Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Κοκοσλής και ληστές

Νικ. Κοκοσλής και ληστές
Μια καταχώρηση της εφημερίδας «ΘΕΣΣΑΛΙΑ» που αρχικά εκδιδόταν στην Αθήνα, λέει πως ο Νικόλαος Κοκοσλής, πριν απελευθερωθεί η Θεσσαλία και γίνει βουλευτής, κατάφερε με δικές του δυνάμεις που διατηρούσε ως προύχοντας και «κοτζαμπάσης» -όπως τον αποκαλεί ο Γιάννης Κορδάτος, να συλλάβει κάποιους ληστές στην περιοχή της Νιάου.
Αποτέλεσμα ήταν αυτοί να φυλακιστούν κι ο Κοκοσλής να ξεκινήσει δοξασμένος την πορεία του, ώστε την επόμενη χρονιά να καθίσει στα έδρανα της Βουλής.



(Προσεχώς, άλλες δράσεις κι αντιδικίες του Ν. Κοκοσλή)

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Ο Μυριβήλης στο Πήλιο

Προσκαλεσμένος και φιλοξενούμενος από ανθρώπους του πνεύματος, ήρθε στο Βόλο και έδωσε διάλεξη στο κατάμεστο Δημοτικό θέατρο της πόλης, στις 19 Δεκεμβρίου του 1937, ο σπουδαίος λογοτέχνης Στρατής Μυριβήλης. Ήταν καλεσμένος από το σύλλογο "ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ" . Μίλησε για την τέχνη, με θέμα " Η τέχνη είναι αγάπη". 
Ο Μενέλαος Λουντέμης την προηγούμενη μέρα έγραψε, μεταξύ άλλων, στη βολιώτικη εφημερίδα "ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ" για τη διάλεξη:



Ο κόσμος που παρακολουθούσε την ομιλία του ενθουσιάστηκε πολύ, αφού άκουσε και είδε από κοντά αυτόν τον σπουδαίο πεζογράφο.
Τις επόμενες ημέρες ο Μυριβήλης πήγε στα χωριά του Πηλίου και είδε τη φύση και τους ανθρώπους του. Συνάντησε στα λιοπερίβολα άντρες και γυναίκες που μάζευαν ελιές και γλαφυρά μας τα περιγράφει. Απολαύστε τον.

Υ.Γ.  Ο καλός φίλος Αντώνης Ζ. διαβάζοντας την ανάρτηση, πρότεινε ένα ταινιάκι της ΕΡΤ με λόγια του Μυριβήλη κι άλλων για το Πήλιο. 
Το προτείνω ανεπιφύλακτα και τον ευχαριστώ.
(ΕΔΩ)

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Πηλιορείτικες παροιμίες και φράσεις (3)



Πηλιορείτικες παροιμίες και φράσεις (συνέχεια)
J     Α, ρε κιέρατου βιρνικουμένου! (Φ)
J     Άι κουρέψ’! (Φ)
J     Άι, καλά κρασιά! (Φ)
J  ι στουν κόρακα ! (Φ) (*)
J     Άλλαξι η χήνα κι έβανι πάλ’ ικείνα (Π)
J     Άλλαξι ι Μανουλιός κι έβαλι τα ρούχα αλλιώς. (Π)
J     Άμα δεν κλα΄ψ’ του μ’κρό, δεν τ’ δίνει  μάνα τ’ να φάει. (Π)
J     Αν δε χτυπήσ’ ι τύμπανους κι αν δε σφαχτεί ι τράγους , δεν τόχω μάνα μ’, σίγουρου πως θα ξικ’νήσι ι γάμους. (Π)
J     Αν δεν κ’ν’σει η σκύλα τ’ν ουρά τ’ς, σκ’λί δεν πάει κουντά τ’ς. (Π)
J     Ανεμουμαζώματα, διαουλουσκουρπίσματα. (Π)
J     Απ’ ν’ αναβρουχιά καλό είν’ κι του χαλάζ’. (Π)
J     Απ’ τ’ αυτί κι στου δάσκαλου. (Π)
J     Από’χτ’σε κι η αλ'πού κουλουκύθ' κι δεν ξέρ' που να το κρύψ' (Φ) (*) 
J     Απού μικρό κι απού σαλό μαθαίν’ς τ’ν αλήθεια. (Π)
J     Αργαλαστή, Καμάρα κακιά ξιπατουμάρα- Λαύκους κι Μπρουμίρι, πουδάρ’ μην απομείνει.(Φ)
J   Απ'στομήθ'κε κι έφαγε τα σαμάρια τ' !  (Φ) (*) 
J     Ας  μι λένε βοϊβοντίνα κι ας ψουφώ απού την πείνα. (Π)
J     Άσπρα μαλλιά στην κιφαλή, κακά μαντάτα στην πτσ***ή. (Π)
J     Αυτοίν τιριάξανι κι σ’μπιθιριάσανι. (Π)
J     Αυτός κρατάει φανάρ’. (Φ)
J     Γαμώ του φιλέκ’ σ’. (Φ)
J     Δε σ’ είχα στου στρέμμα! (Φ)
J     Δεν κόβ’ η γκλάβα τ’! (Φ)
J     Δεν τουν βλέπου καλά αυτόν. (Φ)
J     Δούλευε να τρως κι κλέψι για να έχ’ς. (Π)
J     Έγινε κι η αλ'πού θερίο (Φ) (*)
J     Έγινι ι λύχνους θυμιατό κι η κουτσουλιά λιβάνι κι έπισαν τ’ άστρα τ’ ουρανού κι τα τσιμπούν οι γάλοι (Π)
J   Είδε φούρνο κι θάμαξε πεζούλα κι φοβήθ'κε (Φ)(*)
J     Είν’ τους στ’ διαόλ’ τ’ μάνα. (Φ)
J     Είν’τους φουτχιά κι λαύρα. (Φ)
J     Είνι ντιπ όρνιο. (Φ)
J     Είνι φως φανάρ’. (Φ)
J     Εκαθίσαν τα θρουνιά κι σκουθήκαν τα σκαμνιά. (Π)
J     Έπισι κι έφαγι τα σαμάρια τ’. (Φ)
J     Η νύφ’ άμα γιενν’θεί, τ’ν πιθιρά θα μοιάσ’. (Π)
J     Ήλιους κι φιγγάρ’, παντρεύουντι οι γαϊδάρ’. (Π)
J     Θέλησι ι Ουβραίους να καβαλ’κέψ’ κι έτ’χι μέρα Σαββάτου. (Π)
J     Ι δρόμους είνι ανοιχτός κι τα σκ’λιά διμένα. (Φ)
J     Ι Θιός αγαπάει τουν κλέφτ’, αγαπάει κι του νοικουκύρ’. (Π)
J     Ι φόβους φ’λάει τα έρ’μα. (Π)
J     Ικεί απ΄είσι ήμανε, κι ιδώ απ’ είμι θάρθ’ς. (Π)
J     Κάθιτι σα βριμένη γάτα (Φ)
J     Κάλλιου λάχανα κι ρήνια(=ειρήνη), παρά κόκουρα κι γκρίνια. (Π)
J     Λαγός τ’ φτέρα έσειε, κακό τ’ κιφαλιού τ’. (Π)
J     Λύκου είδες, πρώτος σ' είδε (Φ) (*)
J     Μι τουν θ’κός  φάι κι πχιε κι αλισβιρίσι μην κάνις. (Φ)
J     Μια φκιασιά είν’ τους. (Φ)
J     Μοιάζ’νι σα δυο σταγόνες νιρό. (Φ)
J     Μπιρ κι Μπιστινίκα, σταντός (=αγκούλα) κι δικανίκα.(Φ)
Μπρος πιδια! Πίσου, Χαρίλαε! (Φ)
J   Να σε φ'λάει ο Θεός από καινούριο νοικοκύρ' και από παλιά που**** ! (Φ) (*)
J    Ό,τ’ δίν’ς, πάιρνεις. (Π)
J     Όποιους έχ’ πουλύ πιπέρ’, ρίχν’ κι στα λάχανα. (Π)
J     Όρνιο τ’ς Κλεισούρας. (Φ)
J     Όταν γιράσ' ι λύκους τον γαβγίζ'νε κι τα κ'τάβια (Φ) (*)
J   Όσα φ'λάει η πουρναριά δεν φ'λάει η Παναγιά (Φ)   (*)
J     Παπούτσ’ απ’ τουν τόπου σου κι ας είν’ κι μπαλουμένου. (Π)
J     Πίν’ η κότα του νερό κι κοιτάει κι του Θιό. (Π)
J     Προυσκ’νάει σα νύφ’. (Φ)
J     Σαλός παπάς σι βάφτ’σει! (Φ)
J     Στ’ χάσ’ κι στ’ ψέξ’. (Φ)
J     Στάσ’ αγά μ’ να βάλου φαλ’, για να σ’ πάρου του κιφάλι. (Π) (=φάλι=μπαρούτι, φυτίλι)
J     Τ’ν τύλουσι! (Φ)
J     Τ’ς τάπι χύμα κι τσουβαλάτα. (Φ)
J     Τα π’λεί  απάν’ κι ξιαπάν’.(Φ)
J     Τι γυρνάς σα φλιέτρους; (Φ)
J     Του Θιό τ’ δεν έχι ιτούτους. (Φ)
J     Τουν κακό σ’ του φλάρου. (Φ)
J     Τουν πήρι φαλάγγι. (Φ)
J     Τουν ψ’λλιάστ’κα. (Φ)
J    Τ’ς γειτόν’σσας του πράμα, να του πιάσου τόχου τάμα.(Π)
J     Τώρα στα γιράματα, μάθι γέρου γράμματα. (Π)
J     Χαλνάει τ’ μανέστρα. (Φ)
J     Χέσι ψηλά κι αγνάντηυε. (Π)
J     Χιόνι τ’ Δικιμβριού, χρυσάφ’ τ’ καλοκιριού.(Π)

(*) σταλμένες από τον Epaminondas Tsaknakis

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Γιαννακός Τζελέπης

Ιωάννης (Γιαννακός) Τζελέπης ή Τσελέπης

(Τσελέπης: από τουρκική λέξη çelebi=ο ευγενής)

Ο πηλιορείτης έποικος του Πειραιά
Ο  πηλιορείτης -από τη Μακρινίτσα- παλαίμαχος αγωνιστής του 1821, Ιωάννης Τζελέπης,  με την οικογένειά του, ήρθε το 1829 στον έρημο τότε Πειραιά κι "έχτισε" με πολλούς κόπους ένα ξύλινο σπίτι. Το πάνω πάτωμα ήταν κατοικία και το ισόγειο καφενείο.
Το έχτισε στην ακτή εκείνη του Πόρτο-Δράκο ή Πόρτο-Λεόνε (Πειραιά), που πήρε απ’ αυτόν τον πρώτο οικιστή, το όνομα της και το διατηρεί μέχρι σήμερα, ως «Ακτή Τζελέπη». Φυσικό ήταν την περίοδο εκείνη το πανδοχείο αυτό, να γίνει το κέντρο της μεταπολεμικής ακατοίκητης και κατεστραμμένης περιοχής του Πειραιά.
Στην ακτή μόνον το μοναστήρι του Αϊ-Σπυρίδωνα υπάρχει και το πανδοχείο. Γίνεται λοιπόν, σημείο αναφοράς των ανθρώπων που φτάνανε εμπορευόμενοι, επισκέπτες ή επιβάτες στο τότε λιμάνι που αρχίζει να ζωντανεύει.  Εκεί έβγαιναν και σύχναζαν οι βαρκάρηδες, οι λιμενεργάτες κι οι αχθοφόροι που με τη θορυβώδη  συμπεριφορά τους και τις βωμολοχίες τους, έδωσαν κακή φήμη στο μέρος, σύμφωνα με την άποψη των νεοφερμένων Ευρωπαίων.
Σαν πρώτοι πέντε οικιστές του Πειραιά  από  επίσημο  έγγραφο, φαίνονται οι:
Ιωάννης (Γιαννακός) Τζελέπης, Αντώνιος Τζελέπης, Νικόλαος Τζελέπης, Ιωάννης Κατελούζος, Σπυρίδων Διπλαράκης.
Το 1834, το μαγαζί του Τζελέπη νοικιάζεται από μια εμπορική εταιρία που μεταφέρει τις δουλειές της από το Ναύπλιο στον Πειραιά, μόλις μαθαίνει πως πρωτεύουσα θα γίνει η Αθήνα.    
Ο Σταμάτης Ιωάννου  που με την «συντροφίαν» του,   χτίζουν σπίτι στην πλατεία Όθωνος όπου τα χρόνια 1836 ως 1861 ήταν ή αγορά του Πειραιά, λέει:
 «…επήρα εγώ μετά του Νικολάου Μελέτη και  μεταβήκαμεν εις Πειραιά κατά τω έτει 1834 Δεκεμβρίου  20 και ενοικιάσαμεν  το μαγαζίον του Ίωάν. Τζελέπη, όπου τότε μόνο εκείνο ήταν εις Πειραιά, και επετύχαμεν λαμπρόν εμπόριον εις αυτόν τον χρόνον...».
Το σπίτι του Τζελέπη, όπως φαίνεται από έγγραφο του Βασιλικού Οικονομικού Επιτρόπου Αττικής που απευθύνεται στον ίδιο στις 13/12/1838, κατεδαφίστηκε στη διάρκεια εκείνης της χρονιάς.
Έτσι η πρώτη οικία του Πειραιά απαλλοτριώθηκε, για να γίνουν έργα κι ο Τζελέπης πήρε  αντάλλαγμα ορισμένα κτήματα του Δημοσίου. 
Στη θέση αυτή δηλαδή στο σημείο που ήταν το πανδοχείο, χτίστηκε το μέγαρο Γιαννουλάτου μετά το 1937.
Αυτός ο διορατικός, αλλά και τυχοδιώκτης συμπατριώτης μας, έμελλε να μείνει στην ιστορία, δίνοντας τ’ όνομά του σε ένα κομμάτι της πειραϊκής γης. Ασχολήθηκε με τα κοινά και υπήρξε από τους πρωτεργάτες της ίδρυσης του Δήμου Πειραιά.
Πέθανε το 1843. Στο νεκροταφείο της Ανάστασης στον Πειραιά, στην πλάκα του τάφου του υπάρχει η επιγραφή γραμμένη από τον επίσης ποιητή Γεώργιο Παράσχο –μεγαλύτερο αδελφό του Αχιλλέα- που λέει :
«Ω, διαβάτα, πρόσεχε, στον τάφο όπου βλέπεις,
κοιμάται κι  αναπαύεται ο Γιαννακός Τζελέπης.
Αφήσας την πατρίδα του, Θετταλομαγνησίαν,
την πρώτην εν τω Πειραιεί ανήγειρεν οικίαν».
Στον ίδιο τάφο προστέθηκε αργότερα και ένα άλλο επίγραμμα όταν πέθανε κι' η  γυναίκα του:
«Εν μέσω τόπου θλιβερού κι η σύζυγός του η Φλωρού».
Ο Γιάν. Κορδάτος στην "ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣ" σελ. 622 μας παραπέμπει στο περιοδικό "ΕΣΤΙΑ" όπου εκεί βρίσκουμε όλο το επίγραμμα:
Ο Γιαννακός Τζελέπης ήταν παντρεμένος με τη Φλωρού που μάλλον δεν ήταν πηλιορείτισσα, αφού αυτό το όνομα δεν υπάρχει στο Πήλιο. Φαίνεται δηλαδή πως παντρεύτηκε μετά την εγκατάστασή του στον Πειραιά.
1835- Η ακτή με το πανδοχείο σε σχέδιο γερμανού περιηγητή
Στον Πειραιά υπάρχει μικρή οδός, παράλληλη της Φίλωνος μεταξύ Ελ. Βενιζέλου και Ευαγγελίστριας, λίγο πιο πάνω από την πλατεία Ιπποδαμείας, αφιερωμένη στο συμπατριώτη μας.
 
Πηγές: 
- ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΒΟΛΟΥ & ΑΓΙΑΣ, Γιάνη Κορδάτου, 20ος ΑΙΩΝ, 1960.
- Διαδίκτυο  http://www.koutouzis.gr/
- Περιοδικό ΕΣΤΙΑ, 1887
- Περιοδικό ΠΑΡΘΕΝΩΝ 1871
-εφημ. ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, Βόλος 8-10-2018 άρθρο Γρ. Καρταπάνη.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Εις την εορτήν των Θεοφανείων

Ένα ποίημα από το δρακιώτη παπα-Κυρτσώνη του 1860 για τα Θεοφάνεια. 
Φαίνεται πως οι Δρακιώτες  ανέκαθεν εκτιμούν την ποίηση!!