Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχιτεκτονική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχιτεκτονική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Τα αρχοντικά του Πηλίου

Αποψη της Πορταριάς γύρω στα 1810
Ζωγραφική από το βιβλίο "Views in Greece" του Edward Dodwell, (1821)
που περιέχει 30 ολοζώντανες απεικονήσεις της Ελλάδας
από τα ταξίδια του στα 1805, και 1806.
Αντίγραφο από το βιβλίο "ΒΗΜΑΤΑ" του Κίτσου Μακρή - εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ - 1979 *

ΤΑ ΑΡΧΟΝΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ
Στο σημείωμά του «Τα όρια του λαϊκού», που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» της 20ης Ιανουαρίου, ο κ. Κ. Θ. Δημαράς παίρνει αφορμή από ένα δικό μου σημείωμα για να διατυπώσει μερικές σκέψεις του για τα πολυώροφα αρχοντικά του Πηλίου και άλλων περιοχών. Διατυπώνει και ευρύτερες σκέψεις για ολόκληρη την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία που προσγράφεται σε λαϊκούς δημιουργούς. Πριν προχωρήσω στη διατύπωση των αντιρρήσεών μου θά 'θελα να εκφράσω τη χαρά μου γιατί τα προβλήματα που αφορούν στη λαϊκή δημιουργία πλουτίζονται μ’ έναν συζητητή του κύρους και του ήθους του κ. Δημαρά. Είναι ένα θετικό κέρδος αυτό γιατί μια σοβαρή και συγκροτημένη αντίθετη άποψη μάς αναγκάζει να ξαναδοκιμάζουμε τις δικές μας θέσεις. Θα συζητήσω μόνο τα σημεία που αναφέρονται στις δικές μου ασχολίες. Για τα άλλα ας μιλήσουν όσοι πόνεσαν και σκέφτηκαν πάνω σ’ αυτά. 
Γράφει ο κ. Δημαράς: «Μιλεί για λαϊκή αρχιτεκτονική προκειμένου για πολυώροφες οικοδομές που ούτε από την άποψη των κατασκευαστών τους ούτε από την άποψη των ιδιοκτητών τους θα μπορούσαν να ονομαστούν λαϊκές». Από την αρχή πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι πολυώροφες οικοδομές θεωρεί τις διώροφες και τριώροφες. Ποτέ δε μιλήσαμε για περισσότερα πατώματα. Λοιπόν  όλα -υπογραμμίζω όλα- τα σπίτια του Πηλίου είναι διώροφα ή τριώροφα. Δεν υπάρχει ούτε ένα που να είναι μονώροφο. Δεν εννοούμε εδώ, βέβαια, τα τυποποιημένα σπίτια που χτίστηκαν από την Ανοικοδόμηση μετά τους σεισμούς του 1955 και που ονομάστηκαν πυρήνες σπιτιών, για να υπογραμμίσουν ότι δεν πρόκειται για πλήρεις κατοικίες. Θά 'πρεπε λοιπόν να διαγράψουμε από τη λαϊκή τέχνη ολόκληρη την αρχιτεκτονική του Πηλίου, καθώς και, όλων των περιοχών της Βόρειας Ελλάδας. 
Από την άποψη των κατασκευαστών τους πάλι είναι λαϊκά έργα. Οι ίδιοι τεχνίτες που έχτιζαν σπίτια μικρών, σχετικώς, διαστάσεων έχτιζαν και τα μεγάλα αρχοντικά, κατά τις στεγαστικές ανάγκες ή τις οικονομικές δυνατότητες του ιδιοκτήτη. Αυτά όχι σα συμπεράσματα αλλά από μαρτυρημένες πολλές περιπτώσεις. Με συμφωνητικά, επιγραφές, εξοδολόγια και άλλα τεκμήρια, θα μπορούσαμε εδώ ν’ αναφέρουμε πολλές τέτοιες περιπτώσεις, αλλά θα παρουσιάζαμε ένα μακρύ κατάλογο από ονόματα σπιτιών και μαστόρων που είναι άγνωστα στους αναγνώστες του « Βήματος». Επειδή η Πορταριά είναι ίσως το πιο γνωστό χωριό του Πηλίου, θα αναφέρουμε πως το αρχοντικό του Ντίκα έγινε από τους μαστόρους που έχτισαν ένα από τα πενιχρότερα σπίτια της Πορταριάς, του Γιάννη Βικιώτη. Όσο για τους ιδιοκτήτες, αφού - όπως είπαμε - όλα τα σπίτια του Πηλίου είναι διώροφα, θα πρέπει να παραδεχτούμε πως στο Πήλιο δεν υπήρχε λαός πού να κατοικεί σε χαμηλά σπίτια. Βέβαια υπήρχαν τα μεγάλα αρχοντικά, που ανήκαν σε κοτζαμπάσηδες, και από την άποψη των ιδιοκτητών τους δεν είναι λαϊκά. Και κάτι περισσότερο: που οι ιδιοκτήτες τους ντύνονταν τούρκικα και είχαν πολλές ξενόφερτες συνήθειες. Όμως εκείνο που βαραίνει στην τέχνη είναι ο τεχνίτης και όχι ο ιδιοκτήτης, εκτός αν αυτός επέβαλε στον τεχνίτη το δικό του γούστο.
Έτσι η συζήτηση μετατίθεται σ’ ένα θέμα πολύ πιο ενδιαφέρον. Τα αρχοντικά, με τις μεγάλες διαστάσεις και τον πλούσιο διάκοσμο, διατηρούν τον βασικό αρχιτεκτονικό τύπο ή αποτελούν αποκομμένα φαινόμενα, άσχετα με τον τοπικό ρυθμό; Στην πραγματικότητα το θέμα τίθεται κάπως διαφορετικά: τα αρχοντικά αποτελούν αναπτύγματα των συνηθισμένων σπιτιών ή τα σπίτια αυτά είναι απλουστεύσεις των αρχοντικών; 
Το θέμα είναι πολύ πιο περίπλοκο απ’ όσο φαίνεται στην αρχή. Βέβαια, κατά κανόνα, από τις απλούστερες μορφές πηγάζουν οι σύνθετες, οι πιο πλούσιες σε λεπτομέρειες. Οι άπλες μορφές, όταν οι συνθήκες ευνοήσουν, αναπτύσσονται σε διαστάσεις και παραλλαγές και ποικίλματα. Αλλά ως ποιο σημείο οι νέες αυτές μορφές διατηρούν το λαϊκό χαρακτήρα και δεν εξελίσσονται σε λόγιες επεξεργασίες λαϊκών μοτίβων κατά τον τύπο των μεταγενέστερων πολυφωνικών μεταγραφών δημοτικών τραγουδιών; Από την άλλη πλευρά η λαϊκή τέχνη, σε ένα μεγάλο της ποσοστό, είναι απλούστευση συνθετότερων μορφών. Τα σχήματα του φεγγίτη και του ψευτοπαράθυρου προέρχονται από το βιενέζικο βιτρώ. Επίσης, πολλά ζωγραφικά έργα του Θεόφιλου είναι εξελληνισμένες απλοποιήσεις έργων του φον Εσς και άλλων ζωγράφων. Αλλά ούτε οι λόγιες επεξεργασίες λαϊκών θεμάτων, ούτε τα πρότυπα που απλοποιούνται και εξελληνίζονται είναι λαϊκή τέχνη. Μήπως, λοιπόν, τα αρχοντικά είναι λόγιες επεξεργασίες λαϊκής αρχιτεκτονικής ή τα συνηθισμένα σπίτια λαϊκές απλουστεύσεις των αρχοντικών;
Ας αφήσουμε τα πράγματα να μας οδηγήσουν. Κατ’ αρχήν σπίτια και αρχοντικά ακολουθούν ακριβώς τον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο. Η ίδια πυργοειδής κατασκευή, με τα λίγα ανοίγματα στα κάτω πατώματα και την προβολή του διάτρητου άνω πατώματος. Η στέγη που προεξέχει, η μικρή είσοδος, η τοποθέτηση των χειμωνιάτικων και των χώρων υποδοχής κοινά και στα δύο. Τα ίδια κατασκευαστικά υλικά, οι ίδιες μέθοδες τοιχοποιίας. Λιθόχτιστα τα κάτω πατώματα, τσατμάς το επάνω, εκτός από τον βορεινό τοίχο, πλακόστρωτη η στέγη. Και το σημαντικότερο, που το αναφέραμε και στην αρχή, από τους ίδιους τεχνίτες. Αυτό έχει εντελώς ιδιαίτερη σημασία. Η λόγια επεξεργασία ενός λαϊκού μοτίβου ή το αντίθετο προϋποθέτουν τεχνίτες σε διαφορετικό επίπεδο τεχνικής και με διαφορετική αντίληψη των μορφών. Τα ίδια ισχύουν και για τη διακόσμηση, ζωγραφική ή ξυλόγλυπτη. Ο λαϊκός τεχνίτης ξεκινάει με την πρόθεση να χάνει ένα αντίγραφο. Επεμβαίνουν όμως οι άλλοι παράγοντες, η προαποκτημένη τεχνική, οι οπτικές του συνήθειες, τα διαφορετικά υλικά, το κοινό γούστο, του τον κάνουν να ξεστρατίσει από την αρχική τον πρόθεση. Αυτά ακριβώς δίνουν το λαϊκό χαραχτήρα στα έργα του. Ο καλλιεργημένος καλλιτέχνης παίρνει σαν πρώτη ύλη τα λαϊκά θέματα και τα επεξεργάζεται με τη δική του αντίληψη και τεχνική. Εδώ έχουμε διακόσμηση στο ίδιο ύφος και με κοινή τεχνική. Πλουσιότερη στο αρχοντικό, φτωχότερη στο κοινό σπίτι. Έχουμε παραδείγματα επιγραφών του ίδιου τεχνίτη και στις δύο κατηγορίες σπιτιών. Άλλωστε δεν υπάρχουν σαφή όρια και είναι άπειρες οι περιπτώσεις όπου με δυσκολία και με αμφιβολίες ένα χτίσμα θα μπορούσαμε να το τοποθετήσουμε στη μια η στην άλλη κατηγορία. Μα κι αν σε μερικές περιπτώσεις αρχοντικών γίνονταν πρόσληψη αξιότερων - και ακριβότερων -μαστόρων, αυτό δεν αφαιρεί το λαϊκό τους χαρακτήρα που ακολουθεί την παράδοση. 
Το θέμα δεν εξαντλείται με ένα σημείωμα. Όσα περιληπτικά σημειώνονται εδώ θα πρέπει κάποτε να στερεωθούν με πολλά συγκεκριμένα παραδείγματα, με εικόνες, με λεπτομερειακές αναλύσεις, με συγκρίσεις. Κι ακόμα να επεκταθεί πέρα από την αρχιτεκτονική: στη γιορτινή φορεσιά, στη χρυσοχοϊκή, και σ’ άλλες μορφές της λαϊκής τέχνης. 
Τελειώνοντας, θα συμφωνήσω με τον κ. Δημαρά για την ύπαρξη μιας σύνθετης και υψηλής σκοπιμότητας «όπου η εθνική υπερηφάνεια ενώνει τις λαϊκές επιτεύξεις με της λογιοσύνης τα έργα ή της αρχοντικής ζωής τις παραδόσεις». Στο σημείωμά μου «Λαϊκισμός», που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» της 24ης Μαΐου έγραφα: «Η εθνική μας παράδοση πατάει σε δύο σκέλη, ισοδύναμα σε σημασία. Από το ένα μέρος ό,τι μας άφησε η καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργία του λαού σε τραγούδια, παροιμίες, παραμύθια, ζωγραφιές, γλυπτά, σπίτια, φορεσιές, έθιμα. Ένας ολόκληρους κόσμος από μορφές που, κι όταν ακόμα ξέρουμε το δημιουργό τους, δεν παύουν να έχουν χαρακτήρα υπερατομικό. Από το άλλο μέρος ό,τι κληρονομήσαμε από τον προσωπικό μόχθο του καλλιεργημένου ανθρώπου σε γραφτά και καλλιτεχνικά έργα. Λόγια και λαϊκή παράδοση σε μια διαλεκτική σύνθεση απαρτίζουν το στέρεο υπόβαθρο μιας γεμάτης και γερής εθνικής πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής... «Όσοι πιστεύουν στην προωθητική δύναμη της παράδοσης έχουν αντιληφτεί το δισυπόστατο περιεχόμενό της».
                                                              «Το Βήμα», Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 1961
 (αντιγραφή σε μονοτονικό)

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Η αρχιτεκτονική στο Πήλιο


Αρχιτεκτονική του Πηλίου

Η αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Πήλιο δεν υπήρξε ένα αυτόνομο πολιτισμικό φαινόμενο. Ήταν απλά μία από τις εικαστικές εκφράσεις όπως δημιουργήθηκαν τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η αρχιτεκτονική στη γενική της μορφή δέχτηκε πολλές επιδράσεις, για να καταλήξει στην τωρινή. Υπάρχουν βέβαια κάποιες τοπικές κατασκευαστικές διαφορές. Έτσι, στο βαλκανικό και μικρασιατικό χώρο, η αρχιτεκτονική των επαρχιακών και ορεινών κέντρων παρουσιάζουν μια αξιοπρόσεκτη ενότητα, με κάποιες τοπικές ιδιομορφίες.Τα περισσότερα παραδείγματα παραδοσιακών σπιτιών που υπάρχουν σήμερα ανήκουν στο 19ο αιώνα. Έγιναν όμως πολλές επισκευές σύμφωνα με μαρτυρίες που μιλούν για καταστροφές στα τέλη του 18ου και 19ου αιώνα. Πληροφορίες όμως, μας δίνουν μια εικόνα για ορισμένους οικισμούς, όπου υπάρχουν πολλά σπίτια ψηλά με γούστο φτιαγμένα. Έτσι στο γύρισμα του 18ου στο 19ο αιώνα η εικόνα που θα έχουν τα χωριά, θα υιοθετηθεί σύμφωνα με την οικονομική ακμή της εποχής.  Μπορούμε έτσι να θεωρήσουμε ότι τα περισσότερα παραδείγματα ξεκινούν από το δεύτερο μισό του 18ου και συνεχίζονται μέσα στο πρώτο μισό του 19ου. Αυτά τα σπίτια θα τα ονομάσουμε «σπίτια της ακμής» (1750-1830).

Σε ακόμα πιο παλιά εποχή (1700-1750) τοποθετούμε τους πύργους, μερικοί από τους οποίους διασώζονται επισκευασμένοι στη Μακρυνίτσα, στα Λεχώνια, στον Αγ. Λαυρέντιο, τον Άνω Βόλο, τον Αγ. Γεώργιο. Πρόκειται για τις γνωστές μορφές της «κούλας» ή «κούλιας». Ο οχυρός πύργος του Σουλεϊμαν ή Καραγιάννη που βρίσκεται σήμερα ερειπωμένος στα Άνω Λεχώνια, χωρίς τον τελευταίο του όροφο και με γκρεμισμένη τη βορειοδυτική του πλευρά, αποτελεί ένα πολύ εντυπωσιακό παράδειγμα πρώιμου πυργόσπιτου.

Αργότερα τοποθετήθηκε ένα πέτρινο περίβλημα, ένα είδος «σκάρπας», προφανώς για να συγκρατήσει τους τοίχους από το «άνοιγμα», και προστέθηκαν οι ξύλινες εξέδρες των τολμηρών εξωστών που φαίνονται να περιβάλουν το κτίριο στις παλιότερες απεικονίσεις.
Τα ξύλινα δοκάρια μπορούσαν να πατήσουν τώρα πάνω σε μια μεγάλη επιφάνεια, αλλά η μεγάλη προβολή τους χρειάστηκε και λοξές αντηρίδες. Έτσι διαμορφώθηκαν επάνω τους και κλειστοί εξώστες που προσέφεραν ζωτικό χώρο όταν οι συνθήκες ζωής καλυτέρεψαν.
Με ανάλογο τρόπο, στον πύργο της Κουκουράβας στη Μακρινίτσα τα ξύλινα φουρούσια που προβάλλουν στη βάση του τελευταίου ορόφου, φανερώνουν ότι άλλοτε προστέθηκαν κάποιοι κλειστοί εξώστες χωρίς να ενοχληθεί ο εσωτερικός πυρήνας. Μετά την καταστροφή τους, ο πύργος παρουσιάζει τη λιτή απέριττη μορφή του ψηλού οχυρού πύργου.

Με καθαρά ορθογωνική κάτοψη και σημαντικά μικρότερο ύψος από εκείνο των πύργων, παρουσιάζονται τα πρώιμα οχυρωμένα σπίτια στο Πήλιο. Το πιο αντιπροσωπευτικό είναι το σπίτι του Βεργή στο Ανήλιο που έχει ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά της λειτουργίας ως χώρου και οικοτεχνίας. Η ανασυρόμενη ξύλινη γέφυρα που συνέδεε μια πέτρινη σκάλα με την είσοδο του σπιτιού στον όροφο και η μεγάλη προβολή των εξωστών που υπήρχαν άλλοτε στις τρεις του πλευρές, το κάνουν από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα του είδους. Την πρωιμότητά του δείχνουν και τα διατηρημένα τοξωτά ανοίγματα των ορόφων, χαρακτηριστικό που συναντιέται σε όλα τα ανάλογα οχυρωμένα σπίτια της ίδιας εποχής, όπως για παράδειγμα στο σπίτι του Στέλλου στον Αγ. Λαυρέντιο. Σ' αυτό το τελευταίο, το μεγάλο ξώστεγο παρέμεινε ανοιχτό σαν χαγιάτι και με την προσθήκη στα δυτικά νέας κατασκευής μετέτρεψε την κάτοψή του από ορθογωνική σε σχήμα Γ. Τον ίδιο τρόπο κάτοψης έχει και το σπίτι του Σισιλιάνου ή ο πύργος των Αξέλων όπως είναι γνωστός στη Μακρινίτσα. Μπορεί η μορφή του και η εσωτερική του διάταξη να έχουν αλλοιωθεί σε σχέση με την αρχική του κατάσταση. Διατηρείται όμως η κάτοψη σε σχήμα Γ και ο μεσοπαράλληλος πέτρινος τοίχος που διαιρεί σε δύο ζώνες το βασικό ορθογώνιο του ενός «πύργου». Πάνω σ' αυτήν ακριβώς τη βασική εσωτερική διαίρεση θα στηριχτεί ο μεγαλύτερος αριθμός σπιτιών της ακμής, όταν καθιερώνονται οι τρεις κατηγορίες: τα «αρχοντικά», «σοαστικά» και τα «λαϊκα».

Σπίτια της ακμής (1750-1830). Μέσα στην ατμόσφαιρα που συνθέτουν ο συντηρητικός βίος των Τούρκων της Βαλκανικής και οι πνευματικές επιρροές από τη «φωτισμένη Ευρώπη», η προσπάθεια για κοινωνική προβολή θα εκφραστεί μέσα από τα σπίτια-σύμβολα υπεροχής. Η κυρίαρχη παρουσία τους στο Πήλιο θα ορίσει την αρχιτεκτονική τους φυσιογνωμία. Πολυώροφα, πλούσια διακοσμημένοι χώροι, θυμίζουν τη μορφολογική τους συγγένεια με τους πρώιμους πύργους και ταυτόχρονα την κτιριολογική και διακοσμητική τους σχέση με το χώρο της Ανατολής, χωρίς ωστόσο να αλλοιώνεται η σταθερή διαίρεση σε μέσα και έξω σπίτι και η παρουσία της θεσσαλικής παράδοσης. Έτσι διαμορφώνεται κατ' αρχήν μία πυργοειδής πέτρινη βάση που ακολουθεί σαν μορφή κάτοψης τρεις βασικούς τύπους: τον ορθογωνικό, εκείνον σε σχήμα Γ, και έναν τρίτο σε σχήμα Π που τα ελάχιστα δείγματά του έχουν καταστραφεί ή αλλοιωθεί από νεότερες προσθήκες, έτσι που πολύ δύσκολα να τα εντοπίζει κανείς, εκτός από χαρακτηριστικές περιπτώσεις αρχοντικών στην Πορταριά, το Λαύκο και το Τρίκερι

Στο εσωτερικό, η οργάνωση του χώρου θα προκύψει από τη θέση, τη μορφή, τις διαστάσεις και τη σχέση που έχει με τα δωμάτια ένας κεντρικός πυρήνας, ή σάλα-δοξάτο. Στο ισόγειο ένας μεσοπαράλληλος πέτρινος τοίχος διαιρεί σε δύο ζώνες το κατώι. Η εμπρός ζώνη, το «έξω κατώι» μπορεί να παραλληλιστεί με τον υπαίθριο χώρο-προέκταση της αυλής κάτω από το χαγιάτι της παραδοσιακής κατοικίας, που κλείστηκε με τοίχο για να προστατέψει την υπαίθρια σκάλα που οδηγούσε στον ξάνωγο Εδώ βρίσκεται κάποιο μικρό δωμάτιο ή μία κουζίνα. Στην πίσω ζώνη, το μέσα σπίτι, ένας τοίχος ορίζει δύο χώρους στους οποίους αποθηκεύονταν άλλοτε καρποί και τρόφιμα, ξύλα για το χειμώνα, ζωοτροφές και συχνά ένα μέρος που χρησίμευε για σταβλισμό ζώων. Η χοντροί πέτρινοι τοίχοι και η προστατευτική παρουσία των αποπάνω ορόφων εξασφάλιζε μέσα στο σπίτι σταθερές συνθήκες θερμοκρασίας. Αντίθετα με το πατημένο χώμα ή το βράχο που είχε για δάπεδο ο χώρος εισόδου είναι πλακοστρωμένος. Από εδώ ξεκινάει η ξύλινη σκάλα τοποθετημένη στο πλάι συνήθως, στην εξώπορτα που φέρνει στον πυρήνα του πρώτου ορόφου, του γνωστού χειμωνιάτικου Ο μεσοπαράλληλος τοίχος συνεχίζεται και σ' αυτόν τον όροφο, αποτελώντας το όριο ανάμεσα στην εσωτερική ζώνη των οντάδων και του χειμωνιάτικου μεγάλου χώρου υποδοχής. Χαμηλά και μεγάλου πλάτους ντιβάνια, τα μιντέρια, δεξιά και αριστερά από τα τζάκια (παραστιές), χρησιμεύουν για κάθισμα ή για ύπνο. Στον ίδιο όροφο βρίσκεται συνήθως η κουζίνα και συνηθίζεται η κατασκευή τουαλέτας σε μεταγενέστερη εποχή. λειτουργίες, χρησιμοποιείται ένα διαχωριστικό πάτωμα.
Ακόμη και στα λαϊκά διατηρούνται πολλά από τα γνωρίσματα των δύο προηγούμενων κατηγοριών απλουστευμένα: διαίρεση σε δύο ζώνες, είσοδος, αποθήκη, δωμάτιο καθημερινό στο ισόγειο, χώροι ύπνου και μια σάλα στον όροφο. Αυτά τα σπίτια είναι σήμερα και τα περισσότερα στο Πήλιο. Σε πολλές περιπτώσεις ξεκίνησαν από μια βασική μονάδα, ένα μονό χώρο. Με την προσθήκη νέων χώρων αργότερα το σπίτι επεκτείνεται και οι λειτουργίες του διαμοιράζονται. Η κλίση του εδάφους το διευκολύνει ν' αποκτήσει όροφο. Η κουζίνα συνήθως βρίσκεται σε ανεξάρτητο κτίσμα-παράσπιτο, πλάι στο σπίτι. Επειδή οι διαστάσεις του είναι περιορισμένες, η σκάλα για τον όροφο μεταφέρεται με την πάροδο του χρόνου έξω ενώ το κατώι διατηρεί χωριστή είσοδο.

Σπίτια της λανθάνουσας παρακμής (1830-1860). Παρά το γεγονός ότι τα χρονολογικά όρια μέσα στα οποία εντάσσονται τα σπίτια είναι συμβατικά και δεν ορίζουν τομές στην αρχιτεκτονική εξέλιξη, κάποιες βαθμιαίες αλλαγές στην αισθητική και στις γενικότερες συνθήκες καταλήγουν στη δημιουργία νέων τύπων χαρακτηριστικές για κάποια περίοδο. Έτσι ενώ για 80 περίπου ολόκληρα χρόνια συμβαδίζουν η ορθογωνική κάτοψη και η κάτοψη σε σχήμα Γ, γύρω στα 1830, κάτω από επιρροές, η διάθεση για συμμετρία στην όψη δείχνει να γίνεται εντονότερη. Το κεντρικό κυκλικό σαχνισί πάνω στην κωνική βάση -κατασκευασμένη από επάλληλες σειρές λίθων που προεξέχουν- είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο γι' αυτή την περίοδο. Πρωτοεμφανίζεται ήδη από το 1814 στην όψη της Σχολής των Μηλεών και λίγο αργότερα στα 1817 στο αρχοντικό Κρασά στο Τρίκερι. Από το 1830 όμως γίνεται όλο και πιο συχνό μαζί με τη διπλή σειρά από πέτρες, που προβάλλουν στη βάση του τελευταίου ορόφου. Σταδιακά και στα μέσα του αιώνα η πέτρινη κατασκευή θα αντικαταστήσει τον ξύλινο σκελετό των σπιτιών. Οι εξ' ολοκλήρου πέτρινοι όγκοι καλύπτονται με σοβά, αποκτούν συμμετρικά ανοίγματα στους κατώτερους ορόφους, καταργούν τους φεγγίτες ή τους αντικαθιστούν με ζωγραφικές απομιμήσεις, όπως για παράδειγμα στο αρχοντικό του Βλαχλή στη Μακρινίτσα και αποκτούν ορισμένα κλασικιστικά χαρακτηριστικά, όπως κάποια υποτυπώδη περιγράμματα παραθύρων, κάλυψη της προεξοχής της στέγης με σοβά κ.α. Όλα τα σπίτια αποκτούν την ίδια περίπου χρωματική επιφάνεια έτσι ώστε να φαίνονται από μακριά σαν να είναι όμοια.

Σπίτια της παρακμής (1860-1910). Καθώς η βιομηχανική επανάσταση είχε ως αποτέλεσμα την υποταγή του εμπορίου στις απαιτήσεις της βιομηχανίας της αγροτικής περιφέρειας στο βιομηχανικό κέντρο, της αποικίας στη μητρόπολη, οι Πηλιορείτες υποχρεώνονται να μεταφερθούν στο βιομηχανικό κέντρο του Βόλου.
Ωστόσο, διατηρούν τη γη και τα σπίτια τους στο Πήλιο, και οι πάροικοι που επιστρέφουν μ' έναν αέρα ανωτερότητας και απλόχερα δίνουν χρήματα για κοινωφελή έργα ή ιδιωτικά αρχοντικά και ξενοδοχεία, είναι φορείς μιας νέας αισθητικής αντίληψης που δεν αργεί να σφραγίσει αυτή την περίοδο, είτε με ολοκληρωμένα νεωτερικά έργα είτε με κλασικιστικά στοιχεία που δεν κατορθώνουν όμως πάντα να μεταβάλουν την παραδοσιακή αρχιτεκτονική εικόνα.  Παρά τις μορφολογικές αλλαγές σ' αυτή την περίοδο, η εσωτερική οργάνωση ακολουθεί σχεδόν τα ίδια χνάρια με τα σπίτια της ακμής. Μόνο τα «eyvans» κλείνονται και μετατρέπονται σε μικρά βοηθητικά δωμάτια. Η σημαντική όμως αλλαγή στην αρχιτεκτονική σύνθεση θα σημειωθεί γύρω στα 1860, κάτω από δύο αισθητά ρεύματα: το νεοκλασικισμό που κυριαρχεί στην αρχιτεκτονική των αστικών κέντρων και ένα άλλο ιδιόμορφο στυλ που μεταφέρουν με την επιστροφή τους στη γενέτειρα οι Πηλιορείτες πάροικοι.

Όμως η εισβολή της νέας αισθητικής στο Πήλιο δεν είχε παντού το ίδιο αντίκτυπο. Αλλού είναι άτονος και αποδυναμωμένος και αλλού επιβάλλεται αποφασιστικά. Βασικό χαρακτηριστικό στην εσωτερική οργάνωση αποτελεί η αλλαγή σε θέση και μορφή της σάλας-δοξάτου. Γίνεται διαμπερής και κάθετη στην όψη του σπιτιού, χωρίζοντας το σε δύο συμμετρικές ζώνες δωματίων, έτσι που και η όψη να μπορεί να εκφράζεται συμμετρικά. Η σκάλα για τους πάνω ορόφους τοποθετείται στο βάθος της σάλας και απέναντι από την είσοδο. Τα βοηθητικά αποκτούν τη δική τους ανεξάρτητη είσοδο στο ημιυπόγειο. Το εσωτερικά πλημμυρίζει με δυτικά έπιπλα: βιενέζικες καρέκλες και κονσόλες, μεγάλους καθρέφτες, θαυμάσιες κρεμαστές λάμπες κ.α.
Πρόκειται για την τυπική οργάνωση και εσωτερική εικόνα του νεοκλασικού αστικού σπιτιού. Το μοντέλο, γνωστό και δοκιμασμένο τόσο στο βαλκανικό όσο και στις παροικίες και την Τουρκία, δεν είναι παρά μία από τις εκφράσεις του της εισαγόμενης από τη Δύση ιδεολογίας του ρομαντισμού. Πολλές οικογένειες όχι μόνο στο Πήλιο αλλά και στο Βόλο διαθέτουν νεοκλασικά μέγαρα. Από την άλλη πλευρά έχουν περάσει στοιχεία άσχετα με τον κλασικισμό στην παροικιακή αισθητική. Ένα τέτοιο στοιχείο πολύ γνωστό στην αρχιτεκτονική των μεσογειακών χωρών της Βόρειας Αφρική, είναι το «μνημειακό» προστώο με τα υπερυψωμένα τρίβολα τόξα με τις λεπτές κολόνες και τα κιονόκρανα. Συνήθως σ' αυτά τα σπίτια με τα μνημειώδη τοξωτά βλέπουμε τα ίδια μορφολογικά στοιχεία που εφαρμόζονται και σε άλλα σπίτια της περιόδου: αξονικά μπαλκόνια, με περίτεχνες σιδεριές, μεγάλα παράθυρα, πόρτα εισόδου με ορθογωνικό περίγραμμα, μνημειώδη εξωτερική σκάλα απλή με μεγάλα ημικυκλικά σκαλοπάτια, στέγες με κεραμίδια και ζωγραφικές απομιμήσεις μαρμάρινων στοιχείων κ.α. Τα σπίτια χτίζονται εξ' ολοκλήρου από πέτρα χωρίς όμως ο τελευταίος όροφος να χάνει την παραδοσιακή της ξύλινης κατασκευής για προβολή. Τα «μεσοαστικά»αποκτούν κι αυτά παραπλήσια χαρακτηριστικά, ενώ τα «λαϊκά» εξακολουθούν στο μεγαλύτερο τους ποσοστό σε δύο ορόφους με διαμπερή τη σάλα, συμμετρική διάταξη και κι εξωτερική σκάλα. Οι όψεις οργανώνονται σε οριζόντιες και κατακόρυφες ζώνες με στόχο την απόλυτη συμμετρία.
Μετά το σεισμό του 1955 και με τα δάνεια που χορηγήθηκαν, κατασκευάστηκαν αρκετά νέα σπίτια από μπετόν στις άκρες των χωριών πάνω και κάτω από τον κεντρικό δρόμο τους χωρίς να διατηρήσουν τον τοπικό χαρακτήρα, ούτε στην εξωτερική μορφή ούτε στην εξωτερική διάταξη.
(αντιγραφή από ΔEMEKAB )
Δες και  εδώ

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Πυργόσπιτα των Άνω Λεχωνίων

Πύργος Σουλεϊμάν-Καραγιαννοπούλου

Πυργόσπιτα των Άνω Λεχωνίων (γενικά)
Στο Πήλιο υπήρχαν και υπάρχουν παραδοσιακά κτίσματα. Το ίδιο και στα Άνω Λεχώνια. Η αρχιτεκτονική των κτηρίων σύμφωνα με τους ειδικούς χωρίζεται σε τέσσερις περιόδους. Οι πύργοι (πυργόσπιτα) των Άνω Λεχωνίων είναι κατασκευές της πρώτης περιόδου (17ος-μέσα 18ου αιώνα).
Σύμφωνα με τον Αργ. Φιλιππίδη (1815) υπήρχαν στα Λεχώνια και το Καραμπάσι «υπέρ τα 60 σπίτια, όλα πύργοι δίπατοι και τρίπατοι όλοι ασβεστωμένοι».
Σήμερα στα Άνω Λεχώνια σώζονται σε καλή κατάσταση δύο πύργοι: Του Ολύμπιου και του Κοκοσλή. Ο τρίτος πύργος Σουλεϊμάν-Καραγιαννόπουλου είναι ερειπωμένος.
Οι άλλοι πύργοι των Λεχωνίων (εκτός των παραπάνω), ήταν του Αρμάγου κάτω από το νότιο τείχος Νεβεστίκι, του Δημητριάδη ανατολικότερα, του Κ’στόδουλου Αποστολάκη (Χριστόδουλου) ακριβώς κάτω από τη διασταύρωση προς Άγιο Βλάση  στο κέντρο. Υπήρχε επίσης ο πύργος του Αγραφιώτη ανατολικά του αρχοντικού Χατζηκυριαζή.
Οι πύργοι Ολύμπιου και Κοκοσλή έχουν υποστεί μεταβολές στα μέσα του 19ου αιώνα μετά από επεμβάσεις των ιδιοκτητών τους, για βελτίωση της λειτουργικότητας και αύξηση της ωφέλιμης επιφάνειάς τους.
Πύργος Ολύμπιου
Είναι ψηλόκορμες οχυρωματικές κατασκευές και περιλαμβάνουν τρία, τέσσερα και πέντε πατώματα, συνήθως τετραγωνικής κάτοψης, χωρίς εσωτερικές διαιρέσεις (αβέρτο). Το μέσο εμβαδόν ανά όροφο δεν ξεπερνά τα 15 τετραγωνικά μέτρα. Η τοιχοποιία είναι δίδυμη (διπλοντούβαρο) λιθοδομή με ξυλοδεσιές από ξύλο καστανιάς. Το πάχος του τοίχου ξεπερνά το 1,5 μέτρα, πράγμα που εξασφαλίζει σιγουριά. Ο τελευταίος όροφος εξέχει περιμετρικά και δημιουργεί «εξώστεγα» (τολμηρές προβολές). Οι κλειστοί χώροι είναι τα «σαχνισιά» (ξεπεταχτά) και οι ανοιχτοί τα «χαγιάτια» (ξάνωγα). Αυτά στηρίζονται σε αλλεπάλληλα οριζόντια «φορούσια» (δοκάρια). Όταν το μήκος ων φορουσιών ήταν μεγάλο, στηρίζονται από κάτω με λοξές αντηρίδες.
Η είσοδος των πύργων είναι στον α΄ όροφο. Η πρόσβαση γίνεται συνήθως με κινητή σκάλα. Η πόρτα της εισόδου είναι σχετικά μικρή. Πάνω της υπάρχει «καταχύστρα ή φονιάς ή ζεματίστρα»(πέτρινο λούκι), απ’ όπου έριχναν καυτό νερό ή λάδι, όταν ο εχθρός πλησίαζε την είσοδο.
Σ΄ όλους τους πύργους υπάρχουν στις όψεις τους «πολεμίστρες» (πολεμότρυπες) σχισμοειδείς, απ’ όπου αμύνονταν.
Ο πύργος Ολύμπιου μάλλον από το σπίτι Σαράφη.
(ΔΗΚΙ Βόλου)
Παράθυρα υπάρχουν μικρά για φωτισμό και εξαερισμό, ενώ στον τελευταίο όροφο, όπου και η κύρια κατοικία, πολλά και μεγάλα.
Οι όροφοι εκτός του τελευταίου, χρησιμοποιούνταν βασικά ως αποθηκευτικοί χώροι.
Ο όλος εξοπλισμός τους είναι οι «παραθύρες» (εσοχές στους τοίχους) και μικρά ντουλάπια. Ο νεροχύτης της κουζίνας είναι προσαρμοσμένος στο περβάζι ή σε κάποιο παράθυρο.
Πύργος Κοκοσλή
        Η σκεπή (στέγη) των πύργων έχει κάλυψη από σχιστόλιθο (σκεπόπλακες) ή βυζαντινά κεραμίδια. 
Έξω από τους πύργους που συνήθως αυτοί βρίσκονται στο κέντρο κάποιου οπωρώνα (μπαχτσέ), υπάρχουν «χαμπ’λά» (βοηθητικά παράσπιτα) όπου στέγαζαν τους στάβλους, τις αποθήκες ζωοτροφών κλπ.
Η περιοχή γύρω από τους πύργους ήταν περιτριγυρισμένη με μαντρότοιχο (ξερολιθιά) πλάτους τουλάχιστον μισού μέτρου και ύψους ενάμισι.
Σήμερα οι πύργοι των Άνω Λεχωνίων είναι κτήρια διατηρητέα και την ευθύνη έχει η εφορεία Νεότερων Μνημείων.