Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ονόματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ονόματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Δίστιχα με ...ονόματα

Τα πηλιορείτικα βαφτιστικά ονόματα που συναντάμε με μεγάλη συχνότητα, τα είχαμε αναφέρει (ΕΔΩ).
Σήμερα, θα δούμε πηλιορείτικα δημοτικά δίστιχα, που μέσα τους περιέχουν κάποια απ’ τα παραπάνω ονόματα.
Είναι σταχυολογημένα τα περισσότερα, απ’ τη δίτομη συλλογή «ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ» που έγινε απ’ τον Κώστα Λιάπη στα 2006 & 2009:
Δίστιχα
Τη Δευτέρα του προυί κλέψανε του Χαρικλί,
με φουστάνι παρδαλί, απ' του πίσου πουρτελί.

Μαργιώ μ’ κάτσι φρόνιμα σαν τα’ άλλα τα κουρίτσα,
απ’ είν’ απάν στη Ζαγουρά, απ’ είν’ κι στ’ Μακρινίτσα.
  
Αυτό του μπαλκουνάκι ν’ ανάψει να καεί,
να γκρεμιστεί να πέσει μι του Μπουζιώ μαζί.

Δε φταίει ι Πανάγους δε φταίει του Κατ’νιώ
μον’ φταίει η μαμά της που πήγι στου γιαλό.

Δεν του μπουρώ Γιουργάκη μ’ να κάνου τρεις δουλειές,
να πλιένου, να μπαλώνου κι να μαζώνου ‘λιές.

Έβγ’, Αλκυόνη, στου παραθύρ’, να δεις τουν ήλιου κι του φιγγάρ’,
να δεις ικείνουν  απ’ σ’ αγαπάει, να δεις τουν Πέτρου απ’ θα σι πάρ’.

Στ’ς Κατιρίνας του κελί μαύρους κόκουρας λαλεί.
Κι αν λαλεί κι αν δε λαλεί, η καρδιά τ’ς νάναι καλή.

Βασίλου μ’ κάτσι φρόνιμα σαν τ’ άλλα τα κουρίτσια
σ’ αυτήν τη γειτουνίτσα.

Ντερμπεντέρισσα Βασίλω
στρώσ’ του μπράτσου σ’, για να γείρου. 

Γίνε Μαριώ μ’, βοεβόδας κι συ Λενιώ μου, μπέης
κι συ μικρό Κατιρινιώ, κριτής για να μι κρίνεις.

Αγγελικούλα ζάχαρη, Αγγιλικούλα μέλι,
Αγγελικούλα κρύου νιρό που πίνουν οι αγγέλοι.

Μαργιώ μου τα κουμπούρια σου, μι τι τάχεις γιουμάτα;
Μι ρίγανη, μι πιπιργιές, μι σκόρδα κι ντουμάτα. 

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κι εσύ, Γιαννιό μου, έλα μέσα!


Φύσα αγέρα μου γαρμπή, φύσα μαεστράκι μου

φύσα μου να φέρεις το Νικολάκη μου!


Κουσταντή κουλουπανά βάρ’ τουν τύμπανου γι(ε)ρά
να χουρέψ’νε τα πιδγιά μι τα κόκκινα βρακιά.

Αυτού Μαριώ μ’ που περπατείς τρίζ’νει τα καλιντρίμια
γιατί έχεις νόστιμου κουρμί  κι καγιουλάτα φρύδια.

Πάρι(ε) Μαριώ μ’ τη ρόκα σου κι έλα του φράχτη-φράχτη,
για να σι ‘δω και να μι ‘δεις, βάσανα πούχ΄η αγάπη!

Σήκου Λι(ε)νίτσα μ’ κι άλλαξι(ε) κι νίψου με του γάλα,
να ιδεις και τουν Αλέξαντρου στου γάιδαρου καβάλα!

Πάρι(ε) Μαριώ μ’ τη ρόκα σου κι έλα τουν τοίχου-τοίχου,
γιατί απ’ αλλιώς αδύνατου ποτές να σι πι(ε)τύχου!

Πούσαι βρε Τριαντάφ’λλε  γιάμε Νικουλή,

κατέβα παρακάτου  να μη σι φάει του σκ’λί.

Πάρι(ε) Μαριώ μ’ τη ρόκα σου κι έλα του φράχτη-φράχτη,
σα σι ρουτήσ’ η μάνα σου: «Πού πας του φράχτη-φράχτη;»
Πες τ’ς κι συ: «Αχ, μάνα μου,έχασα του αρδράχτι!»


Αν δε σε πάρω Ρήνω μου, καλόγερος να γίνω,
κι ας έχουνε το κρίμα μου οι συγγενείς σου, Ρήνω. (Λεχωνίτικο)

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Πηλιορείτικα παρατσούκλια

Παρατσούκλια – Σουσούμια
(σούμ(ν)ια στο πηλιορείτικο ιδίωμα)  
Τα παρατσούκλια (παρωνύμια-προσωνύμια) έχουν μεγάλη διάδοση σ’ όλη την Ελλάδα. Στα πηλιορείτικα χωριά ακόμα περισσότερο!  Είναι αμέτρητα! Δεν υπήρχε σχεδόν κανένας χωρίς παρατσούκλι!
Αυτά χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: α) τα σκωπτικά (περιπακτικά-χλευαστικά) και β) τα διακριτικά (χαρακτηριστικά– ιδιωματικά).  
Βέβαια τα «παρωνύμια» αυτά έρχονται ως τις μέρες μας από τους αρχαίους καιρούς, όταν οι Έλληνες τα είχαν καθιερώσει για σκωπτικούς λόγους και σ’ αυτά βασιζόταν σε μεγάλο μέρος κι η αρχαία τραγωδία!
Προέρχονται από τη λαϊκή φαντασία κι από ειρωνική διάθεση σε μικρές συνήθως κοινωνίες, όπου όλοι γνωρίζονται καλά μεταξύ τους.
Τα δημιουργούσαν οι χαριτολόγοι και τα «κολλούσαν» !
Γενικά οι άνθρωποι τα καθιέρωναν παλιά και για λόγους συνεννόησης μεταξύ τους. Έτσι από τις μικρές ηλικίες ακόμα οι χωριάτες …αποκτούν το παρατσούκλι τους και σε πολλές περιπτώσεις αυτό γίνεται κυριολεκτικά το όνομά τους! Κάποια παρατσούκλια μεταβιβάζονται από πατέρα σε γιο, σαν κληρονομιά ή σαν επώνυμο!
Σ’ αρκετές περιπτώσεις ο τόπος καταγωγής δίνει το παρατσούκλι, σ’ αυτόν που το φέρνει.
Πολλά απ’ τα παρατσούκλια προέρχονται από σωματικά γνωρίσματα και λέγονται «σουσούμια» (=διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου, χαρακτηριστικά). Επίσης από ψυχικά προτερήματα κι ελαττώματα, από κινήσεις και πράξεις, καθώς κι από τυχαία περιστατικά, όπως πχ όταν κάποιος φοβήθηκε κι είπε «μανούλα μ’» του κόλλησε το παρατσούκλι «ι Μανούλας».  Κάποια παρατσούκλια προέρχονται από το επάγγελμα του ανθρώπου ή συγγενή του, καθώς αυτά σε περίπτωση συνωνυμίας ξεχωρίζουν το άλλο άτομο.
Παρατσούκλια όμως προέρχονται από παρομοιώσεις με ζώα, πουλιά, ψάρια. 
Πρέπει να σημειώσουμε, πως πολλές φορές παρατσούκλια δίνονταν και σ’ άψυχα ή ζώα. πχ κουλουβρέχτ’ς: η μικρή βάρκα που μπάζει εύκολα νερά και βρέχει τον καθισμένο ψαρά, κουλουβός: συνήθως ο σκύλος με κομμένη ουρά, νταλακουνέρ’: το νερό που δεν ξεδιψά, σκληρό με άλατα, κουλουσούρτ'ς: το τρενάκι του Πηλίου κ.ά.
Ενδεικτικά, κάποια απ’ τα πηλιορείτικα παρατσούκλια είναι τα παρακάτω(*):
Αλουή (η): αυτός που είναι πικρόχολος (από το φυτό αλόη, με πικρή την γεύση των φύλλων). 
Αλ’πός-ού(ο-η): αυτός που είναι παμπόνηρος
Αλμπάν’ς: αυτός που έχει σχέση με το επάγγελμα του πεταλωτή (=αλμπάνης)
Αλμπανέζους: αυτός που καταγόταν  απ’ την Αλβανία.
Αμπάς : (ο)  αυτός που φορούσε μάλλινα χοντροϋφασμένα ρούχα, σκουτιά.
Άσουτους (ο): αυτός που κάνει ασωτίες.
Βινιαμίν (ο): ο μικρότερος απ' τα πολλά άρρενα αδέλφια.
Βόμπρας (ο): αυτός που είναι μικροκαμωμένος κι άσχημος.  
Γαλιάντρας(ο)  : αυτός που λέει πολλά, φλύαρος.
Γιάναρους (ο), Γιουργάρας, κλπ : Ο Γιάννης, ο Γιώργος κ.ά. με ογκώδη σωματότυπο.
Γιλαδάρ’ς (ο): αυτός που έβοσκε ή είχε γελάδια.
Γιρμανός (ο): αυτός που ήξερε τη γερμανική γλώσσα. Συνήθως το έπαιρναν οι επιστρέψαντες αιχμάλωτοι του Γκαίρλιτς.
Γκαϊδός(ο): αυτός που ήταν αλλοίθωρος, στραβός.  
Γκιέκας(ο)  : αυτός που δούλευε σκληρά, όπως οι Γκέκηδες Αλβανοί.
Γουμαρόγαλος (ο): αυτός που στη βρεφική ηλικία του ήπια γάλα γαϊδούρας.
Ζούνους (ο): αυτός που στριφογυρίζει, γυροφέρνει και δεν απομακρύνεται.
Ζύγρα (η): αυτός που γινόταν ενοχλητικός.
Ι Βλάχους: αυτός που μετανάστευσε στο Πήλιο, κυρίως από το εσωτερικό της Θεσσαλίας, αλλά και κάθε ξένος. (Βλαχομαχαλάς=Άλλη Μεριά Βόλου)
Ι Γιάνν’ς τ’ Γληγόρ’: ο Γιάννης που έχει πατέρα το Γρηγόρη σε αντιδιαστολή με άλλον Γιάννη  συνεπώνυμο, πιθανά εξάδελφο. 
Ι Γιάνν’ς τ’ς Μαριώς (ο) : ο Γιάννης που έχει μητέρα τη Μαρία.
Κ’δούνας (ο): αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι σαν κουδούνα.
Καζαμίας(ο)  : αυτός  που ήταν  μικροβιβλιοπώλης.
Καλόερους (ο) : αυτός που είχε κάποιον συγγενή καλόγερο ή κάποτε ήταν καλόγερος.
Καναβός(ο): αυτός που δεν είχε φωνή ή δεν τα κατάφερνε καλά στη δουλειά.
Καούνης (ο): αυτός που ήταν φαλακρός
Καραΐσκους(ο) : αυτός που έχει μουστάκι σαν του Καραϊσκάκη.
Κάργας(ο): αυτός που έκανε τον παλικαρά.
Καρεζ’νός(ο): αυτός που ήταν πεισματάρης.
Κατράνης (ο): αυτός που είναι μελαμψός ή κατάμαυρος.
Κατρέλιας(ο) –Κατρέλου (η), Κατρελής(ο): αυτός/ή που μικρός/ή κατουριόταν συχνά.
Κατσιαπρόκους (ο): αυτός που είναι ζωηρός- αεικίνητος και μικρόσωμος. (από το ομώνυμο εργαλείο του τσαγκάρη)
Κικίμπας (ο): αυτός που είναι βραδύγλωσσος, τραυλός, τσευδός.
Κλανίκας (ο): αυτός που φοβάται.
Κλιάρ’ς (ο): αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά.
Κ'λόχειρους (ι): αυτός που είχε κομμένο χέρι (συνήθως από δυναμίτη στο Ανατ. Πήλιο).
Κουκκ’νόκωλους (ο): αυτός που έχει κόκκινο πρόσωπο.
Κόκκινους(ο) : αυτός που έχει στο πρόσωπο κόκκινο σημάδι ή ο κοκκινοτρίχης.
Κούκλας (ο): αυτός που ήταν όμορφο μωρό.
Κουλουκ’θάς(ο) -Κουκουκ’θού (η): αυτός που μοιάζει με κολοκύθι ή λέει άνοστα αστεία.
Κουτέτσους (ο): αυτός που ήταν …κλεφτοκοτάς.
Κουτσουγιώργ’ς, Κουτσουγιάνν’ς (ο) κλπ: σύνθετο από κάποιον χωλό-κουτσό άντρα.
Κουτσουφίτ’ς (ο): αυτός που είχε κάποιο αυτί κομμένο.
Κρητικός (ο): ο καταγόμενος απ’ την Κρήτη. (Η μαζική εισβολή Κρητών στο Πήλιο έγινε στα χρόνια του Ελ.Βενζέλου)
Κ'ρούπας (ο) : αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι, ή σπασμένο όπως το σταμνί , κουρούπι.
Κωλουφαγούρας (ο): αυτός που δεν στέκεται σε μια θέση ακίνητος.
Μαγκαφάς (ο): αυτός που είναι μαγκούφης, δύστροπος, κακομοίρης ή αχαΐρευτος.
Μαλλιαρουκάπανους (ο): ο παπάς ή ο μουσάτος (καπάν'= πηγούνι.
Μανιά (η): αυτός που φαίνεται γηρασμένος
Μαύρους (ι): αυτός που ήταν μελαμψός.
Μόλ’τσας (ο): αυτός που επίσης προσκολλιέται σαν μόλ’τσα(=σκώρος)
Μπάκακας (ο): αυτός που έχει μάτια πεταγμένα ή πίνει πολύ νερό.
Μπαλαμούτ’ς (ο): αυτός που λέει ψέματα.
Μπούκλας (ο): ο κατσαρομάλλης
Νιαούρ’ς(ο): αυτός που είχε φωνή σαν νιαούρισμα γάτας ή μιμούνταν τη γάτα.
Νικουλάρας (ο): ο Νίκος που είναι μεγαλύτερος σε όγκο, από κάποιον άλλον Νίκο.
Νίτσας(ο): παρατσούκλι που προέρχεται από το όνομα Νίτσα <Ελενίτσα, της μάνας κάποιου.
Ντάγκας(ο): αυτός που είναι ψηλόσωμος.
Νταής(ο): αυτός που έκανε τον παλικαρά.
Νταλακιάρ’ς (ο)  : αυτός που δεν χορταίνει νερό, ή μένει σε περιοχή άνυδρη όπου υπάρχει έλλειψη νερού.
Ντέτσ'κας (ο): αυτός που είναι πεισματάρης.
Ξ’λουπειτίναρου (το): συνήθως η πολύ λεπτή γυναίκα.
Οπαλάκιας (ο): αυτός που όταν καθόταν, έλεγε «όπαλακια»
Παλάβρας(ο): αυτός που ήταν πολύ ζωηρός κι έκανε τρέλες.
Παπαρδέλας ης (ο): αυτός που είναι φλύαρος κι αερολογεί.
Πατούνης (ο): αυτός που έχει κάποιο σημάδι στις πατούσες ή στα πόδια.
Πατσιούρ’ς: αυτός που είναι πλατυμέτωπος.
Πέταβρου (το): ο πολύ αδύνατος που μοιάζει με λεπτή σανίδα.
Πικραγγ'ριά (η): αυτός που είναι κακός, «πικρός» όπως το ομώνυμο φυτό. 
Πίν’ς (ο): αυτός που τα πίνει.
Πλιεμουνιάρ’ς(ο): αυτός που είχε φυματίωση.
Πουρτουφόλας (ο): αυτός που είχε «μεγάλο» πορτοφόλι, πλούσιος. Επίσης κι ο πορτοφολάς.
Σατράπ’ς  (ο): αυτός που φέρνεται σκληρά.
Σιαντέρας (ο): αυτός που ήταν ογκώδης κι άσχημος (σαν τέρας).
Σίμης(ο): από τα παλιά βολιώτικα μακαρόνια ΣΙΜΙ.
Σκ’λιάς (ο): αυτός που μοιάζει με σκύλο ή βρωμά σαν σκύλος.
Σκανταλίδ (το): αυτός που είναι μικρόσωμος, αεικίνητος και σκανταλιάρης.
Σπάγγους (ο) : ο άνθρωπος που είναι τσιγκούνης.
Τζιάμπας (ο): αυτός που την «έβγαζε» τζάμπα.
Τζιριμές  (ο):  αυτός που είναι ζημιάρης και πληρώνει ή ο δύστροπος.
Τζουίνας (ο): αυτός που μικρούλης ήταν λεπτός σαν σωλήνας(>τζουίνας).
Τράγους(ι): όπως Μαλλιαρουκάπανους , παπάς ή μουσάτος.
Τρεύλιας: (ο)   αυτός που τραυλίζει.
Τσιμπλιάρ’ς (ο): αυτός που έχει τσίμπλες στα μάτια, αλλά και το λυχνάρι.
Τσίρλιας(ο): αυτός που είχε ή έχει διαρκή διάρροια.
Τσίρους(ο): αυτός που είναι λεπτός κι αδύνατος, σαν το αποξηραμένο ψάρι.
Τσίτζιρας(ο): αυτός που είναι αδύνατος, ισχνός.
Χάχας(ο): αυτός που χαχανίζει ή έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό.
Χιέσιας (ι): αυτός που είναι φοβητσιάρης .
Ψειριάρ’ς (ο) : αυτός που είχε ψείρες.
Ψείρου (ι) : αυτός που προσκολλάται κάπου.

(*) Εσείς μπορείτε να συμπληρώσετε, όσα ακόμη παρατσούκλια ξέρετε!
Πηγές:
-     ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΒΟΛΙΩΤΙΚΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝΥΜΙΑ, Κ. Λιάπης, Βόλος, Μάρτιος 2015, σελ. 272.
-     Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ, Γιώργος Θωμάς,    ΩΡΕΣ 1996.
-     ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ, Κώστας Λιάπης, Βόλος 1996.
-      ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ -Ημερολόγιον της μεγάλης Ελλάδος 1922- σελ 111, Εκδόσεις Ι. Ν.     ΣΙΔΕΡΗΣ, Αθήναι.
-      Διηγήσεις, εμπειρίες.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Οι Πηλιορείτες μεταξύ τους...


Σκωπτικά οι Πηλιορείτες μεταξύ τους
Επειδή οι Πηλιορείτες είχαν σε  υψηλό βαθμό το χάρισμα του αστεϊσμού, του πειράγματος και της ειρωνείας, έβγαζαν κι έδιναν «ονόματα» στους ανθρώπους διπλανών χωριών, σύμφωνα με τις ασχολίες τους, τις ενέργειές τους, τη θέση του χωριού κ.ά.
Σκωπτικά ή περιγελαστικά χαρακτηριστικά ονόματα λοιπόν, μεταξύ των κατοίκων των χωριών, από άλλους γυροχωριανούς τους συνήθως:  

Γαΐλια: Οι κάτοικοι του Πηλίου γενικά, μεταξύ τους.
Γκαβουδρακιώτι(ε)ς: Οι κάτοικοι της Δράκειας, γιατί το χωριό τους είναι χτισμένο σε κοιλάδα και χωμένο. Έτσι δεν το βλέπει καλά ο ήλιος.
Γκαβουσ’κιώτι(ε)ς: Οι κάτοικοι της Συκής.
Γκαγκάνηδι(ε)ς: Οι κάτοικοι του Αγίου Λαυρεντίου, από τη λέξη «γκαγκάνης»(=ατημέλητος, άσχημος).
Γκέκ’δι(ε)ς: Οι κάτοικοι του Αγίου Βλασίου, ως υπερβολικά εργατικοί.
Γ'ρουνοτσαρ'χάδι(ε)ς: Οι Ξουριχτιανοί γιατί φορούσαν  «γουρουνοτσάρουχα» στις αγροτικές εργασίες τους.
Γουφάρια: Οι κάτοικοι του χωριού Προμύρι και προέρχεται από τα ψάρια «γοφάρια».
Ζαρουφλίκια: Οι κάτοικοι του Αγίου Βλασίου (Καραμπασιού), από το ομώνυμο φυτό. ζαρουφλίκι(=περδικάκι).
Ζ’ναράδι(ε)ς: Οι κάτοικοι του Αγίου Γεωργίου Νηλείας, επειδή φορούσαν ζωνάρι και ήταν πάντα «φιλοτάραχοι και στασιώδεις».
Καλαμ’κάδι(ε)ς: Οι κάτοικοι του οικισμού της Πέρα Χώρας Ζαγοράς.
Καρβ'νουσάκια & Καρβ'νιάρδι(ε(ς: Οι κάτοικοι της Μακρινίτσας, λόγω της καρβουνοπαραγωγής. 
Καραόλια: Οι Μουρεσιώτες , γιατί το χωριό τους είναι «καραούλι»(=βίγλα).
Καρούμπες: Οι κάτοικοι του Λαύκου.
Κατσούλια: Επίσης οι κάτοικοι του Προμυριού, επειδή σε περίπτωση βροχής χρησιμοποιούσαν «κατσιούλες» (=κουκούλες). Έτσι χώνοντας τη μια κλειστή γωνία του τσουβαλιού εξωτερικά στην άλλη δημιουργούσαν κουκούλα για προφύλαξη.
Κλαδι(ε)υτράδες: Οι Αγιολαυρεντίτες, γιατί πάντα μαζί τους -συνήθως στη ζώνη τους-είχαν μια κλαδευτήρα ή ένα κλαδι(ε)υτ’ράκι.
Κλεφτουκαπστρανάδι(ε)ς: Το λένε οι κάτοικοι της Νιάου για τους γυρωχωριανούς τους, επειδή τους έκλεβαν τα καπίστρια των ζώων τους.
Κλεφτουσαμαράδι(ε)ς: Οι κάτοικοι του Νεοχωρίου.
Κουκκ’νουμαλλίνι(ε)ς: Οι κάτοικοι από τον Άγιο Δημήτριο Κισσού, επειδή παλιά φορούσαν κόκκινες φανέλες.
Κουμαρίσιοι: Οι κάτοικοι του χωριού Πουρί, λόγω του διαρκούς κουβαλήματος κλαδιών κουμαριάς για τα ζώα τους.
Κουπάνια: Για τους Μηλινιώτες είναι οι υπόλοιποι κάτοικοι του Πηλίου.
Κριάρια: Οι κάτοικοι των χωριών Πινακάτες και Αγίου Γεωργίου Νηλείας.
Κυρηναίοι: Οι κάτοικοι του (Καραμπασιού) Αγίου Βλασίου. Ίσως -όπως λέγεται- είχαν καταγωγή από την Κυρήνη.
Λιοφ’λλάδι(ε)ς: Οι κάτοικοι της Άλλης Μεριάς, επειδή συγκέντρωναν πολλά κλαδιά ελιάς για το τάισμα των ζώων.
Μαραγγάτι(ε)ς: Οι κάτοικοι των χωριών Ανηλίου και Κισσού.
Μπότσι(ε)ς: Οι κάτοικοι του οικισμού Παλιόκαστρο Αγίου Βλασίου, επειδή κρασόπιναν πολύ από τις μπότσες(=κρασοκανάτες).                                                                 
Μυγάργια: Οι κάτοικοι του Λαύκου.
Νταλακιάρ’δι(ε)ς: Οι Κατωλεχωνίτες, λόγω της έλλειψης πολλών και πηγαίων νερών.
Ξιουταραίοι: Οι κάτοικοι του Κισσού (από το Κ’σσός>Ξος)
Ξ’νουροϊδάδι(ε)ς: Οι κάτοικοι του Άνω Βόλου, επειδή στην περιοχή ευδοκιμούν ροδιές με ξινά ρόιδα.
Ξουραφάδι(ε)ς: Οι κάτοικοι της Συκής, γιατί χρησιμοποιούσαν σουγιάδες ή σβανάδες.
Π’νάκια: Οι κάτοικοι των Πινακατών, από τα «π’νάκια»(=ξύλινα πιάτα με καπάκι) που έφτιαχναν.
Σ΄κάδι(ε)ς:  Οι κάτοικοι της Συκής, για τα σύκα που παρήγαγαν.
Σ’κλιοσκατάδι(ε)ς: Οι κάτοικοι του οικισμού της Κουκουράβας Μακρινίτσας, επειδή παλιά στην περιοχή όπως και στη Μακρινίτσα ήταν βυρσοδέψες και χρησιμοποιούσαν κόπρανα σκύλων για την κατεργασία των δερμάτων.
Τρικέρ'δι(ε)ς: Οι κάτοικοι του Τρικερίου.
Τσαγκαρ’σούλια: Οι κάτοικοι της Τσαγκαράδας. (τσαγκαρσού(β)λι=το σουβλί του υποδηματοποιού)
Τσι(ε)ρκέζοι: Οι κάτοικοι του χωριού Ξουρίχτι. Παρμένο από τους μακρινούς Κιρκάσιους, λαό ανυπότακτο, όπως κι οι Ξουριχτιώτες.
Τσιγγάν’δι(ε)ς: Οι κάτοικοι της Ζαγοράς, λόγω του μελαχρινού δέρματός τους.
Φ’λέρια: Οι κάτοικοι του (Καραμπασιού) Αγίου Βλασίου.
Χαβάκας ή Χαβάτσιάς: Ο κάτοικος της Αιγύπτου, με καταγωγή από το Πήλιο -Αιγυπτιώτης. (χαβάκα=αρχηγός)
Χάχ'δι(ε)ς: Οι κάτοικοι των Άνω Λεχωνίων από τους σχεδόν συγχωριανούς τους Κατωλεχωνίτες.
Χι(ε)ζουπιζούλ’δι(ε)ς: Οι κάτοικοι Μακρινίτσας απ’ τους γείτονές τους της Πορταριάς, επειδή παλιά δεν είχαν τουαλέτες (αποχωρητήρια) και αφόδευαν αθέατοι κάτω από τα πεζούλια.
  
Ο κάτοικος του Πηλίου και το χωριό του:
(χωρίς χαρακτηρισμούς)
Αϊγιαννιώτ’ς: Ο καταγόμενος από τον Άι Γιάννη Κισσού.
Αϊγιουργίτ’ς: Ο κάτοικος του Αγίου Γεωργίου Νηλείας.
Αϊδημητριώτ’ς: Ο καταγόμενος από τον Άγιο Δημήτριο Κισσού -Πηλίου
Αϊλαυριντίτ’ς: Ο κάτοικος του Αγίου Λαυρεντίου.
Αϊνουφριώτ’ς: Ο καταγόμενος από τον Άγιο Ονούφριο.
Αλλ’μερίτ’ς: Ο κάτοικος της Άλλης Μεριάς (Βλαχομαχαλά)
Γατζιώτ’ς: Ο κάτοικος του οικισμού Γατζέας (Άνω ή Κάτω).
Δρακιώτ’ς: Ο καταγόμενος από τη Δράκεια.
Δυορεματίσιους: Αυτός που μένει στα «καλύβια» της περιοχής Δυο Ρέματα, στην Άνω Γατζέα, της κτηματικής περιφέρειας του Αγίου Γεωργίου Νηλείας.
Ζαγουριανός: Ο κάτοικος της Ζαγοράς.
Ζερβουχιανός: Αυτός που μένει στα «καλύβια» της περιοχής Ζερβόχια των Αφετών.
Κ’σσιώτ’ς ή Κισσιώτ’ς: Ο καταγόμενος από τον Κισσό.
Καλαμνιώτ’ς: Ο κάτοικος του παραθαλάσσιου οικισμού της Αργαλαστής, Κάλαμος.
Καλανι(ε)ριώτ’ς: Ο κάτοικος των Καλών Νερών.
Καμαργιώτ’ς: Ο κάτοικος του συνοικισμού της Αργαλαστής, Καμάρα. Επίσης του παραθαλάσσιου οικισμού Καμάρι του χωριού Κεραμίδι.
Καναλιώτ’ς: Ο καταγόμενος απ’ το χωριό Κανάλια, αλλά και αυτός που μένει στα καλύβια της περιοχής Κανάλια, της κτηματικής περιφέρειας του Αγίου Γεωργίου Νηλείας.
Καπουρνιώτ’ς: Ο καταγόμενος από την Κάπουρνα, σημερινές Γλαφυρές, δίπλα στα Κανάλια.
Καραμπασιώτ’ς: Ο κάτοικος του (Καραμπασιού) Αγίου Βλασίου.
Κατ’τσ’κουτιανός: Ο κάτοικος του παραθαλάσσιου οικισμού Κότες Τρικερίου.
Κατηγιουργίτ’ς: Ο καταγόμενος από τον Κατηγιώργη Προμυρίου.
Κατηχουρίτ’ς: Ο κάτοικος του Κατηχωρίου (Πάνω & Κάτω)
Κατλι(ε)χουνίτ’ς: Ο κάτοικος των Κάτω Λεχωνίων.
Κατσ’λουχουρίτις: Ο κάτοικος του οικισμού Κατσιλοχώρι στην Αργαλαστή.
Κιραμιδιώτ’ς: Ο κάτοικος του χωριού Κεραμίδι.
Κιρασιώτ’ς: Ο κάτοικος Κερασιά.
Λι(ε)χουνίτ’ς: Ο καταγόμενος από τα Λεχώνια.
Μ’λινιώτ’ς: Ο κάτοικος της Μηλίνας.
Μακριτζιώτ’ς: Ο καταγόμενος από τη Μακρινίτσα.
Μαλακίσιους: Ο κάτοικος του συνοικισμού Μαλάκι.
Μιτζιλιώτ’ς: Ο καταγόμενος από την Παλιά Μιτζέλα.
Μιτουχίτ’ς: Ο κάτοικος του χωριού Μετόχι Αργαλαστής.
Μουρισιώτ’ς: Ο καταγόμενος από το Μούρεσι.
Μουρτακίσιους: Ο κάτοικος του μικρού οικισμού (καλύβια) Μουρτάκια, Αγίου Βλασίου.
Μπιστινικιώτ’ς: Ο κάτοικος του οικισμού Ξινόβρυση, παλιά Μπεστινίκα.
Μπλιώτ’ς ή Μ’λιώτ’ς: Ο κάτοικος των Μηλεών.
Μπουφιώτ’ς: Ο κάτοικος της Κορόπης, Μπούφας.
Μπρουμυριώτ’ς: Ο κάτοικος του Προμυρίου.
Νιαώτ’ς: Ο κάτοικος της Νιάου (Αφέτες)
Νιχουρίτ’ς: Ο κάτοικος του Νεοχωρίου.
Νταμουχαργιανός: Ο κάτοικος του οικισμού της Νταμούχαρης.
Ξουριχτιανός: Ο κάτοικος του χωριού Ξουρίχτι.
Παλιουκαστρινός: Ο κάτοικος του οικισμού Παλιόκαστρο του Αγίου Βλασίου.
Πανλι(ε)χουνίτ’ς: Ο κάτοικος των Άνω Λεχωνίων.
Πινακιώτ’ς: Ο κάτοικος των Πινακατών.
Πιραχουρίτ’ς & Περαχουργιανός: Ο κάτοικος του συνοικισμού Πέρα Χώρα της Ζαγοράς.
Πλατανιδιώτ’ς: Ο κάτοικος του συνοικισμού Πλατανίδια.
Πλατανιώτ’ς: Ο κάτοικος του Πλατανιά.
Πουριανός: Ο κάτοικος του Πουρίου.
Πουρταρίτ’ς: Ο κάτοικος της Πορταριάς.
Προυπαντιώτ’ς: Ο καταγόμενος από το Πρόπαν, τώρα Καλαμάκι.
Σ’κιώτ’ς: Ο καταγόμενος από τη Συκή.
Σταϊατιώτ’ς: Ο κάτοικος των Σταγιατών.
Στρουφλιανός: Ο κάτοικος του οικισμού Στρόφιλος ή Στρόφ’λο του Αγίου Βλασίου.
Τρικιργιώτ’ς: Ο κάτοικος του Τρικερίου.
Τσαγκαραδιώτ’ς: Ο καταγόμενος από την Τσαγκαράδα.
Φυτουκίσιους: Ο κάτοικος του Φυτόκου.

Δείτε ακόμα: «Το γλωσσικό ιδίωμα του Πηλίου» Κ. Λιάπης, Βόλος 1996

Υ.Γ. Ο Epaminondas Tsaknakis συμπλήρωσε:
"Δώδεκα Δρακιώτις δεκατρία μάτια !" είναι η σκωπτική φράση
και "Γ'ρουνοτσαρ'χάδις" για τους Ξουριχτιανούς γιατί φορούσαν "γουρνοτσάρουχα" στις αγροτικές εργασίες τους.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Πηλιορείτικα ονόματα


Πηλιορείτικα βαφτιστικά ονόματα
Τα (βαφτιστικά) ονόματα των γυναικών και των αντρών στο Πήλιο, τα απαντούμε με την ίδια σχεδόν συχνότητα που υπάρχουν σ’ όλη την Ελλάδα. Όμως εδώ έχουμε κάποια ονόματα που είναι της περιοχής όπως π.χ. Βλασία, Γαριφαλιά, Κυρατσώ, Πανταζής, Κυριαζής, Λαυρέντης κ.ά. Τα περισσότερα ονόματα παίρνονται από τον άγιο/αγία προστάτη-πολιούχο του κάθε χωριού.
Παρακάτω πίνακας με τα σπάνια αυτά πηλιορείτικα μικρά ονόματα:

ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ:  

·         Αγαθονία, Αγαθονίκη, Αγαθούλα, Αγαπούλα, Αγγελική-Αγγελικώ, Αγλαΐα-Αγλαϊτσα-Αγλάιω, Αθανασία-Θανασιώ, Αθηνά-Αθηνιώ, Αιμιλία-Μιλή-Μιλιώ, Αλεξία, Αλίκη, Αμαλία, Ανθή-ία, Ανθούλα, Αντιγόνη, Αντρονίκη, Αρετή, Αριστέα-Αριστούλα, Άρτεμις-Αρτεμούλα, Αρτεμησία, Αρχοντούλα, Αριάδνη, Αλκμήνη, Ανατολή, Ανδρομάχη-Μάχη, Μαχώ, Μαχάκ', Μαχούλα. Αποστολία-Λίτσα, Ασημίνα-Ασημώ, Ασπασία-Ασπασιώ, Αφροδίτη.
·         Βάια, Βαρβάρα-ή, Βαρσαμή-Βαρσαμάκι-Βαρσαμώ, Βασιλική-Βασιώ-Κούλα, Βικτωρία, Βιολέτα-Διαλετή, Βιργινία, Βλασία
·         Γαλάτεια, Γαριφαλιά-Γαρ'φλιώ- Γαρ'φ'λλάκ', Γιαννούλα, Γιούλα, Γλυκερία, Γραμματή, Γρηγορία.
·         Δημοκρατία, Διασεμή, Διομή-ίτσα Διονίτσα, Δροσούλα, Δωροθέα.
·         Ελεονόρα, Ελλάς, Έλλη, Ελπίδα, Ελπινίκη, Έλσα, Ερασμία, Εύα, Ευγενία-Βγενιώ-Βγενάκι, Ευδοκία,  Ευδοξία, Ευθαλία-Θαλάκι, Ευθυμία-Φθυμί, Ευμορφία-Μορφιά-Μόρφω, Ευπραξία, Ευρυδίκη, Ευρύκλεια, Ευρώπη, Ευσταθία-Σταθούλα-Σταθή, Ευτέρπη, Ευτυχία- Φτυχιώ, Ευφημία
·         Ζωγραφία-Ζωγραφί-Ζωγράφω
·         Ηλέκτρα, Ηλιάνα,
Θεσσαλία-Λία
·         Ιουλία, Ισμήνη, Ιφιγένεια
·         Καλλιόπη-Πόπη-Πιπή,  Καλλιρρόη, Κασσιανή, Κατίνα- Κατίνκου -Κατιρνιώ- Κανιώ- Κάκια, Κερασία- Κερασούλα -Κυρατσάκ'-Τσιόνα, Τσιτσιώ, Κική, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα- Πάτρα, Κλημεντίνη,  Κούλα, Κρυσταλλία- Κρυστάλλω, Κυπαρισσία- Παρσιώ, Κυρατσώ- Κυρατσούλα- Τσιτσώ, Κωνσταντία-Κωνσταντινιά.
·         Λαυρεντία-Λαυρεντή, Λεμονιά, Λουκία, Λουκρητία
·         Μαγδαληνή-Μυγδαλιώ-Μαγδάλω, Μακεδονία, Μαλαματένια, Μαλαματή, Μαλάμω-ώ, Μαλαμίτσα, Μάρθα, Μαριάνθη, Μαργίτσα, Μαρίκα, Μαργιώ-Μπουζιώ, Μαριγούλα,, Ματούλα, Μελπομένη-Μέλπω, Μέλλω, Μερόπη, Μηλιά-ιώ, Μηλίτσα, Μίνα, Μορφούλα,-Μόρφω-Ομορφούλα, Μυρσίνη.
·         Ναυσικά, Νεοκλεία, Νικολέτα, Νίκη, Νίνα
·         Ξανθή
·         Όλγα, Ολυμπία
·         Πάτρα-Πατρούλα, Πελαγία-Πελαγιώ, Περσεφόνη, Πηνελόπη, Πιπίτσα, Πολυξένη, Περιστέρα, Πολυάνθη, Πολύμνια, Πραξιθέα-Πραξιθή,
·         Ρηνιώ, Ροδιά-Ροδούλα, Ροδόπη 
·         Σαβή, Σεβαστή, Σεραϊνα-Συρανιώ, Σοφία, Συραγώ, Σύλβα, Σμαράγδα-Σμαραϊδή, Σταθούλα,  Σταματία-Σταματή,  Σταυρούλα, Συνοδή
·         Τερψιθέα-Τερψιθή-Τριψιθέα, Τριανταφυλλιά-Τριανταφλιώ, Τούλα.
·         Φανή, Φιλιώ- Φιλίτσα, Φιλομήλα, Φρειδερίκη, Φρόσω,
·         Χάιδω, Χαρίκλεια-Χαρούλα-Χαρικλή, Χρυσάνθη, Χρυσή-Χρυσούλα.
          Υπατία (Απατία)

ΑΝΤΡΙΚΑ:
- Αγαμέμνων, Άγγελος-Αγγελής, Αλέξανδρος, Αναγνώστης, Ανάργυρος- Αργύρης, Ανέστης,   Αποστόλης, Αριστείδης-Άρης, Αριστόδημος, Αριστοτέλης-Τέλης, Αχιλλέας, Αχίλλειος.
-  Βάιος, Βλάσιος,
-  Γαβριήλ, Γεράσιμος, Γ(Δ)ιακουμής, Γιαννούλης, Γρ(λ)ηγόρης,
-   Δαμιανός, Δημιόνης, Διαμαντής, Διανέλος, Δήμος, Δημοσθένης,
-  Εμμανουήλ, Ευθύμιος, Επαμεινώνδας, Ευριπίδης, Ευστράτιος-Στράτος,
-   Ζαφείρης, Ζήσης-Ζήνων-Ζήνος-Ζήσιμος,
-   Ηλίας-Λιας, Ηρακλής,
-   Θεμιστοκλής-Θέμης, Θεοδόσιος, Θεόφιλος, Θεοχάρης, Θωμάς,
-   Ιάσων, Ιδομενέας
-   Κανέλος, Κλεάνθης, Κλεόβουλος, Κοσμάς, Κυριαζής, Κουστής-Κουστάκ΄ς
-   Λάζαρος, Λάμπρος, Λαυρέντης, Λεωνίδας.
-   Μαργαρίτης, Μιλτιάδης,
-   Ναούμ, Νικηφόρος,
-   Οδυσσέας, Ορέστης, 
-   Πανταζής, Παντελεήμων-Παντελής, Πάρης, Παρίσης, Περικλής, Πίνδαρος, Πολυχρόνης, Πολύζος,
-   Ρήγας, Ρίζος,
-   Σαράντης, Σοφοκλής, Σταμάτης, Σταμούλης, Σταύρος, Στέργιος, Στέφανος, Σωκράτης,
-   Ταξιάρχης, Τιμολέων-Τιμολής, Τριαντάφυλλος, Τρύφωνας-Τρυφώνης 
-  Φιλήμονας, Φίλιππος, Φρίξος
  -  Χαράλαμπος, Χαρίλαος, Χριστόδουλος. Χρυσόστομος

ΥΓ:  Την άνοιξη του 2015 κυκλοφόρησε το εξαιρετικό βιβλίο-έρευνα του Κώστα Λιάπη "Πηλιορείτικα και βολιώτικα ανθρωπωνύμια", Βόλος, Μάρτιος 2015, σελ. 272. Αναζητήστε το και διαβάστε το!