Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευγένιος Δάγκου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευγένιος Δάγκου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

Ο εκ Προμυρίου Αρχιμανδρίτης (Δάγκου) Ευγένιος (2)

    Για τον αρχιμανδρίτη Ευγένιο (Δάγκου) έγραψε και ο επίσης ιερομόναχος +Ματθαίος Βατοπαιδινός στη μονογραφία του για το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα Προμυρίου.

( Ουδεμία σχέση έχει με τον άλλο εκ Νεοχωρίου αρχιμανδρίτη Στροφίλου- Ευγένιο Ευσταθίου, ένα αντιπαράδειγμα κληρικού)

Από εκεί και η σημερινή δημοσίευση –αντιγραφή σε μονοτονικό:

Ο Ευστάθιος Σουρούβιλος (Ευγένιος) εγεννήθη εις Προμύριον κατά το έτος 1811, εδιδάχθη τα πρώτα γράμματα εις την Μονήν του Αγίου Σπυρίδωνος, παρά τινι Διονυσίω ως αναφέρεται εις την αυτοβιογραφίαν του, επιπροσθέτως δε μυείται και εις τον Μοναχισμόν. Εις ηλικίαν 16 ετών εισέρχεται εις την εν Αγίω  Όρει Μονή του Ξηροποτάμου κατά το έτος 1837, όπου προ ετών είχε εγκαταβιώσει ομοχώριός του Παΐσιος. Προσλαμβάνεται υποτακτικός υπό του Αρχιμ. Διονυσίου Αγιομαμίτου.

Εδώ θα ασχοληθώμεν επ’ ολίγον με το πρόσωπον του Διονυσίου ο οποίος δεν πρέπει να συγχέεται με τον Γέρο-Διονύσιο του Αγ. Σπυρίδωνος. Ούτος εισήλθεν εις την Μονήν Ξηροποτάμου ιερεύς ων την 1ην Ιανουαρίου 1830, προήχθη εις Προϊστάμενον την 23ην Σεπτεμβρίου 1887 και απεβίωσεν την 5ην Ιουλίου 1877. Ο ανήρ ούτος καίπερ μετρίας μορφώσεως, ρέκτης όμως και μεγαλοπράγμων, νους πρακτικός, χαρακτήρ δε κατ’ εξοχήν επιβλητικός, συμβοηθούντος εις τούτο και του μεγαλοπρεπούς αναστήματός του, κατώρθωσε χωρίς φαινομενικώς και κατά τύπους να προσβάλη το κρατούν εν ταις ιδιορρύθμοις Μοναίς διοικητικόν σύστημα της ολιγαρχίας, να συγκεντρώση κατ’ ουσίαν εις τας χείρας του πάσαν την εξουσίαν της Μονής και να επιβληθή ευθύς εξ αρχής κατά τοιούτον τρόπον είς συναδέλφους αυτού Προϊσταμένους, εξ ων πολλοί εστερούντο διοικητικών προσόντων, ώστε ου μόνον να αποκαλήται αλλά και πραγματικώς να είναι ο «Γέροντας», ο «Ηγούμενος», ο «Απόλυτος Μονάρχης» της Μονής.

Περί της τοιαύτης επιβολής του, ουκ ολίγα ανέκδοτα διηγούντο παλαιότερον οι ενθυμούμενοι αυτόν. Ούτος άμα τη αναμίξει του εις τα διοικητικά της Μονής, εις δύο κυρίως σημεία έστρεψε την προσοχήν του: Αον) Εις την οικονομικήν της Μονής εξυγίανσιν και Βον) Εις τον καταρτισμόν προσωπικού μορφωμένου. Προσλαμβάνει ευθύς άμα τη προαγωγή του εις Προϊστάμενον, υποταχτικούς τους Ευγένιον, Ναθαναήλ, άγοντας τότε το 16ον έτος της ηλικίας των, ως και τους Αγαθάγγελον Θράκα, Γρηγόριον Χίον κλπ. παιδεύει αυτούς εις την εντός της Μονής υπάρχουσαν τότε Σχολήν και εκτός, ήτοι εν Θεσσαλονίκη και Κων/πόλει και προάγει αυτούς εις Προϊσταμένους. Κατά τα έτη 1840-1842 εχρημάτισε Γενικός Επίτροπος του Αγίου Όρους εις Θεσσαλονίκην. Παρέλαβε μεθ’ εαυτόν και τον Ευγένιον, όστις διήκουσε μαθήματα παρά τινι Αστερίω. Βραδύτερον ο Διονύσιος αποστέλλεται ως Γεν. Επίτρ. Αγ. Όρους και πάλιν εις Κων/πολιν από το 1844-45. Ο Ευγένιος εγγράφεται και φοιτά εις την Μεγάλην του Γένους Σχολήν επί μίαν τετραετίαν, και κατά το έτος 1846 και εις ηλικίαν 25 ετών, άμα τη αποπερατώσει των σπουδών του επανήλθεν εις την Ιεράν Μονήν της Μετανοίας (του Ξηροποτάμου) προς ανακούφισιν του κατεπεπονημένου σώματός του και συγχρόνως όπως ενεργήση, ίνα το επόμενον έτος μεταβή εις Εσπερίαν προς συνέχισιν των σπουδών του, αφού εν τω μεταξύ εγένετο κάτοχος της Λατινικής γλώσσης και της Γαλλικής. Παυθέντος όμως εν τω μεταξύ του Επισκόπου Χαριουπόλεως Ανθίμου έν. της Ηγουμενίας της εν Ιασίω Μονής του Δάγκου, εκλέγεται ούτος νεαρώτατος και εις ηλικίαν μόλις 26 ετών ως Ηγούμενος αυτής. Μεταβάς τον Αύγουστον του 1847 παρέμεινεν επί 12ετίαν υπό την ιδιότητα του Ηγουμένου ήτοι μέχρι του έτους 1859.

Ως ευφυής και λόγιος ανήρ ο Αρχιμανδρίτης Εύγένιος, εύθύς μετά την εις Βλαχίαν μετάβασίν του κατέστη ο πραγματικός Ηγούμενος, ου μόνον της Μονής Δάγκου και της εν Βουκουρεστίω Μονής της Πλομποΐτας, όπου παλαιότερον υπηρέτησεν ως Ηγούμενος ο ομοχώριός του Παΐσιος. Επίσης διωρίσθη και Επόπτης της εν Βρασσοβώ Εκκλησίας, πάσα δε αναφυομένη σοβαρά υπόθεσις εν τη Βλαχία, σχέσιν έχουσα με τας εκεί κτήσεις της Μονής Ξηροποτάμου εις αυτόν και μόνον ανετίθετο, η δε εν γένει δράσις του Ευγενίου υπήρξε πολλαχώς επωφελής διά την Μονήν Ξηροποτάμου. Μέχρι της σήμερον οι Ξηροποταμινοί λέγουν ότι, ο Ευγένιος είναι ο μόνος ο οποίος ειργάσθη τόσον εποικοδομητικώς διά την Μονήν τής Μετανοίας του.

Κατά τό 1854 απενεμήθη εις τον Ευγένιον παρά της Ελληνικής Κυβερνήσεως ο αργυρούς Σταυρός των Ιπποτών του Σωτήρος. Περί τούτου έγραψε εξ Ιασίου προς την Μονήν την 29ην Ιανουαρίου 1854,  «Η Α.Μ. ο Βασιλεύς της Ελλάδος εκτιμών προσφοράς τας οποίας κατά καιρούς έκαμον προς τα εκπαιδευτικά του Έθνους ημών Καταστήματα, ηυδόκησε δι’ επισήμου Βασιλικού Διατάγματος της από 4ης Ιανουαρίου ε.ε. να μοι απονείμη τον αργυρούν των Ιπποτών του Σωτήρος Σταυρόν του Βασιλικού Τάγματος».

Κατά το έτος 1859 παραιτηθείς εκ της Ηγουμενίας του Δάγκου κλπ. κατήλθεν εις Κων/πολιν και εκεί σχετίζεται με την ακμάζουσαν παροικίαν των Πηλιορειτών, και εν συνεχεί α την 12ην Αυγούστου του αυτού έτους ευρίσκεται εις Αλεξάνδρειαν κατόπιν προσκλήσεως της επίσης ακμαζούσης παροικίας των Πηλιορειτών, «Έμελλον εκ Κωνσταντινουπόλεως να επιστρέψω αυτόθι (την Μονήν Ξηροποτάμου) ευθύς δε και εν προκειμένου να μεταβή η Α.Μ. ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας εις Κων/πολιν χάριν του Μοναστηριακού ζητήματος και της υγείας αυτού, δεν ηδυνήθην να αντισταθώ εις αιτήσεις της Α. Μακαριώτητός Του και της ενταύθα Κοινότητος, του ν’ αντιπροσωπεύσω τον Πατριάρχην εν τη απουσία του. Τέλος γενομένων όλων των προτάσεών μου δεκτών έδωκα την σνγκατάθεσίν μου. Διωρίσθην λοιπόν Γενικός Διευθυντής των υποθέσεων εν γένει του θρόνου, οσάκις ο Πατριάρχης είναι παρών, τοποτηρητής δε αυτού οσάκις είναι απών», επιστολή Ευγενίου προς την Μονήν.

Υπό τας ως άνω ιδιότητας διηύθυνε το Πατριαρχείον Αλεξανδρείας μέχρι του 1867 ο Ευγένιος. Τον Πατριαρχικόν Θρόνον τότε εκόσμει ο Νικάνωρ, Βολιώτης την καταγωγήν, του οποίου ο Ευγένιος κατέστη ο σύμβουλος, κηδεμών, αλλά και τοποτηρητής. Κατά το 1859-69 χρονικόν διάστημα, ο Ευγένιος διαπραγματευθείς εμπιστευτικάς τινάς υποθέσεις μετά των κορυφαίων της τότε Συνόδου, ήτοι των Μητροπολιτών Αμφιλοχίου Πηλοσίου και Σπυρίδωνος Κυρήνης και ικανού αριθμού λαϊκών παραγόντων, οι οποίοι έπαιξον σπουδαίον ρόλον εις την εν γένει ζωήν των Πατριαρχείων παλαιότερον.

Κατά το έτος 1867 παυθείς υπό της αντιφροσυνης φατρίας, καθαιρεθείς και αντικατασταθείς υπό του Αρχιμ. Νείλου Εσφιγμενίτου, του μετέπειτα Μητροπολίτου Δεκαπόλεως του επιλεγομένου Σ π α ν ο ύ, αποτυχών και ως υποψήφιος Πατριάρχης του Αλεξανδρινού θρόνου, επανήλθε εις Κων/πολιν εγκατεστάθη εις Πρίγκιπον, ένθα αγοράσας ωραίαν οικίαν αντί 1200 χρυσών εικοσοφράγγων το 1878, έζησεν εν αυτή και απεβίωσεν το 1876 την 4ην Μαρτίου εις ήλικίαν 55 ετών. Κατά την εποχήν των διαξιφισμών με το ποίος θα ανέλθη εις τον Πατριαρχικόν θρόνον, ο Ευγένιος ή ο Νείλος; Ελέχθη, ούτε ο Εύγένιος, ούτε ο αγένιος.

Αι τελευταίαι του λέξεις ήσαν: Πολλά προσέφερον εις την Εκκλησίαν και την κοινωνίαν· διατί με πότισαν με το ποτήρι της αδικίας;

Αφήκε εις την Μονήν μικράν περιουσίαν, καθ’ ότι το μείζον της περιουσίας του περιήλθεν εις τους συγγενείς του και προς τα εκπαιδευτικά του Έθνους καταστήματα τόσον της ιδιαιτέρας του πατρίδος, όσον και αλλαχού. Πολύτιμος και ωραία βιβλιοθήκη ως και τινα πολύτιμα άμφια ιερατικά κλπ. περιήλθον εις την δικαιοδοσίαν της Μονής, ως επίσης και η εν Πριγκίπω οικία του αντί 1200 χρ. εικοσοφράγκων αγορασθείσα υπ’ αυτού τούτου του Εύγενίου, ως μαρτυρεί το εν τω αρχείω της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου εναποκείμενον Χοντζέτι, (Τουρκικός τίτλος ιδιοκτησίας) υπ’ αριθ. 265.

[…] Επί δε της καθαιρέσεως του Ευγενίου παραθέτομεν και τα κατωτέρω.

Κατά το έτος 1868 τόση μεγάλη διάστασις επήλθε ες το ορθόδοξον πλήρωμα της Αλεξανδρείας, πράγμα απίθανο διά τους  Έλληνας! Προ της διαμορφωθείσης καταστάσεως ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ΣΤ'. ηναγκάσθη να ανακαλέση τον Ευγένιον εις Κων/πολιν, οπωσδήποτε καθαιρεθέντα υπό του Νικάνορος. Και την μεν καθαίρεσιν δεν ανεγνώρισεν τότε ο Ευγενιος, απειθήσας και εις την πρόσκλησιν του Πατριάρχου Γρηγορίου. Πλην επαναλαμβάνων την απειλήν εντονωτέρα ο Πατριάρχης Γρηγόριος τον προσκάλεσεν εις Κωνσταντινούπολιν. Και τότε αντελήφθη ότι ο κλήρος του εξιλαστηρίου θύματος της διαμάχης έπεσε εις αυτόν, και εκών άκων επανήλθεν εις Κων/πολιν.

Τέλος χάριν της Ιστορίας αναφέρομεν και το εν τω αρχείω της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου αποκείμενον και υπ’ αριθ. 168 Συνοδικόν επιτίμιον, (αφοριστικόν γράμμα) εκδοθέν επί Πατριάρχου Ιωακείμ Β'. κατά των διαρπασάντων την περιουσίαν του εν Πριγκίπω αποβιώσαντος Αρχιμ. Ευγενίου Ξηροποταμινού (Δάγκου).

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

αρχιμ. Ευγένιος Δάγκου -Ξηροποταμηνός.

Ο «βίος και η πολιτεία» του εκ Προμυρίου αρχιμανδρίτη Ευγένιου* Δάγκου-Ξηροποταμηνού. 
Μια άγνωστη σχεδόν πηλιορείτικη «μορφή».

Ο Ευγένιος Σουροβήλος ή Σουρούβιλος, κατά κόσμον Ευστάθιος, γεννήθηκε στο Προμύρι στα 1821. Ήταν ένας απ' τους κατά καιρούς πολλούς Προμυριώτες καλόγερους, σύγχρονος του Παΐσιου προμυριώτη και αρχιμανδρίτη επίσης Ξηροποταμηνού.
Στα 1837 ο ηγούμενος της μονής Ξηροποτάμου Διονύσιος Αγιομαμίτης, τον πήρε μαζί του στο Όρος (μαζί με τον συμπατριώτη του Νικόλαο Κουντούλη -αργότερα αρχιμανδρίτη Ναθαναήλ Ξηροποταμηνό, †1896) και τους είχε «υποτακτικούς» του. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος. Στα 1840 πήγε στη Θεσσαλονίκη, ακολουθώντας τον «γέροντά» του που έγινε Γενικός Επίτροπος του Αγ. Όρους.
Στη Θεσσαλονίκη στα δύο χρόνια που έμεινε ο Ευγένιος, παρακολούθησε μαθήματα σε κάποιον Αστέριο. Στη συνέχεια ο γέροντάς του πηγαίνει στην Κων/πολη και ακολουθώντας τον μένει εκεί μια 4ετία παρακολουθώντας μαθήματα σε κάποια Σχολή ως το 1846. Τότε ήταν μόνον 25 ετών και χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης. Κατόπιν επέστρεψε στην μονή Ξηροποτάμου για να ξεκουραστεί και να προγραμματίσει τις σπουδές του για τα επόμενα χρόνια στην Ευρώπη. Όμως παύτηκε ο ηγούμενος της μονής Δάγκου Άνθιμος Χαριουπόλεως και κλήθηκε να αναλάβει την ηγουμενία τον Αύγουστο του 1847. Πήγε και διετέλεσε ηγούμενος στου Δάγκου της Ρουμανίας (κοντά στο Ιάσιο) ως το έτος 1859. (Αυτή ήταν δωρεά του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικ. Μαυροκορδάτου, που την έδωσε το 1715, στην Ξηροποτάμου). Εκεί στη Βλαχία εκτός από ηγούμενος Δάγκου, ήταν και προϊστάμενος της μονής Πλουμπουίτας (Τιμίου Σταυρού στο Βουκουρέστι) και της εκκλησίας στο Μπρασώφ.
Κατά τα έτη 1859-1866 δεν επέστρεψε στο Αγιονόρος (όταν εκδιώχτηκαν οι Έλληνες μοναχοί από εκείνα τα μέρη και δημεύτηκαν οι «Βλαχικές κτήσεις της Μονής»). Το καλοκαίρι του 1859 (αφού παραιτήθηκε από ηγούμενος) τον βρίσκουμε την Κων/πολη και τον Αύγουστο στο Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο. Κι αυτό γιατί ο (με καταγωγή από το Βόλο) Πατριάρχης Νικάνωρ που εκλέχθηκε την 1-4-1866, με την ψήφο του Κλήρου και του λαού τα έτη 1866-1869, ανέβηκε στην Κων/πολη λόγω ασθένειας και ο Ευγένιος πήγε εκεί ως «Έξαρχος» της Μεγάλης Εκκλησίας, αντικαθιστώντας τον.
Εδώ ο αρχιμανδρίτης Ευγένιος μετά την πρωτοφανή αναγόρευσή του ως «Τοποτηρητού και διαδόχου» δημιούργησε προβλήματα (βλ. βυζαντινές ίντριγκες) και προκάλεσε έντονες εσωτερικές συγκρούσεις στην Εκκλησία Αλεξανδρείας.
Αναλυτικά: Ο Πατριάρχης Νικάνωρ υπέγραψε Κανονισμό για τον τρόπο εκλογής Πατριάρχη Αλεξανδρείας και βρέθηκε σε δίνη αντιδράσεων, αφού χειροτόνησε νέους Μητροπολίτες χωρίς να ενημερώσει το λαό. Η ενεργός συμμετοχή των Ελλην. Κοινοτήτων -και στα εκκλησιαστικά ζητήματα του Πατριαρχείου – (βλ. εκλογές αρχιερέων) ήταν μέσα στον Κανονισμό κι η ενότητα της αλεξανδρινής Εκκλησίας εξαρτιόταν από τις διαθέσεις των ισχυρών επιτρόπων των κοινοτήτων. Έτσι εκεί, δημιουργήθηκε χαώδης κατάσταση, το πρώτο «σχίσμα» που έμεινε στην ιστορία ως «Νειλικά».
Οι Κοινότητες κατάφεραν να μπει το Πατριαρχείο και ο Νικάνωρ σε «κατάστασιν απαγορεύσεως» και τότε κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια ο Ευγένιος ως «γενικός Δ/ντής των υποθέσεων του Θρόνου» και «Τοποτηρητής» (κατά παράβαση των Εκκλ. Κανόνων αφού ήταν αρχιμανδρίτης). Ο Νικάνωρ δε δέχτηκε τις ενέργειες των Ελλην. Κοινοτήτων και βάζει δικό του «Τοποτηρητή» τον επίσκοπο Πενταπόλεως Νείλο. Αυτός αντικατέστησε τον Νικάνορα με γρήγορη εκλογή το Μάρτη του 1869 χωρίς να ρωτηθούν οι Κοινότητες. Ο Νικάνωρ αποδήμησε τα Χριστούγεννα του 1869 και ο Νείλος καθαιρέθηκε ως αποστάτης από το Οικουμ. Πατριαρχείο. Τότε μπήκε στη μέση και η αιγυπτιακή Κυβέρνηση και για να λυθεί η πατριαρχική κρίση όρισε να γίνει νέα εκλογή στα κατά τόπους Δικαστήρια. Οι χριστιανοί με το πατριαρχείο όρισαν επιτροπές και η ψηφοφορία έγινε στους ναούς. Εκλέχτηκε Πατριάρχης ο μητροπολίτης Δέρκων Νεόφυτος, που παραιτήθηκε αμέσως!
Ο αρχιμ. Ευγένιος που έλυνε κι έδενε, παύτηκε από το Νείλο και την ομάδα του. Όμως ο ίδιος επειδή είχε κατέβει χωρίς την συγκατάθεση του Πατριαρχείου, οργάνωσε στρατιωτική ομάδα ( ! ) και κατέλαβε τα πατριαρχικά γραφεία κλπ διώχνοντας το Νικάνορα! Τότε καθαιρέθηκε από την Σύνοδο στο Ραμλί της Αλεξανδρειας στις 2-7-1867, οπότε και για λίγο επέστρεψε άπραγος στο Άγιο Όρος. Βέβαια επανήλθε μετά την παραίτηση του Νεόφυτου έβαλε υποψηφιότητα για διάδοχος του θρόνου της Αλεξάνδρειας. Στις 30 Μαΐου 1870 εκλέχτηκε Πατριάρχης ο Σωφρόνιος Γ΄. Ο  Ευγένιος έχασε την εκλογή. Παραιτήθηκε απ’ όλα τα αξιώματά του και εγκαταστάθηκε στην Πρίγκηπο της Κων/πολης όπου αγόρασε σπίτι. 
Πέθανε στις 4-5-1876 σε ηλικία 55 ετών, αφήνοντας στο μοναστήρι Ξηροποτάμου άμφια, βιβλιοθήκη και κάποια περιουσία.
«Δοξομανής και ταραξίας» ο Ευγένιος δίχασε τον Αλεξανδρινό κλήρο σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα για καιρό.
Ωστόσο:
1. Στα 1854 του αποδόθηκε από το ελλ. Κράτος ο αργυρούς Σταυρός των Ιπποτών του Σωτήρος, «…δια τας κατά καιρούς προσφοράς εις τα εκπαιδευτικά του Έθνους καταστήματα»! (Στη φωτογραφία του υπάρχει κρεμασμένος αριστερά στο στήθος του)
2. Ο ίδιος ήταν βαθύς γνώστης της βυζαντινής μουσικής καλλώπισε και εμπλούτισε τις μελωδίες διάφορων ύμνων, ως μέγας μελωδός. Σε (περγαμηνή) χειρόγραφο της αθωνικής μονής του Ξηροποτάμου υπάρχει το Δοξαστικὸ των αγίων Τεσσαράκοντα. [Mην Μάρτιος τη θ΄. Των αγίων Τεσσαράκοντα μαρτύρων, υπὸ Ευγενίου Ξ(ηροποταμηνού).
ΠΗΓΕΣ:
--Η εν αγίω όρει Άθω...μονή Ξηροποτάμου, προηγούμενου Ευδόκιμου Κρητός, 1926
--Αντιπελαργήσεως – Έλεγχος, Μητρ. Θηβαΐδος Γερμανού, Εν Αλεξανδρεία 1900
--Εκκλησιαστικά Οφφίκια του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής-- Σπυρίδων Θ. Καμαλάκης—Αθηνα 2011
--ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ (426-557), σελ. 238, Α.Π.Θ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2012.
--Εισαγωγή εις την ιστορίαν της Ελληνικής Κοινότητος Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1928

* Σε άλλη δημοσίευση θα πούμε και για έναν άλλον «Ευγένιο»-Ευστάθιο (πολλοί κακώς τον συγχέουν με τον Δάγκου) που ήταν ένα αντιπαράδειγμα ως αρχιμανδρίτης...