεώργιος, Κων/νος, Ιωάννης και Θεμιστοκλής Καρτάλης, Νικόλαος Νανόπουλος, Νικόλαος Στακός, Αθανάσιος Φοινικόπουλος και Ρήγας Στυλιαράς.


Τρίτη 24 Μαΐου 2016

«Σοφίκα Τοπάλη-Θηλιά στη μνήμη»

Ένα βιβλίο για τις τραγικές γυναίκες Τοπάλη κι όχι μόνον...
[...] Η «Σοφίκα Τοπάλη» είναι μια ιστορία αληθινή που σημάδεψε τα Κάτω Λεχώνια και που κλόνισε το πανελλήνιο τις τελευταίες μέρες της Κατοχής των Γερμανών και τις πρώτες του Εμφυλίου. Μια ιστορία που αποσιωπήθηκε για το φόβο των Ιουδαίων, για να γίνει πολύ αργότερα γνωστή και στους ίδιους τους κατοίκους των Κάτω Λεχωνίων...
Φύγαν οι Γερμανοί, μαζί και οι Εασαδίτες κι αφήσανε το έργο τους ελεύθερο στην κοινή θέα. Με την ψυχή στο στόμα πλησίασαν δειλά οι Κατωλεχωνίτες. Ανάμεσά τους κι εσύ. Σήκωσες τα μάτια στα πρόσωπα των κρεμασμένων γυναικών. Δεν άντεξες. Πήγες παράμερα, σ’ απόσταση ασφαλείας, να μην τα ξεχωρίζεις. Να βλέπεις μόνο τις φιγούρες να λικνίζονται σ’ ένα αποτρόπαιο «λούνα-παρκ»: Τρεις γυναίκες κρεμασμένες σ’ ένα δέντρο, παγκόσμια «αποκλειστικότης» του χωριού μας! Σε πρώτο πλάνο τη Σοφίκα, αριστερά την Καλαβρού κι απέναντι τη Λουκία. Τρεις κούκλες παραμορφωμένες, να κρέμονται και να στριφογυρίζουν, δείχνοντας μια τις φριχτές μορφές τους και μια τους τσακισμένους τους λαιμούς, ανατριχιαστική σκηνή, σιωπηλή μαζί και κραυγαλέα, όσο κι αν μεσολάβησαν καιροί, δεκάδες χρόνια από τότε.
Από την τραγική εκείνη Παρασκευή της 7ης Ιουλίου του 1944... ]
(Από το εσώφυλλο του βιβλίου-έρευνα ζωής του λεχωνίτη Γιάννη Μαντίδη, που περιμέναμε και μόλις κυκλοφόρησε. Διατίθεται από τις εκδόσεις HISTORIA,Υψηλάντους 3, Αθήνα, τηλ. 2107255962 και από βιβλιoπωλεία του Βόλου.)

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Στον ...μαυροπίνακα !

Η οικογένεια Μιλάνου -από αριστερά Νίκος, 
Κάρ(ο)λος, μπαρμπα-Στέφανος & Στάθης.
(Από το Μουσείο της Πόλης του Βόλου)
Στη γνωστή παλιά (μουσική) ταβέρνα του Βόλου «Η ΣΚΑΛΑ» του Μιλάνου που τότε βρισκόταν στην πλατεία του Αγ. Νικολάου (Ερμού 174), στον τοίχο της αίθουσας υπήρχε ένας μαυροπίνακας. Είχε στην κορυφή του γραμμένον τον τίτλο «Ο αχάριστος κόσμος». 
Εκεί ο ιδιοκτήτης μπαρμπα-Στέφανος Μιλάνος (με τα παιδιά του) έγραφε κατά καιρούς αυτούς που είχαν περάσει από εκεί, έφαγαν κι ήπιαν και δεν πλήρωσαν! Και βέβαια ήταν συνήθης αυτή η πρακτική, λόγω έλλειψης χρημάτων. Όμως είχε τριπλό σκοπό αυτή η δημόσια «διαπόμπευση» (θα λέγαμε σήμερα). Πρώτον για να ξέρουν οι «μπαταχτσήδες» τι τους περιμένει αν δεν εξοφλήσουν τα χρέη τους, δεύτερον να το θυμούνται αν το «ξέχασαν και τρίτον «προς παραδειγματισμόν» άλλων!
Τα ονόματα άλλαζαν βέβαια και σβήνονταν όταν οι «έχοντες βερεσέδια» επενερχόμενοι πλήρωναν τα χρωστούμενα. Σταθερός μεγαλοφειλέτης ήταν ο μπουζουκτσής τότε και συνθέτης Γιώργος Μητσάκης με 150 δραχμές... 

Στις 16 Μαρτίου 1954 (χρονολογία της φωτογραφίας) στον «Αχάριστο κόσμο» γράφτηκαν άλλα ονόματα. Δυο απ’ αυτά ήταν από Καραμπασιώτες ( γνωστούς πότες). Πρώτο του Σαράντη Ανδρίτσου (μιναδόρος, φουρνελάς) και δεύτερο του Βλάση Κωστόπουλου (ράφτης).
Φαίνεται πέρασαν ήπιαν κι έφαγαν και άφησαν …για την επόμενη φορά την πληρωμή!
Δεν είναι γνωστό το πότε εξόφλησαν το λογαριασμό τους...
Πάντως στην επόμενη αναγραφή, δεν υπήρχαν τα ονόματά τους!
Άλλοι καιροί, άλλα ήθη!