Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορταριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορταριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Νικόλαος Τσοποτός

(Αρχείο Θανάση Γέρμανου)
Ο πορταρίτης Νικόλαος Τσοποτός 
(1805-1890)
Σημαντικότερος  από την μεγάλη οικογένεια (βλ. Αντών. Τσοποτός, Δημ. Κ. Τσοποτός) των Τσοποτών [προυχόντων και ταραφιών(=κομματαρχών)] στην Πορταριά, ήταν ο Νικόλαος.
Έκτισε στα 1883, το «Τσοπότιον Σχολαρχείον».
Ο ίδιος το προικοδότησε για τη λειτουργία του (μισθούς εκπαιδευτικών, λειτουργικά έξοδα) και τη συντήρησή του.
 «Τόδε των αρρένων Τσοπότιον των γραμμάτων ίδρυμα
Τσοποτός ο Νικόλαος ιδίαις δαπάναις έδειξε
προς μάθησιν της νεολαίας και μνήμης άμα ευκλεούς αγήρω.
Τω χιλιοστώ οκτασιοστώ ογδοηκοστώ πέμπτω έτει»
Ήταν από τους πρώτους οικιστές στην εκτός Κάστρου πόλη στην «πόλη των Γκιαούρηδων» τα «Μαγαζεία», στα  «Καινούρια» του Βόλου που άρχισε να οικοδομείται μετά το 1840. (Βέβαια στην επιστολή-αναφορά των βολιωτών στο Σουλτάνο τον Αύγουστο του 1841 για επέκταση της πόλης, τα ονόματα των Τσοποτών κ.ά. λείπουν!)
Το σπίτι του μαζί με αποθήκες βρισκόταν στη σημερινή οδό Δημητριάδος μέχρι την Ιάσονος. Εκεί μπροστά ήταν η αβαθής θάλασσα και γι’ αυτό πέντε μεγαλέμποροι της εποχής μεταξύ αυτών και οι αδελφοί Νικόλαος & Κων-νος Τσοποτός, είχαν κατασκευάσει ιδιόκτητες μεγάλες «σκάλες»-αποβάθρες ως τα βαθιά για τις φορτοεκφορτώσεις στα ιστιοφόρα.
Για πενήντα και πλέον χρόνια ήταν από τους σπουδαιότερους εμπόρους του Βόλου.
Εκτός από το εμπόριο σιτηρών, καπνών, βιοτεχνικών προϊόντων, ο Νικ. Τσοποτός, ήταν και ενοικιστής των δημοσίων τουρκικών προσόδων(=φόρων) όπως κι άλλοι βολιώτες πλούσιοι. (βλ. Γάτσος, Κοκωσλής, Καρτάλης, Τοπάλης κ.ά)
Λέγεται πως ήταν τίμιος και ενεργητικός σαν έμπορος,  που δραστηριοποιήθηκε στο Βόλο και στην περιοχή. Δεν αδικούσε στις συναλλαγές του και δεν ήταν πλεονέκτης. Τον ίδιο χαρακτήρα έδειξε και όταν αναμείχτηκε στην πολιτική.
Μετά το 1866 έγινε αρχηγός του παλιού κόμματος των «Κοτσαμπάσηδων», του κόμματος των «Νοικοκυραίων» που εκπροσωπούσε τους πλούσιους σε αντίθεση με το κόμμα της «Τσούρμας-Φτώχειας» που ήταν το λαϊκό.
Οι Τούρκοι τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση, γιατί ήταν ακριβοδίκαιος στις συναλλαγές του και  στις σχέσεις του. Στα 1864 του απένειμαν βαθμό για τα παραπάνω, αλλά και γιατί ως εκλεγμένος δικαστής πολλές φορές στο Πρωτοδικείο του Βόλου, συμβουλεύοντας τους αντίδικους, τους οδηγούσε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό στο γραφείο του, για υποθέσεις πολιτικές, ποινικές κλπ.   
Τα πατριωτικά του αισθήματα και την ευεργετική του δράση αρκετές φορές τα έδειξε στις περιπτώσεις που το Πήλιο επαναστάτησε, όπως στα 1854 και 1878. (Το ίδιο έκαναν κι οι Κοκωσλήδες σε αντίθεση με άλλους που τάχτηκαν με τους οθωμανούς).
Στην επανάσταση του 1878 έμεινε στην Πορταριά, συμβάλλοντας με πληροφορίες για τα σχέδια των οθωμανών που μετέδιδε στους επαναστάτες, αλλά και φροντίζοντας για τη διατροδή των ανταρτικών ομάδων. Επίσης έπαιρνε μέρος στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των εμπολέμων για τη διάσωση της επαρχίας μας.
Μετά την προσάρτηση αποσύρθηκε στην Πορταριά.
Ευεργέτησε εκτός απ’ την Πορταριά και άλλες περιοχές της επαρχίας, με διάφορους τρόπους.
Γι’ αυτό πήρε και το παράσημο των Ιπποτών του Σωτήρος (ΦΕΚ 71/Α-31-10-1885).
ΠΗΓΕΣ:
- «Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ» εφημερίδα, 16-11-1885.
- «ΒΟΛΩΤΙΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ», Νικ. Γάτσος, Βόλος ΔΗΚΙ 1998.
- «ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ-Πηλιορείτικα   Β΄», Βαγγ. Σκουβαράς, ΑΣΤΗΡ,      1983.
- «ΠΟΡΤΑΡΙΑ», Γιάννης Τσίγκρας, Δήμος Πορταριάς 2006.
- «Ο ΒΟΛΟΣ-Ίδρυσις και εμπορική κίνησις κλπ », Δημ. Κ.Τσοποτός, Εν Αθήναις 1933.
- ΦΕΚ.

Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Η «Μάννα» της Πορταριάς

Ένα εξαιρετικό-τατο κείμενο του τέλους του 19ου αι. από τη γνωστή μας εκδότρια της ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ, Καλλιρρόη Παρρέν.
(Μόνο που είναι στην ...καθαρεύουσα -ωστόσο κατανοητή!).
« Η ώρα παρήλθεν, ως παρέρχονται όλαι αι ευτυχείς ημέραι της ζωής, ταχύτατα ωσεί απετελείτο υπό στιγμών μόνον. Προ της αναχωρήσεώς μας απεφασίσαμεν να μεταβώμεν εις τήν παρά τήν θέσιν Μάννα μονήν της Παναγίας, ίνα από της υψηλής εκείνης θέσεως θαυμάσωμεν το μαγικόν πανόραμα των κλιτύων του Πηλίου, ως και την κρυσταλλίνην λεκάνην τού Παγασητικού. Αλλ’ αντί να λάβωμεν την κανονικήν οδόν περιεπλανήθημεν εις αποτόμους φάραγγας, εις ατραπούς δυσβάτους, πλην καταφύτους. Ιτέαι και πλάτανοι, μύρτοι και δάφναι, βάτοι και σφένδαμνοι, συκαμηνέαι, αι φιλύραι, ροιαί και αμυγδαλέαι και πληθύς άλλη παντός είδους και γένους δένδρων και φυτών μεταβάλλουν το από του Καράβου μέχρι της Μάννας διάστημα εις μεγαλοπρεπή παράδεισον, εις λαβύρινθον αδιέξοδον του φυτικού κόσμου. Υπήρχον στιγμαί, καθ’ ας τόσον πυκνοί κλάδοι και φυλλώματα διεσταυρούντο ως εν τρυφερωτάτω εναγκαλισμώ υπέρ τας κεφαλάς μας, ώστε ούτε μικράν γραμμήν του ουρανού ά μη διακρίνωμεν δι αυτών.
Δύο χαμίνια ανυπόδυτα ανέλαβον vα μας οδηγήσουν, καθ’ ήν στιγμήν είχομεν απολέσει πάσαν ελπίδα περί ανευρέσεως του δρόμου μας. Αλλ’ υπελόγιζον τον δρόμον διαβατόν με τους γυμνούς πόδας των και τας αιλουροειδείς κινήσεις των ανά μέσον των παραποταμίων και του υπό ιλύος παχείας κεκαλυμμένου εδάφους. Η περιπλάνησις ήδη απέβαινε δι’ ημάς, εάν όχι επικίνδυνος, βεβαίως όμως επίπονος και ανιαρά και είχε φθάσει η στιγμή καθ’ ην ήρχισα και εγώ να δυσανασχετώ και να στενοχωρούμαι. Ευτυχώς ότι αφήσαμεν τους μικρούς οδηγούς μας και δι’ άλλων ευκολωτέρων ατραπών εφθάσαμεν τέλος εις τας πηγας του Κραυσίδωνος. Το ύδωρ εδώ είναι τόσον ψυχρόν, τόσον παγωμένον, η τοποθεσία τόσον εξόχως ποιητική, ο αήρ τόσον καθαρός και ζωογόνος, ώστε μετά την επίμοχθον περιπλάνησιν η όρεξις εξηγέρθη με τα απαράγραπτα δικαιώματά της.
Εκεί υπό τους γηραιούς κορμούς των προαιωνίων πλατάνων τοποθετούμεθα και ο συνοδεύων μας, απαράμιλλος εις προετοιμασίας γευμάτων υπάλληλος τής φιλοξενούσης μας, προϊδών τας στομαχικάς διαμαρτυρίας, μας παρέθεσε πρόδειπνον εκ ψυχρών εδεσμάτων και οπωρικών, το οποίον κατεβροχθίσαμεν απλήστως.
Η μονή, ήτις αρχικώς κατά τα πρώτα του Χριστιανισμού έτη προσέφερεν άσυλον και στέγην εις γυναίκας, αποχωρούσας του κόσμου και ήτις βραδύτερον, μετοικοδομηθείσα υπό Άννης της Κομνηνης, μετεβλήθη εις ανδρικήν και διοικείται υπό ενός ηγουμένου, είναι το μοναδικόν σημείον από του οποίου δύναταί τις να απολαύση τελείως του θεάματος του Πηλίου.
Η μονή ακριβώς είναι το τελευταίον όριον των βασιλευουσών υπ’ αυτήν πρασίνων εκτάσεων, υπεράνω δ’ αυτής, αμέσως σχεδόν, έρχεται η μεγαλοπρεπής εκτύλιξις του γυμνού όρους, του οποίου αι κορυφαί είναι ολίγον μεταλλικαί. Και ενώ το βλέμμα ελκύεται προς την γραφικωτάτην εικόνα, ήτις καταλήγει κάτω, μακράν ήδη, προς δύο ανοικτούς βραχίονας, εν οις η γη δέχεται ως εν μητρικώ εναγκαλισμώ την οπάλειου λίθου ακινητούσαν μεγαλοπρεπή της θαλάσσης έκτασιν, η υπεράνω των κεφαλών μας επιβλητική του Πηλίου άλυσις διεκδικεί την προσοχήν και τον θαυμασμόν μας. Και έχει το όρος τούτο ιδίαν φυσιογνωμίαν, ιδίαν έκφρασιν εν τη σκοτεινή ακινησίαν του, έκφρασιν απερίγραπτον, ήτις δεν δύναται να παραβληθή με ουδέν άλλον όρος, ουδεμίαν άλλην βραχώδη έκτασιν.
Εδώ η χροιά του είναι ερυθρωπή, εκεί φαιοπράσινος και ολίγον υψηλότερα φαιοκύανος εντελώς. Τα από των κορυφών του κατερχόμενα νερά έχουν διαυλακώσει εδώ και εκεί τας αποτόμου πλευράς του, αίτινες, σκιαζόμεναι περισσότερον, αποτελούν ήδη με την απέναντι αντανακλώσαν δύσιν, την ποικιλωτέραν και μελαγχολικωτέραν εν ταυτώ απόχρωσιν του ιανθούς χρώματος. Αι υψηλότεραι και απώτεραι κορυφαί χρωματίζονται με κυανούν διαυγές χρώμα, ωσεί ο υπέρ αυτάς ουράνιος θόλος εξήπλου τα μεγαλοπρεπή κράσπεδα του γαλανού πέπλου του μέχρις αυτών, όλαι διάστικτοι υπό των σκοτεινών νεφών, άτινα ως εν πενθίμω ρασσοφόρων λιτανεία, διασχίζουν ελαφρά και ατμήρη τας απεράντους του ορίζοντος εκτάσεις. Ήτο αργά πλέον, ώστε δεν μας έμενε καιρός να επισκεφθώμεν το εσωτερικόν της μονής. Ο ηγούμενος, ευγενής και περιποιητικός, μας προσέφερε θαυμασίου μεγέθους και γλυκύτητος κεράσια, των οποίων μόνη η ανάμνησις εγείρει κόσμον όλον πόθων και απολαύσεων γευστικών.
Αλλ’ η ώρα παρέρχεται και μετά μελαγχολίας απομακρυνόμεθα της ωραίας εκείνης τοποθεσίας. Η κάθοδος δια της ομαλής οδού είναι κανονικωτάτη και οι ίπποι μας, ανυπομονούντες και αυτοί να επιστρέψουν, σπεύδουν εις προϋπάντησίν μας. Η μαγεία της επιστροφής, με τον δύσαντα ήδη ήλιον και τας υπό το εσπερινόν σκιόφως διαγραφομένας γραμμάς, αποτελεί μοναδικήν των οφθαλμών πανήγυριν. Ο ουρανός είναι ωραίος, καθαρός ως κρύσταλλος και ωσεί αποπνέων έτι την θερμότητα της ημέρας. Το Πήλιον απομακρύνεται σοβαρόν, μεγαλοπρεπές και απέριττον, αποβάλλον ήδη την ιανθή χροιάν του και ως Πατριάρχης της Γραφής καλυπτόμενον υπό γλυκυτάτου κυανού χρώματος καλύπτραν.
Ο αήρ συμπυκνούμενος ήδη ως εκ της αποστάσεως παρεμβάλλεται μεταξύ ημών και του όρους ωσεί αραχνοειδές διάφραγμα, ενώ η υπό τους πόδας μας κατάφυτος πεδιάς αποτελεί το κοσμητικόν της όλης εικόνος εξάρτημα. Έχει και η φύσις τους αριστοκρατικούς τύπους της, μεταξύ των οποίων ό,τι βλέπω αυτήν την στιγμήν φέρει την σφραγίδα υπερτάτης ευγενείας. Εφ’ όσον κατερχώμεθα και η πλησιάζουσα νύξ σκιάζη επί μάλλον τον ορίζοντα, ο ήχος του Πηλίου ομοιαζει απεράντων διαστάσεων γυναίκα, ης η πλουσία αμαζών σχηματίζει τούς γραφικωτέρους κυματισμούς και τας μεγαλοπρεπεστέρας πτυχάς, ας ηδυνήθη να συλλάβη ποτέ καλλιτέχνου φαντασία.» 

(Κ. Παρρέν)