Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κίτσος Μακρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κίτσος Μακρής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Οι θησαυροί του Πηλίου...

   Τούτες τις μέρες η μνήμη των επιζώντων της εποχής του καταστροφικού σεισμού της Άνοιξης του 1955, ζωντανεύει. Σεισμική δόμηση 6,2 βαθμών,  συγκλόνισε την περιοχή και όλη τη Μαγνησία. Μεγάλες καταστροφές έπαθαν τα χωριά του Πηλίου που βρίσκονται αντίκρυ στον Παγασητικό, όπως και ο Βόλος, αφού το επίκεντρο ήταν στα Λεχώνια. Ο σεισμός ήταν η αιτία να αλλάξει το «χρώμα» και η αισθητική  των  χωριών, αλλά και της πόλης. 

------------------------------------------------------------------------

Ένα σπουδαίο κείμενο της εποχής από τον ΚΙΤΣΟ Α. ΜΑΚΡΗ στο περιοδικό

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ, Ιούνιος 1955, σελ. 486-87, μας μιλάει για τις καταστροφές των θησαυρών του Πηλίου από τους ανθρώπους... 

ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ 

ΠΡΟΣΕΙΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΕΙΣΜΙΚΑ

Η Ιστορία είναι πολύ παλιά, και δεν μπορούμε να την παρακολουθήσουμε. Μπορούμε όμως να την υπολογίσουμε με ασφάλεια ά ό.τι γίνεται εδώ και είκοσι χρόνια, γιατί από τότε έχουμε στοιχεία. Είναι απόλυτα βέβαιο πώς ό,τι γίνεται στα τελευταία είκοσι χρόνια, θα γίνονταν και παλιότερα : μια συνεχής καταστροφή των καλλιτεχνικών θησαυρών του Πηλίου. Η άγνοια, η αδιαφορία, η ανακαινιστική δραστηριότητα, από χρόνια τώρα συνεργάζονται στην καταστροφή ή στην παραμόρφωση των παλιών σπιτιών, των εκκλησιών, των γεφυριών και των άλλων μνημείων της λαϊκής τέχνης. Ας το πούμε απ’ την αρχή : Οι σεισμοί απλώς επιτάχυναν το ρυθμό της καταστροφής. Μερικά παραδείγματα, από τις άπειρες περιπτώσεις, θα δείξουν πιο καθαρά την καταστροφή.

Στο αρχονταρίκι τού μοναστηριού του Άη -Λαυρέντη βρίσκονταν μια θαυμαστή ζωγραφική φρίζα, έργο του 13ου αιώνα. Έπιανε και τους τέσσερες τοίχους τού αρχονταρικιού (δωματίου υποδοχής). Θέμα της η πομπή με την οποία πήγαινε ο Πατριάρχης στα Σουλτανικά Ανάκτορα για να «φιλήσει χέρι», να πάρη, δηλαδή, την έγκριση της εκλογής του από το Σουλτάνο. Το ταβάνι τού αρχονταρικιού ήταν κι' εκείνο διακοσμημένο με ζωγραφιές, ενώ ο βορεινός του τοίχος σκεπάζονταν από ένα ωραιότατο ξυλόγλυπτο ντουλάπι με παραθύρες. Εδώ και δέκα χρόνια όλα αυτά καταστράφηκαν τελείως.

Στην Ανακασιά, δυτικά από την πλατεία, σε μια καμπή τού καλντεριμιού, υπήρχε μια γραφική βρύση με διπλή κάμαρα, ωραία πέτρινη πελεκητή λεκάνη καί σκαλιστές γούβες. Δένονταν περίφημα με τα γύρω της κτίρια. Δραστήριος κοινοτάρχης, εδώ καί λίγα χρόνια, γκρέμισε την παλιά βρύση καί στη θέση της έστησε μια τετράγωνη τσιμεντένια που την κάλυψε με γκρίζα βιομηχανικά πλακάκια. Άσχημο καί ψυχρό κατασκεύασμα, τελείως ξένο προς το τοπίο.

Στις Μηλιές, μέσα στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, υπήρχαν ωραιότατες τοιχογραφίες του 13ου και 19ου αιώνα. Στους επιτρόπους της εκκλησίας φάνηκαν παλιές και μαυρισμένες. Ανέθεσαν σ’  έναν «πρακτικό» να τις ξανακαινουργιώση. Με λαδομπογιά τούς πέρασε καινούργιες φανταχτερές φορεσιές, έβαλε στους Αγίους κοκκινάδι στα μάγουλα και στα χείλια, τους πέρασε με πρόστυχη μπρουτζίνα τα φωτοστέφανα, έκανε και μερικά βάρβαρα διακοσμητικά. Επίσης το λεπτοδουλεμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο αλείφτηκε με παχύ στρώμα μπρουτζίνας. 

Στον Άγιο 'Ονούφριο, μέσα στη ρεματιά, υπήρχε ένας υδρόμυλος με ζωγραφιές του Θεόφιλου. Έπεσε, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, η στέγη και η βροχή, ξέπλυνε τις ζωγραφιές. Στο μοναστήρι του Άη-Γιάννη της Συκής ο λαϊκός γλύπτης Μίλιος Ζουγιανιοπολίτης, έκανε τα τέλη του 18ου αιώνα ωραιότατα ανάγλυφα σε πέτρα. Ο ευσεβής ζήλος τα σκέπασε με απανωτά στρώματα ασβέστη και τώρα πια δε φαίνεται τίποτα. Επειδή μάλιστα ή πέτρα των γλυπτών ήταν συγγενής με τον ασβέστη, ο καθαρισμός τους είναι προβληματικός.

Θα μπορούσανε να κάνουμε ένα μακρύ κατάλογο με ασβεστώματα  παλιών τοιχογραφιών, με αντικαταστάσεις της πλακόστρωσης των πλατειών με τσιμέντο, με παραμορφώσεις αρχοντικών, με επιζωγραφίσεις, και με πολλούς άλλους βανδαλισμούς. 

Ύστερα ήρθαν οι σεισμοί. Το τι έγινε είναι γνωστό. Οι καταστροφές σε έργα τέχνης είναι ανυπολόγιστες. Μερικά χωριά είναι πια ένας θλιβερός σωρός από ερείπια. Διατηρήθηκαν κυρίως τα νεώτερα κτίσματα πού είναι καί τα λιγότερο ενδιαφέροντα από την πλευρά της λαϊκής τέχνης. Θα προσπεράσουμε όμως αυτές τις καταστροφές, γνωστές κι' από τις περιγραφές των εφημερίδων, για να ιδούμε τι έγινε μετά τους σεισμούς. 

Οι σεισμοί δεν υπήρξαν εγωιστές. Δεν αποτελείωσαν το καταστροφικό τους έργο. Άφησαν αρκετά περιθώρια δράσης και στους ανθρώπους. Μόλις σταμάτησαν οι σεισμοί ήρθαν οι μπουλντόζες και οι δυναμίτες. Ολόκληρα αρχοντικά έγιναν, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, σωροί -από ξύλα και πέτρες. Το αρχοντικό του Μπαντή, στη Δράκια, θυσιάστηκε για να προχωρήση ο δρόμος. Λίγα του ξυλόγλυπτα σώθηκαν, χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία, την τελευταία στιγμή. Ο ίδιος δρόμος έφαγε, λίγο πιο πάνω, κι' ένα καλά διατηρημένο σπίτι με εξωτερικές τοιχογραφίες. Η εγκατάλειψη συμπληρώνει το έργο των σεισμών.

Στην Ανακασιά, το σπίτι, του Κοντού με τις ζωγραφιές του Θεόφιλου έπαθε σοβαρές ζημιές αλλά είναι επισκευάσιμο. Ο ιδιοκτήτης του δεν έχει τα μέσα να κάνει μόνος του τις επισκευές. Έκρουσε όλες τις πόρτες χωρίς αποτέλεσμα. Με τις βροχές καί τα χιόνια του χειμώνα το σπίτι θα πέσει και μαζί του και σε λαϊκές τοιχογραφίες.

Στην Ανεμούτσα είναι η εκκλησία του Σταυρού με τοιχογραφίες των αρχών του 14ου αιώνα και μ’ ένα καταπληκτικό τέμπλο της ίδιας εποχής. «Πλήρης αποσύνθεσις των μαζών της τοιχοποιίας», «πιθανότης αμέσου καταρρεύσεως» λέει η σχετική έκθεση του μηχανικού. Κι’ όμως το τέμπλο μένει ακόμα μέσα.

Κι’ εδώ τα παραδείγματα θα μπορούσαν να αυξηθούν, αλλά νομίζω πώς είναι αρκετά για να μπορέσει ο αναγνώστης να βγάλει μόνος του τα συμπεράσματα.




Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

«Πιες και συγχώρα με»

"Η βρύση του χωριού"
Γιώργος Κοσμαδόπουλος 
(Βόλος 1895 - Αθήνα 1967)
Μετά τα Φώτα και τον «αγιασμόν των υδάτων», νομίζω δεν θα ταίριαζε για το κλείσιμο του «Δωδεκάημερου» καμιά άλλη ανάρτηση παρά η παρακάτω: 
Είναι ένα πολύ όμορφο και κατατοπιστικό κείμενο του Κίτσου Μακρή για τις πηλιορείτικες βρύσες, δημοσιευμένο στο ΒΗΜΑ. 

«ΠΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΑ ΜΕ...»
Ο άνθρωπος πλησιάζει τη βρύση μ' ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης. Αισθάνεται τη δωρεά αυτού του πολύτιμου για τη ζωή στοιχείου, που είναι το νερό, και μάλιστα στην πιο ωραία του μορφή: τρεχούμενο, καθάριο, δροσερό. Έτσι που του το φύλαξε η γη μέσα στα βαθιά της σπλάχνα και του το προσφέρει, ζείδωρο, από τους μητρικούς της μαστούς. Μάνα λένε σαι πολλά μέρη τη μεγάλη πηγή. Η βρύση είναι το ανθρώπινο χτίσμα που κάνει πιο προσιτό το μητρικό δώρο. Το φέρνει στην πλατεία του χωριού, στο σταυροδρόμι, στην αυλή του μοναστηριού. Το βοηθάει να φτάσει καλύτερα στα χείλια, στα χέρια, στο λαγήνι. Υπάρχει κάτι το ζωντανό στη βρύση. Αυτή η αέναη ροή, αυτός ο σιγανός ήχος, δίνουν ζωή στο μικρό χτίσμα. Καθώς σκύβεις να πιεις είναι σαν να προσκυνάς. Το δροσερό της νάμα ευφραίνει τα σωθικά σου, ευφραίνει την ψυχή σου. Στις πολιτείες το νερό μοιράζεται σαν το ηλεκτρικό ή το φωταέριο. Ουσιαστικά δεν το βλέπεις παρά μόνο με το σχήμα του δοχείου που το κρατεί. Αυτό του δίνει κάθε φορά και ιδιαίτερο νόημα. Είναι το νερό της καράφας ή τού ποτηριού - το πόσιμο. Είναι το νερό της λεκάνης ή της μπανιέρας - το καθαριστικό. Το νερό της βρύσης δεν είναι εξειδικευμένο. Είναι το νερό στον καθολική του έννοια. Πλένεις τα χέρια σου, δροσίζεις το πρόσωπό σου και συγχρόνως πίνεις. Όσο περισσεύει γίνεται μικρό ρυάκι και ποτίζει κάποιο διπλανό κήπο. Από τη μικρή γούβα θα σκύψει να πιει και το ζωντανό κι ύστερα θα ανασηκώσει τί κεφάλι του με μερικές φωτεινές σταγόνες στη μουσούδα του και με μία γλυκιά έκφραση στα αγαθό του μάτια.
«Πιες και συγχώρα με» σκάλισε ένας πηλιορείτης πάνω στη βρύση που έχτισε. Η πιο κατάλληλη στιγμή. Καθώς σηκώνεις τα μάτια σου ξεδίψαστος, προσφέρεις ολόψυχα τη συχώρια που σου ζητά. Εδώ, βέβαια, η λέξη δεν έχει τη σημασία της παροχής συγγνώμης. Συγχωρώ σημαίνει ευλογώ, ευγνωμονώ, εύχομαι για κάποιον. Συνηθισμένη, άλλωστε, είναι και η προτρεπτική φράση που συνοδεύει μια συμβουλή «Κάνε το αυτό και θα με συγχωράς». Στο ίδιο ψυχολογικό κλίμα στηρίζεται και το χτίσιμο βρύσης στη μνήμη αγαπημένων νεκρών. Είναι ένα διαρκές, αληθινό και πάντα ζωντανό μνημόσυνο. Πολλές φορές ξεχάστηκαν τα ονόματα μεγάλων δωρητών σε σχολεία, εκκλησίες, νοσοκομεία. Έμειναν. όμως στο στόμα των ανθρώπων τα ονόματα εκείνων που έχτισαν μια βρύση. «Βρύση του Κοπανάρη» στην Τσαγγαράδα, του Κωσταντά στ’ Αμπελάκια, της Αδάμαινας στήν Πορταριά, του Μπασδέκη στη Ζαγορά...
Οι ελληνικές βρύσες χωρίζονται σε μερικούς βασικούς τύπους, με πολλές παραλλαγές ο καθένας τους. Θα προσπαθήσουμε να ξεχωρίσουμε τα κύρια χαρακτηριστικά κάθε τύπου και τις σημαντικότερες παραλλαγές τους. Κάθε φορά θ’ αναφερόμαστε σ’ ένα μόνο συγκεκριμένο παράδειγμα, αν δεν θέλουμε να μεταβάλουμε το σημερινό σημείωμα σε ανιαρό κατάλογο. Άλλωστε ο καθένας μας ακόμα κι αητός που έχει τη χαλαρότερη επαφή μυ τα χωριά, κρατάει στα μνήμη του πολλές εικόνες από βρύσες.
Μια κατηγορία είναι η σκεπαστή βρύση, αυτή που παρέχει προστασία από το χιόνι, τη βροχή, τον ήλιο και τον άνεμο. Η μία της πλευρά, αυτή που έχει τις εξόδους του νερού, είναι κλειστή, χτιστή. Σπανιότερα και μια δεύτερη προς την πλευρά των συχνότερων ανέμων του τόπου. Στον τοίχο ή στους δυο τοίχους ακουμπάει ξύλινη στέγη, που στις άλλες τις πλευρές στηρίζεται σε ξύλινες ή χτιστές κολόνες -Καστανιά. Πιο εξελιγμένος τύπος της σκεπαστής βρύσης είναι εκείνος που επιτελείται από ένα τετράπλευρο οικοδόμημα με μεγάλα αψιδόσχημα ανοίγματα στις δύο ή στις τρεις πλευρές του. Άλλοτε σκεπάζονται με τετράπλευρη στέγη σε σχήμα χαμηλής πυραμίδας -Κλεινοβός - και άλλοτε με χτιστό θόλο - Προμύρι. Το εσωτερικό τους δάπεδο είναι πλακόστρωτο και η αποχέτευση του νερού γίνεται κατά κανόνα με υπόγειο μικρό κανάλι. Η κατηγορία αύτη συναντιέται περισσότερο σε ορεινά χωριά με τραχύ κλίμα.
Δεύτερη κατηγορία είναι η τρίπλευρη χωρίς στέγη. Η κάτοψή της έχει σχήμα πλατιού Π. Η μεσιανή πλευρά είναι ψηλότερη κι έχει τις εξόδους του νερού. Οι δυο πλαγινές είναι χαμηλότερες και εσωτερικά συνοδεύονται από πεζούλι. Κι εδώ το εσωτερικό δάπεδο είναι πλακοσκέπαστο, (Λάι Πηλίου).
Τρίτη κατηγορία είναι ή απλή μονόπλευρη. Ένας τοίχος από πέτρα, μάρμαρο ή πωρόλιθο. Έχει σχήμα ορθογώνιο και πολλές φορές καταλήγει σε τριγωνικό αέτωμα. Η μπροστινή της επιφάνεια διαμορφώνεται άλλοτε σε τυφλή αψίδα και άλλοτε σε παραλληλόγραμμη άβαθη εσοχή. Είναι ο συνηθέστερος τύπος βρύσης.
Φυσικά, υπάρχουν και πολλές βρύσες που δεν ανταποκρίνονται σε κανέναν από τους παραπάνω βασικούς τύπους ή είναι μικτές.
Οι έξοδοι του νερού, σ’ όλους τους τύπους, όχι μόνον φανερώνουν την αστέρευτη μορφοπλαστική ικανότητα του λαού, αλλά εκφράζουν και την πανάρχαιη παράδοση του είδους. Είναι πρώτα οι πέτρινες ή μαρμάρινες γούβες, κοίλες στην επάνω τους πλευρά, που καταλήγουν σε στενή αυλακιά. Έτσι, το νερό μόλις βγει στον αέρα περιμένει για λίγες στιγμές το ανθρώπινο στόμα κι ύστερα κυλάει από την αυλακιά. Είναι οι κρουνοί σε σχήμα λεοντοκεφαλής, από μάρμαρο ή μπρούντζο, πανάρχαιη μορφή κρουνού. Σπάνια συναντούμε στη θέση αυτή ανθρώπινα κεφάλια. Θαυμαστό είναι το κεφάλι-κρουνός στη βρύση της πλατείας του ασπροποταμίτικου χωριού Ανθούσα. Είναι μια αντρική μορφή που προβάλλει έντονα επάνω στο επίπεδο της βρύσης. Τα μαλλιά αποδίδονται με απανωτές χαρακιές, το μέτωπο είναι λοξό κι ένα πλούσιο μουστάκι αντισταθμίζει, με την οριζόντια φορά του, την κάθετη γραμμή της μύτης. Στη θέση του στόματος υπάρχει στρογγυλή τρύπα από την οποία τινάζεται με ορμή κυλινδρική στήλη νερού, που διαγράφει καμπύλη και πέφτει στη λεκάνη της βρύσης. Ποικίλα και ωραιότατα είναι τα χαμηλά λιθανάγλυφα που στολίζουν πολλές βρύσες. Ανθοδοχεία, ρόδακες, κυπαρίσσια, λιοντάρια, ήλιοι, ανθρώπινες μορφές, επιγραφές, χρονολογίες και, σχεδόν πάντα, στην πιο καλή θέση ο προστάτης σταυρός.
Εκτός από τα ονόματα των κατασκευαστών τους, οι βρύσες έχουν πολλές φορές ονόματα που εκφράζουν την ποιότητα τού νερού τους: «η κρύα βρύση», «η νταλακόβρυση», που έχει γλυφό νερό, «η βρωμόβρυση», που έχει μυρουδιά θειαφιού, «η τσιρλόβρυση», που προκαλεί εντερικές διαταραχές. Ονομασίες έχει και το νερό τους: «αθάνατο νερό», «χωνευτικό», «γυαλόνερο», που θεωρείται πως έχει κομμάτια γυαλιού μέσα επειδή προκαλεί παροδικούς κολικούς. 
Πολλές είναι οι παραδόσεις, οι θρύλοι και τα πραγματικά περιστατικά που συνδέονται με βρύσες. Ακόμα και ιδρύσεις μοναστηριών. Καθώς η δίψα παρομοιάζεται με τον ερωτικό πόθο έτσι και η βρύση με τον ικανοποίησή του:
Δεν είναι κρίμα κι άδικο η βρύση να ‘ναι εμπρός μου 
νερό να μην μπορώ να πιω, γιατί είν’ ο θάνατός μου
λέει με παράπονο το παλικάρι. Η εικόνα της κόρης που πάει στη βρύση για νερό, έρχεται και ξανάρχεται στα δημοτικά μας τραγούδια. Κι ακόμα μια κάποια ζήλια για το νερό της βρύσης που αγγίζει, με το πλύσιμο, τα ποθητά μέλη του κορμιού της αγαπημένης.
Η λαϊκή μας αρχιτεκτονική και διακοσμητική δεν εκφράζονται μόνο με τα μεγάλα χτίσματα, τ’ αρχοντικά και τις εκκλησιές, τα μεγάλα γεφύρια και τα συγκροτημένα υπαίθρια σύνολα, αλλά και με μικρά προσκυνητάρια, πεζούλες, αυλόπορτες και βρύσες. Αν με τα πρώτα αποκαλύπτει την ικανότητά της να οργανώνει μεγάλους χώρους, με τα δεύτερα κατορθώνει να πραγματοποιεί αξιόλογες ενότητες μορφής και λειτουργικής πληρότητας.

                                                          «Το Βήμα», 4 Δεκεμβρίου 1966

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Τα αρχοντικά του Πηλίου

Αποψη της Πορταριάς γύρω στα 1810
Ζωγραφική από το βιβλίο "Views in Greece" του Edward Dodwell, (1821)
που περιέχει 30 ολοζώντανες απεικονήσεις της Ελλάδας
από τα ταξίδια του στα 1805, και 1806.
Αντίγραφο από το βιβλίο "ΒΗΜΑΤΑ" του Κίτσου Μακρή - εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ - 1979 *

ΤΑ ΑΡΧΟΝΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ
Στο σημείωμά του «Τα όρια του λαϊκού», που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» της 20ης Ιανουαρίου, ο κ. Κ. Θ. Δημαράς παίρνει αφορμή από ένα δικό μου σημείωμα για να διατυπώσει μερικές σκέψεις του για τα πολυώροφα αρχοντικά του Πηλίου και άλλων περιοχών. Διατυπώνει και ευρύτερες σκέψεις για ολόκληρη την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία που προσγράφεται σε λαϊκούς δημιουργούς. Πριν προχωρήσω στη διατύπωση των αντιρρήσεών μου θά 'θελα να εκφράσω τη χαρά μου γιατί τα προβλήματα που αφορούν στη λαϊκή δημιουργία πλουτίζονται μ’ έναν συζητητή του κύρους και του ήθους του κ. Δημαρά. Είναι ένα θετικό κέρδος αυτό γιατί μια σοβαρή και συγκροτημένη αντίθετη άποψη μάς αναγκάζει να ξαναδοκιμάζουμε τις δικές μας θέσεις. Θα συζητήσω μόνο τα σημεία που αναφέρονται στις δικές μου ασχολίες. Για τα άλλα ας μιλήσουν όσοι πόνεσαν και σκέφτηκαν πάνω σ’ αυτά. 
Γράφει ο κ. Δημαράς: «Μιλεί για λαϊκή αρχιτεκτονική προκειμένου για πολυώροφες οικοδομές που ούτε από την άποψη των κατασκευαστών τους ούτε από την άποψη των ιδιοκτητών τους θα μπορούσαν να ονομαστούν λαϊκές». Από την αρχή πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι πολυώροφες οικοδομές θεωρεί τις διώροφες και τριώροφες. Ποτέ δε μιλήσαμε για περισσότερα πατώματα. Λοιπόν  όλα -υπογραμμίζω όλα- τα σπίτια του Πηλίου είναι διώροφα ή τριώροφα. Δεν υπάρχει ούτε ένα που να είναι μονώροφο. Δεν εννοούμε εδώ, βέβαια, τα τυποποιημένα σπίτια που χτίστηκαν από την Ανοικοδόμηση μετά τους σεισμούς του 1955 και που ονομάστηκαν πυρήνες σπιτιών, για να υπογραμμίσουν ότι δεν πρόκειται για πλήρεις κατοικίες. Θά 'πρεπε λοιπόν να διαγράψουμε από τη λαϊκή τέχνη ολόκληρη την αρχιτεκτονική του Πηλίου, καθώς και, όλων των περιοχών της Βόρειας Ελλάδας. 
Από την άποψη των κατασκευαστών τους πάλι είναι λαϊκά έργα. Οι ίδιοι τεχνίτες που έχτιζαν σπίτια μικρών, σχετικώς, διαστάσεων έχτιζαν και τα μεγάλα αρχοντικά, κατά τις στεγαστικές ανάγκες ή τις οικονομικές δυνατότητες του ιδιοκτήτη. Αυτά όχι σα συμπεράσματα αλλά από μαρτυρημένες πολλές περιπτώσεις. Με συμφωνητικά, επιγραφές, εξοδολόγια και άλλα τεκμήρια, θα μπορούσαμε εδώ ν’ αναφέρουμε πολλές τέτοιες περιπτώσεις, αλλά θα παρουσιάζαμε ένα μακρύ κατάλογο από ονόματα σπιτιών και μαστόρων που είναι άγνωστα στους αναγνώστες του « Βήματος». Επειδή η Πορταριά είναι ίσως το πιο γνωστό χωριό του Πηλίου, θα αναφέρουμε πως το αρχοντικό του Ντίκα έγινε από τους μαστόρους που έχτισαν ένα από τα πενιχρότερα σπίτια της Πορταριάς, του Γιάννη Βικιώτη. Όσο για τους ιδιοκτήτες, αφού - όπως είπαμε - όλα τα σπίτια του Πηλίου είναι διώροφα, θα πρέπει να παραδεχτούμε πως στο Πήλιο δεν υπήρχε λαός πού να κατοικεί σε χαμηλά σπίτια. Βέβαια υπήρχαν τα μεγάλα αρχοντικά, που ανήκαν σε κοτζαμπάσηδες, και από την άποψη των ιδιοκτητών τους δεν είναι λαϊκά. Και κάτι περισσότερο: που οι ιδιοκτήτες τους ντύνονταν τούρκικα και είχαν πολλές ξενόφερτες συνήθειες. Όμως εκείνο που βαραίνει στην τέχνη είναι ο τεχνίτης και όχι ο ιδιοκτήτης, εκτός αν αυτός επέβαλε στον τεχνίτη το δικό του γούστο.
Έτσι η συζήτηση μετατίθεται σ’ ένα θέμα πολύ πιο ενδιαφέρον. Τα αρχοντικά, με τις μεγάλες διαστάσεις και τον πλούσιο διάκοσμο, διατηρούν τον βασικό αρχιτεκτονικό τύπο ή αποτελούν αποκομμένα φαινόμενα, άσχετα με τον τοπικό ρυθμό; Στην πραγματικότητα το θέμα τίθεται κάπως διαφορετικά: τα αρχοντικά αποτελούν αναπτύγματα των συνηθισμένων σπιτιών ή τα σπίτια αυτά είναι απλουστεύσεις των αρχοντικών; 
Το θέμα είναι πολύ πιο περίπλοκο απ’ όσο φαίνεται στην αρχή. Βέβαια, κατά κανόνα, από τις απλούστερες μορφές πηγάζουν οι σύνθετες, οι πιο πλούσιες σε λεπτομέρειες. Οι άπλες μορφές, όταν οι συνθήκες ευνοήσουν, αναπτύσσονται σε διαστάσεις και παραλλαγές και ποικίλματα. Αλλά ως ποιο σημείο οι νέες αυτές μορφές διατηρούν το λαϊκό χαρακτήρα και δεν εξελίσσονται σε λόγιες επεξεργασίες λαϊκών μοτίβων κατά τον τύπο των μεταγενέστερων πολυφωνικών μεταγραφών δημοτικών τραγουδιών; Από την άλλη πλευρά η λαϊκή τέχνη, σε ένα μεγάλο της ποσοστό, είναι απλούστευση συνθετότερων μορφών. Τα σχήματα του φεγγίτη και του ψευτοπαράθυρου προέρχονται από το βιενέζικο βιτρώ. Επίσης, πολλά ζωγραφικά έργα του Θεόφιλου είναι εξελληνισμένες απλοποιήσεις έργων του φον Εσς και άλλων ζωγράφων. Αλλά ούτε οι λόγιες επεξεργασίες λαϊκών θεμάτων, ούτε τα πρότυπα που απλοποιούνται και εξελληνίζονται είναι λαϊκή τέχνη. Μήπως, λοιπόν, τα αρχοντικά είναι λόγιες επεξεργασίες λαϊκής αρχιτεκτονικής ή τα συνηθισμένα σπίτια λαϊκές απλουστεύσεις των αρχοντικών;
Ας αφήσουμε τα πράγματα να μας οδηγήσουν. Κατ’ αρχήν σπίτια και αρχοντικά ακολουθούν ακριβώς τον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο. Η ίδια πυργοειδής κατασκευή, με τα λίγα ανοίγματα στα κάτω πατώματα και την προβολή του διάτρητου άνω πατώματος. Η στέγη που προεξέχει, η μικρή είσοδος, η τοποθέτηση των χειμωνιάτικων και των χώρων υποδοχής κοινά και στα δύο. Τα ίδια κατασκευαστικά υλικά, οι ίδιες μέθοδες τοιχοποιίας. Λιθόχτιστα τα κάτω πατώματα, τσατμάς το επάνω, εκτός από τον βορεινό τοίχο, πλακόστρωτη η στέγη. Και το σημαντικότερο, που το αναφέραμε και στην αρχή, από τους ίδιους τεχνίτες. Αυτό έχει εντελώς ιδιαίτερη σημασία. Η λόγια επεξεργασία ενός λαϊκού μοτίβου ή το αντίθετο προϋποθέτουν τεχνίτες σε διαφορετικό επίπεδο τεχνικής και με διαφορετική αντίληψη των μορφών. Τα ίδια ισχύουν και για τη διακόσμηση, ζωγραφική ή ξυλόγλυπτη. Ο λαϊκός τεχνίτης ξεκινάει με την πρόθεση να χάνει ένα αντίγραφο. Επεμβαίνουν όμως οι άλλοι παράγοντες, η προαποκτημένη τεχνική, οι οπτικές του συνήθειες, τα διαφορετικά υλικά, το κοινό γούστο, του τον κάνουν να ξεστρατίσει από την αρχική τον πρόθεση. Αυτά ακριβώς δίνουν το λαϊκό χαραχτήρα στα έργα του. Ο καλλιεργημένος καλλιτέχνης παίρνει σαν πρώτη ύλη τα λαϊκά θέματα και τα επεξεργάζεται με τη δική του αντίληψη και τεχνική. Εδώ έχουμε διακόσμηση στο ίδιο ύφος και με κοινή τεχνική. Πλουσιότερη στο αρχοντικό, φτωχότερη στο κοινό σπίτι. Έχουμε παραδείγματα επιγραφών του ίδιου τεχνίτη και στις δύο κατηγορίες σπιτιών. Άλλωστε δεν υπάρχουν σαφή όρια και είναι άπειρες οι περιπτώσεις όπου με δυσκολία και με αμφιβολίες ένα χτίσμα θα μπορούσαμε να το τοποθετήσουμε στη μια η στην άλλη κατηγορία. Μα κι αν σε μερικές περιπτώσεις αρχοντικών γίνονταν πρόσληψη αξιότερων - και ακριβότερων -μαστόρων, αυτό δεν αφαιρεί το λαϊκό τους χαρακτήρα που ακολουθεί την παράδοση. 
Το θέμα δεν εξαντλείται με ένα σημείωμα. Όσα περιληπτικά σημειώνονται εδώ θα πρέπει κάποτε να στερεωθούν με πολλά συγκεκριμένα παραδείγματα, με εικόνες, με λεπτομερειακές αναλύσεις, με συγκρίσεις. Κι ακόμα να επεκταθεί πέρα από την αρχιτεκτονική: στη γιορτινή φορεσιά, στη χρυσοχοϊκή, και σ’ άλλες μορφές της λαϊκής τέχνης. 
Τελειώνοντας, θα συμφωνήσω με τον κ. Δημαρά για την ύπαρξη μιας σύνθετης και υψηλής σκοπιμότητας «όπου η εθνική υπερηφάνεια ενώνει τις λαϊκές επιτεύξεις με της λογιοσύνης τα έργα ή της αρχοντικής ζωής τις παραδόσεις». Στο σημείωμά μου «Λαϊκισμός», που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» της 24ης Μαΐου έγραφα: «Η εθνική μας παράδοση πατάει σε δύο σκέλη, ισοδύναμα σε σημασία. Από το ένα μέρος ό,τι μας άφησε η καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργία του λαού σε τραγούδια, παροιμίες, παραμύθια, ζωγραφιές, γλυπτά, σπίτια, φορεσιές, έθιμα. Ένας ολόκληρους κόσμος από μορφές που, κι όταν ακόμα ξέρουμε το δημιουργό τους, δεν παύουν να έχουν χαρακτήρα υπερατομικό. Από το άλλο μέρος ό,τι κληρονομήσαμε από τον προσωπικό μόχθο του καλλιεργημένου ανθρώπου σε γραφτά και καλλιτεχνικά έργα. Λόγια και λαϊκή παράδοση σε μια διαλεκτική σύνθεση απαρτίζουν το στέρεο υπόβαθρο μιας γεμάτης και γερής εθνικής πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής... «Όσοι πιστεύουν στην προωθητική δύναμη της παράδοσης έχουν αντιληφτεί το δισυπόστατο περιεχόμενό της».
                                                              «Το Βήμα», Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 1961
 (αντιγραφή σε μονοτονικό)

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Πηλιορείτικη ξυλογλυπτική

Ο Κίτσος Μακρής, είναι  γνωστός στην περιοχή και στο πανελλήνιο για το σπουδαίο έργο του, αυτό της διάσωσης της ντόπιας λαϊκής τέχνης μέσω ερευνών, μελετών και συλλογών. Πολυγραφότατος, με άρθρα και βιβλία.   

Στο περιοδικό  «ΕΝ ΒΟΛΩ» τεύχος 12, Ιανουάριος-Μάρτιος 2004, υπάρχει ένα αφιέρωμα στην πηλιορείτικη ξυλογλυπτική, καθώς και στον Κ. Μακρή που τη μελέτησε διεξοδικά: