Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιοβλασίτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιοβλασίτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Το μπακάλικο του Αϊ-Βλάση

Το παρακάτω κείμενο (αντιγραφή) δείχνει το πώς είδε τον μοναδικό (σήμερα) μπακάλη του Αγίου Βλασίου (πριν τριάντα περίπου χρόνια) ο Νορβηγός κ. Ίβαρ Παπαδόπουλος Σάμουελσεν στο βιβλίο του «Η δική μου Ελλάδα»- Θραύσματα μιας ελληνικής πραγματικότητας, Εκδ. Αρμός 2008.
Σήμερα, ιδιαίτερα, σ’ όλα τα χωριά μας, οι κάτοικοι πρέπει να στηρίζουμε όλα τα εναπομείναντα «μαγαζιά» . Είναι απαραίτητα!
 […] Ο Βασίλης Χατζόπουλος είναι ο ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου παντοπωλείου, το οποίο κατά ένα μεγάλο μέρος λειτουργεί σαν το κεντρικό νευρικό σύστημα του χωριού. 'Ολη η αλληλογραφία του χωριού παραδίδεται εδώ και ως το τέλος της δεκαετίας του 1990 έρχονταν εδώ οι κάτοικοι χωρίς τηλέφωνο στο σπίτι για να τηλεφωνήσουν. Τώρα έχει τοποθετηθεί ένα τηλέφωνο για το κοινό στην πλατεία του χωριού ακριβώς έξω από το παντοπωλείο, αλλά ακόμη οι άνθρωποι τηλεφωνούν στο Βασίλη, όταν θέλουν να δώσουν ένα μήνυμα σε κάποιον στο χωριό. Τα παιδιά που βρίσκονται στην πλατεία χρησιμεύουν σαν αγγελιοφόροι.
'Οπως και τα άλλα μαγαζιά έτσι και το δικό του είναι σε κεντρική θέση στην πλατεία. Από δίπλα βρίσκεται ένα από τα πιο πολυσύχναστα καφενεία, που ανήκει στον αδελφό του τον Νίκο. Μόνο μια πόρτα χωρίζει τα δυο μαγαζιά. Παλαιότερα ήταν ο πατέρας που δούλευε τα μαγαζιά. Τώρα κάθεται τον περισσότερο καιρό έξω και κοιτάζει τους γιους του που δουλεύουν.
Ο Βασίλης δεν πουλά μόνο τρόφιμα, σου προμηθεύει το κάθε τι. Αν χρειάζεσαι ξύλα για να κάνεις κρεβατιά για την κληματαριά, τσιμέντο, τούβλα ή ίσως άμμο, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τον ρωτήσεις. Σου εξηγεί που μπορείς να τα βρεις, είτε στο σπίτι του είτε στην αποθήκη. Σου δανείζει πρόθυμα τα κλειδιά και το καρότσι, αν τα χρειάζεσαι. Την πληρωμή την κανονίζουμε αργότερα. 'Οταν αγοράζουμε αναψυκτικά ή μπύρα, δεν κρατά ποτέ χρήματα για τα μπουκάλια, μας έχει απόλυτη εμπιστοσύνη ότι θα επιστρέψουμε τα άδεια μπουκάλια.
Ο καιρός εδώ περνά πολύ γρήγορα. 'Οταν μετά από τέσσερις βδομάδες είναι καιρός να επιστρέψουμε στο σπίτι μας, ο Βασίλης μας φέρνει ένα μπουκάλι σπιτικό ρακί, άλλοι μας φέρνουν κρασί ή ούζο και η Ευρυδίκη έρχεται με δύο γεμάτους κουβάδες με φρούτα να έχουμε γιατο δρόμο. 'Ολοι μας εύχονται καλό ταξίδι και καλώς να ξαναρθούμε του χρόνου […]

Σάββατο 10 Ιουνίου 2017

Υπόθεση Νίκου Ακριβογιάννη

Και πάλι η ιστορία του Αγιοβλασίτη (Καραμπασιώτη) αεροπόρου Νίκου Ακριβογιάννη με νέα στοιχεία:
(Είχε γίνει αναφορά κι ΕΔΩ )  
[…] επιτήδειοι είχαν εξωθήσει ως πρόβατο επί σφαγή και, στη συνέχεια, είχαν κατηγορήσει ως κομμουνιστή λιποτάκτη, παρ' όλη την επίγνωση που ο ίδιος είχε για τις πράξεις και την αποστολή του. Η ρετσινιά του «φυγά κομμουνιστή» , ως διαβολικό τέχνασμα, δεν επαρκούσε να αποπλύνει την ενοχή τους, τουναντίον, την καθιστούσε πιο βαριά και πιο ανήθικη.
Τελικά, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα την επαύριον της Παναγίας, στις 16  Αυγούστου 1954, στο Μπεράτι της Αλβανίας.
Ο Νίκος Ακριβογιάννης έζησε, μέσα από αλλόκοτες οξύτητες, τις αντιφάσεις μίας ολόκληρης εποχής και την υστερία της ψυχροπολεμικής σύγκρούσης «αφού εκβίασε τυφλά κι απεγνωσμένα την εποχή του να τον αποδεχτεί ως ήρωα», λογοτέχνη, ηθοποιό, αεροπόρο, κατάσκοπο, κατέστη, εν τέλει, το μοιραίο θύμα της. Η ελληνική αστική κοινωνία, αφού τον «δολοφόνησε» κατά τρόπο ευτελή, τον κατέγραψε στη συνέχεια στη συλλογική της μνήμη ως μειοδότη. Απογράφεται ως ο πιο αδικημένος της υπόθεσης των αεροπόρων και το εξιλαστήριο θύμα μίας δαιδαλώδους σκευωρίας. Το εφεύρημα της «εθνικής αποστολής» ήταν ένα ερασιτεχνικό κατασκεύασμα, στο οποίο δεν πίστευαν ούτε οι ίδιοι οι εφευρέτες του. Ο ίδιος δήλωνε τότε, από τα απομονωτήρια των φυλακών των Τιράνων, κατά τρόπο προφητικό, ότι η υπόθεση αυτή, δηλαδή η δική του και των αεροπόρων, «είναι βασισμένη στο ψέμα και την ατιμία».
Σε όλα αυτά εμπλέκεται, άμεσα ή έμμεσα, ο αμερικανικός και ο σοβιετικός παράγοντας. Γιατί ο παρεμβατικός ρόλος των Αμερικανών στο ελληνικό γίγνεσθαι αποδεικνύεται εξίσου βίαιος με εκείνον των Σοβιετικών στο αλβανικό.
Έτσι, ο Ακριβογιάννης, προδομένος από όλους, αντιμετώπισε μόνος του και στωικά όλες τις αντιξοότητες μίας προαναγγελθείσης  αποτυχημένης  «εθνικής αποστολής», συμπεριλαμβανομένου και του εκτελεστικού αποσπάσματος.[…]

(Ο ΝΙΚΟΣ ΑΚΡΙΒΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΑΕΡΟΠΟΡΩΝ - Μέσω απόρρητων αλβανικών αρχείων- Σταύρος 
Ντάγιος, Θεσ/νίκη 2017, απόσπασμα σελ. 14)

Δείτε και τη σχετική εκπομπή από τη ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ: 

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Στον ...μαυροπίνακα !

Η οικογένεια Μιλάνου -από αριστερά Νίκος, 
Κάρ(ο)λος, μπαρμπα-Στέφανος & Στάθης.
(Από το Μουσείο της Πόλης του Βόλου)
Στη γνωστή παλιά (μουσική) ταβέρνα του Βόλου «Η ΣΚΑΛΑ» του Μιλάνου που τότε βρισκόταν στην πλατεία του Αγ. Νικολάου (Ερμού 174), στον τοίχο της αίθουσας υπήρχε ένας μαυροπίνακας. Είχε στην κορυφή του γραμμένον τον τίτλο «Ο αχάριστος κόσμος». 
Εκεί ο ιδιοκτήτης μπαρμπα-Στέφανος Μιλάνος (με τα παιδιά του) έγραφε κατά καιρούς αυτούς που είχαν περάσει από εκεί, έφαγαν κι ήπιαν και δεν πλήρωσαν! Και βέβαια ήταν συνήθης αυτή η πρακτική, λόγω έλλειψης χρημάτων. Όμως είχε τριπλό σκοπό αυτή η δημόσια «διαπόμπευση» (θα λέγαμε σήμερα). Πρώτον για να ξέρουν οι «μπαταχτσήδες» τι τους περιμένει αν δεν εξοφλήσουν τα χρέη τους, δεύτερον να το θυμούνται αν το «ξέχασαν και τρίτον «προς παραδειγματισμόν» άλλων!
Τα ονόματα άλλαζαν βέβαια και σβήνονταν όταν οι «έχοντες βερεσέδια» επενερχόμενοι πλήρωναν τα χρωστούμενα. Σταθερός μεγαλοφειλέτης ήταν ο μπουζουκτσής τότε και συνθέτης Γιώργος Μητσάκης με 150 δραχμές... 

Στις 16 Μαρτίου 1954 (χρονολογία της φωτογραφίας) στον «Αχάριστο κόσμο» γράφτηκαν άλλα ονόματα. Δυο απ’ αυτά ήταν από Καραμπασιώτες ( γνωστούς πότες). Πρώτο του Σαράντη Ανδρίτσου (μιναδόρος, φουρνελάς) και δεύτερο του Βλάση Κωστόπουλου (ράφτης).
Φαίνεται πέρασαν ήπιαν κι έφαγαν και άφησαν …για την επόμενη φορά την πληρωμή!
Δεν είναι γνωστό το πότε εξόφλησαν το λογαριασμό τους...
Πάντως στην επόμενη αναγραφή, δεν υπήρχαν τα ονόματά τους!
Άλλοι καιροί, άλλα ήθη!

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

Ο Γιατρογιάννης

Ο "Γιατρογιάννης" (*)
 Ένας άνθρωπος που βοήθησε τις κοινωνίες των χωριών μας!
Ο παθολόγος γιατρός Ιωάννης Αντωνόπουλος, με πελοποννησιακή καταγωγή, γεννήθηκε στον Άγιο Βλάση στα 1902. 
Ο πατέρας Χρήστος, ήταν Καλαματιανός και εργαζόταν ως δάσκαλος. Κάποιο διάστημα είχε και το καφενείο στην κάτω πλατεία.Ήταν αγνός πατριώτης κι αυτό το πλήρωσε με τη ζωή του. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί κατακτητές στο Καραμπάσι, αυτός δεν μπορούσε να δεχτεί τη «σκλαβιά» και διαρκώς τους έβριζε, αποκαλώντας τους «Ούννους».  Εκείνοι με τους συνεργάτες τους τον πιάσανε και τον σκότωσαν, ρίχνοντάς τον στο γεφύρι της ρεματιάς πριν το Στρόφιλο.
Η Καραμπασιώτισσα μητέρα του Μαρία, ήταν το γένος Αντωνόπουλου (Κυριάζου). Η αδελφή του Ελένη ήταν παντρεμένη στον Αϊ-Γιώργη με το Ζάγγα. 
Ο Γιάννης σπούδασε γιατρός στην Αθήνα και πρόσφερε τις πολύτιμες -εκείνη την εποχή, αλλά και πάντα- ιατρικές υπηρεσίες του στο χωριό του τον Άγιο Βλάση, όπου και διέμενε στο γνωστό σπίτι και μαγαζί του «γιατρού» στην πλατεία. Επίσης εργάστηκε στο κοινοτικό ιατρείο στον Άγιο Γεώργιο για αρκετά χρόνια (1935-1953) και τέλος στ’ Άνω Λεχώνια, μέχρι τον απροσδόκητο θάνατό του το Μάρτη του 1965.
Στα Άνω Λεχώνια έμενε στο σπίτι Χριστοδούλου, όπου σήμερα είναι ο ξενώνας, κάτω απ’ τον Άγιο Αθανάσιο.
Ιδιωτικό ιατρείο δεν είχε, αλλά έκανε επισκέψεις στα σπίτια και κάποιες φορές δεχόταν στο δικό του σπίτι, κάποιο επείγον περιστατικό. Οι μετακινήσεις του ανάμεσα στα χωριά, γινόταν με τα πόδια συνήθως ή με υποζύγια. Ας τον σκεφτούμε να πηγαινοέρχεται Γατζέα-Άγιο Βλάση...
Παντρεύτηκε σε ώριμη ηλικία την Αλμυριώτισσα Βασιλική Μπίσδα και απ’ αυτό το γάμο δεν απόκτησε παιδιά.
Υπήρξε προπολεμικά, συνεργάτης πολλές φορές του άλλου συνονόματού του επίσης Καραμπασιώτη γιατρού Ιωάν. Καραγιαννόπουλου. Αυτοί οι δύο γιατροί έχουν μείνει στην ιστορία των χωριών: Ο Καραγιάννης κι ο Γιατρογάννης!
Τα χρόνια εκείνα οι κάτοικοι βέβαια δεν είχαν χρήματα κι ευμάρεια, οπότε ο ίδιος πληρωνόταν όταν οι άνθρωποι είχαν. Πολλές φορές δεν τον πλήρωναν γιατί αδυνατούσαν κι αυτός τους τα χάριζε. Άλλοτε πάλι, πρόσφερε τις υπηρεσίες του με ανταλλαγή αγροτικής εργασίας στα κτήματά του, από τους χωρικούς που περιέθαλπτε.
Κάποτε, κάποιος φτωχός εργάτης στον Αϊ-Βλάση, πήγε να του ξοφλήσει τα «βερεσέδια» για τις ιατρικές υπηρεσίες που του είχε προσφέρει. Αυτός συγκινημένος για την κίνηση του βιοπαλαιστή, δεν δέχτηκε τα χρήματα παρά τούδειξε το βιβλίο-δεφτέρι με τα χρέη των συγχωριανών λέγοντάς του: Εκεί πέρα (το συνήθιζε στο λόγο του), βρε, ξέρεις πόσοι πλούσιοι είναι εδώ μέσα γραμμένοι; Άντε πήγαινε! 
Αυτό το δεφτέρι έμεινε, ως τον απρόσμενο θάνατό του και τους πλούσιους όπως πάντα να …χρωστούν!
Εκτός των άλλων προτερημάτων του ο Γιατρογιάννης ήταν και λάτρης της βυζαντινής μουσικής. Μάλιστα ο ψάλτης της Κ. Γατζέας Αλέκος Τσιακοβής, τον είχε δάσκαλο!  
 Ήταν απ’ τους πολύ έξυπνους ανθρώπους που εκτιμούσε την τιμιότητα και την ειλικρίνεια.  Χωρατατζής τύπος, με πολύ χιούμορ και μεγάλο πειραχτήρι.  Επίσης ήταν πολύ δραστήριος και ευχάριστος άνθρωπος. Στον Άγιο Βλάση, έχουν ακόμη να λένε ευτράπελα κι αστεία του!
Οι παλιότεροι συντοπίτες, θυμούνται ακόμη με νοσταλγία το Γιατρογιάννη σαν δικό τους άνθρωπο, γι' αυτό και δεν τον αποκαλούσαν κύριε!

(*) Μ' αυτή τη δημοσίευση, τώρα στο τέλος Μάρτη, θέλησα να τον θυμηθούμε τιμώντας τον.

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Κωνσταντίνος Αναστασίου- Ρετζάλης

Ο  Ρετζάλης ή Ρεντσάλης
«Ζόρια ι Ριντζιάλ(η)ς κόκκινα παπούτσια !» Αυτή η καραμπασιώτικη φράση έμεινε από  την περίοδο της τουρκοκρατίας στον τόπο μας. Είναι σχετική με την απόφαση του Κων-νου Αναστασίου, να φορά τα κόκκινα παπούτσια των μουσουλμάνων αν και χριστιανός, για να μην είναι ξιπόλητος, οπότε δεν του ερχόταν ...ζόρι!
   Οι Αγιοβλασίτες που ως τα σήμερα λένε τη φράση αυτή, εννοούν πως ο Ρετζάλης έκλεβε απ’ το τζαμί την ώρα της προσευχής των μουσουλμάνων τα παπούτσια τους και τα φορούσε επειδή δεν είχε.  Η πραγματικότητα μάλλον είναι διαφορετική και μας οδηγεί στον «Ριντζιάλ(η)» που ήταν υπαρκτό πρόσωπο κι έζησε ...όλον τον 19ο αιώνα!

Ο Κων-νος Αναστασίου λοιπόν, ήταν γιος του Αναστασίου γεννημένος στον Άγ. Γεώργιο Πηλίου το 1802. (Τότε ήταν συνηθισμένο τ’ αγόρια  να παίρνουν ως επώνυμο, το όνομα του πατέρα τους, κάτι που και σήμερα συνηθίζεται στις μουσουλμανικές χώρες).
   Σε ηλικία έξι ετών ορφάνεψε από μητέρα κι πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε. Ο Κων-νος φιλοξενήθηκε από το θείο του Ζήση Καμπυλάκη και παππού του γνωστού μας Ζωσιμά Εσφιγμενίτη, στον Άγιο Λαυρέντη Πηλίου για επτά χρόνια. Μετά ήρθε για τρία χρόνια στ’ Άνω Λεχώνια και δούλεψε στο Μπας μύλο του Νικολ. Μυλιώνη. (Ο μύλος ήταν στον ίδιο χώρο όπου ο μύλος του Αποστ. Κοκοσλή και μετέπειτα του Γεωρ. Δημόπουλου, στη ρεματιά Κουφάλας).
    Μετά το θάνατο του μυλωνά Μυλιώνη, ξαναγύρισε στον Άγιο Λαυρέντη ως παραγιός στην Αναγνώσταινα Ζαδέ κι έμεινε ως την Επανάσταση του ’21. Τότε έφυγε μαζί μ’ άλλους ακολουθώντας τον Άνθιμο Γαζή στο Ξηροχώρι (περιοχή Ιστιαίας) και στη Λιχάδα της Εύβοιας. Όταν ηρέμησε η κατάσταση, επέστρεψε κι εγκαταστάθηκε στον Στρόφιλο του Καραμπασιού.
    Εκεί, δουλεύοντας για χρόνια έκανε τον ιχθυοπώλη και τον μικρέμπορο. Στην ηλικία των σαράντα παντρεύτηκε τη Μαρία, κόρη του αναγνώστη Ιωάννου Παχιού.  Απόκτησε εν καιρώ από τη δουλειά του κι από μεγάλη οικονομία, αρκετή κτηματική περιουσία.
Απόκτησε επίσης κι επτά αρχικά παιδιά που κατά κακή του τύχη, όλα πέθαναν.  Λίγο αργότερα απόκτησε πάλι μια κόρη τη Μαχώ, που την πάντρεψε με τον Κωνσταντίνο Αλπάκη. (Σήμερα στην περιοχή, υπάρχουν απόγονοι αυτής της οικογένειας. Παλιότερα πολύ γνωστός ήταν ο δημοδιδάσκαλος του Αγ. Βλασίου, Ιωάννης Αλπάκης)

   Ο Κων-νος (Ρετζάλης) Αναστασίου, ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, σοφός αν και αγράμματος, τίμιος, συνετός και φιλήσυχος. Πλήρωνε τους φόρους του στο τουρκικό και είχε καλές σχέσεις στη συμβίωσή του με τους  οθωμανούς, γι αυτό κι οι Τούρκοι των Λεχωνίων τον είχαν σε εκτίμηση και τον αγαπούσαν. Ήταν ο συμβουλάτορας χριστιανών και μουσουλμάνων σε απλά και σε δύσκολα ζητήματα. Έτσι οι οθωμανοί τον ονόμασαν «Ρετζάλη-Ρεντσάλη» από το ρεδζά=ικεσία, παράκληση, αλλά και ριδζή=μεσολαβητής.
   Ο Ρετζάλης ήταν φιλεύσπλαχνος. Έδινε πάντα σ’ όσους είχαν ανάγκη, αφού κι ο ίδιος είχε  γνωρίσει την ορφάνια, τη φτώχεια και τη δυστυχία. Όταν όμως πάντρεψε την κόρη του, όλα τα εισοδήματά του τα έκανε ελεημοσύνη! Η σύζυγός του πολλές φορές αντιδρούσε, αλλ’ ο ίδιος πάντα δοξολογούσε το Θεό!
   Στα τελευταία του χρόνια έδωσε και το ποσό των χρημάτων που χρειαστήκαν για να τυπωθεί η ακολουθία του πολιούχου και προστάτη του Καραμπασιού, Αγ. Βλασίου, που ως τότε δεν υπήρχε και δεν μπορούσε να γίνει μεγαλοπρεπής η πανήγυρη στη μνήμη του. 
Αυτή (Ακολουθία, βίος, μαρτύριο κλπ) εκδόθηκε με πρωτοβουλία, αλλά και σχόλια του Ζωσιμά για το Καραμπάσι, στα 1901.
   Πέθανε στις 13 Γενάρη του 1900.
Τέλος, ο  Βαγγέλης Σκουβαράς στα «Πηλιορείτικα Β΄» τον αναφέρει ως Καραμπασιώτη που  δίνει  πληροφορίες για την τουρκοκρατία στον οικισμό του Στρόφιλου.  
ΠΗΓΕΣ: 
1. ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ- ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ, ΒΛΑΣΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ κλπ, Αθήναι 1901
2. Περιοδικό ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, Βόλος  
3.Διηγήσεις.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Δημοσθένης Ρίζος

(Ένας δάσκαλος στο σχολείο και στη δημοσιογραφία)
(από τη συλλογή ΔΗΚΙ-Στουρνάρας)
Ο Δημοσθένης Ρίζος καταγόταν από το Καραμπάσι (Άγιο Βλάσιο-Πηλίου). Γεννήθηκε εκεί στα 1872 και ήταν γιος του Νικολάου Ρίζου (γνωστού ληστή της τουρκοκρατούμενης Θετταλομαγνησίας, που μετά πήρε αμνηστία).[ΕΔΩ]
Έγινε δημοδιδάσκαλος, διδάσκοντας στο Καραμπάσι και στο Βόλο. 
Μετά από λίγα χρόνια στην τότε εκπαίδευση, πέρασε στις τάξεις των δημοσιογράφων και εκδοτών. Πρώτα στα 1895 ήταν δ/ντής της βολιώτικης« ΑΥΓΗΣ». Στα 1901 εκδίδοντας την εφημερίδα «Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ» πάλι στο Βόλο, είναι ο ιδιοκτήτης της ως τα 1914. Ωστόσο φαίνεται σαν ιδιοκτήτης της ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ως τα 1924.
 Τότε έφυγε στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη και δημιούργησε μια νέα εφημερίδα «ΤΟ ΦΩΣ». Σ΄ αυτήν εργάστηκε ως εκδότης και διευθυντής της για 27 χρόνια, ως το θάνατό του. 
Στο Βόλο επίσης, διετέλεσε γενικός γραμματέας του δήμου Βόλου -Παγασών τότε- επί δημαρχίας Νικ. Γεωργιάδη (1899-1907) και βοήθησε πολύ την πόλη.
Ο Δημοσθένης Ρίζος ήταν ικανότατος, πολύ έξυπνος και δραστήριος άνθρωπος. Ήταν ανθρωπιστής και βοηθούσε το συνάνθρωπό του.

 Ως μέλος πολλών κοινωνικών σωματείων της Θεσσαλονίκης συνέδραμε πάντα και μ’ όλους τους τρόπους στο έργο τους.
Αναμείχτηκε και με την πολιτική υποστηρίζοντας τον ανεξάρτητο αντιβενιζελικό Στέφανο Δραγούμη (πρωθυπουργό για δέκα μήνες το 1910 και πατέρα του Ίωνα Δραγούμη). Πριν κατέβει στις εκλογές της 6ης Δεκεμβρίου 1915 με τον ανεξάρτητο Δραγούμη και τη «Μακεδονική ομάδα», υποστήριζε αρχικά τον Δημήτριο Γούναρη.

Στις εκλογές του 1935 και 1936, εκλέχτηκε βουλευτής Θεσσαλονίκης με το "Λαϊκό Κόμμα".
Η εφημερίδα «ΤΟ ΦΩΣ» αρχικά ήταν μια εφημερίδα χωρίς  σταθερή πολιτική γραμμή. Ανάλογα με τις περιστάσεις, υποστήριζε ή αντιπολιτευόταν τις διάφορες παρατάξεις. Απ’ τα 1926 ακολουθούσε το Λαϊκό κόμμα ως το θάνατο του ιδρυτή της. Μετά, ως τα 1959 που έκλεισε, ήταν συντηρητική.
Ο Δημοσθένης Ρίζος -που ήταν άτεκνος- πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου 1941 μετά από μακριά αρρώστια, σε ηλικία 66 ετών. Η προσέλευση του κόσμου και των αρχών στην κηδεία του ήταν μεγάλη, όπως και τα συλλυπητήρια τηλεγραφήματα στην οικογένειά του.
 Εδώ τα συλλυπητήρια των Τ. Οικονομάκη (ΘΕΣΣΑΛΙΑ) και Αλ. Μέρου (ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ):
(Τα αποκόμματα -εκτός του πρώτου- είναι από την εφημερίδα ΤΟ ΦΩΣ) 

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Ο Αγιοβλασίτης Νίκος Ακριβογιάννης

Η άγνωστη ιστορία του Αγιοβλασίτη (Καραμπασιώτη) αεροπόρου Νίκου Ακριβογιάννη: 

 Από το περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ , Απρίλιος 2004.
(Ανοίξτε τις σελίδες σε νέα καρτέλα)






Επίσης δείτε κι  (ΕΔΩ)