Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Έθιμα Δωδεκάημερου (Γ΄)


Η ΒΑΠΤΙΣΙΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ - Παγώνης

Φώτα

Α) Τα Κάλαντα των Φώτων 

1. Αυτό το έθιμο υπήρχε από παλιά. Πριν τις γιορτές η ενορία «έβγαζε σε δημοπρασία»  το ποιοι θα αναλάβουν τα τραγούδια των Φώτων. Αυτοί γύριζαν τα σπίτια του χωριού και τραγουδούσαν λέγοντας:
   Σαν δεν έχεις κ’λούρα
   δώσε παρά
   για τον Άι Γιάννη
   το φουκαρά.
Οι χωριανοί έδιναν χρήματα και κερνούσαν και την ομάδα με κρασί, τσίπουρο, γλυκά κ.ά.
Αυτά τα κάλαντα έχουν προέλευση καθαρά «την καθ’ ημάς Ανατολήν» και τραγουδιόνταν πριν τον  ερχομό των Μικρασιατών προσφύγων στο χωριό από τους Πηλιορείτες. Είναι εξάλλου γνωστές οι επιρροές στο πηλιορείτικο τραγούδι από τα παράλια .
Σήμερα, την παραμονή της γιορτής, μετά το σούρουπο οι νέοι, αλλά κι οι επίτροποι της ενορίας μας, του Αγ. Αθανασίου, τα τραγουδούν ή μάλλον τα ψάλλουν σ’ όλα τα σπίτια του χωριού και στα Πλατανίδια. Μαζεύουν χρήματα για την ενίσχυση του Ναού.
Πάντα –διαχρονικά- ο σκοπός των «ιδιόρρυθμων καλάντων» είναι ο ίδιος: Να δοθούν ευχές στους χωριανούς εκ μέρους της Εκκλησίας και να συγκεντρωθούν χρήματα για τις ανάγκες του ενοριακού ναού.
Βεβαίως το έθιμο υπάρχει και σ’ άλλα χωριά του Πηλίου (Αγ. Γεώργιος, Ανήλιο κ.ά.), γνωστό ως «Νυχτοκάλαντα».
Οι τραγουδιστάδες λένε:
Καλησπέρα πάντες ω αδελφοί, ακούσατε την σήμερον εορτήν.
Ακούσατε την σήμερον την χαράν και την εορτήν την Δεσποτικήν .

Σήμερον τα Φώτα κι ο Φωτισμός και του Ιησού μας ο βαπτισμός

Σήμερον βαπτίζεται ο Χριστός εις τον Ιορδάνην τον ποταμόν.
Ιωάννη Πρόδρομε λέγω σε και τον βαπτισμόν μου γυρεύω σε.
Πώς να σε βαπτίσω, ω Ιησού, όπου εγεννήθην εγώ εκ σου;
Πώς τολμώ να βάλω την χείρα μου, εις τον Ιησού τον Σωτήρα μου.
Κι έμεινεν εις δύο ο ποταμός, έως να τελειώσει ο βαπτισμός.
Και φωνή ηκούσθη εκ του Πατρός: Ούτος είν' Υιός μου αγαπητός.
Δότε των πτωχών το μνημόσυνον κι εις τον Ιησούν παν ευφρόσυνον 
Τότε ο Χριστός μας θα χαίρεται και εις τον Παράδεισον δέχεται.

Ο Θεός να δώσει έτη πολλά και ευτυχισμένα και αγαθά.

2. Τα παιδιά -όπως σ’ όλες τις Δεσποτικές γιορτές- λένε τα κάλαντα:


Σήμερα είναι των Φώτων, φωτίζουν οι παπάδες
και μες στα σπίτια μπαίνουνε και λεν τον Ιορδάνη
στη Γαλιλαία ήτανε και πάη στον Ιορδάνη
δια να λάβη βάπτισμα, από τον Ιωάννη
κι ο Άι Γιάννης σαν τα’ άκουσε τούτον το λόγο είπε
εγώ είμαι δούλος σου Χριστέ και πώς να σε βαπτίσω
 στην αργυρά σου κορυφή δεν ημπορώ ν’ απλώσω
κι ο Άι Γιάννης σαν άπλωσε με το δεξί του χέρι
ανοίξαν τα ουράνια κατέβη περιστέρι
το άγιο φως κατέβηκε  δια να μαρτυρήση
πως εβαπτίσθη ο Χριστός  σ’ Ανατολή και Δύση.
Κι ακόμα ως τα σήμερα  οι ναύτες το βαστούνε
να αγιαστούνε τα νερά στη θάλασσα να μπούνε.

Στο σπίτ' όπου τραγούδησα πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χρόνια πολλά να ζήσει
να ζήσει χρόνια εκατό και να τα διαπεράσει
κι απ’ τα διακόσια κι ύστερα, ν' ασπρίσει, να γεράσει
να ασπρίσει σαν τον Όλυμπο, σαν τα’ άσπρο περιστέρι
σαν τα’ αηδονάκι που λαλεί,  χειμώνα καλοκαίρι
το καλοκαίρι για δροσιία και το χειμώνα ζέστη.
Κυρά μ' ψηλή, κυρά μ' λιγνή, κυρά μ' καγκελοφρύδω
κυρά μ' όταν στολίζεσαι να πας στον αγιασμό σου
βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη
και του κοράκου το φτερό βάνεις καγκελοφρύδι
Έχεις και κόρη όμορφη πες της να μας κεράσει
να μας κεράσει εφτά φορές ν’ ασπρίσει να γεράσει.
Κι αν έχεις  γιο στα γράμματα, βάλ’ τον και στο ψαλτήρι,
 να τ' αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι.
Εσένα πρέπει αφέντη μου, καρέκλα καρυδένια
Να ακουμπά η μέση σου η μαργαριταρένια.
                                                  Άιντε και του χρόνου!

Κι όταν η πόρτα δεν ανοίγει στους τραγουδιστάδες, λένε:

Εσένα σου πρέπει αφέντη μου τροβάς και δεκανίκι
Να σε τραβούνε τα σκυλιά και δέκα πέντε λύκοι.
Την κόρη σου την όμορφη βάλ’ την μες στο ζεμπίλι
Και κρέμασέ τηνε ψηλά να μην την φαν οι ψύλλοι!

Στη νοικοκυρά που δεν τους «φίληυε» έλεγαν:
Κυρά μ' ψηλή, κυρά μ' λιγνή, κυρά μ' καγκελοφρύδου
Κυρά μου το σπιτάκι σου γιομάτο καρακάξες
Τα μ’σα γεννούν τα μ’σα κλωσούν
Τα μ’σα σ’ βγ’αζ’νει τα μάτια.
Βεβαίως στα παλιότερα χρόνια υπήρχαν και στιχάκια ειδικά για τον κάθε επαγγελματία του χωριού π.χ. τον τσαγκάρη, το χασάπη, τον μπακάλη, τον παπά κ. ά.

Β) Προετοιμασίες & Προλήψεις

1. Την παραμονή των Φώτων για να φύγουν τα «καρκατζούλια» τραγουδούσαν:
Ου παπάς μι του Σταυρό
η παπαδιά μι του θιρμό
τα κακάβια κατσουρέλια
τα πιδιά ζαλικουμένα
τζάγκαρ τζούγκαρ μες στου ρέμα.

2. Περιμένοντας τον παπά να «φουτίσει» -αγιάσει τα σπίτια, αλλά και τα παιδιά να πουν τα κάλαντα, έκαναν τις δουλειές του σπιτιού. Σφάζανε την κότα, την γεμίζανε (όπως την Πρωτοχρονιά) και βεβαίως μαγείρευαν για την ημέρα αυτή (του Σταυρού) αλάδωτο φαγητό.

3. Δίνανε στον παπά ή στο βοηθό του που τον συνόδευε, μαζί με τα χρήματα που έριχναν στο μπακράτσι (=χάλκινο δοχείο υγρών αλλά και του αγιασμού) και μια «λειτουργιά» που είχαν ζυμώσει την προηγούμενη μέρα κι αυτός την έβαζε στον «τουρβά» που είχε μαζί του. Στα χρόνια εκείνα ο παπάς κι ο δάσκαλος του χωριού πληρωνόταν, για τις υπηρεσίες τους στους χωρικούς, συνήθως με είδη διατροφής (λάδι, στάρι, μέλι κ.ά) ή σπανιότερα με χρήματα.

4. Το βράδυ τα μεσάνυχτα κοίταζαν τον ουρανό που -πίστευαν πως- θα άνοιγε, σύμφωνα με το γεγονός της Βάπτισης στον Ιορδάνη ποταμό.

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Λεχωνίτες αφιερωτές

(Αντιγραφή από την περιοδική έκδοση  "ΜΑΓΝΗΣΙΑ" της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας - ΕΚΠΟΛ- Τεύχος 1 - Νοέμβριος 2003)




Έθιμα Δωδεκαήμερου ( Β΄)

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Παραμονή:
1.      Τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα. Ήταν το «αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά». Τα ίδια όπως τα ξέρουμε και   σήμερα.
2.      Οι γυναίκες το πρωί ζύμωναν τη «Βασ’λόκ’λουρα». Ήταν ψωμί κανονικό που το κεντούσαν με το πιρούνι και μέσα έβαζαν σε διάφορα σημεία της στρογγυλής κουλούρας κομματάκια από άχυρο, ελιά, πουρνάρι, αμπέλι. Έβαζαν και το νόμισμα «τουν παρά», ανάλογα με την ευμάρεια του κάθε σπιτιού. Από πάνω το άλειφαν με κρόκο αυγού ή λάδι για να «γυαλίσ’». Το αλεύρι ήταν από τη σοδειά εκείνης της χρονιάς.
3.      Έσφαζαν την κότα , τη ζεμάτιζαν και τη μαδούσαν. Τη γέμιζαν με ψημένα κάστανα, καρύδια, τα εντόσθια της κότας, λίγο ρύζι και τα τσιγάριζαν όλα μαζί. Τη ράβανε με κλωστή και την έβραζαν. ‘Έτσι περίμενε έτοιμη ως ανήμερα το πρωί που έβαζαν ρύζι και έφτιαχναν την κοτόσουπα. Γνωστή είναι η φράση: Σουπίτσα μι(ε) την κουτίτσα που τρώνι(ε) του Χριστού.
4.      Το βράδυ οι μεγάλοι έπαιζαν χαρτιά (31), σφουρλάκι (πάρτα όλα). Οι μικρότεροι έπαιζαν με κέρματα -συνήθως δεκάρες- στριφτό (κορώνα-γράμματα). Περίμεναν να χτυπήσουν οι καμπάνες που δήλωναν την αρχή και υποδοχή νέου του χρόνου. Οι χωριάτες τουφεκούσανε με τον ερχομό του Νέου χρόνου για να «βασιλέψουν» τα όπλα τους. 
Μετά πήγαιναν για ύπνο, αφού το πρωί τους περίμενε η εκκλησία.
5.      Επίσης το βράδυ γινότανε από το νοικοκύρη του κάθε σπιτιού το «πάντριμα τ’ς φουτιάς». Έπαιρνε δυο ξύλα από θηλυκά -κάρπιμα δέντρα (κερασιά, αχλαδιά, ελιά κ.ά.) και δυο ξύλα από αρσενικά -δέντρα του δάσους (πλάτανο, πουρνάρι, αρπάκι κ,ά) και τα έβαζε στο τζάκι. Από κάτω έβαζε το θηλυκό και από πάνω το αρσενικό και τα «πάντριυει». Τη στάχτη πάλι, τη σκορπούσε στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού για να γίνει εμπόδιο στην είσοδο των μυρμηγκιών το καλοκαίρι.
Ανήμερα:
1. Το φίλεμα της βρύσης: Μόλις ξημέρωνε πήγαινε κάποιος απ’ το σπίτι και «φίλευε» τη βρύση (για ευχαριστία που δίνει νερό). Έπρεπε να πάει πριν προλάβει άλλος γείτονας. Έριχνε στη βρύση πεντάρες, ρύζι, σιτάρι ή καλαμπόκι.
2. Το ποδαρικό: Ένα μικρό παιδί πήγαινε πρωί-πρωί πριν από άλλον/η στο σπίτι όπου υπήρχε νέος ή κοπέλα της παντρειάς. Στην κοπέλα πήγαινε αγόρι και στο νεαρό κορίτσι και «έκανι πουδαρ’κό». Ευχόταν «Καλή χρουνιά κι φέτου διπλή/ός». Οι σπιτικοί φίλευαν το παιδί.
3.Το σπάσιμο του ροδιού: Ο γεροντότερος του σπιτιού έριχνε ένα «ρόιδου» με δύναμη μέσα από την «γκλαβανή» στο «κατώι» για να υπάρχει αφθονία καρπών το Νέο χρόνο, όπως το πλήθος των σποριών του ροδιού.
4.Η πέτρα: Πριν ξεκινήσουν για την πρωτοχρονιάτικη λειτουργία, έριχναν «κάτ’ απ’ του κριβάτ’» μια πέτρα για να είναι όλοι υγιείς. «Γιροί στου σπίτ’» όπως η πέτρα.
5.Μετά τη λειτουργία και τη δοξολογία στο Ναό η οικογένεια καθόταν γύρω από το γιορτινό τραπέζι.  «Ι γιρουντότιρους» παππούς ή πατέρας έκοβε τη «Βασ’λόκ’λουρα».    Τα πρώτα κομμάτια ήταν «τ’ Αγίου κι τ’ σπιτχιού» αντίστοιχα. Τα υπόλοιπα μοιράζονταν σύμφωνα με την αρχαιότητα των σπιτικών έπειτα από «μετάνοια» που έβαζαν στον παππού ή πατέρα.   
Όποιος/α εύρισκε το φλουρί«τουν παρά», ήταν ο ταμίας, ο πλουσιότερος. Όποιος/α εύρισκε «του πουρνάρι» θα «έκουβι κλαδί για τα πράματα ούλουν του χρόνου» ή θα γινόταν «τσιουμπάνους».  Όποιος/α εύρισκε «του κλήμα» θα «φρόντ’ζει τ’ αμπ΄λι κι θα ήπ’νι(ε) κρασί». Όποιος/α την ελιά «θα φρόντ’ζ' τ’ς ελιές κι θα ήταν ηυτυχής» Όποιος/α εύρισκε το άχυρο «θα φρόντ’ζ' τα πράματα».
6.Τη μέρα αυτή δεν έπρεπε κάποιος μικρός/η να «φάει ξύλου απού μιγαλύτιρουν» γιατί θα τον έδερναν όλο το χρόνο.
7.Όταν έτρωγαν την κότα κοίταζαν «του καράβ’ τ’ς» κι έκαναν προβλέψεις. Έτσι αν ήταν τρύπιο θα πέθαινε κάποιος από το σπίτι τη χρονιά αυτή. Αν ήταν γεμάτο ή άδειο (σκούρο ή ανοιχτόχρωμο) αντίστοιχα θα ήταν και το σπίτι αγαθά.
8.Όταν τελείωναν το φαγητό πήγαιναν στα «πράματα κι τα κιρνούσαν» Τους έδιναν ψωμιά ή γλυκά.
9.Το απόγευμα έφτιαχναν κούνιες στην πλατεία ή αλλού και κουνιόντουσαν τα κορίτσια. Εκεί βέβαια, πήγαιναν και τ΄ αγόρια.

Και κάτι νεότερο: Μια συνταγή βασιλόπιτας του 1936
Εφημερίδα Βόλου "ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ"
 25-12-1936

Μετατροπή:  Δράμια σε Γραμμάρια

  • 1 Δράμι -=3,2 γραμμάρια
  • 10 Δράμια = 32 γραμμάρια
  • 100 Δράμια = 320 γραμμάρια
  • 200 Δράμια = 640 γραμμάρια
  • 300 Δράμια -=960 γραμμάρια
  • 1 οκά = 400 Δράμια = 1280 γραμμάρια

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα 1894

Απόκομμα της βολιώτικης εφημερίδας "ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΕΞΩ ΕΛΛΗΝΩΝ"
της 24ης Δεκεμβρίου 1894
Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Σ   Γ Ε Ν Ν Α Τ Α Ι 
 Χρυσῆ λαμπὰς προβάλλουσα ἀστέρος φωτοβόλου,
  ίπτει τὸ φῶς τῆς ἄπλετον ἐπὶ τοῦ κόσμου ὅλου
    Ἰδίως φαεινότερον τὴν Βηθλεὲμ φωτίζει,
        Σκορπίζουσα ἀδάμαντας ἐνῶ τὴν ἀντικρύζει.
          Τοὺς μάγους τὰ’ ἄστρον ὁδηγεῖ εἰς πόλιν τὴν Ἁγίαν,
            που ἐλθόντες γέννησιν διαλαλοῦσιν θείαν,
               Σωτῆρος ἅμα καὶ Θεοῦ προσφέρουσιν λατρείαν.
   Γέννησιν θείαν ὁ ἀστὴρ ἐσήμαινεν ἐκεῖνος.
     ν Βηθλεὲμ ἡ γέννησις, ἐν Βηθλεὲμ πλὴν  θρῆνος!
       Ναί, ἐγεννήθη ὁ Χριστὸς τοῦ κόσμου ὁ δεσπότης,
         Ναί, ἐδοξάσθη ὁ Θεὸς κι ἐσὼθ’ ἡ ἀνθρωπότης.
           λλ’ ὁ Ἡρῴδης τὴν σφαγὴν ἐκείνου διατάσσει,
            Τὰ νήπια φονεύονται ἐν Βηθλεὲμ ἁπάσῃ,
              λλ’ ὅμως οὗτος σῴζεται ὁ τὴν ζωὴν παρέχων,
               σχὺν καὶ θείαν δύναμιν ἐπὶ τῶν πάντων ἔχων.