Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαζάρου & Βαΐων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαζάρου & Βαΐων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Περί «βαΐων»


Βεβαίως και σήμερα (Κυριακή των Βαΐων) πήραμε τα «βάια» των «εντός του ενιαυτού νυμφευμένων»! 
Οι φοίνικες και τα βάια που μοιράστηκαν σήμερα στους ναούς, έχουν σχέση με το Ευαγγέλιο που λέει πως Τον υποδέχτηκαν μετά "βαΐων και κλάδων" (εννοείται φοινικιάς). 
Εδώ στην περιοχή μας παλιότερα φοίνικες δεν υπήρχαν. Υπήρχαν ανέκαθεν βαγιές. Μ’ αυτές έφτιαχναν τα μπουκετάκια οι "βαϊουν'φάδες"! Οι φοίνικες ήρθαν εδώ τέλος του 19ου αρχές του 20ου αιώνα από τους Αιγυπτιώτες (Πηλιορείτες στην Αίγυπτο) και μ' αυτά στόλισαν τα λεχωνίτικα κλπ αρχοντικά τους. Στο υπόλοιπο ανατολικό ή ορεινό Πήλιο δεν υπήρχαν, καθότι λόγω παγετών ξηραίνονταν. Σ’ όλη τη Μεσόγειο και στα νησιά του Αιγαίου ευδοκιμούσαν πάντα. Γι’ αυτό και τα πλεκτά σταυρουδάκια φοινικιάς στα νότια!
Ας δούμε κάποιες φράσεις που λέγονται εδώ στο Πήλιο: 
1. «Τα πήρι τα βάια τ’» (=για κάποιον/α που αντιμετωπίζεται ριζικά με λόγια, αποστομώνεται ή διώχνεται, τον/την ρούμπωσε, του/της τάριξε χοντρά. (Περιφραστικά στην πιο απλή εκδοχή: Κάποιοι παίζουν χαρτιά στο μαγαζί κι ο ένας νικά κατά κράτος. Ο ηττημένος το αμφισβητεί. Ο νικητής απαντά: «Αφού τα πήρι(ε)ς τα βάια σ', τι θέλ’ς τωραϊά;») 
2. «Δεν έχ’ καλά βάια» ή «Δεν τουνι γλιέπου να έχ' καλά βάια», εννοεί πως δε θα φτάσει ως των ...Βαΐων! Πιθανόν να εννοεί η φράση και πως δεν θα φτάσει κάποιος σε καιρό γάμου για να δέσει βάγια (θα τον προφτάσει ο θάνατος κι όχι ο γάμος).
Ίσως όμως ν’ άρχισε να λέγεται και για τους ανύπαντρους αδελφούς που γινόντουσαν «γι(ε)ρουντουπαλίκαρα», περιμένοντας όλες τις αδελφές να παντρευτούν πρώτα και στο τέλος οι ίδιοι, σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο. Οπότε ούτε γαμπροί γινότανε ούτε και βάια δένανε!
3. «Ντιπ, βαϊά είνι» που σημαίνει πως τα ελαιόδεντρα είναι πλήρη ανθού- «μούκρου», όπως οι βαγιές που πάντα έχουν άφθονα άνθη που επίσης πάντα «τα δεν’νι(ε) ούλα», φτιάχνοντας άπειρα «βαγιοκούκουτσα» (καρπούς). Δηλαδή γονιμοποίηση και ευκαρπία (αφθονία καρπού). Συμβολικός παραλληλισμός και στα νιόπαντρα (γονιμότητα>ευτεκνία -πολυτεκνία), λοιπόν.

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Τα "βαϊόψαρα"

Ένα απολαυστικό επίκαιρο κείμενο του Κώστα Λιάπη, από τη σειρά των πηλιορείτικων διηγημάτων του με τίτλο "ΤΟ ΚΙΣΜΕΤ" Βόλος, ΩΡΕΣ, 1992, σελ.145-151. 
(αντιγραφή)

Τα "βαϊόψαρα"
Τ’ Βαγγελισμού, βρε, κι τ' Βαϊού μπαίν' ο διάολος στο γιαλό! Πού θα κ'νήστε να πάτε;
Τον είπε και τον ματάειπε το λόγο τούτο η καψερή η κυρα-Ρηνιώ στους δυο αμούστακους αντάρτες. Ακούνε όμως τα ντουβά­ρια; Άλλο τόσο και τούτοι. "Αγούρ'κα κι αγύρ’στα κεφάλια", κατά πώς τους γκώμιαζε συχνά η μάνα του, ο Κυριάκος κι ο ξάδερφός του ο Αργύρης, ρίξαν την παροιμιακή συμβολή της μαζί με το βαρκάκι τους, το "Γλάρο", στο γιαλό.
- Λέγε, μάνα, εσύ ό,τι  θέλ'ς. Εμείς, μια φορά, θα σ’ φέρουμε ψάρια για ταχιά.
Ξημέρωνε των Βαΐων και το πανελλήνιο έθιμο απαιτούσε ψα­ροφαγία και στο μικρό θαλασσοχώρι. 'Ελα όμως που το ψάρι, εκεί που άλλοτε περίσσευε, χρόνια τώρα, καταντούσε σπάνιο είδος, τότε ακριβώς που έπρεπε οι χριστιανοί να το καταλύσουν.
Πείσμα ωστόσο το 'βαλαν τα δυο "αγούρ'κα" ξαδέρφια. Αμέτι - μουαμέτι να γεμίσουν το τσουκάλι της μάνα τους, χρονιάρα μέρα που ξημέρωνε, με φρέσκο ψάρι...
-Σάμπως, Κυριάκο, με ξερό μπακαλιάνο θα τη βγάλουμε και ταχιά, λέω εγώ. Καλή ώρα σαν τ' Βαγγελισμού.
'Ηταν ο Αργύρης που πρώτος τα πήρε μάινα. Είχαν κοντά δυο ώρες που σεριάνιζαν πέρα - δώθε στο μικρό κόρφο με το "Γλάρο". ξεχεριάστηκαν στο κουπί με το αδιάκοπο σύρε κι έλα, τους ξούρισε για καλά και η φρέσκια τραμουντάνα. Από ψάρι όμως, ούτε λέπι.
Δεν ήταν, βλέπεις, κι ο καιρός για "τσαπαρί . Το "φτερό" είναι μόνο γι' αφρόψαρα και τ' αφρόψαρα δεν τα βρίσκεις την πάσα ώρα. Θέλουν τον καιρό τους. Κι ο καιρός τους είναι τότε που ξενητεύoνται κοπαδιαστά, αρχές χινόπωρου. Σάμπως, όμως, μ' όλη την "αμα­λαϊά" του κόρφου, ήταν και για δίχτυα ή για παραγάδι; Αν πεις και για πυροφάνι... Αυτό πια, το είχαν ξεγράψει από καιρό όλοι. Γενικό ήταν το παράπονο. Η θάλασσα, λες και στέρεψε τούτη την άνοιξη, δεν έδινε σε κανένα και με τίποτα μια ψαριά της προκοπής. Ούτε και σ' αυτούς τους μαγκιόρους επαγγελματίες τον θαλασσινού μό­χτου. Μα και πάλι τέτοιο κακό καταντούσε απίστευτο. Ακούς να μη βρεθεί ούτε ένας σαμπανιός στ' αγκίστρι τους... Αυτό πια δεν το χωρούσε ο νους τους.
-Δεν τα παρατάμε, λέω εγώ; ξανάπε εντονότερα τώρα ο Αργύρης. Κι απόσωσε μ' απογοήτευση:
-Δε γένεται προκοπή, Κυριάκο. Πάει, μπίτισε.
Ο άλλος δε μίλησε. Έβλεπες όμως στο αναψοκοκκινισμένο του, πρόσωπο που σκλήρυνε παράξενα καθώς τραβούσε με σφιγμένα δόντια το κουπί, το πείσμα ν' ανταμώνει με την ανίσχυρη μάνητα. Πέρασε έτσι λίγη ώρα ακόμα μα μ' ανώφελο μόχθο. Άμα πει "δε  σου δίνω" η θάλασσα, το λέει και το κάνει. 'Ό,τι και να πεις, ό,τι και να κάνεις ελόγου σου, δεν της αλλάζεις γνώμη...
Έπεφτε πια το σούρουπο στον κόρφο όταν η βάρκα ήρθε κι έδεσε στη μικρή ξύλινη σκάλα, κατά μπροστά στο φτωχόσπιτο του Κυριάκου. Τους είδε να βγαίνουν αμίλητοι και στα μαύρα πανιά η κυρα-Ρηνιώ κι ο λόγος της ακούστηκε από μακριά τρυφερά περιπαιχτικός:
-Τι γίν'κε παλικάρια; Να πιάσω να καθαρίσω κρομμύδια; Κι ύστερα, σα δε βρήκε ο λόγος της αντίλογο:
-Τι να σας κάνω, βρε, απ' είστε αγούρ'κοι και δεν παίρν' το κεφάλ' σας από λόια; Δε σας είπα και σας ματάειπα, θεοσκοτωμέν', πως τ' Βαγγελισμού κι τ' Βαϊού μπαίν' ο διάολος στο γιαλό;
Θέλεις τα λόγια της μάνας του που τον φούρκισαν, θέλεις το πείσμα του το ασίγαστο, ο Κυριάκος πήρε ξαφνικά την καινούργια του απόφαση:
- Αργύρη, τράβα στο σπίτι σ' και ντύσ' γερά. Λέω να δοκιμά­σουμε και με τ' γκαντήλα.
Κάτι πήγε να πει ο Αργύρης. Κάτι για το παράταιρο μιας τέτοιας αποκοτιάς, κάτι για το "συντριβάνι" -το εργαλείο της "καντήλας"-που ήθελε ξενετάρισμα, κάτι και για την τραμουντάνα που έτσουζε νυχτιάτικα. Ο άλλος όμως τον έκοψε αποφασισμένος. Κι όταν αυτός αποφάσιζε του Αργύρη δεν του 'πεφτε δεύτερη κουβέντα. 'Ήταν κι ο μεγαλύτερος ο Κυριάκος - έμπαινε στα 17 τον άλλο μήνα- μα πιο πολύ απ' τα χρόνια ζύγιζε στη βούληση του ξαδέρφου του το πείσμα και η αψιάδα του. Αυτά που κάναν τις θελήσεις και τις αποφάσεις του ακαταμάχητες.
Είχε πέσει πια για καλά η νύχτα όταν ο "Γλάρος", μ' αναμμένη στην πλώρη τη λάμπα, άφηνε το λιμανάκι, ενώ στο μικρό μώλο τσίριζαν ακόμα ξεφρενιασμένες η κυρα-Ρηνιώ με την αδερφή της τη Μέλπω, τη χήρα επίσης μάνα του Αργύρη. Τα 'χαν -και με το δίκιο τους- με τ' αγύριστα κεφάλια των προκομμένων μοναχογιών τους, με την τραμουντάνα που όλο και δυνάμωνε, με τ' αναθεματισμένα τα βαϊόψαρα που έγιναν αιτία της αγωνίας τους, με τον τρισκατάρατο τον Οξαποδώ που το ‘χε πια χούι, ο αφορεσμένος, κάθε χρόνο του Ευαγγελισμού και του Βαϊού να μπαίνει στο γιαλό. 
     Λίγο ωστόσο παραΰστερα ο "Γλάρος" έφτασε κατακαβίς στο σημαδεμένο "τόπο" και φουντάρησε "αρόδο" μ' απίκο το σίδερο στις 16 οργιές. Εδώ τα δυο ξαδέρφια είχαν πετύχει τον περασμένο Σεπτέμβρη τις καλύτερες ψαριές τους. Ήταν νυχτιές που το συντριβάνι τους έβγαζε αρμάθα ολάκερη τα "κουκάλια". Ξεψάρωναν τη μια του άκρη κι ώσπου ν' αποσώσουν ένιωθαν την άλλη, που κατέβαζαν απ' την απέναντι κουπαστή, να βαραίνει απ' την καινούργια σοδειά. Αυτά, όμως, τότε που τ' αφρόψαρα είχαν "σύρτα" στον κόρφο. Ενώ τώρα... Τώρα έχαναν με το συντριβάνι τους... μια τρύπα στο νερό.

Πόσες ώρες παιδεύτηκαν, αγαντάροντας το φαρμακερό "ξερο­τσιαούρι" που κατέβαζαν οι στεριές και τ' αδιάκοπο σκαμπανέβασμα του "Γλάρου", ούτε κι οι ίδιοι δε θα μπορούσαν να το πουν. Να είχαν τουλάχιστον το διάφορο που λαχτάριζαν... Χαλάλι και το ξενύχτι, στα κομμάτια και το κρύο και το ταρακούνημα που τους ανακάτευε αδιάκοπα τα συκώτια. 'Όμως το τσίμπημα που υπομο­νετικά καρτέραγαν, και πάλι δεν το απίκασαν. Λέπι, δε γυάλισε στο άδειο πανέρι τους. Άμα πει "δε σου δίνω" η θάλασσα... Τι να τα λέμε και να τα ματαλέμε...
-Δεν τον γλιτώνουμε, Κυριάκο, τον ξερό μπακαλιάνο. Πάει. Κι θα 'μαστε κι τυχεροί, λέω εγώ, αν δεν αρπάξουμε καμιά πούντα βαϊάτ'κην. 'Ήταν ο Αργύρης που τα πήρε τουρτουρίζοντας πάλι πρώτος μάινα.
Ωστόσο, και την ώρα που ο άλλος σώπαινε καταχολιασμένος, κάτι πήγε ξάφνου να γίνει. Το ψάρι όμως που τσίμπησε ήταν μια διαολεμένη φρίσσα που, αφού τους έφερε βόλτα και τους έχανε μαλλιά κουβάρια το συντριβάνι, έδωσε μια στα στερνά και τη σκαπουλάρησε. Βλαστήμησαν τη μαύρη τύχη τους τα δυο ξαδέρφια και πέσαν με τα μούτρα να ξενετάρουν το εργαλείο. Χαμένος όμως ο κόπος τους. Θες απ' το μπότζι, θες απ' τη βιασύνη και την ταραχή τους το συντριβάνι μπερδεύτηκε χειρότερα αντί να ξεμπερδέψει, τους μακέλεψε κι από πάνω τα μουδιασμένα απ' το κρύο χέρια.
    -Δεν το κόβουμε ν' απαλλαχτούμε, λέω εγώ, έδωσε για μια ακόμα φορά δειλά την ιδέα του για την εύκολη λύση ο Αργύρης. Και σα δεν πήρε πάλι απόκριση, παράτησε λαχανιασμένος τον αγώνα και ζάρωσε αμίλητος στο βάθος της μικρής τους βάρκας. Ο άλλος παιδεύτηκε αψιά για λίγη ακόμα ώρα. Αγωνιζόταν με λύσσα. Πάλευε με νύχια και με δόντια. Στο τέλος όμως απόκανε κι ελόγου του. Και σαν το 'νιωσε πως δεν γινόταν πια καμιά προκοπή, έσυρε το σουγιά του, έκοψε το εργαλείο, πέταξε τα κομμάτια του με μάνητα στη θάλασσα. Στα στερνά κουκούβισε κι αυτός στο βάθος της βάρκας να ξανασάνει για λίγο, ν' απαγγιάσει, και να δώσει ανάχαρα στο παγωμένο κορμί του πριν λεβάρει το σίδερο κι αδρά­ξει τα κουπιά για την επιστροφή. Ο Αργύρης στο μεταξύ σκεπασμέ­νος με κάποια παλιοτσούλια, ροχάλιζε παραδομένος σ’ ανήσυχο ύπνο. Ζάρωσε πλάι του κι ο Κυριάκος, κουκουλώθηκε κι αυτός μ' ό,τι βρήκε πρόχειρο. Μια γλυκιά νάρκη του ζέσταινε το αίμα, του μούδιασε τα μέλη, τον κυρίευσε σιγά - σιγά ολάκερο...
Τον ξύπνησε το άγριο σφύριγμα της τραμουντάνας και το δυνα­τό μπότζι. Πετάχτηκε αλλοσούσουμος. Ο αγέρας βίτσιζε κι έτσουζε, η θάλασσα αφρομανούσε ως εκεί που 'φτανε η ματιά του. Έτριψε με βιάση τα μουδιασμένα του βλέφαρα, κοίταξε κατά τη στεριά και τα 'χασε πέρα για πέρα. Τα φώτα της παραλίας τρέμιζαν και σκαμπανέβαζαν με το μπότζι αλαργινά, το χωριό, μ' όλη τη ξαστε­ριά, ούτε πια που φαινόταν. "Ο διάολος μας πήρε και μας σήκωσε", μουρμούρισε αποσβολωμένος κι ο νους του πέταξε ταραγμένος στον παροιμιακό λόγο της μάνας του. Γοργά όμως ήρθε στα συγκαλά του, έσυρε άγρια μέσα στην ανταριασμένη νύχτα τη φωνή του:
-   Σήκω, Αργύρη. Η τραμουντάνα μας ξούριασε. Τραβάμε για τα Τρίκερ'.
Πετάχτηκε κι ο άλλος αλαφιασμένος απ' το λήθαργο.
-   Τί; Πώς; Πού πάμε;
-Τραβάμε για τα Τρίκερ', δε βλέπ'ς; Το σίδερο ήταν απίκο κι η τραμουντάνα μας ξούριασε. Σιάρ' σε με τα κουπιά να τραβήξω το σίδερο.
Λεβάρησαν με βιάση και με χέρια που έτρεμαν την άχρηστη πια άγκυρα. Πέσαν με τα μούτρα στο κουπί. Ανωφέλετος, όμως κι ο καινούργιος μόχτος τους. Ο "Γλάρος" δεν πισογύριζε με τίποτα πια.
Πολέμησαν με λαχτάρα και λύσσα κάμποση ώρα τα δυο ξαδέρφια. Σαν όμως είδαν κι απόειδαν πως τίποτα πια δεν κατάφερναν,  ζάρωσαν λαχανιασμένα και μουσκίδι στο βάθος της βάρκας κι  αφέθηκαν στην κακή τους τύχη..
Πέρα κατά την ανατολή ο Γελατζής έδιωχνε λίγο - λίγο τη νύχτα, κόχευε λες από τ' αψήλου και με το ολόφλογο μάτι του το καρυδό­τσουφλο που ταξίδευε ακυβέρνητο μέσα στον αφρισμένο κόρφο κατά τα τρικεριώτικα ρημονήσια...
Έδωσε κάποτε ο Θεός κι έφεξε η μέρα του. Το μικρό θαλασσοχώρι ξύπνησε πάρωρα αλαλιασμένο. 'Ήταν ο σάλαγος της τραμου­ντάνας, ήταν και το ρέκασμα των δυο μανάδων στο μικρό μουράγιο που ξεσήκωσαν τον κόσμο του. Το χαμπάρι για την εξαφάνιση του "Γλάρου" με το αμούστακο πλήρωμά του τάραξε σύψυχο το χωριό, το κουβάλησε σύσσωμο, στα στερνά και στο μουράγιο.
-Αχ! η καημένη! Τους το 'πα και τους το ματάειπα, ολόλυζε αγκαλιά με την αδερφή της η κυρα - Ρηνιώ. Βρε, που πάτε, θεοσκοτωμέν' με τέτοιο καιρό; Δεν το ξέρ'τε πως τ' Βαγγελισμού κι τ'  Βάίού μπαίν' ο διάολος στο γιαλό;
Έπεσαν πάνω τους οι άλλες γυναίκες του χωριού, πάσχισαν να τις μερώσουν τις μαύρες: "Δε γένεται. Κάπ’ θα βρήκαν λιμάνι ν' απαγγιάσουν τα ευλογημένα τα παιδιά. Κάν' τε κουράγιο κι υπομονή. Θα ιδείτε απ' γλήγορα θα γυρίσουν". Σα στήλωναν όμως τα μάτια τους στο γιαλό κι έβλεπαν ξίδι τη θάλασσα ν' αφρομανάει μπροστά τους, ένα σύγκρυο τρεμούλιαζε τα φυλλοκάρδια τους και δεν πίστευαν πια ούτε ψίχα απ' τις παρηγοριές τους.
Ωστόσο οι πιο ψύχραιμοι απ' τους άντρες είχαν κάνει κιόλας από νωρίς το σωστό για τούτη τη δύσκολη περίσταση χρέος τους, τηλεφωνώντας απ' τη μοναδική συσκευή του μικρού μπακάλικου και δίνοντας το κακό χαμπάρι στο Λιμεναρχείο.
Οι ώρες κύλισαν με θανατερή αγωνία κι αδιάκοπο θρήνο των δύο απαρηγόρητων μανάδων. Κι εκεί κοντά στο μεσημέρι, την ώρα που απόλυσε η εκκλησιά κι οι λιγοστοί τη μέρα εκείνη πιστοί κατηφόριζαν με τα βαϊολούλουδα στην παραλία να μάθουν τα νεότερα, νάσου και ξεπρόβαλε ξαφνικά απ' τον κάβο και μπήκε στο λιμανάκι το περιπολικό του Λιμεναρχείου, με δεμένο ξοπίσω  του το "Γλάρο".
Η χαρά ξαστέρωσε τις συννεφιασμένες καρδιές στο μικρό μώλο. Εκεί που έγινε σε λίγο... μετά βαϊων και κλάδων η υποδοχή των  δυο "αγούρικων" θαλασσομάχων. Με δάκρυα κι αναφιλητά ευτυχίας οι δύο μανάδες ξανάσμιξαν με τους άσωτους γιους τους, που   σα βρεγμένες γάτες βιάστηκαν να βρουν λιμάνι στην αγκαλιά τους.
Η κυρα-Ρηνιώ ωστόσο, μ' όλο που πλαντούσε απ' τη χαρά της, δε βάσταξε και, σαν πέρασε η πρώτη συγκίνηση, κάρφωσε με τον δικό της τρυφερό και περιπαιχτικό τρόπο, τους δύο αμούστακους αντάρτες:
-Πού κ'νήσατε, βρε θεοσκουτωμέν' να πάτε; Δε σας είπα και σας ματαείπα πως τ' Βαγγελισμού κι τ' Βάϊού μπαίν' ο διάολος στο  γιαλό;

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Του Λαζάρου

Μια εξαιρετική καταγραφή του εθίμου των κοριτσιών που λένε το Λάζαρο! 
" Ἐννέα ἡμέραι μένουσιν ἔτι μέχρι τῆς Κυριακῆς του Πάσχα, ἡ δ' ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζει τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν τοῦ Λαζάρου. Ἡ ἡμέρα αὔτη συγκατελέχθη ὑπὸ τῶν προαποθανόντων καλογήρων μεταξὺ τῶν ἐπισήμων, καθ' ἂς παῖδες περιερχόμενοι ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν, χαιρετωσι τους κατοίκους διὰ καταλλήλου ἄσματος.
Ἀλλ' ἐνῶ  κατὰ τὰς λοιπς τὰ ἄσματα ψάλλονται ὑπὸ παίδων ἀρρένων, τὸ Σάββατον τοῦ Λαζάρου μόνον κοράσια ψάλλουσιν. Εἶνε ἡ σειρὰ των.
Ἀπὸ πρωίας μικραὶ ὁμάδες κορασίων, μετὰ καλαθίων ἐν χερσίν, ἐν οἶς θέτουσι τὰ προσφερόμενα δῶρα, περιέρχονται σεμναὶ τὰς οἰκίας, ἴνα ψάλωσι τὸν Λάζαρον.
Τὰ κοράσια ταῦτα δὲν κρατούσιν εἰς χείρας ὅ,τι τὰ κοράσια τῆς Ἀττικῆς, ὁμοίωμα τουτέστι τοῦ Λαζάρου. Σημειωτέον προσέτι ὅτι τὰ δῶρα, ἄτινα δίδωνται τὴν ἥμεραν αὐτήν, συνίστανται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς ὠὰ λευκά.
Ἐννοεῖται ὅτι ἐνοχλήσεις καὶ ὑπαινιγμοὶ ἐκ μέρους ζωηρῶν νέων καὶ γραιῶν δὲν λείπουσιν, ὅταν μάλιστα ἡ ἡλικία κορασίου τινὸς εἶνε ὀλίγον προκεχωρημένη. Ὅταν λ.χ. ἀποτελειώσωσι τὸ ἄσμα καὶ περιμένωσι τὸ δῶρον, τοῖς λέγουσιν : Αὐγὸ ἢ γαμπρὸ θέλετε; Αὖτα κοκκινίζουσι, χαμηλώνουσι τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰ πονηρά... ἀναγκάζονται νὰ ψευσθῶσι, λέγοντα: Αὐγό.
Εἶνε ραον νὰ βλέπη τὶς τὰς μάδας ταύτας ἀδούσας ὁμοφώνως τὸ ἔτι ὡραιότερον ἄσμα των.
Καλὴ μέρα σας, καλὸ πουρνό σας,
Καλῶς ἤρθαμι στ’ ἀρχοντικό σας.
λέγουσιν ἐξ ἀρχῆς, καὶ ἀκούραστα τὰ ἀθῶα κοράσια, γελώντα ἐξ  ἀγνώστων αἰτίων, χαρωπά, ὡς ἡ  προσεγγίζουσα Πασχαλιά, καὶ ἀνθηρά, ὡς ὁ ἐπερχόμενος Μάϊος, ἑξακολουθοῦσι τὸ τρυφερὸν των ἄσμα :  
Κορασίδες μας σταυρὸ σταθεῖτε
νὰ τιμήσουμε καλὸν ἀφέντη
Χαῖρε ἀφέντη μου, χαῖρε καλέ μου. " [...]

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Τα Βάγια στο Τρίκερι

Για τα πηλιορείτικα έθιμα του Λαζάρου και των Βαΐων υπάρχουν (ΕΔΩ) παλιότερες αναρτήσεις. 
Τώρα ευρισκόμενοι στη "Βαϊουβδουμάδα" θα δούμε ένα σχετικό κείμενο του Θανάση Κωστάκη (*) που δημοσιεύτηκε στον επετειακό τόμο του 1961 των ΘΕΣΣΑΛΙΚΩΝ ΧΡΟΝΙΚΩΝ. 
Αναφέρεται στα έθιμα του νοτιότερου χωριού του Πηλίου, του Τρίκερι:

(*) Θανάσης Π. ΚωστάκηςΚατάγεται από την Πέρα-Μέλανα Κυνουρίας της Αρκαδίας. Γεννήθηκε στα 1907. Φιλόλογος στη Μ. Εκπαίδευση (1934-1945) δίδαξε σε διάφορα Γυμνάσια της Αθήνας . Σπουδές έκανε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη Σορβόνη. 
Στα 1950 τοποθετήθηκε συντάκτης του Λεξικού Νέας Ελληνικής  Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών. Υπήρξε συνεργάτης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών αφού ασχολήθηκε με την καταγραφή ιστορικών στοιχείων από το Μιστί Καππαδοκίας, καθώς και συγγραφέας πολλών άρθρων. 
Έργο του είναι και η έκδοση του τρίτομου Λεξικού της Τσακώνικης Διαλέκτου, για το οποίο του απονεμήθηκε βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών.

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Τα βάγια των Βαΐων

Μια πολύ όμορφη περιγραφή(*)  του εθίμου της Κυριακής των Βαΐων στο Πήλιο, από τον τσαγκαραδιώτη  λόγιο Γεώργιο Αδρακτά:

(Περιοδικό ΕΒΔΟΜΑΣ, τχ 13, 31-3-1890)
(*) 1.  Το κείμενο όπως κι όλα τα γραπτά του Αδρακτά είναι στη λόγια γλώσσα της εποχής του.
     2.  μαϊτιαίς-μαϊτχιές= οι κίτρινες (μονές) βιολέτες

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Τ' Λαζάρ'

Για "του Σαββάτου τ' Λαζάρ' " υπάρχει κι άλλη εγγραφή (ΕΔΩ)  
Για φέτος ας δούμε: 
1.  Ο δρακιώτης παπα-Κωνσταντίνος Ζ. Κυρτσώνης, στο βιβλίο του "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΠΟΝΗΜΑ" κλπ- Εν Σμύρνη 1861, γράφει σ' ένα ποίημά του, για την Ανάσταση του Λαζάρου:
2.  Ο Κ. Λιάπης στο δίτομο έργο του-συλλογή δημοτικών τραγουδιών "ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ" - ΒΟΛΟΣ- 2006, περιλαμβάνει και δημοτικά της "Βαϊοβδομάδας και του Μεγαλοβδόμαδου". 
Παρακάτω δύο επιλογές:
Υ.Γ. Είναι περιττό να σημειώσω, πως για όλες σχεδόν τις λαογραφικού περιεχομένου αναρτήσεις υπάρχουν κι οι αντίστοιχες στο ΦΙΡΙΚΙ που βρίσκεται ...δίπλα σας 
(ΜΟΥ ΑΡΕΣΟΥΝ )  F F 
 Για το Λάζαρο (ΕΔΩ)

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Κυριακή τ’ Βαϊού


Έθιμα:
1. Το δέσιμο των βαγιών
Το Σάββατο το απόγευμα στο σπίτι του νιόπαντρου ζευγαριού (που παντρεύτηκε μες στη χρονιά -από το προηγούμένο Πάσχα) «οι νυφάδις τ’ πρώτου χρόνου», δένουν τα «βάια». 
Οι προετοιμασίες για τη συγκέντρωση των λουλουδιών και της βαγιάς γίνονται απ’ την προηγούμενη μέρα ή απ’ το πρωί. Εκεί μαζεύονται μετά από πρόσκληση «ελάτι θα δέσουμι τα βάια», οι φίλες κι οι συγγενείς γυναίκες κυρίως, κορίτσια και παιδιά και φτιάχνουν μικρά μπουκέτα από ένα κλαδάκι βαγιάς και λουλούδια εποχής. (Λουλούδια με κίτρινο χρώμα δεν βάζουν γιατί το κίτρινο θεωρείται γουρσουζιά) Τα δένουν με κορδέλα και πάνω σ’ ένα φύλλο βάζουν ένα καρτελάκι με τα αρχικά των ονομάτων των νεόνυμφων. Μετά τα τοποθετούν σε τρία πανέρια και τα φέρνουν στην εκκλησία τρία αγόρια. Αυτό γίνεται γιατί πιστεύουν πως θα φτιάξουν αρσενικά παιδιά. Πάνω-πάνω βάζουν δυο μεγαλύτερα και καλύτερα μπουκέτα συνδεδεμένα μεταξύ τους με κορδέλα. Αυτά είναι τα «βάια τ’ ζηυγαριού». 
Ο παπάς διαβάζει όλα τα βάγια που φέρνουν και που επαρκούν για όλους την επομένη που θα μοιραστούν. Αν την χρονιά που πέρασε δεν παντρεύτηκαν αρκετοί, τότε η εκκλησία θα μοιράσει απλά κλαδάκια βαγιάς.
Την Κυριακή των Βαΐων (τ’ Βαϊού) μετά τη λειτουργία, τα νιόπαντρα ζευγάρια παίρνουν απ’ το χέρι του παπά το δικό τους βάγιο μαζί με την ευλογία του. Τότε το ζευγάρι φιλεύει τον παπά και του φιλά το χέρι.
Μετά στο εκκλησίασμα μοιράζονται τα βάγια από τον παπά με τις ευχές του για Καλό Πάσχα.


2. Χρήση των βαγιών
Τα βάγια που πήρανε οι χωριανοί, τα φέρνουν στο σπίτι και τα βάζουν στα εικονίσματα για ένα χρόνο. Ακόμα πολλοί φέρνουν βάγια και στους τάφους των νεκρών τους.
Μετά το πέρασμα της χρονιάς, καίνε τα βάγια στο φούρνο.
Πολλές νοικοκυρές βάζουν, στο ψωμί που ζυμώνουν κι αφού το σταυρώσουν τρεις φορές, φύλλα «βάιου κι αυτό φουσκών’ χουρίς προυζύμ». Επίσης καίνε φύλλα στο θυμιατό όταν κάποιος είναι «αβασκαμένους» και τον θυμιατίζουν μ’ αυτό.

3. Στολισμός Ναού
Το απομεσήμερο κάποιες γυναίκες έρχονται στον ναό και τον στολίζουν πένθιμα. Έτσι παραμένει για όλη τη Μ. Εβδομάδα, ως τη Μ. Παρασκευή. Βάζουν κορδέλες μωβ ή μαύρες στα μανουάλια, στην ωραία Πύλη και στο τέμπλο, ενώ ο παπάς στρώνει την Αγία Τράπεζα.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Σάββατο τ’ Λαζάρ’

Τα κάλαντα του Λαζάρου ή το «Λάζαρο» όπως λέγεται συνήθως, τον τραγουδούσαν μόνον τα κορίτσια. Σ’ άλλα μέρη της δυτικής Θεσσαλίας τις λένε Λαζαρίνες και υπάρχουν διάφορα έθιμα. Εδώ και στα χωριά του Πηλίου, απλά τα κορίτσια του σχολειού, στόλιζαν από το βράδυ της παραμονής το «κουφ’νάκι τ’ς» με λουλούδια και κλαδάκια βαγιάς και έστρωναν τον πάτο του με ροδοπέταλα ή άλλα λουλούδια. Μέσα σ’ αυτό έβαζαν τα αυγά που τα φίλευαν. Επίσης τα φίλευαν καρύδια, γλυκά και χρήματα
Το πρωί του Σαββάτου γυρνούσαν τα σπίτια τραγουδώντας:
Ήρθι ι Λάζαρους, ήρθαν τα Βάια
ήρθι η Κυριακή που τρων τα ψάρια.
Σήκου Λάζαρε κι μην κοιμάσαι
ήρθι η μάνα σου από την πόλη
σού 'φερε χαρτί και κουμπουλόι.
Οι κοτίτσες σας αυγά γεννούνι
οι φωλίτσες δεν τα χωρούνε
δώστι και σι μας να τα χαρούμι.
(Το τραγούδι του Λάζαρου που έλεγαν τα μικρότερα κορίτσια και τραγουδιέται -ευτυχώς- μέχρι σήμερα)
Επίσης το πιο γνωστό:
Ήρθι ι λάζαρους ήρθαν τα βάια
κουρασίτσις μας σταυρό σταθείτι
να τιμήσουμι καλόν αφέντη
Χαίρι αφέντη μας, χαίρι καλέ μας
το χαρτάκι σου τι σόι γράφει
γράφει λεμονιά και κυπαρίσσι
άγιος Θόδωρος άγιος Δημήτρης
άγιος στρατηγός να μας φυλάει.
Οι κουτίτσες σας αυγά γεννούνι
οι φωλίτσες δεν τα χωρούνε
δώστι και σι μας να τα χαρούμι.
Ένα άλλο τραγούδι -που έλεγαν τα μεγαλύτερα παιδιά- που έχει ξεχαστεί και δεν ακούγεται πια.

Σήμερα έρχεται ο Χριστός

εν πόλει Βηθανία
Μάρθα κλαίει και Μαρία
Λάζαρον τον αδελφόν της
τον γλυκοκαρδιακό της.
Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
και τονε μοιριολογούσαν .
Την ημέρα την τετάρτη
κίνησε ο Χριστός για νάρθει
και εβγήκε η Μαρία
έξω από τη Βηθανία.
Σκύβει εμπρός γονατιστή
και τους πόδες του φιλεί.
-Αν θα ήσουν ‘δω Χριστέ μου
δε θα πέθαιν’ ο αδερφός μου.
Μα τώρα εγώ ηξεύρω
και καλότατα πιστεύω
ό,τι δύνασαι αν θελήσεις
και νεκρούς να αναστήσεις.
-Λέγε πίστευε Μαρία
υπάγωμεν εις τα μνημεία.
Τότε κι ο Χριστός δακρύζει
και τον Άδη φοβερίζει:
-Άδη, Τάρταρε και Χάρε
Λάζαρε να μη σε πάρει
-Δεύρο έξω Λάζαρέ μου
φίλε και αγαπητέ μου.
Παρευθύς απενεκρώθη
ανεστήθη και σηκώθη
Λάζαρος σαβανωμένος
και με το κερί ζωσμένος.
-Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον Άδην που επήγες;
-Είδα φόβους είδα τρόμους
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λιγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδιάς και των χειλέων
και μη με ρωτάτε πλέον.