Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Τρικεριώτισσες το 1943

Ζωγραφική του Τάσσου (Αλεβίζου) 
[Εξώφυλλο από το Ημερολόγιο της ΑΓΕΤ -1986 ]
Τρικεριώτισσες γυναίκες σε αποστολή(*) …
[...] Μερικοί Ζαγοριανοί κάτοικοι Αθηνών βρεθήκαμε στο Τρίκκερι, περιμένοντας εκεί άδεια των Ιταλικών αρχών του Βόλου να πάμε στην Αθήνα.
Έτυχε έτσι και πάλι να βρεθώ αυτόπτης μάρτυς μιας άλλης ηρωικής θυσίας γυναικών, που αξίζει να την αναφέρω εδώ.
Είταν πια άνοιξη του 1943. Οι Γερμανοί είχαν καταλάβει ότι έχαναν τον πόλεμο. Οι Ιταλοί είχαν κουρασθή. Οι Γερμανοί κυριολεκτικά είχαν λυσσάξει. Νύχτα μέρα οι καταδιώξεις τους, τα εξωπλισμένα ελληνικά καΐκια, που είχαν επιτάξει, γύριζαν παντού κι’ έπιαναν όποιο βαρκάκι και καϊκάκι έβλεπαν. Οι Άγγλοι τους κυνηγούσαν στη θάλασσα, στη στεριά, στον αέρα.
Οι Γερμανοί προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να κόψουν την επικοινωνία διά θαλάσσης με το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής και με το εν Ελλάδι αρχηγείον των αγωνιστών της Αντιστάσεως. Μια νύχτα ήρθε κρυφά στο Τρίκκερι απ’ την απέναντι στεριά της Φθιωτιδοφωκίδος μια μεγάλη ψαρόβαρκα. Μέσα στ’ αμπάρι της με άμεσο κίνδυνο της ζωής τους είταν κρυμμένοι ένας Άγγλος αξιωματικός και δύο Έλληνες στρατιωτικοί. Στο Τρίκκερι δεν υπήρχε ούτε Ιταλική ούτε Γερμανική φρουρά, ούτε αντάρτες. Είταν πολύ απομονωμένο το χωριό.
Ο Άγγλος και οι δύο Έλληνες κάλεσαν τους κατοίκους όλους και είπαν, ότι είταν ανάγκη πάση θυσία να μεταφερθή μια διαταγή με μια βάρκα απ’ το Τρίκκερι στον μυχό του Παγασητικού, στο αντικρυνό λιμανάκι, στο Χόρτο, επίνειο της Αργαλαστής. Είταν μια επείγουσα εμπιστευτική διαταγή προς το αρχηγείο της Αντιστάσεως στον εκεί Άγγλο σύνδεσμο, που βρισκότανε κάπου στο Μαυροβούνι. Είχαν πληροφορίες, ότι μια Γερμανική νηοπομπή με εφόδια για το στρατό του Ρόμμελ θα περνούσε κοντά στο Ανατολικό Πήλιο. Είταν ανάγκη, οπωσδήποτε, να ειδοποιηθή το Αγγλικό ναυτικό. Η επικοινωνία με το Πήλιο-Μαυροβούνι είχε κοπή από την Στερεά Ελλάδα. Η Αγγλική αντικατασκοπεία δεν κατόρθωσε να συνδέσει την επικοινωνία. Πάση θυσία έπρεπε μια παληά ψαράδικη βάρκα να διασχίσει τον Παγασητικό 4 ώρες με κουπί ή με πανί και να πάει να παραδώσει την εμπιστευτική διαταγή σε κάποιον Έλληνα στο Χόρτο, που θα φρόντιζε να την στείλει στον Άγγλο σύνδεσμο. Το ταξείδι αυτό είταν κίνδυνος θάνατος. Οι εξαγριωμένοι Γερμανοί δεν άφηναν βαρκάκι να ξεμυτίσει χωρίς άδεια του Γερμανού λιμεναρχείου του Βόλου. Είταν τέτοιος ο εθνικός παλμός της εποχής εκείνης, ώστε προς τιμήν των Τρικκέρων λέγω, ότι πολλοί νέοι και μεσόκοποι άνδρες, θαλασσινοί δοκιμασμένοι δέχθηκαν να πάνε άφοβα τη διαταγή. Ξαφνικά δυο γρηές γυναίκες στα εβδομήντα τους χρόνια κι’ ένας γέρος απόμαχος καπετάνιος παρουσιάστηκαν στον Αγγλο καί στούς "Ελληνας στρατιωτικούς καί είπαν:
- Θα πάμε εμείς. Γιατί να χαθεί κανένας νέος; Είναι κρίμα. Εμείς το ψωμί μας το φάγαμε. Δεν είναι ζημιά να πεθάνουμε. Τιμή μας να πεθάνουμε για την πατρίδα. Άμα δούνε γρηές γυναίκες, δεν θα υποπτευθούν οι Γερμανοί.
- Μα, μπορείτε να τραβάτε κουπί τόσες ώρες; είπε ο ένας Έλληνας στρατιωτικός. Είναι τέσσερις ώρες.
- Θα τραβήξω εγώ πρώτα, είπε ο γέρος, κι ύστερα κι οι γυναίκες. Η Ασημώ είχε άντρα ψαρά και ξέρει. Κι η Γαρουφαλιά το ίδιο.
- Αν σάς πιάσουν οι Γερμανοί;
- Θάχουμε πέτρα δεμένη μέσα σ’ ένα κουτί με τη διαταγή και θα τη φουντάρουμε να μην τη βρούνε. Εμάς !... Αϊ !... έκανε ό γέρος. Καλή ψυχή, αν μας πιάσουν. Θα πάρουμε μαζί μας κεριά, λάδι, λιβάνι, λειτουργιά και θα πούμε πώς θα πάμε ν’ ανάψουμε τα καντήλια στο μοναστήρι της Πρασούδας. Πρασούδα είναι ένα μικρό ερημονήσι στο μυχό του Παγασητικού, που έχει ένα πανάρχαιο Βυζαντινό μοναστήρι 700 χρονών.
Ο Άγγλος παρακολουθούσε τη ζωηρή συζήτηση των γέρων και ρώτησε τι θέλουν οι δυο γρηές χωρικές με τα γραφικά Τρικκεριώτικα φουστάνια τους. Ο Έλληνας του εξήγησε, ότι θέλουν να πάνε τη διαταγή. Ο Αγγλος τάχασε, όταν μάλιστα ο γέρος είπε αποφασιστικά:
- Φέρτε τη διαταγή, να φεύγουμε, να μην αργούμε. Θα πάμε εμείς ! Όταν την πήρε, την έδωσε στη μια γρηά κι’ εκείνη την έκρυψε βαθειά στη φόδρα της φαρδειάς της φούστας. Υστέρα ετοιμάσθηκαν οι τρεις γέροι, μεταλάβανε πανηγυρικά στην εκκλησία του χωριού, γιατί πήγαιναν ίσως στο θάνατο κι’ έφυγαν περήφανοι και στητοί με τη φλόγα της θυσίας στα γέρικα μάτια τους. Ο Άγγλος όταν τούς αποχαιρέτησε, στάθηκε προσοχή στητός, με το χέρι στο γείσο του πηληκίου του, σαν να χαιρετούσε σημαία. Ένοιωσε τη μεγάλη θυσία των τριών γέρων, για τη λευθεριά. Πολλές φορές και στην Κύπρο θα αισθάνθηκαν την ανάγκη οι Άγγλοι να σταθούν προσοχή μπροστά στον ηρωισμό των γυναικών της Κύπρου.
Κι’ έτσι στάθηκε προσοχή ο Άγγλος ως τη στιγμή, που κατηφόρισαν για το λιμανάκι του χωριού οι τρεις γέροι. Το χωριό ολόκληρο με τον παπά τους ξεπροβόδισαν και χωρίς κανείς να διατάξει, χωρίς κανείς να πει τίποτε, όλοι μαζύ άρχισαν να τραγουδούν σε στάση προσοχής: 
«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη 
των Ελλήνων τα ιερά.» 
Κι’ ο Άγγλος πάντα στεκότανε προσοχή, όσο, που χάθηκε στο μονοπάτι η ηρωική τριάς.
Οι γέροι τελείωσαν ηρωϊκώτατα την αποστολή τους. Σε λίγες μέρες οι Άγγλοι τορπίλλισαν κοντά στο Πουρί της Ζαγοράς ένα πλοίο Γερμανικό 9.000 τόνων γεμάτο στρατιωτικά εφόδια. Απ’ αυτό το ναυαγισμένο πλοίο άρπαξαν σχεδόν τα πάντα οι γύρω Έλληνες ψαράδες και θαλασσινοί. Ένα άλλο πλοίο γεμάτο βαρέλια μαζούτ ο Γερμανός πλοίαρχος τώριξε στην αμμουδιά του Χορευτού, για να γλυτώσει τον τορπιλλισμό. Ένα άλλο μεγάλο καράβι τσακίστηκε και σκόρπισε στης Αρχόντως το βράχο. Και γέμισαν τα χωριά μεταξωτά αλεξίπτωτα και μπότες γερμανικές και ένα σωρό άλλα πράγματα, που όλοι έπαιρναν γελώντας, απ’ τα ναυαγισμένα καράβια.
Οι δυο ηρωικές γρηές γυρίσανε και πιάσανε τη ρόκα τους ταπεινές και σεμνές και διηγιόντουσαν απλά το μεγάλο τους κατόρθωμα, σαν νάτανε κάτι απλό.
Τώρα κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο κάτω απ’ την ελεύθερη ελληνική γη και τους ταιριάζει το δοξασμένο επιτάφιο επίγραμμα με μια προσθήκη, που ασφαλώς οι μεγάλοι μας πρόγονοι θα μου επέτρεπαν να προσθέσω:
«Ανδρών και γυναικών 
επιφανών, πάσα γη, τάφος»]
------------------------------------------------
(*) Απόσπασμα από τη διάλεξη της Καλλιόπης Πάντου με θέμα «Γυναίκες της Θεσσαλίας και του Πηλίου» στην ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΩΝ- Αθήνα 1959.
(Αντιγραφή σε μονοτονικό. Σελ. 35-37). 

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

1943: Η πυρπόληση Ζαγοράς και οι γυναίκες

Στην ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΩΝ της Αθήνας στα 1959 η δημοσιογράφος Καλλιόπη Πάντου έδωσε μια διάλεξη με θέμα« Γυναίκες της Θεσσαλίας και του Πηλίου». 
Αυτή η διάλεξη (όπως κι άλλες) τυπώθηκε στο φυλλάδιο που εικονίζεται δε 41 σελίδες την ίδια χρονιά. Είναι πράγματι μια εξαιρετική αναδρομή στη ζωή και την προσφορά των γυναικών του τόπου μας διαχρονικά. Εδώ θα δούμε μια σχετική ιστορία με την Κατοχή  στη Ζαγορά, που είναι τμήμα της ομιλίας:  
[...]  Στα σκοτεινά χρόνια της τελευταίας κατοχής έτυχε να γίνω αυτόπτης μάρτυς του ηρωισμού τών γυναικών τον Πηλίου. Τον χειμώνα του 1943, χειμώνα αλησμόνητο, ανελέητο, βαρύτατο και σκληρό έτυχε να βρίσκομαι στη Ζαγορά του Πηλίου. Κρύο, πείνα, σκλαβιά. Τα τρία αυτά δεινά της πατρίδας, όπως έλεγε κι ο παλιός ρωμαντικός ποιητής:
«έψαλλαν και τα τρία θανάτου μοιρολόγια
σε μια τονισμένα φρικώδη μουσική».
Στο Χορευτό της Ζαγοράς υπήρχε ένα Ιταλικό τάγμα και φύλαγε μην τυχόν κάνουν οι Άγγλοι απόβαση και πιάσουν τον αμαξιτό Χορευτού - Ζαγοράς - Βόλου.
Στις 25 του Γεννάρη του 1943 γινότανε ένας γάμος στην Περαχώρα της Ζαγοράς. Το χιόνι είχε σκεπάσει όλο το χωριό. Όλοι είχαν πάει στο γάμο, χόρευαν κι είχαν έλθει στο κέφι. Από μια ολότελα τυχαία κακότυχη σύμπτωση ένας Έλληνας ένοπλος, όχι Πηλιορείτης, σκότωσε ένα 'Ιταλό στρατιώτη. Ο ένοπλος Έλληνας συναντήθηκε τυχαία με τον Ιταλό στρατιώτη. Ο Ιταλός όταν είδε ξαφνικά μπροστά του τον ένοπλο αντάρτη σήκωσε το όπλο του να πυροβολήσει. Ο Έλληνας πρόφθασε και πυροβόλησε γρηγορώτερα και σκότωσε τον Ιταλό. Το χωριό δεν έφταιγε. Όταν είδε το νεκρό Ιταλό, οι κάτοικοι χάσανε την ψυχραιμία τους και προσπάθησαν να τον κρύψουν μέσα στο χιόνι. Αυτό είταν το πρώτο επεισόδιο, που έγινε στο Πήλιο. Αμέσως το τάγμα του Χορευτού και στρατός Ιταλικός απ’ το Βόλο με Ιταλό στρατηγό επί κεφαλής ήλθαν στη Ζαγορά.
Κάλεσαν όλον τον πληθυσμό, άνδρες, γυναίκες και παιδιά στην πλατεία του Αγ. Γεωργίου οι Ιταλοί για να τους μιλήσει τάχα ο στρατηγός. 'Ανύποπτος ό κόσμος γέμισε την πλατεία.
Τότε έκλεισαν όλους τους άνδρες από 20 - 60 χρονών στο σχολείο κάπου 400 άνδρες και έδιωξαν τις γυναίκες, λέγοντας να πάνε να φέρουν φαγητό για τους άνδρες τους.
Οι Ιταλοί στρατιώτες άρχισαν αμέσως να λεηλατούν και να καινέ τα σπίτια της Περαχώρας.
Οι γυναίκες δεν τα έχασαν καθόλου. Με τις εμπρηστικές σκόνες, που έριχναν οι Ιταλοί έπαιρναν αμέσως φωτιά τα πελώρια αιωνόβια σπίτια της Ζαγοράς, γεμάτα λάδια, φουντούκια, καρύδια, αλεύρι, χόρτα για τα ζώα.
Οι γυναίκες όλες μαζί, μόλις έβλεπαν ένα σπίτι να παίρνει φωτιά έτρεχαν και το έσβηναν ρίχνοντας φτυαριές, φτυαριές το χιόνι πάνω στις φλόγες. Οι Ιταλοί τις έσπρωχναν, τις χτυπούσαν, τις έδιωχναν. Εκείνες, σαν θεριά, με τα μαλλιά τους σφικτά δεμένα με τα μαντήλια τους, για να μην πάρουν φωτιά υπερασπιζότανε τα σπίτια τους και τα νοικοκυρά τους. Οι δασκάλισσες τον χωριού και πολλές άλλες γυναίκες έπεσαν στα πόδια του Ιταλού στρατηγού και τον παρακαλούσαν να λυπηθεί το ανεύθυνο χωριό. Έτσι ό ηρωισμός και η αυτοθυσία των γυναικών έσωσε τη Ζαγορά και μόνο 80 σπίτια της Περαχώρας κάηκαν. Οι άμοιρες γυναίκες της Ζαγοράς, είδαν όλα τα μουλάρια τού χωριού να κουβαλούν στο Βόλο σαν πλιάτσικο τα κιλίμια τους, τα προικιά τους και τα ωραία υφαντά των Ζαγοριανών σπιτιών, που τα είχαν κάνει γενεές γυναικών με κόπο και δουλειά ασταμάτητη.
Οι 400 άνδρες ωδηγήθηκαν στις φυλακές τού Βόλου. Οκτώ από αυτούς τουφεκίσθηκαν, οι άλλοι απολύθηκαν ύστερα από μήνες.
Στο διάστημα αυτό οι γυναίκες της Ζαγοράς εργάσθηκαν ηρωικά στα κτήματα, για να θρέψουν τα παιδιά και τους φυλακισμένους άνδρες τους. Πεζοπορούσαν ώρες, να πάνε στο Βόλο, κουβαλώντας ψωμί και τρόφιμα στους φυλακισμένους. Νύχτα μέρα δούλευαν οι γυναίκες μόνες στα κτήματα. Πολλές φορές οι άμοιρες σκελετωμένες γυναίκες έπεφταν λιπόθυμες απ' την πείνα, γιατί το λίγο ψωμί πού εξοικονομούσαν προσπαθούσαν να το κρύψουν για τα παιδιά τους και για τούς φυλακισμένους άνδρες τους. Αυτής περνούσαν με λίγα χόρτα, λίγα χαμοκέρασα και λίγα τρυφερά βλαστάρια φτέρης, που τα τηγάνιζαν, για να ξεγελάσουν την πείνα τους.
Ηρωικές γυναικείες μορφές! Διερωτώμαι αλήθεια: Γιατί τα γυναικεία σωματεία της Ελλάδας δεν ύψωσαν κάποιο μνημείο εις μνήμην της σκελετωμένης και πεινασμένης Ελληνίδας γυναίκας, πού γύριζε στην κατοχή σ' όλους τούς δρόμους της Ελλάδας, για να εξοικονομήσει κάτι για το σπιτικό της, για τα παιδιά της, για τον άντρα της;
Μετά το κάψιμο τις Ζαγοράς, το Ιταλικό στρατηγείο διέταξε ν' αδειάσει όλο το χωριό.
Και οι Ζαγοριανοί σκόρπισαν όπου μπόρεσαν στα γειτονικά χωριά, κουβαλώντας μαζύ τους τρόφιμα, ρούχα, και ότι άλλο μπορούσαν.

Έτσι μερικοί Ζαγοριανοί κάτοικοι Αθηνών βρεθήκαμε στο Τρίκκερι, περιμένοντας εκεί άδεια των Ιταλικών αρχών του Βόλου να πάμε στην Αθήνα [...]
(Αντιγραφή σε μονοτονικό από τις σελ. 33-35)

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Μια φωτογραφία- μια ιστορία...

(Αρχείο Τάσου Ράπτη)
Χθες (20-10-2016), παρουσιάστηκε στο Βόλο (με μεγάλη επιτυχία και εντυπωσιακή προσέλευση ακροατών) το αξιόλογο βιβλίο του Λεχωνίτη παλαίμαχου δημοσιογράφου Γιάννη Μαντίδη «ΣΟΦΙΚΑ ΤΟΠΑΛΗ- θηλιά στη μνήμη» 2016, των εκδόσεων HISTORIA.
Είναι ένα βιβλίο-ντοκουμέντο που αγωνιωδώς το αναμέναμε. Περιγράφει την τραγική ιστορία (και όχι μόνον)  των γυναικών (μητέρας Λουκίας και κόρης Σοφίας) Τοπάλη που απαγχονίστηκαν (μαζί με την Φιλίτσα Καλαβρού) στις 7-7-1944 στα Κ. Λεχώνια.
Από αυτό το εξαιρετικό βιβλίο (σελ. 180-181 & 183) είναι και το παρακάτω απόσπασμα (που συνδυάζεται με τη φωτογραφία) και (νομίζω) μας δίνει με την τελευταία φράση-απάντηση και το νόημα της Εθνικής Αντίστασης. 
Η φωτογραφία τραβηγμένη την ίδια εποχή στην περιοχή του (κάτω) Αϊ-Γιάννη που βρίσκεται πάνω στον παλιό δρόμο ανάμεσα, Αϊ-Γιώργη και Αϊ-Λαυρέντη όπου και οι πηγές (Κουφάλας) ύδρευσης και άρδευσης των χωριών Αϊ-Βλάση και Άνω Λεχωνίων. 
Εκεί ήταν και λειτουργούσε στα χρόνια της Αντίστασης νοσοκομείο των ανταρτών.  Από εκεί πέρασε κι ο τότε αγωνιστής  Γ. Τζουβάρας, που αναφέρεται στο κείμενο και που είναι ένας από τους τραυματίες. Στην άκρη αριστερά ο Νίκος Αρκουδογιάννης.

[…] Ο Γιώργος Τζοβάρας, αντάρτης στον 6ο λόχο του 54 Συντάγματος, πλήρωσε ακριβά τη συμμετοχή του στη μάχη των Κάτω Λεχωνίων. «Με λοχαγό τον Αργαλαστιώτη Δημήτρη Δάμτσα, που είχε και την ευθύνη της επιχείρησης, πήρε μέρος κι η διμοιρία μου στη μάχη. Την ίδια ώρα που κατέβαιναν οι άλλοι απ' το Βρύχωνα για ν’ ανατινάξουν του Καπότου, εμείς, καμιά τριανταριά, ακολουθήσαμε το ποταμάκι του δημοτικού σχολείου, για να κυκλώσουμε το σπίτι του Μίμη Κυριαζή, που μένανε οι Εασαδίτες. Είχαν προηγηθεί αντάρτες του Μηχανικού να βάλουν τα εκρηκτικά και να ναρκοθετήσουν και τον αμαξόδρομο, εκεί στην κούρμπα, μεταξύ γέφυρας του Βρύχωνα και του πεύκου του Μουστακαλή, για ν’ αποκόψουν την ενίσχυση των Γερμανών απ’ τη φρουρά της Αγριάς. Μαζί μου ήταν κι ένας λoχίας, ο Ζηργάνος, αδερφός του κολυμβητή, ένα γερό παλικάρι. Τους Εασαδίτες, όπως και τους Γερμανούς, τους πιάσαμε στον ύπνο. Και στα δυο σπίτια, την ίδια ώρα, μπαμ! Κι ενώ είχαμε μεγάλη επιτυχία, ο μόνος άτυχος ήμουνα εγώ. Μια ριπή Εασαδίτη απ’ το παράθυρο, θρυμμάτισε το δεξί μου πόδι. Με πήραν στην πλάτη οι αντάρτες και με κουβάλησαν ως τη Μεγασωτήρα, το εκκλησάκι του άνω μαχαλά. Εκεί μ’ αφήσανε με συντροφιά έναν αντάρτη απ’ το Καραμπάσι τον Νίκο Αρκουδογιάννη, ύστερα με μετέφεραν με ζώα στις Πινακάτες κι από κει στην Τσαγκαράδα. Αργότερα μου κόψανε το πόδι απ’ το μηρό. Είχε πάθει γάγγραινα..» […]
Οι αντάρτες δεν είχαν θύματα, μόνο έξι τραυματίες. Θύματα οι αντάρτες γίναν οι ίδιοι, αργότερα, όταν φύγαν οι Γερμανοί, μετά την «Απελευθέρωση». Όταν οι συνεργάτες του εχθρού γίνανε παρακράτος. Όπως μου αφηγήθηκαν ο Φιλοκτήμων Βογιατζής κι ο Γιώργος Τζοβάρας «μας πιάσανε, μας χτύπησαν απάνθρωπα και μάλιστα πρώην συναγωνιστές μας που γίναν Καλαμπαλίκηδες! Μας φυλάκιζαν, μας εξόριζαν, μας βασάνιζαν, μας σκότωναν για το «έγκλημά» μας. Ποιό; Ήμασταν στην Εθνική Αντίσταση! Κι αυτοί θέλαν να εξαφανίσουν ο,τιδήποτε τους θύμιζε Εθνική Αντίσταση»...
Ρώτησα αφελώς το Γιώργο Τζοβάρα:
«Δε μ’ λες κυρ Γιώργο: Γιατί σε βασανίζανε; Μήπως ήσουν κομμουνιστής;»
- «Τι μ’ λες κυρ Γιάνν’; Χαμπάρ’ δεν είχα από κομμουνισμό», απάντησε ο Τζοβάρας. Κι αμέσως μετά προσθέτει:
- «Όχι. Δεν ήμνα κομμουνιστής. Απελευθερωτής ήμνα. Καταλαβαίν'ς;»
------------------------------------------------------------------------
 [ Για τη μάχη  8 προς 9 Ιουλίου 1944  (μια μέρα μετά τον απαγχονισμό) στα Κάτω Λεχώνια. Δείτε (ΕΔΩ) ]

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Περί Αγίου Γεωργίου Νηλείας

Ο Αϊ-Γιώργης, το ψηλότερα χτισμένο χωρό του Πηλίου, σύμφωνα με τα χειρόγραφα του Γεώργ. Παππόπουλου ή Παπούλια (1875-1955) που γεννήθηκε και έζησε στο χωριό, με τίτλο «Λεχώνια-Κανάλια-Άγιος Γεώργιος» Μελέτη τοπογραφική και ιστορική-1939.
Αυτά βρέθηκαν, αντιγράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν από το γνωστό μας Κώστα Λιάπη, στο περιοδικό «ΒΙΓΛΑ» το 1996 και σε συνέχειες στα επόμενα τεύχη και έτη.
[...] Άγιος Γεώργιος 
Ότε τα προαναφερθέντα εγένοντο ενταύθα παρά των Τούρκων, τότε οι εκφυγόντες εκ του πολέμου και της μετοικεσίας μείναντες κάτοικοι της πόλεως των Λεχωνίων και αμφοτέρων των συνοικισμών, μη ανέχοντες τους Τούρκους μετεκομίσθησαν εν συννενοήσει πανοικί πέριξ της προειρημένης και κατεστραμμένης ιεράς μονής του αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του τροπαιοφόρου, ένθα και ανευρέθη ως εκ θαύματος γενομένης ανασκαφής η εικών του αγίου Γεωργίου υπό των ερειπίων. Τότε ενταύθα παρ' αυτών εγένετο νέος συνοικισμός, επωνομάσαντες αυτόν «Άγιον Γεώργιον» και ανήγειραν ενοριακόν ναόν επί των ερειπίων αυτής (;), επ' ονόματι του αγίου Γεωργίου. Ούτος ο νέος συνοικισμός είχεν όλην την βόρειον περιφέρειαν του πρώην συνοικισμού Καναλίων.
Άγιος Γεώργιος - Θέση, αποστάσεις, πρόσοδοι 
Αύτη η ειρημένη κωμόπολις κείται μεταξύ Αγίου Λαυρεντίου και Πινακατών των κωμοπόλεων επί θέσεως τερπνοτάτου και ευαέρου (ύψος 600 μέτρα), κατάμεστος από πλείστα ύδατα μικρών και μεγάλων πηγών, έχει πάμπολλα οπωροφόρα δένδρα και προσοδοφόρα, έχει εκτεταμένον ελαιώνα μέχρι της του Παγασητικού κόλπου παραλίας, το σπουδαιότερον προϊόν των κατοίκων, και επίσης αρκετούς αμπελώνας. έχει οικίας νέας και μεγαλοπρεπώς ωκοδομημένας, έχει αρκετάς γαίας καλλιεργησίμους και προσοδοφόρους, ύδατα άφθονα εις διαφόρους διασκορπισμένας πηγάς προς άρδευσιν, ως και εξάγει διάφορα προϊόντα, έλαιον. ελαίας βρωσίμους (το πρώτιστον), οίνον εξαίρετον, μήλα άφθονα και πλείστα όσα, ως εκ τούτων οι εγκάτοικοι ζώσι πλουσίως, διότι απέναντι του πληθυσμού η περιφέρεια είναι τριπλασία. Άνωθεν της κωμοπόλεως υψώνεται μία από τας υψηλοτέρας κορυφάς του Πηλίου, ύψος 1451 μέτρα, ονομαζομένη Σχιτσεραύλι είναι το σχήμα αυτής κωνοειδές και περιβάλλεται πανταχόθεν υπό κρημνών και πελωρίων βράχων καθιστώντας την άνοδον δύσκολον. Εκ της κωμοπόλεως Αγίου Γεωργίου, το Σχιτσεραύλι απέχει δύο ώρας, είναι δε η περιφέρεια της κωμοπόλεως και όπισθεν ακόμη της κορυφής.
Ο Άγιος Λαυρέντιος απέχει μίαν ώραν και εν τέταρτον, αι Πινακάται μίαν ώραν, το Καραμπάσιον μισήν ώραν εξ αμφοτέρων των κωμοπόλεων, εις το μέσον των αποστάσεων είναι τα όρια της περιφερείας της κωμοπόλεως. Ως προς την θάλασσαν απέχει μίαν ώραν και εν τέταρτον• άπασα αύτη η περιφέρεια είναι ο εκτεταμένος ελαιών της κωμοπόλέως, ως προσεχώς θα είπωμεν αρκετά [...]

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Φωνή εκ Πηλίου -1885

Τον Απρίλιο του 1885 έγιναν βουλευτικές εκλογές. 
Οι αντιπολιτευόμενοι (τον Τρικούπη) υποψήφιοι βουλευτές (με τον Θεοδ. Δηλιγιάννη) στο Βόλο και το Πήλιο ήταν οι: Ιωάννης Τζιώτης -πρ. πρέσβης της Ελλάδας στο Βόλο επί Τουρκοκρατίας και Έπαρχος μετά την προσάρτηση , Νικ. Σχινάς –Ταγματάρχης Μηχανικού, Ζήσιμος Μπασδέκης Μοίραρχος Χωροφυλακής, Γ. Ν. Φιλάρετος αξιωματικός Χωροφυλακής – ως ανεξάρτητος, Χρήστος Βαρλαμίδης, Ιωάννης Τσιακατούρης. 
Τέλος, υποψήφιος ήταν και ο Κων-νος Δ. Ζαμανούδης ή Παππακώστας γιατρός, από τον Άγιο Λαυρέντιο πληρεξούσιος και μέλος της Προσωρινής Κυβερνήσεως στην εξέγερση του 1878, που συνήλθε στην Πορταριά. 
Τότε επικράτησε ο Θ. Δηλιγιάννης και εκλέχτηκαν οι Ιωάν. Καρτάλης, Νικόλαος Αξελός, Ζήσης. Χατζηκυτιλής, Άγγελος. Αγγελίδης, Ευστάθιος Ιωαννίδης και Γεώργ. Ν. Φιλάρετος
Ο Κ. Ζαμανούδης ήρθε προτελευταίος με 2774 ψήφους.    
Αυτός έγραψε τότε και το παρακάτω «δημώδες ποίημα» που (αν εξαιρέσουμε τα «παρακάλια» στο βασιλιά) θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα. 
Τίποτα (εκτός από την εποχή-δυστυχώς)  δεν άλλαξε !
----------------------------------------------------------------------------------- 
«Το εξής δημώδες ποίημα(*), λίαν πιστώς εικονίζον την ελεεινήν και αξιοδάκρυτον του λαού κατάστασιν, την δημιουργηθείσαν παρά της εθνοκτόνου Κυβερνήσεως Τρικούπη, και αληθή πόνον ψυχής εκφράζον, εδόθη ημίν προς δημοσίευσιν :

ΦΩΝΗ  ΕΚ  ΤΟΥ  ΠΗΛΙΟΥ
Πρέπει να σκούζουν ‘ς τη Βουλή στ’ αυτιά του Βασιλιά μας
«Με αίματ’ αγοράσαμε ημείς τη λευθεριά μας
Την αγαπάμε το λοιπόν ίσια με τα παιδιά μας .
Κ’ όταν πληγώνουνε αυτήν, πληγώνετ’ η καρδιά μας».

Πληγώνουνε τη λευθεριά οι άνισοι οι φόροι
Που καταπνίγονται ’ς αυτούς παντός φτωχού οι πόροι.
Πληρόνω επιτήδευμα χωρίς να το ασκήσω,
Πληρόνω ’ς άλλους γεύματα χωρίς να γευματίσω.
Πληρόνω για το σπήτι μου, που σκέπει τα παιδιά μου, Πληρόνει η καλύβα μου, που κρύβω τα τσαπχιά μου.
Πληρόνουν τα χεράκια μου που πιάνουν το δικέλλι,
Πληρώνω για την κόπρον μου που φέρνω εις τ’ αμπέλι.
Πληρόνει και ο όνος μου που φέρνει τους καρπούς μου
Απ’ το όρος το τραχύ που σκάπτω τους αγρούς μου.
Πληρόνω εδώ, πληρόνω ’κει, πληρόνω κάθε ’μέρα
Αι πληρωμαί με καταντούν ’ς αν φύλλο στον αέρα
Και γίνομαι πεντάφτωχος, πεινάνε τα παιδιά μου
Και να χαρή την λευθεριά δεν ευκαιρεί η καρδιά μου.

Δος προσοχήν, ω, Βασιλεύ, επί του υπουργού σου,
Κλαίει και τρέμει η καρδιά τού προσφιλούς λαού Σου.
Μη βλέπετε τον πλούσιον, μη βλέπετε τας πόλεις,
Ιδέ και ’μας εις τα χωριά και εις τας κωμοπόλεις.
Ασβέστην, ξύλα, κάρβουνα ’ς την πόλιν αγοράζω
Τους θάμνους μου, τα φρύγανα ποσώς δεν τα πειράζω...
Με καταγέλλ’ ο Δήμαρχος, ακούει ο Δασονόμος
Κι αμέσως εφαρμόζεται του Δράκοντος ο νόμος...
Δος προσοχήν, ω Βασιλεύ επί του υπουργού Σου
Και άλλαξε, για το Θεό, την τύχην του λαού Σου.

Εν Αγίω Λαυρεντίω, Ιανουάριος του 1885.
Π. ΚΩΣΤΑΣ ΙΑΤΡΟΥ.»

(*) Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα Ο ΕΣΠΕΡΟΣ στις 28-1-1885. Το ίδιο ποίημα ανατυπώθηκε στο βολιώτικο ΕΘΝΙΚΟΝ ΜΕΓΑΛΕΙΟΝ στις 16-3-1885 για προεκλογικούς λόγους.
 (Αντιγραφή σε μονοτονικό)