Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...
(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)
Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016
Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016
Αγιοβασιλειάτικα
Καλή Χρονιά!
Τα επίκαιρα διηγήματα του σκιαθίτη κυρ-Αλέξανδρου, είναι πασίγνωστα και διαβάζονται πάντα από μεγάλους και μικρούς!
Εδώ (και στην παρακάτω αντιγραφή σε μονοτονικό) ο Παπαδιαμάντης (με το ψευδώνυμο Βυζαντινός) στην αθηναϊκή εφημερίδα ΕΦΗΜΕΡΙΣ της 2ας Ιανουαρίου 1888, γράφει μια κριτική για τα κάλαντα. Έχει περιληφθεί και στα ΑΠΑΝΤΑ του, αλλά δεν είναι πολύ γνωστή :
Εδώ (και στην παρακάτω αντιγραφή σε μονοτονικό) ο Παπαδιαμάντης (με το ψευδώνυμο Βυζαντινός) στην αθηναϊκή εφημερίδα ΕΦΗΜΕΡΙΣ της 2ας Ιανουαρίου 1888, γράφει μια κριτική για τα κάλαντα. Έχει περιληφθεί και στα ΑΠΑΝΤΑ του, αλλά δεν είναι πολύ γνωστή :
ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΕΙΑΤΙΚΑ
Δεν ηξεύρω
ποίος περιπλανώμενος ραψωδός συνέθηκε τα νυν συνήθως υπό των παίδων αδόμενα άσματα
των Χριστουγέννων, του Αγ. Βασιλείου και των Φώτων, τα οποία ακολουθούσι δήθεν κατά
γράμμα την εκκλησιαστικήν παράδοσιν, βρίθουσιν όμως κακοζήλων στίχων, οίοι οι
εξής:
Και επληρώθη
το ρηθέν προφήτου Ησαΐου
μετά των
άλλων προφητών και του Ιερεμίου.
Ο δεύτερος
ούτος στίχος είναι προδήλως διά το κεχηνός του ρυθμού.
Φωνή ηκούσθη
εν Ραμά, Ραχήλ τά τέκνα κλαίει,
πα ρ α μ υ θ
ή ν (!) ουκ ήθελεν ότι αυτά ουκ έχει(!!)
Ή εν τω άσματι
της α΄ του έτους:
Σήμερον είν’
Περιτομή κ’ υμνεί η Εκκλησία,
και προσκαλείσθε,
άρχοντες, γυναίκες και παιδία.
Τόσον αληθεύει ότε υμνεί η Εκκλησία, ώστε ένα ή
δύο ύμνους μόνον έχει εις μνήμην τής Περιτομής, τους λοιπούς αφιεροί εις τον Μ.
Βασίλειον. Εννοεί ο αναγνώστης ότι, θέλων ενταύθα να εκφράσω λύπην επί τη εκθρονίσει
των γνησίων ασσμάτων τού λαού, ην κατώρθωσαν τα κακόφωνα ταύτα ραψωδήματα, πολύ
απέχω άλλως του να θαυμάσω τα εν Αθήναις ακουόμενα δημώδη άσματα:
Αρχιμηνιά κι
αρχιχρονιά,
ψηλή μου
δενδρολιβανιά (;)
κι άρχι-καλός
σας χρόνος
εκκλησιά με
τ' άγιο θ ρ ό ν ο ς (!)
Αϊς-Βασίλης
έρχεται
και δε μας
καταδέχεται (;!!)
ή το
αδόμενον τη παραμονή των Φώτων:
Αφέντη μου,
π ε ν τ ά φ ε ν τ ε, πέντε φορές αφέντη,
έχεις και γυιό στα γράμματα και γυιό στο
ψαλιτήρι (sic).
Αλλ’ υπάρχουσιν,
ιδίως εις τας νήσους, άλλα κάλλιστα άσματα του λαού, και επί αυτών θέλω να ενδιατρίψω
ολίγον. Τινά τούτων έχουσιν υπόθεσιν αποκλειστικώς την εορτήν της ημέρας, αλλά,
χωρίς να παρακολουθώσι τα ιερά κείμενα, διεξέρχονται το θέμα με ποιητικά χρώματα,
και βοηθεία της δημώδους legende. Εννοείται ότι τα κατωτέρω παρατιθέμενα είναι απλά
αποσπάσματα, διότι τα τοιαύτα άλλως αλλαχού άδονται, και πολλαχού αλλοιούται
από στόματος εις στόμα η έννοια και η λέξις. Το της εορτής των Χριστουγέννων
έχει ως εξής:
Χριστούγεννα,
πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου,
εβγάτ', ακούστε, μάθετε, τώρα Χριστός
γεννιέται·
γεννιέται κι
ανατρέφεται στο μέλι και στο γάλα•
το μέλι τρων
οι άρχοντες, το γάλα οι ανδρειωμένοι.
Το της εορτής
των Φώτων:
Σήμερα τα Φώτα
κι ο φωτισμός
και του Ιησού
μας ο βαπτισμός.
Σήμερα η
κυρά μας η Παναγιά
σπάργανα στα
τίμια χέρια κρατεί
και τον Άι-Γιάννη
παρακαλεί :
«Δύνεσ’, Άι-Γιάννη
(και) Πρόδρομε,
για να μου
βαφτίσης Θεού παιδί;»
«Δύνομαι και σώνω και προσκυνώ,
για
κοντοκαρτέρει ως το πουρνό,
για ν’ ανέβω
απάνω στους ουρανούς,
για να ρίξω
δρόσο και λίβανο•
ν’ αγιασθούν
οι βρύσες και τα νερά,
ν’ αγιασθή κι αφέντης με την κυρά».
'Αλλα των
ασμάτων εκφράζουσιν επί τη εορτή επαίνους και προσρήσεις. Το επόμενον τεμάχιον
εκρίθη υπό πολλών απαράμιλλον το ύψος:
Σήκω, κυρά μ’,
να στολισθης, να πας ταχιά στα Φώτα,
στα Φώτα και
στον αγιασμό και στον καλόν το χρόνο.
Βάλε τον
ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι,
και του
κοράκου το φτερό βάλτο καμαροφρύδι.
Επανερχόμενοι εις την εορτήν του Αγ.
Βασιλείου (την Περιτομήν αγνοεί ο λαός, και ευλόγως) παραθέτομεν το κύριον της
ημέρας άσμα:
Άις-Βασίλης
έρχεται από την Καισαρίτσα,
βαστάει
κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι•
«Βασίλη μ’,
πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;»
«Από τη
μάννα μ’ έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω,
πάω να μάθω γράμματα,
να πω την άλφα-βήτα.
Και στο ραβδί
του ακούμπησε να πη την άλφα-βήτα
και το ραβδί
που ήταν ξερό, χλωρά βλαστάρια πέταε
κι απάνου
στα ξεβλάσταρα περδίκια κελαηδούσαν,
όχι περδίκια
μοναχά, μόνε και περιστέρια.
Το άσμα τούτο
μας φαίνεται θαυμάσιον εν τη αφελεία αυτού. Η έμφυτος φιλομάθεια του Ελληνικού έθνους,
εν μέσω τοσούτων διωγμών κι θλίψεων επιζήσασα, μετεχειρίσθη την επί παιδεία
φήμην του ελληνικωτάτου Αγίου ως προτροπήν προς τους νέους προς την σπουδήν και
μάθησιν, ούτω δε και μετά πολλούς αιώνας ο μέγας της Καισαρείας φωστήρ
παρίσταται οιονεί συγγράφων δευτέραν «Προς τους νέους παραίνεσιν».
Τα άλλα
άσματα της ημέρας, αποτελούντα ορμαθόν ευχών και εγκωμίων δια τα μέλη εκάστης
οικογενείας, είναι οιονεί συνέχεια του πρώτου εξαρτωμένη εκ του εν τω προτελευταίω
στίχου, ότι τα «περδίκια κελαηδούσαν», και ιδού τι κελαηδούσαν :
Για βάλε το
χεράκι σου,
τούτο αποτείνεται
προς τον οικογενειάρχην:
στην αργυρή
σου τσέπη,
κι αν εύρης
γρόσα δώσ’ μας τα, φλωριά μη τα λυπάσαι,
κι αν εύρης
και μισό φλωρί, κέρνα τα παλληκάρια,
κέρνα τ’,
αφέντη μ’, κέρνα τα, να πιούνε στην υγειά σου,
και στην
υγειά σου, αφέντη μου, και στην καλή χρονιά σου.
Να ζήσης
χρόνια εκατό, διακόσα, παραπάνου,
κι απ’ τα
διακόσα κ’ ύστερα, ν’ ασπρίσης, να γεράσης,
ν’ ασπρίσης
σαν τον Έλυμπο, σαν τ’ άσπρο περιστέρι,
σαν τ’
αηδονάκι που λαλεί, το Μάη, το καλοκαίρι.
Και τι λαλεί
το αηδονάκι τούτο; Ιδού, ακούσατε• λαλεί ευχάς δια τα άλλα μέλη της οικογενείας:
Κυρά μου,
τον υγιόκα σου, κυρά μ’, τον ακριβό σου,
τον έλουζες,
τον χτένιζες, στο δάσκαλο τον πάινες,
κι ο
δάσκαλος τον έδερνε με δυο κλωνάρια μόσκο,
με τέσσερα
βασιλικό, με πέντε μαντζουράνα, κτλ.
Τοσαύτα περί
του υιού. Ιδού τώρα και περί της θυγατρός:
Κυρά μ’, τη
δυχατέρα σου, κυρά μ’, την ακριβή σου,
γραμματικός
την αγαπά, πραματευτής την θέλει
κι ο
δάσκαλος απ’ το σχολειό γυρεύοντάς την στέλλει.
Δεν ενθυμούμαι δυστυχώς την συνέχειαν του
άσματος τούτου, το οποίον ήρχισε να γίνεται περίεργον, χάρις εις τα τολμηρά
διαβήματα του δασκάλου• αλλ’ εις το μέλλον ίσως δυνηθώ να συλλέξω πλείονα• επί
του παρόντος εύχομαι εις τον αναγνώστην εν υγεία και ευτυχία το Ν έ ο ν Έ τ ο ς.
(1888)
Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016
" Είδα το Γέροντα Χριστό "
Χρόνια Πολλά !
(μ' ένα ποίημα του (λεχωνίτη) Ανδρέα Αρνάκη, από τη συλλογή ΤΑ ΑΓΟΥΡΑ ΒΕΡΙΚΟΚΑ- 2012
Είδα το Γέροντα Χριστό
Το Πήλιο αχιόνιστο
Και το κεφαλοχώρι στο πλατύσκαλό του
Δείχνει απρόσφορο για τη γιορτή της περισυλλογής.
Κάτω απ’ τον πλάτανο της άβολης πλατείας
Λάμπουν απορημένα φεγγαράκια,
Τα μάτια του μωρού που έμεινε μονάχο.
Το ‘χε ξεχάσει, αχρείαστο στολίδι,
Η εν συγχύσει μάνα του, την ώρα
Που έδινε τη μάχη για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Είδα τον Γέροντα Χριστό να το χαϊδεύει.
Μικρέ μου φίλε, του ‘λεγε, μην κλαις,
Χριστούγεννα είναι, θα περάσουν.
Μεθαύριο ο κόσμος θα είναι ο παλιός.
Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016
Εις την εορτήν τής Χριστού Γεννήσεως
![]() |
| «Στο ψαλτήρι»
Έργο του Νικήτα Γρύσπου, σπουδαίου ζωγράφου,
που δίδαξε για πολλά χρόνια και στο Βόλο.
|
Ποίημα του παπα-Κωνσταντή Ζ. Κυρτσώνη (οικονόμου), ενός πολύ μορφωμένου παπαδάσκαλου που έζησε και στη Σμύρνη. Έφυγε από το χωριό του τη Δράκια, όταν του πυρπόλησαν το σπίτι από εκδίκηση, γιατί ήταν καταγγελτικός ο λόγος του.
Έγραψε δύο βιβλία: ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΠΟΝΗΜΑ , Σμύρνη 1861 (από όπου και το επίκαιρο ποίημα) & ένα σχολικό εγχειρίδιο το ΗΘΙΚΟΝ ΔΙΔΑΓΜΑ, Αθήναι 1880.
Εις την εορτήν τής Χριστού Γεννήσεως
Σήμερον, ω Χριστιανοί, ήλθα να τραγωδήσω,
την κατά σάρκα γέννησιν Χριστού να σας μηνύσω•
όστις ιδών το πλάσμα του δομένον ‘ς την κακίαν,
κ’ εγκαταλείψαν την αυτού αληθινήν θρησκείαν,
παρασυρθέν δ’ ολόκληρον ‘ς την ειδωλολατρείαν,
και δι’ αυτό πεμπόμενον εις κόλασ’ αιωνίαν,
κατέβη κ’ εγεννήθηκεν από την Παναγίαν,
άφθορον ούσαν και αγνήν, ονόματι Μαρίαν,
‘ς την Βηθλεέμ ‘ς εν σπήλαιον, ‘ς την φάτνην των αλόγων.
Συγχρόνως δε κι’ ο Αύγουστος μονάρχησε 'ς τον Κόσμον,
κ’ εξέδωκε διάταγμα εις το υπήκοόν του,
ν’ απογραφώσιν άπαντες εις το κατάστιχόν του.
Ανέβη δε κι’ ο Ιωσήφ συν τη μεμνηστευμένη
αφθόρω γυναικί αυτού, ούση εγκαστρωμένη,
εκ Ναζαρέτ εις Βηθλεέμ, όπως απογραφώσι,
κ’ έτυχεν αι ημέραι της εκεί να πληρωθώσι
του να γεννήσ’ τον Κύριον• όστις κι εγεννήθη
μέσα εις σπήλαιον μικρόν, κ’ εις φάτνην ανεκλίθη.
Εις τούτου δε την γέννησιν Άγγελ’ εδοξολόγουν,
κ’ οι νυκτοφύλακες βοσκοί ακούοντες ηπόρουν.
Άγγελος δε ουράνιος τότε αυτοίς επέστη,
σωτήρ του Κόσμου σήμερον, λέγων, ότι ετέχθη.
Δραμόντες είτα κι αυτοί ‘ς την Βηθλεέμ ανεύρον
τον Ιωσήφ και την αγνήν Παρθένον με το τέκνον.
Μάγοι δ’ από ανατολών ιδόντες τον αστέρα,
εκίνησαν να εύρωσι τον νέον Βασιλέα.
Κ’ εις τα Ιεροσόλυμα ελθόντες ηρωτούσαν,
που είν’ ο νεογέννητος, όνπερ αυτοί ’ζητούσαν,
των Ιουδαίων βασιλεύς; ίνα τον προσκυνήσουν,
και δώρα πολυτίμητα ‘ς αυτόν να προσκομίσουν.
Ηρώδης αφού ήκουσε τούτο πολύ θυμώθη,
κ’ είχε σκοπόν να τον φονεύσ' όμως δεν φανερώθη.
Αλλά τους Μάγους προσκαλεί ακριβώς μανθάνει
τον χρόνον από μέρους των καθ’ ον αστήρ εφάνη.
Είτα τους λέγει και αυτός οπόταν τον ευρήτε ,
πάλιν περάσατ’ απ’ εδω κ’ εμένα να ειπήτε•
καθότι θέλω και εγώ αυτόν να προσκυνήσω,
και δώρα πλουσιώτατα εις τούτον να χαρίσω.
Οι μάγοι δ’ οδηγούμενοι απ’ τον αυτόν αστέρα,
ηύραν το νεογέννητον και την αυτού Μητέρα•
και προσκυνήσαντες αυτό, προσέφερον συγχρόνως
λίβανον, σμύρναν και χρυσόν κατά πολλά πρεπόντως.
Κ' επειδή Άγγελος Θεού είπε να μη γυρίσουν
εις τον Ηρώδην και Χριστού την εύρεσιν μηνύσουν,
ηπάτησάν τον και αυτοί, αλλάξαντες τον δρόμον•
αλλά κ’ αυτός σ’ την Βηθλεέμ κάμνει μεγάλον φόνον.
Σφάζει πολύ πλήθος βρεφών ‘πό διετούς και κάτω,
τέλος φονεύεται κι’ αυτός χειρί τη αοράτω.
Της αυρινής, ω Κύριοι, ημέρας την αιτίαν,
διηγηθέντες σύντομα, αφίνομεν υγείαν.
(Το ανωτέρω άδεται τη παραμονή)
Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





