Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Η σφαγή του Προμυρίου

 Στα 1823 οι Τούρκοι περνώντας απ' όλα τα χωριά του Κεντρικού Πηλίου και φτάνοντας στο Νότιο, αντιμετωπίστηκαν απ' τους επαναστάτες που ανασυντάχτηκαν πολεμώντας τους στις περιοχές αυτές.  Στις 8 Μαΐου κατέστρεψαν το χωριό του Προμυρίου, αλλά και τα χωριά Λαύκου και της Αργαλαστής σε μικρότερη έκταση. 
Η σφαγή του Προμυρίου είναι μια θλιβερή ιστορία, που έμεινε στην Ιστορία σαν την μεγαλύτερη θηριωδία των Τούρκων στο Πήλιο. 
Προχθές λοιπόν, ήταν η θλιβερή επέτειος της καθολικής καταστροφής του Προμυρίου. Ο Νικ. Ι. Δάμτσας- μαθ. Γυμνασίου, έγραψε το παρακάτω ποίημα και δημοσιεύτηκε στο 
Περιοδικό (του Ζωσιμά Εσφιγμενίτη) ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, Βόλος, Μάιος 1896, έτος Η΄,αριθ.94  
(Εδώ αντιγραφή σε μονοτονικό)

Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΠΡΟΜΥΡΙΟΥ ΤΩ  1823

Ω, του Μαΐου θλιβερά, ημέρα απαισία
μηνός ογδόη ανθηρού, καθ’ ην η πανδαισία,
Η στυγερά και απεχθής  των αρπαγών και φόνων
έλαβε χώραν εις μικρόν της Θεσσαλίας κλώνον,
Ημέρα καθ’ ην έρρευσε τόσον αθώον αίμα
και κατεστράφη άσπλαχνα αγνόν Πηλίου θρέμμα,
Ημέρα απηνής, σκληρά αιμόφυρτος αγρία,
καθ’ ην της Θέτιδος την γην, τα φοβερά θηρία,
Οι του Μωάμεθ οπαδοί και του αισχρού λαβάρου
επότισαν αίμα αγνόν τα τέκνα του βαρβάρου,
Ημέρα ερημώσεων πυρκαϊών αθλίων
καταστροφής ανηλεούς παρά χειρών δολίων,
Είθε να μη υπέφωσκε να μη υπήρχεν όλως
εις τον λαμπρόν ορίζοντα της άκρας, ένθα στόλος,
Πέρσου πλουσίου ισχυρού κ’ ενδόξου βασιλέως
κοινής Ελλάδος  ποτ’ εχθρού απώλετο τελέως,
Είθε να μην εφώτιζεν ο ήλιος εκτείνας 
τότε την χλοεράν ακτήν τας αργυράς ακτίνας,
Ότε πεντακισχίλιοι Τούρκοι απροσδοκήτως
εκύκλωσαν  ως φοβερόν την Σηπιάδαν κήτος,
Οι κάτοικοι δε ήρεμοι ηγείροντ’ ως συνήθως
αλλ’ έτριψαν τους οφθαλμούς ιδόντες τόσον πλήθος,
Το μεν  κακόν εννόησαν οι δυστυχείς αγρόται
αλλ’όμως τι ηδύναντο να κάμουν ούτοι τότε;
Εξήλθον εις απάντησιν των φοβερών θηρίων
και άσυλον τοις έδωκαν όλον των το χωρίον.
Οι άπιστοι Οθωμανοί τότε μετά φιλίας
διώρου προσεφέρθησαν υπούλου και δολίας,
Αλλά κρυφίως έβραζε δίψα πολλής σφαγής
αιχμαλωσίας, εμπρησμών, βίας και αρπαγής,
Όθεν δεν διετήρησαν πολύ αλωπεκήν
και ήρχισαν μ’ εκβιασμόν και απειλήν κακήν,
Να απαιτώσι χρήματα ειδ’ άλλως να τους σφάξουν
ή αιχμαλώτους στον Μαχμούτ όλους να τους απάξουν.
Αλλ’ ότε πλέον ο θυμός πλέον εκορυφώθη
σύνθημα γενικής σφαγής αμέσως τότ’ εδόθη,
Κ’ ευθύς αφού αντήχησαν τρεις τυφεκίου κρότοι
έγινε δε ο βιασμός και απειλή η πρώτη,
Εφώρμησαν ως άγριοι και λυσσαλέοι λύκοι
κατά αόπλων ατυχών, ω! ποία τότε φρίκη!
Ω! τότε πλέον φοβερός όλεθρος επετέθη
ο σίδηρος και πυρ ομού, ευρίσκοντο εν μέθη,
Η άσπλαγχνος η μυρμηγκιά  των τρομερών Βανδάλων
των του Χριστού ημών εχθρών, του κόσμου των σκανδάλων.
Αγρίως και ανηλεώς κατά απλών ανθρώπων
ερρίφθη κατασφάζουσα μετά αγρίων τρόπων,
Ενώπιον των οφθαλμών των τέκνων των συζύγων
αίτινες ως αιχμάλωτοι τρέμουσαι τότ’ εσίγων,
Εσφάζοντο ανηλεώς γονείς και σύζυγοί των
στου γείτονος δ’επέπλε το αίμα, άλλος γείτων.
Οικίαι αι καλλίτεραι και πτωχικαί συγχρόνως
παρά των Τούρκων των σκληρών εκαίοντο αφρόνως.
Σύζυγοι προσφιλών ανδρών μητέρες οιμωζόντων
τέκνων μικρών ηρπάζοντο, νεκροί μετά των ζώντων
Εις αίμα εκυλίοντο, και μη εις ηλικίαν 
παίδες, εισέτι νεαροί δι’ άπιστον θρησκείαν,
Προωρισμένοι του Ισλάμ ως άκακα αρνία
συνελαμβάνοντο αισχρώς. Ω! Τουρκική μανία! 
Ω! ποίος όλεθρος δεινός, καταστροφή μεγάλη!
των Κορανίου οπαδών αγρία παραζάλη!
Αθώων δυστυχών τινών ότε πλέον εμάνη
το στίφος το απάνθρωπον αχρείοι Μουσουλμάνοι,
Μη αρκεσθέντες ς’ των λοιπών τον βιασμόν και φόνον
υπολειφθέντων ζωντανών τριάκοντα και μόνον,
Απέκοψαντας κεφαλάς αυτών υπό τον όρον
να φέρωσιν εις τον Πασσάν θηριωδίας δώρον.
Ως δήθεν επαναστατών κατά του καθεστώτος
και την απελευθέρωσιν ζητούντες ανενδότως.
Οι Τούρκοι οι επίλοιποι ζηλεύσαντες τους άλλους
ήλθων προς λείαν και αυτοί εις ολεθρίους σάλους,
Και ούτω επεσφράγισαν το της σφαγής των τέλος
μεταβαλλόντες άπαντα εις αιματώδες έλος.
Οι ατυχείς δε κάτοικοι έξαφνα προ του δείπνου
ς’ τους κόλπους παρεδώθησαν του αιωνίου ύπνου.
Το δύστηνον Προμύριον ούτως απενθρακώθη
κ’ εις ερειπίων άμορφον σωρόν μεταμορφώθη,
Μόνον δε τεσσαράκοντα εξ όπλων ανοσίων
εκ των χιλίων αρχικώς  και των πεντακοσίων,
Διέφυγον τον θάνατον, εις δάση και κρυψώνας
κρυφθέντες, και εις φάραγγας βαθείας κ’ εις αυλώνας,
Έτι τινές αιχμάλωτοι δια πολλών χρημάτων
σωθέντες επανέθεσαν στον πλήρη εκ πτωμάτων,
Κατάκαυστον, αιμοβαφή χώρον του Προμυρίου,
μετ’ άλλων τα θεμέλια έπειτα του χωρίου.
Ω! ευκλεής επίσημος γωνία της Ελλάδος
Τρίτης μιας ο όλεθρος  ημέρας αποφράδος,
Σ’ ερήμωσεν ολοτελώς όλων των σων κατοίκων
ανδρών παιδίων γυναικών και καλυβών και οίκων,
Ω! άκρα περιώνυμος του ευκλεούς Πηλίου
παρηγκωνίσθης εκ παντός ιστορικού βιβλίου,
Πάντες την σην παρέλιπον ανδρείαν του αγώνος,
να περιγράψη τας σφαγάς  είς δεν ευρέθη μόνος.
Υπέμενας τα πάνδεινα, καταστροφήν κινδύνους,
μετά καρτερικότητος και ταύτην και εκείνους,
Οι άνδρες σου εσφάγησαν  και έπεσαν γενναίως
υπό μαχαίρας απηνούς του φοβερού φονέως,
Γυναίκες δε και τέκνα σου απήχθησαν ως λεία
και θύματα κατέστησεν αυτά αισχρά δουλεία.
Αλλά και σε Αλιό Πασσά η των ποινών εσχάτη
εις τέλος σ’ επερίμενε μάχαιρα αισχροτάτη.
Έπεσεν το Προμύριον, ναι, όλως κατεσφάγη
αλλ’ εις την ημισέληνον ουδόλως υπετάγη.

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Αη-Γιάννης ο «Λουλουδίτης»

Ένα πολύ όμορφο [κι επίκαιρο(!)-για σήμερα ημέρα της Μητέρας και του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου] κείμενο του Πηλιορείτη Κώστα Λιάπη...

Αη-Γιάννης ο «Λουλουδίτης», ένας «Μάης» με φωτοστέφανο
  
Στις 8 του Μάη, ο γιορταστικός συνωστισμός κατάντησε αφόρητος στις μέρες μας. Γιατί πέρα απ’ τη γιορτή του «Ιωάννου του Θεολόγου και Αρσενίου του Μεγάλου», που καθορίζει το εορτολόγιο, η ίδια μέρα καθιερώθηκε σ’ όλο τον κόσμο και σα μέρα τους Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού που με σειρά του δέχτηκε πάλι καλόβολα να τη μοιράζεται, σαν τύχει η μέρα νάναι Κυριακή, με τη σε παγκόσμια κλίμακα τιμώμενη Μητέρα.
Παγκόσμια η ακτινοβολία τούτων των γιορτασμών, μόλις που αφήνει κάποια ισχνά περιθώρια στην ανατολική πηλιορείτικη πλευρά για ένα άλλο παραδοσιακό γιορτολόι, που πασχίζει να κρατηθεί και να επιβιώσει κάτω απ’ τ’ ανελέητα κονταροχτυπήματα της σύγχρονης καταλυτικής για τις παλιές αξίες εποχής μας.
Ένας φυσιολάτρης, ένας ειδωλατρικός «άγιος» ένας «Μάης» αν θέλετε του λαϊκού μας εορτολογίου, θύμα κι αυτός των καιvούργιων αποπνευματοποιημένων τάσεων των νέων ανθρώπων του καιρού μας, διαφέντευε ολομόναχος τούτη τη μέρα, τη δική του μέρα, στους παλιότερους καιρούς, ένα μεγάλο τομέα της ανατολικής πηλιορείτικης πλευράς.
Είταν, το ξαναλέω, ένας «άγιος» παράξενος τούτος ο Αη-Γιάννης ο Λουλουδίτης. Όχι λιγότερο άγιος απ’ τους άλλους εν ουρανοίς... συναδέλφους του, είχε ωστόσο το δικό του ιδιόρρυθμο τύπο, έναν τύπο ελκυστικό, οικείο, ανθρώπινο. Είταν μια παγανιστική μορφή με φωτοστέφανο που η λαϊκή πίστη και φαντασία την ξεχώριζε απ’ το πάνθεο των αγίων, μια ιερή φυσιογνωμία του λαϊκού μας εορτολογίου, που προσιδίαζε πιο πολύ στο ειδωλολατρικό, διονυσιακό πρότυπο, παρά στον αυστηρό, ασκητικό, βυζαντινό τύπο.
Τον χαρακτήρισα «Μάη» πιο πάνω τούτον τον ιδιότυπο λαϊκό μας άγιο. Κι είταν για την απλοϊκή συνείδηση των πιστών στ’ αλήθεια ένας τέτοιος.
Γνωστή στη λαογραφία μας η πηλιορείτικη παράδοση των «Μάηδων» που κουβαλούσαν ως πριν δεκάδες χρόνια στο Πήλιο το παγανιστικό πνεύμα των αρχαίων διονυσιακών γιορτασμών.
Για αιώνες στάθηκε τούτη η νεώτερη διονυσιακή γιορτή, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας ξέφρενος ύμνος στη ζωή που τον Μάη, με τον οργασμό της λουλουδισμένης φύσης, αναρριπίζει όλες τις κρυμμένες χάρες της, το πιο τρικυμισμένο, το πιο ευφρόσυνο κι ευδαιμονικό γλεντολόι.
Οχτώ μέρες κρατούσε τούτο το απίθανο μαγιάτικο μεθύσι. Άρχιζε δειλά-δειλά μα ορεξάτα την Πρωτομαγιά, κορυφωνόταν στις επόμενες μέρες και τέλευε στον καλό καιρό, σωστό πια γλετζέδικο παραλήρημα, με το συμπλήρωμα της εβδομαδας του διονυσιακού τούτου οίστρου.
Στις 8 του Μάη, γιορτή τ’ Αη-Γιαννιού, καταλάγιαζαν τα οργιαστικά γιορτάσια, ο κόσμος συνέφερνε, η ζωή πάσχιζε να ξαναβρεί τη χαμένη ημεράδα της.. Όλα όμως τούτα τα ιστορήσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Κείνο που δεν είπαμε είναι πως τούτος ο άγιος, αναλάβαινε καλόβολα να συμβιβάσει την τρέλα με τη φρονιμάδα, να ρίξει κατά πως λένε, νερό στο κρασί, να κατεβάσει λίγο-λίγο τον πυρετό του παθιάρικου χαροκοπιού, να φέρει τον ξετρελαμένο ντουνιά σε θεογνωσία, αποσπώντας τον απ’ την κραιπάλη και στρώνοντάς τον στο συρμό του γαλήνιου εργατικού μόχτου, της ήρεμης νοικοκυρίστικης ζωής.
Δύσκολος, άχαρος και όσο νάναι αταίριαστος για έναν άγιο, έστω κι αν αυτός δεν ανήκε στη χορεία των ανελέητων, ανένδοτων και αγέλαστων ιερών μορφών που ξεπροβάλλουν απ’ το ασκηταριό της βυζαντινής αγιογραφίας, ο ρόλος του ειρηνοποιού.
Πρόθυμα όμως και καλοσυνάτα τον αποδέχτηκε ο καλόβολος άγιος του χρονικού μας. Κι έγινε για τα «πίσω» πηλιορείτικα χωριά η συμπαθέστερη φυσιογνωμία του χριστιανικού μας πάνθεου.
Στις εκκλησιές του κόνευαν τούτη τη στερνή μέρα του γλεντολογιού οι χαροκόποι «Μάηδες», πνιγμένοι ακόμα «στ’ άθια και στα λουλούδια», ζαλισμένοι απ’ τους ατμούς του κρασιού, ξουθενωμένα απ’ το αδιάκοπο γλέντι.
Από κοντά κι όλος ο άλλος κόσμος, μπουχτισμένος απ’ το πολυήμερο ξεφάντωμα να γυρεύει απ τον καλοπροαίρετο «Λουλουδίτη» συχώριο, για τ’ οκταήμερο όργιο, ανάκαρα για τη δουλειά θα ‘πρεπε να ξαναρχίσει απ’ την επαύριο.
Ήταν μαθές τότες και το «καματερό» που συνέπαιρνε τούτο το μήνα τον κόσμο του γραμμένου θεσσαλικού βουνού.
Με το έμπα του Μάη οι καλαμωτές μετεωρίζονταν παντού μες στις στενόχωρες κάμαρες των πηλιορείτικων κονακιών. Ο Αη-Γιάννης ο «Λουλουδίτης», προστάτης της διονυσιακής χαράς των ανθρώπων, διαφέντευε και την προκοπή του «καματερού» κι ευλόγαγε τούτον τον αγώνα των ξωμάχων που, σαν ο καιρός τράβαγε με τη χάρη του αγίου καλός, έδινε γερή μονέδα στους «σκωληκοτρόφους».
Στη γιορτή λοιπόν του «Λουλουδίτη», ο παπάς απόθετε τη χάρη του Αγίου στα λογής-λογής λουλούδια ή τρυφερά φύλλα απ’ τις «μπριες» που κουβάλαγαν οι γυναίκες στις εκκλησιές μέσα σο πανέρια.
Τα «διαβασμένα» τούτα λούλουδα κρεμιόνταν στις «σταντουσιές» και τα μουρόφυλλα τρώγονταν απ’ τα αδηφάγα σκουλήκια. Έτσι με τη χάρη του προστάτη τους, οι «μεταξάδες» έκλωθαν σαν έφτιαχνε ο καιρός «καρύδια» τα κουκούλια τους. Κι ως τότε ο άγιος φύλαγε κι αύξαινε το καματερό που τ’ απειλούσαν με θανατικό τα μαγιάτικα αστραπόβροντα. Τέτοιος, φίλος της χαράς και της λουλουδισμένης φύσης αλλά και προστάτης του ανθρώπινου μόχτου είταν ο Αη- Γιάννης ο «Λουλουδίτης».
Γι’ αυτό και ο άνθρωπο τον τιμούσαν με το παραπάνω στα ξωκλήσια που διαφέντευε η χάρη του.
Χωρίς «Μάηδες» γλεντοκόπους σήμερα το Πήλιο, με περιορισμένα φυσιολατρικά χαροκόπια, δίχως και την απαντοχή του «καματερού», επόμενο είταν να εγκαταλείψει τον παλιό αγαπημένο του άγιο.
Απ’ όλα τα χωριά που τιμούσαν αλλοτινά τη χάρη του, ο Αη-Δημήτρης μόνο ξέμεινε να τον θυμάται και να τον τιμάει κάπως ακόμα τη μισοσβησμένη μνήμη του.
Στο ξωκλήσι του, κει πάνω στου «Κραβαρού τη ράχη», που δίνει τ’ όμορφο χωριό με το γραμμένο ακρογιάλι τ’ Αη-Γιαννιού, κατηφορίζουν οι Αη-Δημητριώτες, ανηφορίζουν οι Αη-Γιαννιώτες κάθε 8 του Μάη με τις αγκαλιές γιομάτες λουλούδια, ευωδιαστή προσφορά που επιβάλλει η παράδοση στη μνήμη του φυσιολάτρη «Λουλουδίτη».
Απ’ την ανθοστόλιστη όμως σύναξη λείπουν οι «Μάηδες», απουσιάζει η παλιά εκείνη ψυχική χαρμονή κι ο πασίχαρος οίστρος που μετουσιώνοταν σε πνευματικό βίωμα και ταξίδευε τις ψυχές των πανηγυριστών σ’ ευφρόσυνους κι ευδαιμονικούς χώρους.
Ράθυμα πια σκορπίζεται, σαν τα πέταλα των λουλουδιών της προσφοράς της, η σύναξη, δίχως το θρησκευτικό γιορτάσι να πάρει γλεντοκοπικές προεκτάσεις στο «Παζαράκι» κειδα στη «Χορεύτρα», σαν όπως παλιά, τότε που απολείτουργα της γιορτής του αγίου το κρασί έδινε τη στερνή ανάκαρα για χοροστάσι στους «Μάηδες» και κορύφωνε τον …. καλλιτεχνικό οίστρο του Μαυρίκου και του Κλιαρά που ξεκούφαιναν τον κοσμάκη ο ένας με την πίπιζα κι ο άλλος με το πελώριο νταούλι του.
Τις ίδιες ώρες, ακόμα ισχνότερα, γιορτάζεσαι η μνήμη του άλλοτε κραταιού αγίου, στο ξωκλήσι του Σταυρού που τον φιλοξενεί από χρόνια στο αντικρυνό του Αη-Δημήτρη χωριό Μούρεσι.
Πάνε χρόνια πια που φυλλορροεί ο «Λουλουδίτης» άγιος. Η μνήμη του από χρόνια όλο και πιο πολύ απολησμονιέται απ’ τον πολύ κόσμο καθώς ο τελευταίος όλο και ξεκόβει απ’ τα «παλιά», όλο και αμολάει τους κάβους που τονε κρατούνε δεμένο με την παράδοση, με τον παλιό κόσμο που λίγο-λίγο βουλιάζει και χάνεται πνιγμένος στην αχλύ της λησμονιάς.
                                                     
 (Κώστας Λιάπης- ΩΡΕΣ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ-ΠΥΛΗ 1978)
Φωτογραφία από το east-pelion.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Το αγίασμα της Παναγίας Γορίτσας

Την Παναγία Γορίτσα στον ομώνυμο λόφο) την γνωρίζουμε όλοι οι Μάγνητες και ειδικά οι Πηλιορείτες/τισσες. Γιορτάζει πάντα την Παρασκευή της Διακαινησίμου -της Ζωοδόχου Πηγής. Οι παλιότεροι θυμόμαστε και τα κανατάκια που βάζαμε το αγίασμα και κελαηδούσαν! 
Επίσης γνωρίζουμε το προσκύνημα της Παναγίας Γορίτσας -Τρύπα, που όμως δεν γιορτάζει σήμερα, αλλά στις 8 Σεπτεμβρίου στη Γέννηση της Θεοτόκου.  
Σήμερα λοιπόν θα ασχοληθούμε (εισάγοντας ...δαιμόνια καινά!) με το αγίασμα της Γορίτσας αντιγράφοντας τον Αγιολαυρεντίτη καλόγερο Ζωσιμά Εσφιγμενίτη (1836-1903), που με τα γραπτά του στηλίτευε τις αγυρτείες των καλογέρων και των παπάδων, καθώς και τα κακώς κείμενα της τότε τοπικής εκκλησίας. Γράφει λοιπόν και για το αγίασμα της Γορίτσας:
1. Στο Ημερολόγιον Η ΦΗΜΗ έτους 1887, κάνοντας σημειώσεις στη Γεωγραφία των Δημητριέων. (Αντίγραφο από τη σελίδα 128):
2. Στο περιοδικό του ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ (Απρίλιος 1893- 5ον έτος- σελ. 418)  το θεωρεί «ψευδές θαύμα»:
[…] Πολύ λυπηρόν και σπαραξικάρδιον είναι να βλέπη τις ανθρώπους φέροντας αναξίως βεβαίως όνομα της μόνης αληθούς επί της γης θρησκείας ανθρώπους ονομαζομένους χριστιανούς και το χείριστον ανθρώπους φέροντας το όνομα των λειτουργών της θρησκείας Εκείνου, όστις ονομάζεται και όστις βεβαίως είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή» λυπηρόν, λέγω, να βλέπη τις τοιούτους μεταχειριζομένους τοιαύτα χαμερπή μέσα, τοιούτους γελοίους και αναιδείς δόλους και απάτης, τοιαύτα ψευδή και καταγέλαστα θαύματα και τοιαύτα πλήρη ανοησίας και άξια χλεύης και μυκτηρισμού προς υλικήν των ωφέλειαν και προς εξαπάτησιν και εντελή αποτύφλωσιν του χυδαίου και δεισιδαίμονος όχλου.
Οι τοιούτοι είναι βεβαίως εχθροί του Χριστιανισμού, εχθροί του έθνους, εχθροί πάσης της ανθρωπότητος και βδελυροί εχθροί αυτού του μόνου αληθινού και Αγίου Θεoύ του μισούντος και αποστρεφομένου τον δόλον και την απάτην και το ψεύδος […]

Στη συνέχεια ο Ζωσιμάς στοιχειοθέτησε με διάφορες μαρτυρίες και παραπομπές από την Αγία Γραφή κι απ’ αλλού πως δεν είναι θαύμα το θρυλούμενο αγίασμα που αναβλύζει τη μέρα της Παρασκευής της Διακαινησίμου και μόνο μια φορά το χρόνο και για 24 ώρες.
Μάλιστα, προκάλεσε μέσω των σελίδων του ΠΡΟΜΗΘΕΑ του, να τον διαψεύσουν όσοι λένε για «το θαύμα του αγιάσματος» και αν του αποδείξουν πως κάνει λάθος, να τον …κρεμάσουν!
Βέβαια, ποτέ δεν τον κρέμασαν!

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Παναγία η Σουραυλού

Η Ζωοδόχος Πηγή ή Παναγία Σουραυλού 
στον Άγιο Λαυρέντη

Η δεύτερη ονομασία του ναΐσκου προέρχεται από το έθιμο που επικρατεί από αρχαιοτάτων χρόνων, να κατασκευάζουν οι επισκέπτες την ημέρα της γιορτή της από ένα σουραύλι από ξύλο καστανιάς. (ένα είδος φλογέρας) .
Η θέση στην οποία βρίσκεται το ξωκλήσι είναι στο βορειοδυτικό μέρος του χωριού, 15 λεπτά περίπου απόσταση με τα πόδια. Βασικά βρίσκεται πίσω από το χωριό και απέχει γύρω στα 300μ από τα τελευταία κατοικημένα σπίτια. Γύρω από τον ναΐσκο  υπάρχουν αρκετά μεγάλες εκτάσεις με δέντρα, όπως καστανιές και μηλιές. Απ’ το εξωκλήσι μπορεί κανείς να θαυμάσει το απέραντο πράσινο που απλώνεται μπροστά στα μάτια τον Επίσης με μια πρώτη ματιά βλέπεις το χωριό Δράκια από τη μια και από την άλλη τα Χάνια με το καταφύγιο. Ο χώρος έξω από το ξωκλήσι είναι πολύ όμορφα διαμορφωμένος έχοντας ένα καινούργιο μικρό καμπαναριό στο κέντρο του αυλικού χώρου, γύρω-γύρω ξύλινα καναπεδάκια για την ξεκούραση των προσκυνητών και των περαστικών και ‘να μικρό προσκυνητάρι.
Το έτος 1800- 1803 πρόσβαλλε το χωριό μια επιδημική αρρώστια, η πανώλη. Πάρα πολλοί κάτοικοι του χωριού προσβλήθηκαν από την αρρώστια και αργοπέθαιναν. Οι κάτοικοι απέφευγαν να έρχονται σε επικοινωνία ο ένας με τον άλλον. Οι συναλλαγές ήταν σχεδόν ανύπαρκτες και αυτές που γινόταν, γινόταν με μεγάλη προσοχή. Τα νομίσματα στα μαγαζιά, όπου ψώνιζαν, τα έριχναν σε μια πήλινη λεκάνη με ξύδι, που είχε κάθε μαγαζάτορας, ώστε αυτά να περνούν από μια υποτυπώδη απολύμανση. Πολλοί, λόγω της αρρώστιας, αυτοεξορίστηκαν από το χωριό προς το βουνό για να μην προσβάλλουν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Ένας από τους προσβλημένους με την αρρώστια, ονόματι Παπαγγέλης, ξεκίνησε και αυτός τον δρόμο της αυτοεξορίας, φορτωμένος με τα λίγα υπάρχοντά τον, για το βουνό. Όταν έφτασε στις καστανιές του Σαράφη στη σημερινή θέση που βρίσκεται το ξωκλήσι, αποκαμωμένος από την εξάντληση κάθισε να ξεκουραστεί στην ρίζα μιας μεγάλης καστανιάς. Δεν άργησε όμως να τον πάρει ο ύπνος. Ξαφνικά βλέπει στο όνειρό του μια γυναίκα να του λέει να «σηκωθεί και να ανέβει στην καστανιά για να φτάσει και να δει μια μικρή κουφάλα που βρίσκεται ψηλά. Μέσα σ’ αυτήν υπάρχει μια εικόνα. Στη θέση της καστανιάς να φτιάξει ένα εκκλησάκι και αυτή ως αντάλλαγμα θα τον έκανε καλά». Ο Παπαγγέλης ξαφνιασμένος τη ρώτησε «ποια είναι αυτή που θα μπορέσει να τον γιατρέψει»; Αυτή απάντησε: «είμαι αυτή που απεικονίζει η εικόνα και χάρη σ’ αυτήν δεν θα θρηνούσουν άλλα θύματα στο χωριό».
Σε λίγο ο Παπαγγέλης ξύπνησε και προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Αμφιβάλλοντας για το τι είδε στον ύπνο του, κοίταξε προς τα πάνω την καστανιά και είδε μια μικρή κουφάλα με μια πολύ μικρή τρύπα πράγμα το οποίο τον έκανε να πιστεύει πως ήταν αδύνατον να χωρέσει να μπει εκεί μέσα η εικόνα.
Η περιέργειά του, αλλά και το ενδιαφέρον του έλεγαν να ανέβει στο δέντρο. Όμως τα πόδια του έτρεμαν από την κούραση. Τότε  αποφάσισε να γυρίσει σιγά-σιγά στο χωριό για να διηγηθεί όλα όσα του συνέβησαν στους συγγενείς του, αλλά και να ειδοποιήσει τον Σαράφη ιδιοκτήτη του κτήματος. Την επόμενη μέρα όλοι οι χωριανοί πήγαν εκεί. Βάλανε μια σκάλα για να πατήσουν σταθερά και να δουν τι περιείχε τελικά η κοιλότητα του δέντρου. Έπρεπε όμως πρώτα να μεγαλώσουν τη διάμετρο του ανοίγματος. Ο ιδιοκτήτης της αντέδρασε, γιατί πίστευε ότι θα καταστρεφόταν η καστανιά. Τότε ο δυστυχής Παπαγγέλης που αντηχούσαν μέσα στα αυτιά του τα λόγια της γυναίκας ότι «θα τον κάνει καλά» αναγκάστηκε να πει πως είχε ένα κτηματάκι και πως αν δεν έβρισκαν τίποτα στην κουφάλα του δέντρου, θα το πουλούσε και θα αποζημίωνε τη καταστροφή του . Έτσι πείστηκε ο ιδιοκτήτης και όλοι μαζί άρχισαν να κόβουν το δέντρο. Ανοίγοντας την τρύπα της κουφάλας και μπαίνοντας λίγο φως μέσα της, είδαν πράγματι στριμωγμένη στον κορμό την εικόνα της Παναγίας σε πολύ καλή κατάσταση. Οι χωρικοί την μετέφεραν στην κεντρική εκκλησία τον χωριού και την Κυριακή όλοι οι κάτοικοι έκαναν μεγάλη λιτανεία την εικόνα γύρω από το χωριό, από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου, και στα τέσσερα σημεία του διαβάστηκαν δεήσεις και παρακλήσεις. Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, με την βοήθεια της Παναγίας σώθηκε το χωριό από την επιδημία που είχε ξεκληρίσει πολλές οικογένειες.
Ο Σαράφης ενθουσιασμένος από το γεγονός άρχισε να κτίζει το εκκλησάκι μόνο με τη δική του προσφορά, χωρίς την βοήθεια κανενός.
Η πανέμορφη ευρεθείσα εικόνα της Παναγίας διασώθηκε ως το 1969-70, γιατί κανείς δεν φρόντισε να την προστατέψει από τους αρχαιοκάπηλους.
 Έτσι κτίστηκε το πανέμορφο εκκλησάκι, που γιορτάζει την Παρασκευή του Πάσχα, κάτω από το γέρο πλάτανο που σαν ακίνητος φρουρός προσπαθεί να το προστατεύσει απ όλους τους κινδύνους.
Το εκκλησάκι βρίσκεται σήμερα σε καλή κατάσταση. Οι διαστάσεις του είναι 5Χ8μ και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του είναι κυρίως πέτρα. Ο ρυθμός του είναι βασιλική . Εικόνες υπάρχουν αρκετές και οι πιο πολλές είναι αφιερώσεις προσκυνητών. Ο ναΐσκος συντηρείται από τις προσφορές των πιστών και τα τελευταία χρόνια έχει ανακαινιστεί λόγω φθορών. Γύρω του υπάρχει αγρόκτημα με καστανιές και κερασιές. Σήμερα μένει σχεδόν ακαλλιέργητο με αποτέλεσμα τα έσοδά του να είναι λιγοστά και αυτά κυρίως να προέρχονται από τις προσφορές των πιστών προσκυνητών.
Η σημασία του εξωκλησιού είναι για τους κατοίκους του χωριού είναι αρκετά σημαντική γιατί συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη και επιβίωση του χωριού, αλλά και γιατί εξυπηρετεί τις θρησκευτικές ανάγκες των πιστών της περιοχής.
Φωτογραφία της αγιολαυρεντίτισσας κ. Ελένης Βλάχου
Φωτογραφία της κ. Ελένης Βλάχου
Φωτογραφία της κ. Ελένης Βλάχου
Φωτογραφία της Ελένης Βλάχου
Φωτογραφία: Ελένη Βλάχου
-------------------------------------

Κείμενο από το βιβλιαράκι ΞΩΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΗΛΙΟΥ, έκδοση του Ενιαίου Λυκείου Π.Ο. Αγριάς - 2001)

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Μάηδες

Για τους «Μάηδες» του Πηλίου (μοναδικό έθιμο) υπάρχουν και παλιότερες δημοσιεύσεις σ' αυτό το ιστολόγιο, αλλά και πάρα πολλές δημοσιεύσεις σε περιοδικά και βιβλία. 
Σήμερα θα δούμε (αντιγραφή σε μονοτονικό) ένα σχετικό και πανέμορφο κείμενο του λογοτέχνη Βασίλη Πλάτανου που υπάρχει στο βιβλίο του ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΪΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ με πρώτη έκδοση το 1963 και Πρόλογο του Στρατή Μυριβήλη. 

[ Και γιόμισε ο τόπος του Πηλίου αγκρισμένα ζωντανά, που, μέσα στους ερεθιστικούς σκοπούς και τις μεθυστικές μυρουδιές, αρχιότανε, καί παραδομένα ολάκερα, σώμα και ψυχή, στο ανοιξιάτικο μεθύσι, βατευότανε.
Κείνες τις μέρες η γης κοιλοπονούσε. Βρισκότανε πάνω στον καιρό της γέννας της. Κάθε αγκομαχητό που έβγαζε απ’ τα σπλάχνα της, το χώμα φούσκωνε, έσκαγε, άνοιγε σαν πάξα και ξεπεταγότανε το βλαστάρι, και το λουλούδι, και το κλωνάρι από το μάτι του δέντρου, που θέριευε, λιγιότανε, αγκαλιαζότανε, φιλιότανε, μοσκοβολούσε, έτσι που ρέθιzε κάθε ζωντανή ψυχή γύρω του.
Τα θηλυκά κυλιόντανε λαγνισμένα πάνω στο παχύ χορτάρι κι ανάμεσα στις μοσκοβολάδες των λουλουδιών, με τα ποδάρια σηκωμένα κατάντικρυ στον καματερό ήλιο. Οι μέλισσες και τ’ άλλα ζουζούνια βουίζανε γύρω τους, κι οι τράγοι, τ’ αλόγατα, τα ζιγούρια, τα κοκόρια, τ’ αηδόνια, τρέχανε σα δαιμονισμένα μέσα σε κείνο τον ανοιξιάτικο ξεσηκωμό να παραδοθούνε στον οργιασμένο ρυθμό της φύσης.
Κι άκουγες σε κάθε περπατηξιά σου πάνω στο χώμα, να σκούζουνε οι χρυσόφτερες ζωές και να χασκογελάνε τα ζούμπερα, κι η γης να ψιθυρίζει χίλιους σκοπούς, και τα ξοθιά του δάσους να πετάγουνται μέσα από τις βελονόφυλλες φτέρες να γαργαλάνε και να πασπατεύουνε ολοένα τα ζωντανά και τα γεννήματα, έτσι που να βρίσκουνται όλα συναμεταξύ τους αλαλιασμένα απ’ το φρένιασμα της γλυκιάς μέρας και της πλανεύτρας νύχτας των ασημένιων αστεριών και τού χρυσαφένιού φεγγαριού.
Κι οι πηγές οι παρθένες της Μόκρινας, της Μακρινίτσας του Πηλίου, που σημαίνει στα σλάβικα βρεγμένος τόπος, ρέανε ασταμάτητα για να ξεδιψάσουνε κείνο το λυσσιασμένο απ’ οργιασμό κόσμο. Μα το δροσάτο νερό τα δυνάμωνε, τα ρέθιzε πιότερο, τα γιόμιζε με το αίστημα της αξεδιψασιάς και του παραδαρμού.
Ανάμεσα σε τούτο το πανδαιμόνιο της φύσης ξεπετάχτηκε ένας ρωμαλέος νέος, ο Μάης, Άδωνις στην ομορφιά, για να ξεσηκώσει και τους ανθρώπους σε τούτο το ανοιξιάτικο πανηγύρι του Πηλίου. Το σώμα του ήτανε σκεπασμένο με κισσούς, κλήματα, δάφνες, αγιοκλήματα, τριαντάφυλλα, γαρούφαλα, παπαρούνες, μαργαρίτες, ανεμώνες, βιόλες, σπαρτιές, πλουμισμένος με τα χρώματα των λουλουδιών τα πράσινα, τ’ άσπρα, τα κόκκινα, τα κίτρινα, τα μενεξελιά, τα βυσσινιά, τα γαλάζια, τα καφετιά, τα λιοτροπιασμένα, από την κορφή ίσαμε τα νύχια των ποδιώνε του, και στο κεφάλι φορούσε μυριοπλεγμένο στεφάνι μ’ ολάκερο τον ανθισμένο κόσμο της γης. Στο χέρι του κρατούσε το οργιαστικό σύμβολο τού προκατόχου του Διόνυσου, το μαγιόξυλο, καταφορτωμένο με λουλούδια και καρπούς, που, καθώς το χτύπαγε πάνω στο χώμα, τραγούδαγε έναν αψάφωνο σκοπό με τούτα τα λόγια:
«Κόρη ξανθή τραγούδισε από γυαλένιον πύργο,
και πήρ’ αγέρας τη φωνή και στο γιαλό την πάει,
κι όσα καράβια τ’ άκουσαν όλα λιμάνι πιάσαν,
Κι ένα καράβι κρητικό βαθιά καλαρμενίζει.
Με τον αγέρα μάλωνε, με το βοριά μαλώνει.
- Δεν σε φοβάμαι κυρ βοριά, μαΐστρο τραμουντάνα,
έχω καράβ’ από καρυά, κατάρτ’ από πλιξάρι,
έχω καί καραβόσκοινα όλο μαργαριτάρι,
έχω κι ένα μουτσόπουλο, θαλασσογυρισμένο.
 - Ανέβα βρε μουτσόπουλε στο μεσιανό κατάρτι,
να δεις τι αγέρας μάς βαρεί και τί καιρός μάς δέρνει.
 Παιζογελώντας ‘νέβαινε, κλαίγοντας κατεβαίνει.
- Τι είδες βρε μουτσόπουλε και κλαις και κατεβαίνεις;
- Κόρ’ είδα με ξανθά μαλλιά και με τα μαύρα μάτια.
-Κόρη ξανθιά μου άνοιξε την πόρτα την καρένια,
έχω δυο λόγια να σου πω, γλυκά και ζαχαρένια.
Κόρη σαν θέλεις φίλημα, σαν θέλεις μαύρα μάτια,
πάρε κι αρμάθιασε φλουριά και κάν’ τα πέντ’ αρμάθες,
κι έλα μαζί μου μια βραδυά αμάν, αμάν, αμάν, ένα Σαββάτο βράδυ,
πούν’ η μάνα μ’ στην εκκλησιά, πατέρας στο παζάρι,
τα δυο ‘δελφάκια στο σχολειό, σ’ ένα χαρτί διαβάζουν,
τόνα διαβάζει λεμονιά και τ’ άλλο κυπαρίσσι».
Με τούτο το σκοπό ο Μάης έφερνε μαζί του τις περιπλανήσεις τού Διόνυσου στις ανοιχτές θάλασσες, και τον πανάρχαιο ελληνικό μύθο, όπου ο Θεός τού κρασιού ταξιδεύοντας κάποτε, αιχμαλωτίστηκε από τυρρηνούς πειρατές και τούς κατανίκησε με μαγείες και βγήκε στερνά στη στεριά της Νάξου. Εκεί παντρεύτηκε την  Αριάδνη, τη θυγατέρα τού βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, που την άφησε σ’ αυτόν των τόπο ο Θησέας. Από την γάμο του με την Αριάδνη, ο Διόνυσος έκανε παιδιά, τον Στάφυλο, τον Οινοπίωνα, τον Ταυρόπολη και άλλα. Τούτος ο μύθος, που μας τονέ πρωτοτραγούδισε ο Όμηρος στους ύμνους του, γήτεψε πολλούς ζωγράφους και γλύπτες, μαστόρους της τέχνης της αρχαιότητας, που ανάμεσά τους στάθηκε, κατά τον τέταρτο αιώνα, κάποιος καλλιτέχνης σύγχρονος ή μαθητής του Πραξιτέλη, κι έγλυψε με τη σμίλη και το σκαρπέλο του τις πιότερο χαρακτηριστικές σκηνές του μύθου πάνω στο διάζωμα του χορηγικού μνημείου του Λυσικράτη, που είναι κοντά στον Ακρόπολη της Αθήνας και που ο κόσμος τ’ ονοματίζει «Φανάρι του Διογένη».
Ο πανάρχαιος μύθος που έφερνε μαζί του ο  Μάης της πηλιωρίτικης άνοιξης με το τραγούδι του, συμβολίζει την ένωση του Διονύσου, του αγροτικού Θεού, με την Αριάδνη, που προσωποποιεί την ανοιξιάτικη φύση, όπου γονιμοποιείται κάτω από την επίδρασή του.
Ο Μάης του Πηλίου ξεκινούσε, ανάμεσα από τους  αιώνες, από τις πολιτείες και τα χωριά της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου, φέρνοντας, μπροστά από το ναό Γκογκοκούλι της συνοικίας Οτσούκα του Τόκιο, στους Μακρινιτσιώτες του Πηλίου το «Χαναματσούρι», τη Γιορτή  των Λουλουδιών, τους Μάηδες, που τήνε πρωτοργάνωσε ο Διόνυσος στο μεγάλο του ταξίδι στην Άπω Ανατολή. Είναι μια από τις γραφικότερες γιορτάδες της γιαπωνέζικης άνοιξης, όπου γλεντοκοπάνε όλοι οι ντόπιοι στο πανηγύρι του μεθυσιού  απ’ τις μοσκοβολάδες των λουλουδιών Κάι υπό τ’ οργιαστικό ξεσήκωμα των εξωτικών zωντανών της Γιαπωνίας. Ο Μακρινιτσιώτης Μάης έφερνε το γιορτασμό της γέννησης του Βούδδα, που τον συνοδεύουνε θρησκευτικές τελετές, όπου οι πιστοί ραντίzουνε με «αμάκα», γλυκό τσάι, τ’ αγάλματα τού παιδιού-Βούδδα, που συνηθίζουνε να τονέ παρασταίνουνε δείχνοντας με το ένα  χέρι τον ουρανό και με το άλλο τη γη, και τους πατροπαράδοτους οργιαστικούς χορούς των Γιαπωνέζων, όπου εκτελούνε λαϊκοί μίμοι και χορευτές μασκαρεμένοι και με το μαγιόξυλο στό χέρι χτυπώντας το στη γη πάνω στον ρυθμό του οργιαστικού χορού τους.
Ακόμα, ο Μακρινιτσιώτης Μάης ξεπετάχτηκε μέσα από τη φύση του Πηλίου, για να ξαναζωντανέψει τις μεγάλες οργιαστικές και θορυβώδεις γιορτάδες προς τιμή του Διόνυσου, θεού των μυστηρίων και της φύσης, αλλά και της εξοχής, στ’ αγροτικά γλεντοκόπια που τα πανηγυρίζανε σ’ όλες τις ελληνικές χώρες της αρχαιότητας. Έφερνε την πίστη του λαού της παλιάς εποχής που ένοιωθε πως στις γιορτάδες αυτές παραβρισκότανε αόρατος ο ίδιος ο θεός και που φρόντιζε να μη λείπει τίποτα από τον φιλοξενούμενο Διόνυσο-Μάη, απ’ όσα ήθελε να έχει κοντά του σ’ ένα γλέντι. Γι’ αυτό οι δημότες μεταμφιεζόντανε σε ακολούθους του θεού, σατύρους, τράγους, σειληνούς, νύμφες, λήνες.
Ο Μάης έφερνε  ακόμα και το μασκάρεμα όπου ακόλουθοι , του Διόνυσου, σκεπάζανε το πρόσωπό τους με στάχτη ή πηλό, ή με κόκκινο βάψιμο, φορούσανε στα κεφάλια τους στεφάνια κισσού και κρατούσανε θύρσους, μπαστούνια, που καταλήγανε στην κορυφή σε κουκουνάρι πεύκου, συμβολίζοντας το όργανο της αναπαραγωγής.  Έτσι μεταμορφωμένοι, μεταφερόντανε με τη φαντασία και με το κέφι τους, βοηθημένοι από το κρασί, σε κόσμους εξωπραγματικούς. Φανταζόντανε πως ταξιδεύανε, μαζί με τον αγαπημένο τους θεό, πως παίρνανε μέρος στα παθήματα και στα κατορθώματά του. Ζούσανε το περιεχόμενο του ύμνου που ψάλλανε προς τιμήν του Διόνυσου και που τον ονοματίζανε «διθύραμβο». Οι γιορταστές μασκαρεμένοι σ’ ακόλουθους του Διόνυσου κι έχοντας πιει μπόλικο κρασί, γυρίζανε πάνω σ’ αμάξια και ψέλνανε τα φαλλικά τραγούδια συνοδεύοντάς τα με τσουχτερές βωμολοχίες κι άσεμνες χειρονομίες, κάνοντάς τα τώρα και οι ακόλουθοι του Μάη. Ο Μακρινιτσιώτης Μάης, έφερνε, ανάμεσα από τούς αιώνες της ελληνικής αρχαιότητας, την οργιαστική ιεροτελεστία, όπου συμβολίζεται ο αιώνιος δεσμός της πηλιωρίτικης γης με το Θεό της βλάστησης και της αναπαραγωγής. Βγαίνοντας μέσα από την οργιαστική φύση της Μακρινίτσας του Πηλίου, γιορταστικά ντυμένος, ο σύγχρονος Διόνυσος, χτύπησε το μαγιόξυλο στο χώμα, καλένοντας τους ερεθισμένους κατοίκους και πιότερο τους αγκρισμένονς, να μαζωχτούνε γύρω του για να πάρουνε μέρος στο μεγάλο πανηγύρι της πηλιωρίτικης άνοιξης των ζωντανώνε και των άψυχων ξοθιών του φυτικού κόσμου, ξαναζωντανεύοντας την   αρχαία οργιαστική ιεροτελεστία προς τιμή του Θεού της βλάστησης και της αναπαραγωγής, του Μάη.
«Και το ραβδί του ήταν ξερό,
χλωρά βλαστάρια πέτα,
κι απάνω στα βλαστάρια του,
 πέρδικες κελαϊδούσαν».
Κελαϊδήσανε οι ζουρνάδες, οι πίπιζες, τα βιολιά, στα παθιασμένα χείλια και χέρια των Μακρινιτσιωτών, και τ’ αηδόνια ξεπεταχτήκανε μέσ’ από τις ρεματιές και σταθήκαν απάνω στα κλωνάρια του Μάη, συνοδεύοντας τα παιχνίδια στον ξετρελαμένο σκοπό τους. Τα πλατάνια με τα μεγάλα απλωμένα κλαδιά υποδεχτήκανε κάτω από τον παχύ ίσκιο τους σ’ ολάκερη την μεσοχωριά τους πρώτους γιορταστές Μακρινιτσιώτες και τις αφροπλασμένες κοπελούδες, με τις ντόπιες ντυμασιές τους.
Αναπεταγόντανε τα μακρυά φουστάνια που φτάνανε ίσαμε τον αστράγαλο, κι η βελουδένια τζάκα η κατιφένια με τη ζώστρα, από κλαδωτό μετάξι που τύλιγε τη μέση της νιας σε μια τάκλα με το φαρδύ φιόγγο στο πλάι, γυαλοκοπούσανε πάνω στις στροφές τού χορού. Το κελεμκερί, το αραχνοΰφαντο μαντίλι, με τις μπιμπίλες και τα μπόλια στην άκρη, αναπεταγότανε κι αυτό, έτσι που σεκλέντιζε τα παλικάρια, ντυμένα και κείνα με τη βράκα και το μαύρο γελέκι, με το μαύρο καλπάκι στο κεφάλι καμωμένο από όστρακά.
Τα παπαδ’κά παπούτσια σηκωνόντανε στ’ αψήλωμα των ποδιώνε κι ακουμπούσανε το κομπολόγι του αρσίζη χορευταρά. Και μαζωχτήκανε οι ξενοτοπίτες απ’ όλα τα κατατόπια, τα χωριά και τις πολιτείες της Ελλάδας, και όλο τούτο τ’ ασκέρι τους περιτριγύρισε να χαρεί και να καμαρώσει το ανοιξιάτικο πανηγύρι των Μακρινιτσιωτών.
Ο Αρχιμάης βαστούσε γιορταστικά το κλωναρισμένο ραβδί καταφορτωμένο τώρα με λουλούδια και καρπούς, το μαγιόξυλο, που το κουνούσε δοξαστικά, το ψήλωνε και το κατέβαζε με την ίδια συμβολική κίνηση όπως ανεβοκατεβάζουμε τις λαμπάδες στην Ανάσταση, χτυπώντας τη γη μ’ αυτό, έδινε έτσι το ρυθμό και τον τόνο της όλης γιορτής, με το συμβολικό όργανο της αναπαραγωγής. Οι ακόλουθοι εξυμνούσανε τα ξόμπλια του Αρχιμάη, που ήτανε λουλούδια και φρούτα, οι καρποί της γονιμότητας, και το στεφανωμένο κεφάλι του, όπως το θεό Διόνυσο στις τελετές του, με τούτο το τραγούδι:
«Μάη μου, Μάη δροσερέ, κι Απρίλη λουλουδάτε,
ο Μάης μέ τά τριαντάφυλλα, κι Απρίλης με λουλούδια,
όλον τον κόσμο γέμισες απ’ άνθια και λουλούδια,
το νιόνε περικύκλωσες στις κόρης τις αγκάλες.
Σαν περπατεί, μαραίνεται, σα στέκεται, πλανιώται,
σαν πέσει κι αποκοιμηθεί, τον ύπνο δε χορταίνει.
Άνοιξε πόρτα της κυράς, πόρτα της μαυρομάτας,
να μπω να διώ τη λυγερή, πώς στρώνει και κοιμάται,
πώς στρώνει τα τριαντάφυλλα, κοιμάται στα λουλούδια.
Πώς να την πω να σηκωθεί, πως να την πω να κάτσει;
Να την ειπώ λιγνό βεργί, και το βεργί λυγάει,
να την ειπώ αγιόκλημα, το κλήμα κόμπους έχει,
να την ειπώ τριαντάφυλλο, από τ’ άγκάθι βγαίνει,
να την ειπώ βασιλικό, γκαστρώνει η μυρουδιά του.
Αφέντη κι αφεντούτσικε, πέντε φορές αφέντη,
λύσ’ το, αφέντη, λύσ' το, το χρυσομάντηλό σου.
Κι αν χεις γρόσια, δός μας τα, φλουριά μην τα λυπάσαι,
κι αν τα λυπάσαι τα φλουριά, δός μας δεκαπεντάρια,
δός μας τ' αφέντη, δός μας τα να πιούμε στην υγειά σου,
για την υγειά τ’ αφέντη μας, για την καλή χρονιά σου.
Να ζήσεις χρόνους εκατό και να τους διαπεράσεις,
κι απ’ τους διακόσιους άμπροστά ν’ ασπρίσεις να γεράσεις.
Ν’ ασπρίσεις σαν τον Έλυμπο σαν τ' ασπρο περιστέρι.
Όσα λουλούδια, 'ν' του Μαγιού και φύλλα των δεντρώνε,
Τόσο καλό να δώσ’ ο Θεός εδώ που τραγουδάμε».
Και με τα ντόπια όργανα μπροστά, τα βιολιά, τους ζουρνάδες και τα νταούλια, περνούσαν από τους ξενοτοπίτες, τ’ αργαστήρια και τα σπίτια της Μακρινίτσας μαζεύοντας φιλέματα σύκα, καρύδια, αυγά, αμύγδαλα και χρήματα για ν’ αγοράσουνε κρασί και να πιούνε στην υγειά τους, για την υγειά των αφεντάδωνε, και για την καλή χρονιά τους.  Γιατί, κατά τους γιορταστές του Πηλιωρίτικου Μάη, η νέα χρονιά αρχίζει από το ξανάνιωμα της φύσης, από την άνοιξη.
 Και μεταχτύπησε ο Μάης το μαγιόξυλό του χώμα, και γιομίσανε τα νταούλια, κι οι ζουρνάδες και τα βιολιά ανθισμένα κλωνάρια με  γαρούφαλα και τριαντάφυλλα. Ξεχυθήκανε σ’ έναν παθιάρικο σκοπό, τον ζεϊμπέκικο, που η ισκιερή απλάδα κάτω απ’  τα πλατάνια τραντάχτηκε με τον μερακλήδικο χορό των ζεϊμπέκηδων. Τα ζεϊμπέκια φορούσανε τη γιορτερή ντυμασιά τους, σαρίκι με φούντες και  κρόσια, γελέκι  πλουμισμένο, φαρδύ ζουνάρι με μπόλικες τάκλες γύρω από τη μέση, γιομάτο γιαταγάνια και πιστόλες, κοντό σαλβάρι, κεντημένα παπούτσια κι επικνημίδες, ταιριασμένα τα πλουμιά με τα χρώματα των λουλουδιών. Κι ακουμπούσανε οι σέλες τον βρακιώνε τους τη γης καθώς γονατίζανε, και χτυπούσανε τις παλάμες τους, και ξανασηκωνότανε με τα χέρια ψηλά, κροταλίζοντας τα δάχτυλα γύρω από τα σαρίκια, έτσι που οι φούντες τους κουνιόντανε, και μπερδευόντανε τα κρόσια συναμεταξύ τους στον παθιάρικο σκοπό.
Και ξαναχτύπησε ο Μάης το κλωναρισμένο ραβδί του στη χώμα, κι ανάμεσα από τις γαρουφαλιές ξεπεταχτήκανε ο Γενίτσαρος με τη Νύφη. Ο φουστανελοφόρος γαμπρός με την ολόασπρη πουκαμίσα και φουστανέλα, την ασημένια ζώστρα με το μαυρομάνικο μαχαίρι στη μέση, το κατιφεδένιο γιλέκο, το κόκκινο φουντωτό φεσάκι, τα φουντωτά τσαρούχια στα πόδια άρχισε πρώτος τον χορό. Τον ακλούθησε η νύφη με το κλαδωτό φουστάνι, το ψάθινο καπέλο με άσπρο τούλι μπροστά από το πρόσωπό της, και κουνώντας το μαντήλι με τα δυο της χέρια, έφερνε ναζιάρικα τις στροφές του χορού της από τον γαμπρό. Ο Γενίτσαρος με τ’ αντρίκια πατήματά του της έκλωθε τη νύφη, τη λόγιαζε στα μάτια, «κι αμάν, αμάν χαρές που θάχουμε απόψε», φώναζε. Μονάχα που στο χτύπημα του μαγιόξυλου στη γη, ο Διόνυσος έκαμε λάθος κι έστειλε στο Μάη αρσενικιά νύφη με μουστάκια.
Στο τέταρτο χτύπημα τού μαγιόξυλου στη γη, ο Μάης έβγαλε το Χότζα. Με το φανέρωμά του, γιόμισε ο τόπος μουστάκια, φαρδιές κελεμπίες κλαδωτές, σαρίκια ψηλά και τσιμπούκια που το μάκρος τους έφτανε ίσαμε τα σύγνεφα και τρυπούσανε τον ουρανό. Μαζώχτηκε η ακολουθία του γύρω, τα ζεϊμπέκια, και χτυπώντας τα χέρια τους συνοδεύανε τα παιχνίδια στον ακαμάτικο σκοπό για να χορέψει ό Χότζας μ’ όλο τό ραχάτι καί τό χουΖονρλίκι του. Στερνά γονατίσανε τα ζεϊμπέκια, απλώσανε τα μπράτσα τους κυκλικά και φωνάζοντας «σουίνταααα», κάμανε τον Χότζα να μερακλωθεί και να λογιάζει το διαβολεμένο θηλυκό, τη νύφη, που θα του χάριζε μια οργιαστικά νυχτιά.
Στο άλλο χτύπημα του μαγιόξυλου στη γη, ο Μάης έβγαλε το Γύφτο με τη Γύφτισσα. Και σε τούτο το χτύπημα ο Διόνυσος λάθεψε κι έστειλε στη διάδοχό του αρσενική γύφτισσα. Οι ξενοτοπίτες πού παρακολουθήσανε τ' ανοιξιάτικο πανηγύρι της Μακρινίτσας, ξεσπάσανε σε τρανταχτά χαχανίσματα βλέποντας δυο αρσενικές γυναίκες να γίνουνται αφορμή καυγάδων ποιος θα πρωτοχαρεί τις ξελογιάστρες.
Κι οι γιορταστές είπανε θλιμμένα τούτο το τραγούδι:
«Μπάμιες Κάι ντομάτες,
και κολοκυθάκια,
τι κακό που πάθαμε,
εμείς τα Μακριτσιοτάκια,
τι κακά που πάθαμε  
εμείς τα κοριτσάκια».
Μα ο Γύφτος που είχε καταβροχθίσει μπόλικο κρασί ίσαμε που η κοιλιά του φούσκωνε κι αντί να πεταχτεί μπροστά ογκώθηκε από πίσω του, με τον έξαλλο χορό του σκόρπισε το κέφι σ’ ολάκερη τη μεσοχωριά κάτω απ’ τήν ισκιάδα των πλατάνων, έτσι που τα νταούλια κι οι ζουρνάδες ξεχυθήκανε σ’ έναν ξετρελαμένο σκοπό, όπου κάμανε τη Γύφτισσα την καψερή να μην πατά στο χώμα από σβέλτα πηδήματα και ναζιάρικα λυγίσματα. Το κρασί χύθηκε άφτονο κι οι χορευτές ξεσπάσανε σε οργιαστικούς χορούς, συνοδεύοντάς τους με τσουχτερές βωμολοχίες κι άσεμνες χειρονομίες. Ο Γύφτος έκαψε τα μουστάκια με το αποτσίγαρο που είχε κολλήσει απάνω στη γλώσσα του, το φεσάκι του έγινε κατακόκκινο απ’ το μεθύσι, η σέλα του χαμήλωσε κι ακούμπησε στο χώμα, κι η Γύφτισσα ανασήκωσε το μακρύ φουστάνι που έφτανε ίσαμε τους αστραγάλους, έτσι όπου φαινόντανε οι γάμπες της και τονέ ξετρελαίνανε.
Ο οργασμός των γιορταστών είχε φτάσει στο μεγάλο πάθος. Οι δυο γυναίκες, η Νύφη και η Γύφτισσα, αρχίσανε να κοιλοπονάνε. Κι ευτύς ως χτύπησε ο Μάης το κλωνισμένο ραβδί του στη γη, ξεπεταχτήκανε ο Γιατρός με τα Φραγκούλια να σώσουνε την κατάσταση. Ασπροντυμένοι με τα ψηλά σκληρά καπέλα τους, πήρανε τις ντελικάτες στροφές του χορού τους γύρω από τα λαγνισμένα θηλυκά που ξεψυχούσανε στο οργιαστικό μεθύσι τους, και πασχίσανε να τα συνεφέρουνε.
Κονταροχτύπησε ο Μάης τη γης και μαζωχτήκανε τ’ αποδέλοιπα μέλη της ακολουθίας του, που ήτανε τα πιο ετερόκλιτα προσώπατα, Φράγκοι, Μωαμεθανοί, Εβραίοι κ.λ.π., για να δείξει με την πανάρχαια αυτή διονυσιακή τελετή, με σύγχρονα μέσα των απλών μεταβυζαντινών χωρικών της Μακρινίτσας, την αναγκαιότητα της αναπαραγωγής, καθώς και την παγκόσμια προβολή της, καταπώς το εξηγεί ο μελετητής Θάνος Βελούδιος. Ο αράπης, μαύρος σαν κατράμι, ο παράξενος γέρος κι η γριά μονοδοντού, που τους ξαναζωντάνεψε η δύναμη της ανοιξιάτικης φύσης, ο βοεβόδας, η χανούμισσα και ο εξαποδώ, ο διαβολάκος. Αρχίσανε να εκτελούνε διάφορα διονυσιακά παιχνίδια με σύγχρονο τρόπο, με το ύφος ενός κοινωνικού, όχι απόκρυφου διονυσιακού οργίου πού είναι τούτο, στην ιερή, την ελληνική, την αρχική κι όχι την υστερνή ρωμαϊκή σημασία της λέξης, με βάση τους χωρικούς του ελληνικού και του πηλιωρίτικου λαού, που φοράει τις εθνικές ντυμασιές του.
Κι ο διαβολάκος χώθηκε μέσα στους γιορταστές, με πρόσταγμα του Αρχιμάη, τους ερέθισε, τούς γαργάλεψε, τους σεκλέντισε και τούτοι φρενιάσανε. Το κρασί χυνότανε μέσα στις φούχτες τούς ασταμάτητα και τα λαρύγγια όλο καταπίνανε. Και κόβανε τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, τα χλωροκούκια, τα τσάγαλα, τα φρούτα, τους καρπούς απ’ τα κλωνάρια του δροσερού Μάη και τρώγανε λαίμαργα, έτσι που τα στόματά τους πρασινίσανε από εφορία. Τα κεφάλια τους γιομίσανε στεφανωμένα παχιά στάχυα, αγουρίδες, πιπεριές πράσινες και κατακακκινες, οι κισσοί και τα κλήματα μυριοπλεχτήκανε επάνω στα κορμιά, στα μπράτσα και στα μαλλιαρά ποδάρια τους, κι οι ζουρνάδες παθιάσανε.
Αλεστάρανε τα ζωντανά από τ’ ανθρώπινο πανηγύρι της άνοιξης, κι ο Μάης χτύπησε το κλωναρισμένο ραβδί του και παρουσιάστηκε η αρκούδα ορθωμένη στα δυο πισινά της πόδια. Ένας φουστανελοφόρος έπιασε το ντέφι και σ’ ένα τέρτσο με το μεγάλο δάχτυλο τού χεριού του πάνω στην τεντωμένη προβιά, χτυπώντας το στο κεφάλι, στα πισινά και στα πόδια του, έκανε την αρκούδα να ξεσηκώσει όλα τα ζωντανά με τον χορό της στο μαγιοπανηγύρι.
Τ’ αλόγατα πιάσανε να χλιμιντράνε, τα ζιγούρια κι οι τράγοι να βελάζουν αγκρισμένα, τα κοκόρια και τ’ αηδόνια να κελαϊδάν αψάφωνα, και τα θηλυκά ζωντανή να τρέχουνε και να τρίβουνται απάνω στις πλάτες και τους λαιμούς των  αρσενικώνε.  Αγκαλιαστήκαν οι ακόλουθοι του Αρχιμάη με τα ζωντανά και γίναν ένα πράμα. Πήρανε τις ρεματιές, τα λαγκάδια, χωθήκανε στο δάσος, μεταφέροντας το κέφι παντού με τον οργιαστικό  χορό τους, μέσα στην ανοιξιάτικη μέρα και την πλανεύτρα γιορταστική νύχτα των ασημένιων αστεριών και του χρυσαφένιου φεγγαριού. ]