Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναζιστικά εγκλήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναζιστικά εγκλήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2017

Ναζιστικά εγκλήματα στ' Άνω Λεχώνια

Τρία άγνωστα εγκλήματα από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους (Ομάς Λεχωνίων), τρεις τραγικές δολοφονίες απλών ανθρώπων που αντιστάθηκαν στους κατακτητές:
Η πρώτη περίπτωση αφορά μια νεαρή γυναίκα-μάνα τεσσάρων παιδιών που βοηθούσε τους αντάρτες κάνοντας τον σύνδεσμο-ταχυδρόμο σε μυημένους επιβάτες του τρένου Πηλίου, όταν αυτό σταματούσε στο σταθμό των Άνω Λεχωνίων. Η γενναία αυτή γυναίκα ήταν η Ελένη Κοσμά συζ. Ιωάννη. Η καταγωγή της ήταν από τη Βυζίτσα, αλλά έμενε στα Λεχώνια όπου ο σύζυγός της ήταν «κιρατζής». Ήταν πολύ καλή γυναίκα και πονετική.
Ήταν αγράμματη, αλλά παρόλο τούτο δεν έπαυε να κάνει το σύνδεσμο μεταξύ των αντιστασιακών. Έπαιρνε μηνύματα γραμμένα σε χαρτάκια που της ρίχνανε οργανωμένοι επιβάτες από το τρενάκι στο Σταθμό. Άλλοτε της τα διάβαζαν και η ίδια έδινε το μήνυμα προφορικά κι άλλοτε αυτούσιο στους παραλήπτες. Κάποτε την κατέδωσαν και την έπιασαν οι Γερμανοί. Την πήγαν στο κτίριο Κοντού σε ανακρίσεις για να αποκαλύψει τους συνεργάτες της. Αυτή έμεινε ανυποχώρητη στις πιέσεις και στους βασανισμούς. Μεταφέρθηκε τότε λίγο παρακάτω στο κτήμα Σπύρου -κοντά στον πύργο Ολύμπιου. Πάνω σ’ έναν «ανωβολιό» την σκότωσαν κτυπώντας την. Άφησε τα μικρά παιδιά της ορφανά με τον πατέρα τους μέσα στη δυστυχία και τον πόνο. Αυτά σοκαρισμένα (αφού κάποια είδαν τον τραγικό θάνατο της μάνας τους) έκτοτε δεν έμειναν στο χωριό, παρά επέστρεψαν αργότερα ως επισκέπτες.
Η δεύτερη τραγική επίσης ιστορία θανάτωσης αφορά την Αγγελική Μαστρογιάννη από τον Άγ. Βλάση. Την έπιασαν στα Άνω Λεχώνια όπου συχνά κατέβαινε για να «διακονέψει», αφού είναι γνωστό πως γύρω από το σιδ. σταθμό γινόταν ανταλλαγές προϊόντων και μαύρη αγορά. Οδηγήθηκε στο αρχοντικό Κοντού όπου ήταν το αρχηγείο των Γερμανών και ΕΑΣΑΔιτών κι από εκεί -όπως και την Ελ. Κοσμά- λίγο παρακάτω στο κτήμα Σπύρου όπου κι αυτήν την εκτέλεσαν πετροβολώντας την. Κι ήταν η δύστυχη... έγκυος!
Ο Γ. Χαρίτος με τη σύζυγό του.
Η τρίτη επίσης τραγική περίπτωση έχει να κάνει με το Γεώργιο Χαρίτο, με καταγωγή απ’ το Βόλο. 
Ήταν αγρότης και ζούσε στον Άγιο Βλάση με τη σύζυγο του Κασσιανή και τα τρία κοριτσάκια του. Ως εφεδροελασίτης είχε κάποια δράση στο χωριό την εποχή εκείνη.
Στο «χτένισμα» του Πηλίου την Άνοιξη του 1944 από τους Γερμανούς, πιάστηκε μαζί με άλλους Καραμπασιώτες οδηγήθηκαν στα Άνω Λεχώνια, εκεί στου Κοντού στο στρατηγείο των Γερμανοεσαδιτών.  Μεταφέρθηκαν όλοι στην Κίτρινη Αποθήκη του Βόλου απ’ όπου κάποιοι ελευθερώθηκαν και κάποιοι απαγχονίστηκαν στο Ορμάν Μαγούλα. Ο Γ. Χαρίτος μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο της Λάρισας όπου και εκτελέστηκε.
Το τραγικό κι εδώ είναι πως κι αυτός άφησε στη φτώχεια και την ορφάνια τη σύζυγό του και τα κοριτσάκια του που υπέφεραν πολύ από την πείνα και τις στερήσεις. 

Τρίτη 24 Μαΐου 2016

«Σοφίκα Τοπάλη-Θηλιά στη μνήμη»

Ένα βιβλίο για τις τραγικές γυναίκες Τοπάλη κι όχι μόνον...
[...] Η «Σοφίκα Τοπάλη» είναι μια ιστορία αληθινή που σημάδεψε τα Κάτω Λεχώνια και που κλόνισε το πανελλήνιο τις τελευταίες μέρες της Κατοχής των Γερμανών και τις πρώτες του Εμφυλίου. Μια ιστορία που αποσιωπήθηκε για το φόβο των Ιουδαίων, για να γίνει πολύ αργότερα γνωστή και στους ίδιους τους κατοίκους των Κάτω Λεχωνίων...
Φύγαν οι Γερμανοί, μαζί και οι Εασαδίτες κι αφήσανε το έργο τους ελεύθερο στην κοινή θέα. Με την ψυχή στο στόμα πλησίασαν δειλά οι Κατωλεχωνίτες. Ανάμεσά τους κι εσύ. Σήκωσες τα μάτια στα πρόσωπα των κρεμασμένων γυναικών. Δεν άντεξες. Πήγες παράμερα, σ’ απόσταση ασφαλείας, να μην τα ξεχωρίζεις. Να βλέπεις μόνο τις φιγούρες να λικνίζονται σ’ ένα αποτρόπαιο «λούνα-παρκ»: Τρεις γυναίκες κρεμασμένες σ’ ένα δέντρο, παγκόσμια «αποκλειστικότης» του χωριού μας! Σε πρώτο πλάνο τη Σοφίκα, αριστερά την Καλαβρού κι απέναντι τη Λουκία. Τρεις κούκλες παραμορφωμένες, να κρέμονται και να στριφογυρίζουν, δείχνοντας μια τις φριχτές μορφές τους και μια τους τσακισμένους τους λαιμούς, ανατριχιαστική σκηνή, σιωπηλή μαζί και κραυγαλέα, όσο κι αν μεσολάβησαν καιροί, δεκάδες χρόνια από τότε.
Από την τραγική εκείνη Παρασκευή της 7ης Ιουλίου του 1944... ]
(Από το εσώφυλλο του βιβλίου-έρευνα ζωής του λεχωνίτη Γιάννη Μαντίδη, που περιμέναμε και μόλις κυκλοφόρησε. Διατίθεται από τις εκδόσεις HISTORIA,Υψηλάντους 3, Αθήνα, τηλ. 2107255962 και από βιβλιoπωλεία του Βόλου.)

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Το μαρτυρικό Καραμπάσι (3)

Φορτώσαμε, λοιπόν εις τα αυτοκίνητα συνεχίζει την αφήγησι του ο κ. Βολιώτης για την καταστροφή του Αγίου Βλασίου- και σε Γερμανοί μάς έφεραν πάλι εις το σχολειό μαζί με τους άλλους. Λίγο αργότερα μας διάταξαν να κατεβούμε στο προαύλιο. Βγαίνοντας από το σχολείο αντικρίσαμε καπνούς και φλόγες. Το χωρίο εκαίετο. Οι Γερμανοι έβαζαν φωτιά από σπίτι σε σπίτι. Σφίκτηκε η καρδιά μας. Πολλοί άρχισαν να κλαίνε. 
Οι Γερμανοί έδωσαν εντολή να ανεβούμε εις τα αυτοκίνητα, που ανέμεναν. Πού θα μας πήγαιναν άραγε; Είμασταν πολλοί και δεν χωρούσαμε όλοι.  Όσοι  έμειναν θα πήγαιναν πεζοπορία υπό συνοδείαν, φυσικά. Εγώ βρέθηκα μεταξύ των πεζών. Η κατεύθυνσίς μας ήταν προς Λεχώνια. Είχα την ετοιμότητα εις τον δρόμο να ρωτήσω έναν από τους Γερμανούς στρατιώτας για την τύχη μας. Αφελέστατα αυτός απήντησε. μου έδωσε δηλαδή να καταλάβω, ότι μας πήγαιναν εις τα Λεχώνια, όπου θα εκτελούσαν πενήντα. Αύτονοητη η λαχτάρα που δοκιμάσαμε πρώτος εγώ και ύστερα οι άλλοι όταν το επληροφορήθησαν.
Κάποτε, είχε πια μεσημεριάσει, φθάσαμε εις τα Λεχώνια. Μας συγκέντρωσαν εις την πλατεία. 'Ηρθε ένας γερμανός λοχαγός, ο διοικητής της μονάδας, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο επιβεβαίωσε την είδησι, ότι θα εκτελούσαν πενήντα από μας. 
Κατά καλήν τύχην ο τότε πρόεδρος της κοινότητας Αγίου Βλασίου Παχιός, ήξερε γερμανικά, διότι έμεινε ως αιχμάλωτος εις το Γκαίρλιτς της Γερμανίας. Συνεννοήθηκα λοιπόν μαζί του και με το θάρρος τού επεβάλετο από την περίστασι μιλήσαμε εις τον γερμανό λοχαγό. Του είπαμε, ότι άδικος υπήρξε η πυρπόλησις του Αγίου Βλασίου, και άδικος και η δική μας σύλληψις, ακόμη δε περισσότερο άδικος η ληφθείσα απόφασις περί εκτελέσεως πενήντα αθώων, διότι το επεισόδιο μεταξύ του γερμανού στρατιώτου και των εφεδροελασιτών δεν έγινε εις τον Άγιο Βλάση. Ο Γερμανός όμως άντεταξε το επιχείρημα ότι οι δύο νεαροί που ηλέχθησαν από τον στρατιώτην εις Άγιον Γεώργιον, έφερον ταυτότητας εκδόσεως Αγίου Βλασίου και ήταν αντάρτες. Εν πάση περιπτώσει από την επιμονή μας και τα λογικά επιχειρήματά μας εκάμφθη ο λοχαγός και χωρίς να πη λέξι ανέβηκε εις το αυτοκίνητό του και πήγε εις τον Άγιο Βλάσιο, όπου διέταξε να σταματήσουν οι καταστροφές και να σβήσουν αι πυρκαϊές. Ήταν όμως πλέον αργά αφού τα περισσότερα σπίτια και καταστήματα του χωριού εκάησαν. Εντελώς ελάχιστα εγλύτωσαν από την παρέμβασι αυτή του γερμανού λοχαγού, ο οποίος ύστερα από λίγη ώρα επέστρεψε εις τα Λεχώνια και ανήγγειλε ότι δεν θα εγίνoντο και αι εκτελέσεις. Αναπνεύσαμε άλλα τα βάσανα των αθώων Αγιοβλασιτών επέπρωτο να μην τελειώσουν ακόμη. 
Ο λοχαγός διέταξε, να χωρισθούν οι άνδρες από τα γυναικόπαιδα,  πράγμα που έγινε φυσικά, θέλοντας και μη, γρήγορα. Κατόπιν τα μεν γυναικόπαιδα και οι γέροι αφέθησαν ελεύθεροι να γυρίσουν εις το χωριό. Τους άνδρες οι Γερμανοί τους έβαλαν εις τα αυτοκίνητα και τους ωδήγησαν εις Βόλον όπου τους έκλεισαν εις την Κίτρινη Αποθήκη. Πολλών εξ αυτών η μοίρα υπήρξε φοβερή. Εξετελέσθησαν από τους Γερμανούς ή εστάλησαν εις τα στρατόπεδα της Γερμανίας. Κατά καλήν μου τύχη οι Γερμανοί με αφήκαν να συνοδεύσω τον εγχειρησμένον εις το μάτι πατέρα μου, μη δυνάμενον να βαδίζη. Έτσι εγλύτωσα και επέστρεψα και εγώ την ίδια ημέρα εις το χωριό.
Τι ήταν όμως εκείνο το οποίον μας ανέμενε; Καμμένος ο άλλοτε ωραίος Άγιος Βλάσιος, κατεστραμμένα εντελώς όλα σχεδόν τα μαγαζιά μας, ερείπια, οι περιουσίες μας αγρίως λεηλατημένες. Συμφορά άνευ προηγουμένου.
Αλλά το χειρότερο που ανέμενε εμένα ήταν κάτι άλλο: Ο θάνατος του αδελφού μου Βλάση Βολιώτη, 16 ετών, οποίος κρύφτηκε εις το ταβάνι τού σπιτιού όταν ήρθαν οι Γερμανοί και δεν κατώρθωσε να διαφύγη. Τον πυροβόλησαν και του άνοιξαν το κεφάλι. Ύστερα πήραν το πτώμα, το έριξαν επάνω σε ξερά ξύλα και προσανάμματα, το έβρεξαν με βενζίνη και έβαλαν φωτιά. Βρήκαμε τον αδελφό μου ημιαπηνθρακωμένο.
Ήταν και άλλοι οι φονευθέντες. Δώδεκα εν όλω εκείνη την ημέρα. Μαζέψαμε τους νεκρούς και τους μεταφέραμε εις το νεκροταφείο. Τους θάψαμε την επομένη.
 Ύστερα, με την πάροδο τού χρόνου, αφού εν τω μεταξύ απελευθερώθησαν και αρκετοί από τους  συλληφθέντες άνδρες του χωριού, προσπαθήσαμε να ξαναφτιάσουμε τη ζωή μας.  Ήταν εν τούτοις αυτό τόσο εύκολο; Όχι γιατί αι ψυχές μας γέμισαν από πένθος και πικρία, γιατί αι περιουσίες μας χάθηκαν μέσα σε λίγες ώρες, περιουσίες γερές που αντιπροσώπευαν αγώνες και ιδρώτα τόσων και τόσων χρόνων».
Ιδού τώρα ένας κατάλογος νεκρών κατοίκων του Αγίου Βλασίου, φονευθέντων κατά την Κατοχήν:
Βλάσ. Αρ. Βολιώτης, Μιχ. Δημ. Βολιώτης, Νικ. Κ. Κοψιαλής, Δημ, Λούκας, Ιω. Άλ. Τζαβέλας, Βλασ. Ν. Στανιός, .Κων. Φτελιανός. Βάιος Κ. Κλειτσογιάννης, Δημ. Αν. Κούτριας, Ιω. Σ. Παναγιώτου, Αγγελική Απ. Πολυχρόνου, Ευάγγελος Δ. Κούτριας, Κυρατσώ Δ. Πριάμου, Ευφροσύνη Ι. Κουκουβίνου, Ιωάν. Άγγ. Σταματόπουλος, Νικ. Δ. Τσιπαράς. Βασ. Κ. Καραγιάννης, Δημ. Κ. Καραγιάννης, Δ. Τρ. Βολιώτης, Κων. Ν. Κουτσουβέλης, Βασ. Γ. Βολιώτης, Ιω. Κ. Αργυρογιάννης, Κων. Γ. Κωστόπουλος, Βαρβάρα Απ. Κοσμά, Χρίστ. Ι. Αντωνόπουλος, Ανασ. Ράπτης, (Παντελ. Φιλ. Σπύρου,  Ιω. Β. Σαμαράς, Αδελφοί Κ. Ζησοπούλου κλπ).

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Το μαρτυρικό Καραμπάσι στα 1944 (2)

ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, Βόλος 8-7-1961
Διά να γίνη αντιληπτό πόσον φρικτό υπήρξε το δράμα του Αγίου Βλασίου αρκεί η κατωτέρω αφήγησις του κ. Ιω. Βολιώτη, του γνωστού καταστηματάρχου τροφίμων της οδού Κ. Καρτάλη, ο οποίος καταγόμενος από τον Άγιο Βλάσιο, έζησε κατά την περίοδο εκείνην εις το χωριό και υπήρξε αυτόπτης μάρτυς όλων:
 «Ένα ασήμαντο περιστατικό υπήρξε η αφορμή για να καή ο Άγιος Βλάσιος και να σκοτωθούν τόσοι συγχωριανοί μας από τους Γερμανούς. Συγκεκριμένως, λίγες ημέρες προ της καταστροφής ήλθε εις τον Άγιο Βλάσιο από τα Λεχώνια ένας γερμανός στρατιώτης, ο οποίος κρατώντας ένα τσουβάλι γύριζε από σπίτι σε σπίτι και μάζευε πίτυρα και καλαμπόκι για τις κόττες, που είχαν όπως έλεγε εις τα Λεχώνια αυτές και οι άλλοι στρατιώτες. Του δώσαμε τέλος πάντων αυτά που ζήτησε και έφυγε ανενόχλητος. Την άλλη ημέρα ο ίδιος Γερμανός πήγε εις τον Άγιο Γεώργιο, γιο να μαζέψη πάλι πίτυρα και καλαμπόκι. Εις την πλατεία του χωριού, μεταξύ άλλων αντελήφθη και δύο νέους, τους οποίους εθεώρησε υπόπτους. Τους επλησίασε και τους ζήτησε τις ταυτότητες. Οι δύο αυτοί νέοι δεν ήσαν από τον Άγιο Γεώργιο, αλλά από τον Αγιο Βλάσιο. Ο Γερμανός δεν είπε τίποτε, αλλά κράτησε τις ταυτότητες.
Τότε ειδοποιήθη το τοπικό τμήμα του εφεδρικού ΕΛΑΣ και σε λίγο εγένετο επίθεσις κατά του Γερμανού. Αυτός όμως κατόρθωσε να διαφύγη αμυνόμενος και να επανέλθη εις τα Λεχώνια, όπου ανέφερε τα διατρέξαντα εις τον διοικητή του.
Δύο ημέρες μετά ήλθαν εις τον Άγιο Βλάσιο μερικοί Γερμανοί με επικεφαλής ένα λοχία. Επεσκέφθησαν και το σπίτι μου. Δεν πείραξαν κανένα, τους δώσαμε μερικά αυγά πασχαλιάτικα και έφυγαν. Ο ίδιος λοχίας με στρατιώτες ξανάρθε εις το χωριό, αλλά πάλι δεν έγινε τίποτε το κακό. Θυμούμαι μόνον πως του άρεσε πολύ ένα καινούργιο σαλονάκι που είχαμε και υποπτευθήκαμε πως θα το έπαιρνε σε δεδομένη στιγμή. Εν τω μεταξύ είχε γνωσθή το επεισόδιο που συνέβη με τον γερμανό στρατιώτη και τους εφεδροελασίτες εις τον Άγιο Γεώργιο και οι συχνές αυτές επισκέψεις των Γερμανών εις τον Άγιο Βλάσιο μας ενέβαλαν σε υπόνοιες, που δυστυχώς απεδείχθησαν βέβαιες ύστερα από λίγες ημέρες, δηλαδή το Σάββατο 13 Μαΐου 1944.
Χαράματα, λοιπόν, του Σαββάτου ξυπνήσαμε ξαφνικά από ισχυρά κτυπήματα εις την πόρτα του σπιτιού. Κατέβηκα γρήγορα-γρήγορα και άνοιξα. Ήταν ο ίδιος, ο γνωστός πλέον γερμανός λοχίας, πανύψηλος και φοβερός, συνοδευόμενος από αρκετούς στρατιώτες. Είπε να κατεβούμε όλοι από το σπίτι και να των ακολουθήσουμε το ταχύτερον. Κατάλαβα πως κάτι το κακό συνέβη και χωρίς χρονοτριβή κατεβήκαμε όπως-όπως εγώ, η γυναίκα μου και ο μικρός τότε γιος μου και ακολουθήσαμε τους Γερμανούς. Μας οδήγησαν εις την πλατεία του χωριού, όπου εν τω μεταξύ συνεκεντρούντο και οι άλλοι κάτοικοι του Αγίου Βλασίου, άνδρες, γυναίκες και παιδιά αδιακρίτως ηλικίας.
Δεν μας άφησαν όμως εις τον ελεύθερο χώρο της πλατείας. Μας ενέκλεισαν εντός του σχολείου όλους, τετρακόσιους και πλέον ανθρώπους και ο κίνδυνος να καταρρεύσουν τα παλαιά πατώματα από το βάρος, ήταν μεγάλος.
Μαζεμένοι όπως ήμαστε μέσα εις το σχολείο όλοι οι κάτοικοι κάναμε διάφορες υποθέσεις για το τι μας περίμενε. Είχαμε οπωσδήποτε αντιληφθή ότι οι Γερμανοί αυτήν την φορά ήλθαν εις τον Άγιο Βλάσιο για μεγάλο κακό και η αγωνία μάς έπνιγε.
Σε λίγο οι Γερμανοί διέταξαν δέκα από μας να τους ακολουθούσουν. Μεταξύ των δέκα βρέθηκα και εγώ. Όλοι πίστεψαν και φυσικά εμείς οι δέκα περισσότερο, ότι θα μας πήγαιναν για εκτέλεσι. Ευτυχώς όμως οι φόβοι μας δεν βγήκαν αληθινοί.
Διότι, οι Γερμανοί μάς ήθελαν για αγγαρεία μόνον, δηλαδή για να μεταφέρουμε τι πράγματα που λεηλατούσαν από τα σπίτια και τα καταστήματα και να τα φορτώσουμε εις τα αυτοκίνητά των.»
                                                  (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ στο επόμενο και τελευταίο μέρος)

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Το μαρτυρικό Καραμπάσι (Άγιος Βλάσιος) στα 1944 (1)

Στον βολιώτικο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ" της 8ης Ιουλίου 1961, δημοσιεύτηκε το παρακάτω κείμενο που αναφέρεται στις βαρβαρότητες των Γερμανών κατακτητών, που συνέβηκαν στο μαρτυρικό Καραμπάσι: 
Τον Μάρτιον του 1944 οι Γερμανοί, ως εγράφη, προέβησαν εις ευρείας εκτάσεως εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εις το Πήλιον εναντίον των ανταρτικών τμημάτων. Δεν αφήκαν περιοχήν, εις την οποίαν να μη διεισδύσουν. Όλα σχεδόν τα χωριά εδέχθησαν επιδρομές των Ες-Ες και υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Τα αποτελέσματα εκ των εκκαθαριστικών αυτών επιχειρήσεων δεν υπήρξαν τα αναμενόμενα διά τους Γερμανούς, οι οποίοι μάλιστα υπέστησαν σοβαρές απώλειες κατά την διάρκειαν των επιχειρήσεων αυτών, συγκρουσθέντες επανειλημμένως με τους αντάρτες. 
Ολόκληρος ο Απρίλιος του 1944 διέρρευσε με τούς Γερμανούς διατρέχοντας το Πήλιον, πολλοί δε Πηλιορείτες επλήρωσαν με την ζωήν και τις περιουσίες των την θηριωδία των Ες -Ες. 
Αρχάς Μαΐου και ολίγον πριν τερματισθή άνευ ουσιαστικών αποτελεσμάτων το «Κτένισμα» του Πηλίου, οι Γερμανοί, απογοητευμένοι και περισσότερον εξαγριωμένοι έστρεψαν την μήνιν των εναντίον του αμάχου πληθυσμού. Ούτω την 13ην Μαΐου ομάδες Ες-Ες επέδραμον εις τον συνοικισμόν του Αγ. Βλασίου Στρόφυλλον, τον οποίον και ελεηλάτησαν αγρίως. Επυρπόλησαν ακολούθως δέκα τρία σπίτια και εφόνευσαν εξ άτομα, μεταξύ των οποίων και μίαν γυναίκα αποτεφρωθείσαν εντός της οικίας της. Συνέλαβον εξ άλλου περί τους εβδομήκοντα κατοίκους τους οποίους μετέφεραν εις Βόλον και ενέκλεισαν εντός της «Κίτρινης Αποθήκης». Μετά πολλές παραστάσεις και παρακλήσεις οι συλληφθέντες αφέθησαν ελεύθεροι. 
Μετά τριήμερον, δηλαδή την 16 Μαΐου 1944, οι Γερμανοί επέδραμον εκ νέου εις τον συνοικισμόν και προεκάλεσαν και άλλες καταστροφές.
Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ
Την ιδίαν αυτήν ημέραν, δηλαδή την 16 Μαΐου οι Γερμανοί κατέστρεψαν τον Άγιον Βλάσιον (Καραμπάσι). Συγκεκριμένως οι Γερμανοί επυρπόλησαν 144 οικίες του χωρίου, τις οποίες προηγουμένως ελεηλάτησαν αγρίως. Μεγάλην δοκιμασίαν υπέστησαν οι κάτοικοι του Αγίου Βλασίου. Συλληφθέντες οι περισσότεροι από τους Ες-Ες οδηyήθησαν εις τα Λεχώνια. Εκείθεν μετεφέρθησαν οι όμηροι εις Βόλον και εφυλακίσθησαν εις την «Κίτρινη Αποθήκη». Εξ αυτών απηλευθερώθησαν οι περισσότεροι, αλλ' αρκετοί δεν εγύρισαν ποτέ εις το χωριό των. Εξετελέσθησαν υπό των Ες-Ες. Τρεις εις Λεχώνια, επτά άλλοι εις  Άγιον  Ιωάννην Κισσού και μερικοί ακόμη εις Βόλον. 
Τα θύματα εν τούτοις των Γερμανών εις Άγιον Βλάσιον υπερέβησαν συνολικώς τα σαράντα, δηλαδή το Καραμπάσι, όπως συνήθως λέγεται ο Άγιος Βλάσιος, επλήρωσε με πολύ αίμα αθώων και με ολοσχερή σχεδόν καταστροφή την εγκληματική μανία των Γερμανών επιδρομέων.
ΚΑΙ ΝΕΑ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΕΙΣ ΤΙΣ ΜΗΛΙΕΣ
Ας σημειωθή επ’ εύκαιρια κατά το χρονικόν αυτό διάστημα επλήγησαν για άλλη μια φορά και αι Μηλιές. Την 2Οην Μαρτίου 1944 οι Γερμανοί είσεβαλον εις Μηλιές και συνέλαβαν εξήντα τέσσερες κατοίκους τους οποίους μετέφεραν εις Βόλον. Εξ αυτών εξετέλεσαν τέσσερες, επτά απέστειλαν εις Γερμανίαν και τους ενέκλεισαν εις το φοβερό στρατόπεδο Νταχάου, ενώ είκοσι πέντε έπεσαν από τις σφαίρες των γερμανικών πολυβόλων την 2 και 3  Απριλίου 1944 εις την περιοχήν Λαρίσης. 
                                                                                       (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ στο 2ο μέρος)