Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δωδεκαήμερο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δωδεκαήμερο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Έτος νέον

«Την σήμερον, άρχεται Έτος νέον... » Ας είναι «αίσιον και ευτυχές»!! 
Σφραγίδα του ναού του Αγ. Βασιλείου της Καισαρείας.
Από εκεί ήταν οι πρόσφυγες που έφτιαξαν τον Ναό στην ομώνυμη συνοικία του Βόλου. 
Εις την εορτήν της Περιτομής και του αγίου Βασιλείου.
Την σήμερον, Χριστιανοί, άρχεται Έτος νέον,
χαράν κι αγαλλίασιν πάσιν ημίν παρέχον.
Καθ’ ότ’ εις ταύτην ο τεχθείς εκ, της Παρθένου Κόρης
Χριστός ο υπεράγαθος Θεός τε και Δεσπότης
Ο παλαιός των ημερών και άναρχος πατρόθεν,
ων δε και οκταήμερος επί της γης μητρόθεν,
ς’ τον νόμον τον Εβραϊκόν θέλων να εκπληρώση,
και γένος το ανθρώπινον να το ελευθερώση,
δεν επησχύνθη να δεχθή μορφήν την ανθρωπείαν,
και να του περιτέμωσι σαρκός ακροβυστίαν.
Σήμερον και ο Κεσαρεύς Βασίλειος ο μέγας,
ος ην αρχιεπίσκοπος εις τους Καππαδοκέας
μετέβ’ εις το ποθούμενον• όστις εν τη ζωή του
γονέας έχων κ’ αδελφούς ίσους τη αρετή του,
Εσπούδασε την θύραθεν και ιεράν σοφίαν,
ας περ εξέμαθ’ εν βραχεί, ως έχων ευφυΐαν.
Και προσκυνήσας έπειτα τους τόπους του Κυρίου,
ς’ τον Ιορδάνην ποταμόν απήλαυσε του θείου
και ιερού βαπτίσματος• γενόμενος δοχείον
του παναγίου Πνεύματος, διαλεκτόν και θείον.
Ως ων δ’ υψίνους και λαμπρός πράξιν και θεωρίαν,
χάριν θεόθεν είληφε την θαυματοποιίαν.
Και επειδή απέθανεν ο πρώτος Ιεράρχης,
τον διαδέχεται αυτός ο της Τριάδος λάτρης,
φωστήρ ο διαυγέστατος της οικουμένης πάσης,
και των πτωχών και ορφανών ο κάλλιστος προστάτης.
Τα δ’ άπειρ' αυτού θαύματα να τα απαριθμήσω
επίσης μ’ είν’ αδύνατον, ως άστρα να μετρήσω.
Διό και μετά θάνατον Χριστώ συμβασιλεύων
αεί αυτόν εξιλεοί, υπέρ ημων πρεσβεύων•
και ο επικαλούμενος αυτόν μετ’ άκρας ευλαβείας,
απολαμβάνει τάχιστα της τούτου βοηθείας.
Εις την διπλήν ταύτ’ εορτήν Δεσποτικην κ’ αγίαν,
ας ευφρανθώμεν, ω πιστοί, με πλείστην ευθυμίαν,
και ας πανηγυρίσωμεν σκιρτώντες ευφροσύνως,
δοζάζοντες τον άγιον λαπρως και χαρμοσύνως•
Ας τον παρακαλέσωμεν προσέτι εκ καρδίας,
όπως χαρίζηται ημίν αφθόνους ευτυχίας,
προσέτι ς’ το αρχόμενον έτος καρποφορίαν,
κ’ εις περιόδους των ετών πολλάς, καλήν υγείαν.

(Ποίημα του παπα-Κωνσταντίνου Ζ. Κυρτσώνη, του εκ Δρακίας, κωμοπόλεως της Θετταλομαγνησίας, 1861)
Ο ναός του Αγ. Βασιλείου στο Βόλο κατασκευάζεται.
(αρχείο Ν. Μαστρογιάννη.)

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

Αγιοβασιλειάτικα

Καλή Χρονιά!
Τα επίκαιρα διηγήματα του σκιαθίτη κυρ-Αλέξανδρου, είναι πασίγνωστα και διαβάζονται πάντα από μεγάλους και μικρούς! 
Εδώ (και στην παρακάτω αντιγραφή σε μονοτονικό) ο Παπαδιαμάντης (με το ψευδώνυμο Βυζαντινός) στην αθηναϊκή εφημερίδα ΕΦΗΜΕΡΙΣ της 2ας Ιανουαρίου 1888, γράφει μια κριτική για τα κάλαντα. Έχει περιληφθεί και στα ΑΠΑΝΤΑ του, αλλά δεν είναι πολύ γνωστή : 

ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΕΙΑΤΙΚΑ
Δεν ηξεύρω ποίος περιπλανώμενος ραψωδός συνέθηκε τα νυν συνήθως υπό των παίδων αδόμενα άσματα των Χριστουγέννων, του Αγ. Βασιλείου και των Φώτων, τα οποία ακολουθούσι δήθεν κατά γράμμα την εκκλησιαστικήν παράδοσιν, βρίθουσιν όμως κακοζήλων στίχων, οίοι οι εξής:
Και επληρώθη το ρηθέν προφήτου Ησαΐου
μετά των άλλων προφητών και του Ιερεμίου.
Ο δεύτερος ούτος στίχος είναι προδήλως διά το κεχηνός του ρυθμού.
Φωνή ηκούσθη εν Ραμά, Ραχήλ τά τέκνα κλαίει,
πα ρ α μ υ θ ή ν (!) ουκ ήθελεν ότι αυτά ουκ έχει(!!)
Ή εν τω άσματι της α΄ του έτους:
Σήμερον είν’ Περιτομή κ’ υμνεί η Εκκλησία,
και προσκαλείσθε, άρχοντες, γυναίκες και παιδία. 
Τόσον αληθεύει ότε υμνεί η Εκκλησία, ώστε ένα ή δύο ύμνους μόνον έχει εις μνήμην τής Περιτομής, τους λοιπούς αφιεροί εις τον Μ. Βασίλειον. Εννοεί ο αναγνώστης ότι, θέλων ενταύθα να εκφράσω λύπην επί τη εκθρονίσει των γνησίων ασσμάτων τού λαού, ην κατώρθωσαν τα κακόφωνα ταύτα ραψωδήματα, πολύ απέχω άλλως του να θαυμάσω τα εν Αθήναις ακουόμενα δημώδη άσματα:
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
ψηλή μου δενδρολιβανιά (;)
κι άρχι-καλός σας χρόνος
εκκλησιά με τ' άγιο θ ρ ό ν ο ς (!) 
Αϊς-Βασίλης έρχεται
και δε μας καταδέχεται (;!!)
ή το αδόμενον τη παραμονή των Φώτων:
Αφέντη μου, π ε ν τ ά φ ε ν τ ε, πέντε φορές αφέντη,
 έχεις και γυιό στα γράμματα και γυιό στο ψαλιτήρι (sic).
Αλλ’ υπάρχουσιν, ιδίως εις τας νήσους, άλλα κάλλιστα άσματα του λαού, και επί αυτών θέλω να ενδιατρίψω ολίγον. Τινά τούτων έχουσιν υπόθεσιν αποκλειστικώς την εορτήν της ημέρας, αλλά, χωρίς να παρακολουθώσι τα ιερά κείμενα, διεξέρχονται το θέμα με ποιητικά χρώματα, και βοηθεία της δημώδους legende. Εννοείται ότι τα κατωτέρω παρατιθέμενα είναι απλά αποσπάσματα, διότι τα τοιαύτα άλλως αλλαχού άδονται, και πολλαχού αλλοιούται από στόματος εις στόμα η έννοια και η λέξις. Το της εορτής των Χριστουγέννων έχει ως εξής:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου, 
εβγάτ', ακούστε, μάθετε, τώρα Χριστός γεννιέται·
γεννιέται κι ανατρέφεται στο μέλι και στο γάλα•
το μέλι τρων οι άρχοντες, το γάλα οι ανδρειωμένοι.
Το της εορτής των Φώτων:
Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός
και του Ιησού μας ο βαπτισμός.
Σήμερα η κυρά μας η Παναγιά
σπάργανα στα τίμια χέρια κρατεί
και τον Άι-Γιάννη παρακαλεί :
«Δύνεσ’, Άι-Γιάννη (και) Πρόδρομε,
για να μου βαφτίσης Θεού παιδί;»
 «Δύνομαι και σώνω και προσκυνώ,
για κοντοκαρτέρει ως το πουρνό,
για ν’ ανέβω απάνω στους ουρανούς,
για να ρίξω δρόσο και λίβανο•
ν’ αγιασθούν οι βρύσες και τα νερά,
 ν’ αγιασθή κι αφέντης με την κυρά».
'Αλλα των ασμάτων εκφράζουσιν επί τη εορτή επαίνους και προσρήσεις. Το επόμενον τεμάχιον εκρίθη υπό πολλών απαράμιλλον το ύψος:
Σήκω, κυρά μ’, να στολισθης, να πας ταχιά στα Φώτα,
στα Φώτα και στον αγιασμό και στον καλόν το χρόνο.
Βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι,
και του κοράκου το φτερό βάλτο καμαροφρύδι. 
Επανερχόμενοι εις την εορτήν του Αγ. Βασιλείου (την Περιτομήν αγνοεί ο λαός, και ευλόγως) παραθέτομεν το κύριον της ημέρας άσμα:
Άις-Βασίλης έρχεται από την Καισαρίτσα,
βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι•
«Βασίλη μ’, πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;»
«Από τη μάννα μ’ έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω,
πάω να μάθω γράμματα, να πω την άλφα-βήτα.
Και στο ραβδί του ακούμπησε να πη την άλφα-βήτα
και το ραβδί που ήταν ξερό, χλωρά βλαστάρια πέταε
κι απάνου στα ξεβλάσταρα περδίκια κελαηδούσαν,
όχι περδίκια μοναχά, μόνε και περιστέρια.
Το άσμα τούτο μας φαίνεται θαυμάσιον εν τη αφελεία αυτού. Η έμφυτος φιλομάθεια του Ελληνικού έθνους, εν μέσω τοσούτων διωγμών κι θλίψεων επιζήσασα, μετεχειρίσθη την επί παιδεία φήμην του ελληνικωτάτου Αγίου ως προτροπήν προς τους νέους προς την σπουδήν και μάθησιν, ούτω δε και μετά πολλούς αιώνας ο μέγας της Καισαρείας φωστήρ παρίσταται οιονεί συγγράφων δευτέραν «Προς τους νέους παραίνεσιν».
Τα άλλα άσματα της ημέρας, αποτελούντα ορμαθόν ευχών και εγκωμίων δια τα μέλη εκάστης οικογενείας, είναι οιονεί συνέχεια του πρώτου εξαρτωμένη εκ του εν τω προτελευταίω στίχου, ότι τα «περδίκια κελαηδούσαν», και ιδού τι κελαηδούσαν :
Για βάλε το χεράκι σου,
τούτο αποτείνεται προς τον οικογενειάρχην:
στην αργυρή σου τσέπη,
κι αν εύρης γρόσα δώσ’ μας τα, φλωριά μη τα λυπάσαι,
κι αν εύρης και μισό φλωρί, κέρνα τα παλληκάρια,
κέρνα τ’, αφέντη μ’, κέρνα τα, να πιούνε στην υγειά σου,
και στην υγειά σου, αφέντη μου, και στην καλή χρονιά σου.
Να ζήσης χρόνια εκατό, διακόσα, παραπάνου,
κι απ’ τα διακόσα κ’ ύστερα, ν’ ασπρίσης, να γεράσης,
ν’ ασπρίσης σαν τον Έλυμπο, σαν τ’ άσπρο περιστέρι,
σαν τ’ αηδονάκι που λαλεί, το Μάη, το καλοκαίρι.
Και τι λαλεί το αηδονάκι τούτο; Ιδού, ακούσατε• λαλεί ευχάς δια τα άλλα μέλη της οικογενείας:
Κυρά μου, τον υγιόκα σου, κυρά μ’, τον ακριβό σου,
τον έλουζες, τον χτένιζες, στο δάσκαλο τον πάινες,
κι ο δάσκαλος τον έδερνε με δυο κλωνάρια μόσκο,
με τέσσερα βασιλικό, με πέντε μαντζουράνα, κτλ.
Τοσαύτα περί του υιού. Ιδού τώρα και περί της θυγατρός:
Κυρά μ’, τη δυχατέρα σου, κυρά μ’, την ακριβή σου,
γραμματικός την αγαπά, πραματευτής την θέλει
κι ο δάσκαλος απ’ το σχολειό γυρεύοντάς την στέλλει.
 Δεν ενθυμούμαι δυστυχώς την συνέχειαν του άσματος τούτου, το οποίον ήρχισε να γίνεται περίεργον, χάρις εις τα τολμηρά διαβήματα του δασκάλου• αλλ’ εις το μέλλον ίσως δυνηθώ να συλλέξω πλείονα• επί του παρόντος εύχομαι εις τον αναγνώστην εν υγεία και ευτυχία το  Ν έ ο ν   Έ τ ο ς.

(1888)

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα χωρίς παπά!

Καλά Χριστούγεννα σ' όλες κι όλους!

Ένα επίκαιρο διήγημα (Πηλιορείτικη ηθογραφία) του Χρήστου Παπαζήση, αντιγραφή σε μονοτονικό από τη ΘΕΣΣΑΛΙΑ της 25ης Δεκεμβρίου 1934. 
(Ο δάσκαλος Χρ. Παπαζήσης ήταν σύζυγος της δασκάλας Μυρτούς Ρήγα Καμηλάρη). 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΩΡΙΣ ΠΑΠΑ
Τέτοιες μέρες κάθε χρόνο μια σκέψη βασάνιζε ο χωριό. Θάρθη παπάς ή όχι; Ολάκερη εποχή την πέρναγαν χωρίς παπά. Αδιάβαστοι που λέει ο λόγος. Σαν τώρα όμως; Σαν τέτοιες μέρες; Έπρεπε νάρθη ένας παπάς! Κι η σκέψη του ερχομού βασάνιζε το χωριό. Και πιο πολύ τις γυναίκες. Οι καψερές οι γυναίκες! Άμα δεν έβλεπαν ράσο και καλιμαύχι στο χωριό λες και κάτι τις έλειπε. Αμ’ τότε; Ποιος θα φάει τις λειτουργιές; Ποιος θα δώσει την ευχή;
Πρώτη και καλύτερη η κυρα-Λένκω, η γυναίκα του μαστρο-Νικολή, έδινε τον τόνο σ’ όλην την παπαδοσυζήτησι. Μάϊδε πιτρόπισσα νάτανε, δε θα ούρλιαζε τόσο όπως έλεγε κι η κυρα-Συραγώ η γυναίκα του πραματευτή.
 Μόλις πάτησε το πόδι της κείνο τ’ απόβραδο στη βρύση του χωριού πούτανε μαζεμένες όλες οι καλές νοικοκυράδες, παραμέρισε στάμνες και τενεκέδες, μπούλωσε με μανία την μπούκα της βρύσης, ανασκουμπώθηκε, έδεσε σφιχτά τις γροθιές της και βάζοντας τα χέρια στη μέση έριξε μια άγρια ματιά στο γυναικομάζωμα. Λες κι ήταν η Μπουμπουλίνα ολάκερη. Χοντρή-χοντρή καθώς ήταν με εκείνα τα κόκκινα μάγουλα και τα σφιχτά τα μπράτσα είχε απολιθώσει το ακροατήριο! Καμιά τους δεν τόλμησε να ξεστομίσει κουβέντα. Μόνο η γυναίκα του καπετάν-Μανώλη η Σύρμα η ξακουστή δεν ταράχτηκε απ’ την ανακατωσούρα. Χρόνια και χρόνια ταξιδεύοντας δίπλα στον άντρα της -καπετάνισσα αυτή- είχε δη χώρες και χωριά, πάλεψε αγώνες σκληρούς με τ’ άγρια κύματα και της αρμύρας τα φαρμάκια αφού δοκίμασε, δεν την τρόμαζαν οι καπετάνισσες του γλυκού νερού! Απόδιωξε τις γυναίκες από μπροστά της και φώναξε:
-Ξεμπούλωσι τη βρύση κυρα-Νικουλίνα μ’ να μη γένουμι μαλλιά κουβάρια. Κάτσι φρόνιμα κι άσ’ τα παπαδλίκια π’ θέλεις να μας ψάλεις πάλι. Αμ’ την ξέρου μαθές τα’ κάψα σ’. Θέλεις να φκιάσουμι του Νικουλή σ’ παπά! Δε θα σ’ γένει όμως αυτό!  
Φούντωσε η Λένκω. Δεν παραφέρθηκε όμως. Αργά αργά όπως το λάδι στη γαλιάγρια, άρχισε να βγάζει τις κουβέντες απ’ το στόμα.
-Εγώ μαρή, φρουντίζου για του Νικουλή μ’; Ας είν΄καλά ου Αη-Νικόλας –μεγάλη η χάρη τ’- απ’ τουν βουηθάει κι είν’ τους χρυσουχέρης κι μαζεύει του μαξλάκι τ’ κι κάν’ τσι δλίτσις τ’ κι θρέφ’ τ’ φαμίλια τ’. Αν θέλει ου Κύριους Ιησούς Χριστός γένητι κι παπάς ου Νικουλής μ’. Δεν τ’ απαρνιέται  μαθές. Αν θέλει όμους ου Μεγαλοδύναμους κι ου κόσμους. Με το ζόρι τίποτα. Δεν είμαστε όμως αυτού τώρα. Τα Χριστούγεννα φτάσαν κι εμείς παπά ακόμα. Να σκουθούμι να πάμε στο Δεσπότη κι να τ’ αξιώσουμι. Ή παπά ή κι γω δεν ξέρου τι.
Αυτά κι άλλα πολλά έψαλλε στη βρύση η κυρα-Λένκω.
Αφού παπαδομίλησε κάμποση ώρα έλυσε τη συνεδρίαση καθώς είπε κι η κυρία του Ειρηνοδίκη που περνώντας κατά τύχη απ’ τη βρύση παρηκολούθησε την «υπόθεσι».
Η βρύση ξεμπουλώθηκε, οι στάμνες γέμισανε κι οι γυναίκες ανηφόρησαν για τα σπίτια τους. Στο δρόμο το σούσουρο έδινε κι έπαιρνε. Γιατί τάχα η Λένκω ενδιαφέρονταν τόσο πού για παπά; Μήτε παπαδοθυγατέρα ήτανε, μήτε άγιο σόι είχε. Γιατί; Μήπως γιατί ήθελε να φκιάσει τον άντρα της παπά; Μήπως άλλο τίποτα;
Η γριά η Στάθαινα που άκουσε τις απορίες είπε εμπιστευτικά σ’ ένα γυναικομπουλούκι που πέρασε δίπλα απ’ τον αυλόγυρό της.
-Τι να σας πω γιε μ’. Πάει ου κόσμους χάλασι. Η Λένκω θέλει δέσιμο. Να γένει ου άντρας τ’ς παπάς;  Αμ’ ξέρει την άλφα-βήτα; Άλλους είν’ ου ψύλλους απ’ την τσιμπάει στουν κόρφου. Δε θυμάστι πόσα έκανι μι του Παπαγιώργη πρόπιρσι; Αυτή παιδί μ’ –ου Θιός να μι σχουρέσ’- χουρίς παπά δεν μπουρεί να κάμει.
Ιδώ θα είστι κι θα μι θυμηθήτι. Μα δε φταίει αυτή. Φταίμι εμείς που την αφήνουμι να μουλεύει τ’ άγια τ’ χουριού μας κι δεν την μαζεύουμι μι τα δικανίκια.
Οι γυναίκες σαν κάτι να κατάλαβαν. Κούνησαν το κεφάλι μ’ απελπισία και σαν να μετάνιωσαν που κουβαλούσαν τις στάμνες στον ώμο τους και δεν τις έσπαγαν στο κεφάλι της κυρα-Λένκως. Μα πάλι ήξεραν; Τάχα ήταν σωστά; Τάχα είχε δίκιο η κυρα-Στάθαινα; Κανένας δεν ήξερε σίγουρα.
Την άλλη μέρα το πρωί μεγάλη συζήτηση στο παζάρι του χωριού. Το ζήτημα του παπά που ήταν σχεδόν ξεχασμένο ήλθε στην ημερήσια διαταγή καθώς έλεγε κι ο Αλέκος ο Ψηλαράς που μόλις από το στρατό απολύθηκε με τον επίζηλο βαθμό του λοχίου, που είχε να το λέει.
Οι άντρες φιλοτιμήθηκαν απ’ τη γυναικοσυζήτηση και θέλησαν να δώσουν τέλος στη υπόθεση. Κάλεσαν τον επίτροπο το Θεοδωρή που διακρίνονταν για την εξυπνάδα του, τούδωσαν ένα ψήφισμα υπογεγραμμένο από όλο το χωριό και τούπαν να πάει στο Δεσπότη κι όπως θα κάνει-θα κάνει να στείλει παπά για τα Χριστούγεννα. Η απαίτηση ήταν γενική.
Κείνη τη στιγμή σηκώθηκε κάποιος που πίστευε και δεν πίστευε στο Θεό -με το δίκιο του όπως έλεγαν μερικοί γιατί αφού δεν υπήρχε παπάς ποιος θα τον έβαζε στο δρόμο του Θεού- και θέλοντας να γελάσει σε βάρος των καλών χριστιανών  είπε στον επίτροπο φωναχτά.
- Άμα βρεις παπά πάει καλά. Άμα δεν υπάρχει όμως κύταξε μην παραζορίσεις το Δεσπότη και μας στείλει κανέναν από την πόλη δίχως ράσο και καλιμαύχι!
Όλοι γέλασαν με την εξυπνάδα του. Και χωρίς να το θέλουν πήραν συζήτηση για τον Ατατούρκ!
Στο μεταξύ ο Επίτροπος φεύγοντας για το σπίτι του αντάμωσε στο δρόμο την κυρα-Λένκω.
- Έλα, κυρα-Λένκω της είπε. Το θείο θέλημά σου θα γίνει. Αύριο πηγαίνω για παπά στο Δεσπότη σύμφωνα με τη θέληση όλου του χωριού.
-Κοίταξε όμως κανέναν καλόν παπά. Όχι κάναν παληόγερο. Νάναι σαν τον Παπαγιώργη τον μακαρίτη, π’ άμα έλεγε το Βαγγέλιο τράνταζε την εκκλησιά. Ως κι η θεια η Μαργαρίτα πούταν κουφιά τ’ άκουγε. Καταλαβαίνεις του λόγου σ’.
Ύστερα από λίγες μέρες παραμονή Χριστούγεννα ακριβώς, έφτανε στο χωριό ο κυρ-Θοδωρής μ’ έναν περιποιημένο καλόγηρο δίπλα του. Δεν είχε βρει παπά και στην ανάγκη έφερνε αυτόν. Ψηλός, καλοφτιαγμένος, ήταν δεν ήταν σαράντα χρονών.
Όλοι τον υποδέχτηκαν με χαρά.Η Λένκω στολισμένη και φτιασιδωμένη τον υποδέχτηκε κι αυτή και του φίλησε το χέρι ευλαβικά. Ο καλόγηρος κατευχαριστημένος της έδωκε πολλές ευχές και περπατώντας δίπλα της κατατοπίστηκε στο δρόμο απ’ το στόμα της για τα διάφορα ζητήματα της εκκλησίας. Εξέφρασε μάλιστα ο θαυμασμό του στον Επίτροπο για το φιλόθρησκο  χωριό που παρακολουθούσε μ’ ενδιαφέρον τα διάφορα ζητήματα της εκκλησίας, όπως η Λένκω καλή της ώρα.
Την άλλη μέρα -Χριστούγεννα πρωί- οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα διαλαλώντας τη Γέννηση του Σωτήρα. Όλο το χωριό βρισκόταν μέσα στην εκκλησία. Η λειτουργία γίνηκε με πολλή τάξη. Σα σχόλασε η εκκλησία όλος εκείνος ο χωριατόκοσμος ξεχύθηκε στους δρόμους κατευχαριστημένος και τραβούσε καθένας για το σπίτι του, όπου τον περίμενε ένα καλό χριστουγεννιάτικο φαγοπότι. Μόνον ο Στυλιανός ο κανδηλανάφτης ήταν λιγάκι δυσαρεστημένος.
-Και φέτος τα Χριστούγεννα χωρίς παπά! Είπε αναστενάζοντας.
-Τι παπάς, τι καλόγηρος. Λειτουργία γίνηκε! Το ίδιο κάνει! Πρόσθεσε κάποιος.
-Χωριό που το καταράστηκε ο Θεός, δεν το σώζουν οι καλογέροι! Ξανάπε ο κανδηλανάφτης θλιμμένα.
Κι όμως! Η κυρα-Λένκω πόρεψε και φέτος. Ήταν καταφχαριστημένη, κατά πως λέγαν μερικοί.
-Του χρόνου, ίσως, κάνας παπάς! Έχει ο Θεός! Έλεγε.

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα

Για τα έθιμα και τα κάλαντα του Δωδεκαημέρου υπάρχουν αρκετές παλιότερες αναρτήσεις (ΕΔΩ). Σήμερα θα δούμε κάποια κάλαντα που λεγόταν για τους βασιλιάδες της Ελλάδας παλιά, καθώς και μια εξήγηση των στίχων στα γνωστά πρωτοχρονιάτικα κάλαντα.  
1. Το Μάρτιο του 1963, στο γιορτασμό για την εκατονταετηρίδα της βασιλείας στη χώρα, ο βολιώτης βιομήχανος και πρόεδρος του ΕΒΕ Βόλου Σπύρος Τσαλαπάτας, έκανε προσφώνηση στο τότε βασιλικό ζευγάρι  Παύλο και στη Φρειδερίκη. Τους είπε πως στα παιδικά του χρόνια στην περιοχή μας τα παιδιά, λέγοντας τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, στο τέλος του τραγουδιού (παρατράγουδο-ξετραγούδισμα) έλεγαν και Ζήτω, μαζί μ’ ευχές για τη βασιλική οικογένεια! (Τι μανία κι αυτή με τους βασιλιάδες!)
ΘΕΣΣΑΛΙΑ, 22-3-1963
2. Να και η εξήγηση των στίχων από τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Όπως ακριβώς το έγραψε ο Κων. Μπασινάς, από την Εύβοια, στο fb. Το παραθέτω :
«Ασχολούμενος με την Παράδοση και διδάσκοντας την, έχω μάθει ό,τι συνήθως όλα τα παραδοσιακά τραγούδια και κάλαντα έχουν μια ιστορία και εξιστορούν ένα γεγονός. Αυτά τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς που λέμε όλοι μας μπορεί κάποιος να μου τα εξηγήσει ; Παιδιά δεν βγάζω νόημα κάτι συμβαίνει. Ο πρώτος στίχος δεν έχει σχέση με τον δεύτερο.
Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
Ψηλή μου δεντρολιβανιά (*)
Κι αρχή καλός μας χρόνος
Εκκλησιά με τ' άγιο θόλος (*)
Άγιος Βασίλης έρχεται
Και δε μας καταδέχεται (*)
Από την Καισαρεία
Συ είσ' αρχόντισσα κυρία (*)
Βαστάει πένα και χαρτί
Ζαχαροκάντιο ζυμωτή (*)
Χαρτί χαρτί και καλαμάρι
Δες και με το παλικάρι (*)
Η ιστορία μας διαδραματίζεται στον Μεσαίωνα. Σε εκείνα τα χρόνια οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές.
Ήταν λοιπόν ένας νεαρός (βλέπε Ρωμαίος και Ιουλιέτα - Μοντέγοι και Καπουλέτοι), αλλά φτωχό το παλικάρι, που είχε ερωτευθεί μια όμορφη αριστοκράτισσα. Σκαρφίστηκε λοιπόν το εξής ώστε να εκφράσει τον έρωτά του με τρόπο που να μην γίνει αντιληπτός όμως από τους υπόλοιπους.
Σου λέει, θα πάω την Πρωτοχρονιά να της πω τις ευχές μου για το νέο έτος, αλλά θα φτιάξω ένα δικό μου ποίημα που θα έχει έναν στίχο από τα κάλαντα, έναν στίχο που θα απευθύνεται στην κοπέλα και έτσι δεν θα με πάρουν χαμπάρι!
Αρχίζει λοιπόν και βάζει ενδιάμεσους στίχους (αυτούς με τα αστεράκια).
Την αποκαλεί ψηλή, σαν δεντρολιβανιά.
Επειδή φορούσε ένα από τα ψηλά τα κωνικά καπέλα με το τούλι στην κορυφή, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με το Άγιο θόλος (θόλος εκκλησίας).
Της λέει ότι δεν τον καταδέχεται (ο Αϊ Βασίλης δεν έχει να κάνει!) γιατί είναι αρχόντισσα κυρία.
Τέλος κλείνει με τις γαλιφιές! Την λέει ζαχαροκάντιο ζυμωτή, δηλαδή φτιαγμένη από ζάχαρη (γλυκιά μου) και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά.
Έτσι, λοιπόν, μια ιστορία αγάπης έγινε τραγούδι και για αιώνες εμείς το τραγουδάμε και κονομάμε..»

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Χριστουγεννιάτικη νύχτα

Χρόνια Πολλά! 
Καλά Χριστούγεννα! 
Στο τεύχος 3 του Νοεμβρίου 2003, του περιοδικού ΜΑΓΝΗΣΙΑ της ΕΚΠΟΛ της πρώην Ν.Α. Μαγνησίας, βρήκα αυτό το επίκαιρο κείμενο.*
Το αντέγραψα και το μοιράζομαι μαζί σας, αφού αναφέρεται σε κάποια από τα έθιμα του Δωδεκαήμερου για τα οποία  δείτε κι ΕΔΩ 
(* Για ευκολότερη ανάγνωση, ανοίξτε το σε νέα καρτέλα)

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Πρωτοχρονιάτικα έθιμα

Σε παλιότερη ανάρτηση (ΕΔΩ) είχαμε παρουσιάσει κάποια ντόπια πρωτοχρονιάτικα έθιμα. Δυο ακόμη έθιμα ήταν και  τα παρακάτω: 
α)  Απ’  τα έθιμα, δεν πρέπει να ξεχάσουμε το …τουφεκίδι!
Οι χωρικοί τουφεκούσανε με τον ερχομό του Νέου χρόνου για να «βασιλέψουν» τα όπλα τους. Κι όχι όπλα πολεμικά -που κάποτε υπήρχαν πολλά λόγω των διαφόρων πολέμων- αλλά κι όπλα κυνηγετικά (μονόκανα,δίκανα, καραμπίνες). Όλα «βασιλεύονταν» ή επρέπε οπωσδήποτε να «βασιλευτούν»! Από κάθε τουφέκι έπρέπε να ριχτεί μια τουλάχιστον τουφεκιά!
Ίσως ήταν κι είναι ένας χαιρετισμός στον νιόφερτο Χρόνο, αλλά και στον Αϊ-Βασίλη που έρχεται απ’ την Καισάρεια. (Βασίλειος>βασιλεύω!)
Σήμερα εκτός των «μπαταριών» έχει επικρατήσει και η ρίψη των φαντασμαγορικών βεγγαλικών, ειδικά στις πόλεις. Μ’ αυτά «χαιρετούν» περισσότερο κι εύχονται για την Καλή χρονιά!
β)  (παραλλαγή του παντρέματος της φωτιάς)
Την παραμονή,  έφερναν στο σπίτι δυο χοντρά «κουτσιμπάνια» (=κομμένα καυσόξυλα),  που τα έστηναν στο τζάκι όρθια. Το ένα αντιπροσώπευε τον άντρα κι ήταν το αρσενικό και το άλλο τη γυναίκα κι ήταν το θηλυκό.
Λέγονταν έτσι γιατί το αρσενικό ξύλο ήταν από δέντρο του ίδιου γένους πχ ο πεύκος, ο μέλεος, ο πλάτανος, ο έλατος. Το θηλυκό πάλι ήταν από θηλυκό δέντρο όπως η καστανιά, η μηλιά, η ελιά. Αυτά εκπροσωπούσαν τα γένη στην Πρωτοχρονιάτικη φωτιά. Όταν άναβαν τη φλόγα και τα κουτσιμπάνια έπαιρναν φωτιά και καίγονταν, κοιτούσαν πιο θα καιγόταν πρώτο. Αν καιγόταν το αρσενικό, τότε πρώτος θα πέθαινε ο άντρας κι η γυναίκα θα χήρευε. Αν συνέβαινε το αντίθετο θα χήρευε πρώτα ο άντρας.
Βέβαια δεν εννοούσαν πως αυτό θα γινόταν μέσα στην καινούρια χρονιά, αλλά σ’ όλη τη ζωή του ζευγαριού! Ούτε ίσως και να  το πολυπίστευαν. Ωστόσο το διατηρούσαν.
Τότε  τα πειράγματα δεν έλειπαν, αφού λέγανε πως οι γυναίκες που ετοίμαζαν το τζάκι έβαζαν μικρότερα και ψιλότερα κουτσιμπάνια στη θέση του αρσενικού για να καούν γρηγορότερα! (Η πονηριά της Εύας κι εδώ… παρούσα!)
Όπως και νάχε πάντως η ευχή ήταν μία:

Καλή Χρονιά!!

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Έθιμα Δωδεκάημερου (Γ΄)


Η ΒΑΠΤΙΣΙΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ - Παγώνης

Φώτα

Α) Τα Κάλαντα των Φώτων 

1. Αυτό το έθιμο υπήρχε από παλιά. Πριν τις γιορτές η ενορία «έβγαζε σε δημοπρασία»  το ποιοι θα αναλάβουν τα τραγούδια των Φώτων. Αυτοί γύριζαν τα σπίτια του χωριού και τραγουδούσαν λέγοντας:
   Σαν δεν έχεις κ’λούρα
   δώσε παρά
   για τον Άι Γιάννη
   το φουκαρά.
Οι χωριανοί έδιναν χρήματα και κερνούσαν και την ομάδα με κρασί, τσίπουρο, γλυκά κ.ά.
Αυτά τα κάλαντα έχουν προέλευση καθαρά «την καθ’ ημάς Ανατολήν» και τραγουδιόνταν πριν τον  ερχομό των Μικρασιατών προσφύγων στο χωριό από τους Πηλιορείτες. Είναι εξάλλου γνωστές οι επιρροές στο πηλιορείτικο τραγούδι από τα παράλια .
Σήμερα, την παραμονή της γιορτής, μετά το σούρουπο οι νέοι, αλλά κι οι επίτροποι της ενορίας μας, του Αγ. Αθανασίου, τα τραγουδούν ή μάλλον τα ψάλλουν σ’ όλα τα σπίτια του χωριού και στα Πλατανίδια. Μαζεύουν χρήματα για την ενίσχυση του Ναού.
Πάντα –διαχρονικά- ο σκοπός των «ιδιόρρυθμων καλάντων» είναι ο ίδιος: Να δοθούν ευχές στους χωριανούς εκ μέρους της Εκκλησίας και να συγκεντρωθούν χρήματα για τις ανάγκες του ενοριακού ναού.
Βεβαίως το έθιμο υπάρχει και σ’ άλλα χωριά του Πηλίου (Αγ. Γεώργιος, Ανήλιο κ.ά.), γνωστό ως «Νυχτοκάλαντα».
Οι τραγουδιστάδες λένε:
Καλησπέρα πάντες ω αδελφοί, ακούσατε την σήμερον εορτήν.
Ακούσατε την σήμερον την χαράν και την εορτήν την Δεσποτικήν .

Σήμερον τα Φώτα κι ο Φωτισμός και του Ιησού μας ο βαπτισμός

Σήμερον βαπτίζεται ο Χριστός εις τον Ιορδάνην τον ποταμόν.
Ιωάννη Πρόδρομε λέγω σε και τον βαπτισμόν μου γυρεύω σε.
Πώς να σε βαπτίσω, ω Ιησού, όπου εγεννήθην εγώ εκ σου;
Πώς τολμώ να βάλω την χείρα μου, εις τον Ιησού τον Σωτήρα μου.
Κι έμεινεν εις δύο ο ποταμός, έως να τελειώσει ο βαπτισμός.
Και φωνή ηκούσθη εκ του Πατρός: Ούτος είν' Υιός μου αγαπητός.
Δότε των πτωχών το μνημόσυνον κι εις τον Ιησούν παν ευφρόσυνον 
Τότε ο Χριστός μας θα χαίρεται και εις τον Παράδεισον δέχεται.

Ο Θεός να δώσει έτη πολλά και ευτυχισμένα και αγαθά.

2. Τα παιδιά -όπως σ’ όλες τις Δεσποτικές γιορτές- λένε τα κάλαντα:


Σήμερα είναι των Φώτων, φωτίζουν οι παπάδες
και μες στα σπίτια μπαίνουνε και λεν τον Ιορδάνη
στη Γαλιλαία ήτανε και πάη στον Ιορδάνη
δια να λάβη βάπτισμα, από τον Ιωάννη
κι ο Άι Γιάννης σαν τα’ άκουσε τούτον το λόγο είπε
εγώ είμαι δούλος σου Χριστέ και πώς να σε βαπτίσω
 στην αργυρά σου κορυφή δεν ημπορώ ν’ απλώσω
κι ο Άι Γιάννης σαν άπλωσε με το δεξί του χέρι
ανοίξαν τα ουράνια κατέβη περιστέρι
το άγιο φως κατέβηκε  δια να μαρτυρήση
πως εβαπτίσθη ο Χριστός  σ’ Ανατολή και Δύση.
Κι ακόμα ως τα σήμερα  οι ναύτες το βαστούνε
να αγιαστούνε τα νερά στη θάλασσα να μπούνε.

Στο σπίτ' όπου τραγούδησα πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χρόνια πολλά να ζήσει
να ζήσει χρόνια εκατό και να τα διαπεράσει
κι απ’ τα διακόσια κι ύστερα, ν' ασπρίσει, να γεράσει
να ασπρίσει σαν τον Όλυμπο, σαν τα’ άσπρο περιστέρι
σαν τα’ αηδονάκι που λαλεί,  χειμώνα καλοκαίρι
το καλοκαίρι για δροσιία και το χειμώνα ζέστη.
Κυρά μ' ψηλή, κυρά μ' λιγνή, κυρά μ' καγκελοφρύδω
κυρά μ' όταν στολίζεσαι να πας στον αγιασμό σου
βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη
και του κοράκου το φτερό βάνεις καγκελοφρύδι
Έχεις και κόρη όμορφη πες της να μας κεράσει
να μας κεράσει εφτά φορές ν’ ασπρίσει να γεράσει.
Κι αν έχεις  γιο στα γράμματα, βάλ’ τον και στο ψαλτήρι,
 να τ' αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι.
Εσένα πρέπει αφέντη μου, καρέκλα καρυδένια
Να ακουμπά η μέση σου η μαργαριταρένια.
                                                  Άιντε και του χρόνου!

Κι όταν η πόρτα δεν ανοίγει στους τραγουδιστάδες, λένε:

Εσένα σου πρέπει αφέντη μου τροβάς και δεκανίκι
Να σε τραβούνε τα σκυλιά και δέκα πέντε λύκοι.
Την κόρη σου την όμορφη βάλ’ την μες στο ζεμπίλι
Και κρέμασέ τηνε ψηλά να μην την φαν οι ψύλλοι!

Στη νοικοκυρά που δεν τους «φίληυε» έλεγαν:
Κυρά μ' ψηλή, κυρά μ' λιγνή, κυρά μ' καγκελοφρύδου
Κυρά μου το σπιτάκι σου γιομάτο καρακάξες
Τα μ’σα γεννούν τα μ’σα κλωσούν
Τα μ’σα σ’ βγ’αζ’νει τα μάτια.
Βεβαίως στα παλιότερα χρόνια υπήρχαν και στιχάκια ειδικά για τον κάθε επαγγελματία του χωριού π.χ. τον τσαγκάρη, το χασάπη, τον μπακάλη, τον παπά κ. ά.

Β) Προετοιμασίες & Προλήψεις

1. Την παραμονή των Φώτων για να φύγουν τα «καρκατζούλια» τραγουδούσαν:
Ου παπάς μι του Σταυρό
η παπαδιά μι του θιρμό
τα κακάβια κατσουρέλια
τα πιδιά ζαλικουμένα
τζάγκαρ τζούγκαρ μες στου ρέμα.

2. Περιμένοντας τον παπά να «φουτίσει» -αγιάσει τα σπίτια, αλλά και τα παιδιά να πουν τα κάλαντα, έκαναν τις δουλειές του σπιτιού. Σφάζανε την κότα, την γεμίζανε (όπως την Πρωτοχρονιά) και βεβαίως μαγείρευαν για την ημέρα αυτή (του Σταυρού) αλάδωτο φαγητό.

3. Δίνανε στον παπά ή στο βοηθό του που τον συνόδευε, μαζί με τα χρήματα που έριχναν στο μπακράτσι (=χάλκινο δοχείο υγρών αλλά και του αγιασμού) και μια «λειτουργιά» που είχαν ζυμώσει την προηγούμενη μέρα κι αυτός την έβαζε στον «τουρβά» που είχε μαζί του. Στα χρόνια εκείνα ο παπάς κι ο δάσκαλος του χωριού πληρωνόταν, για τις υπηρεσίες τους στους χωρικούς, συνήθως με είδη διατροφής (λάδι, στάρι, μέλι κ.ά) ή σπανιότερα με χρήματα.

4. Το βράδυ τα μεσάνυχτα κοίταζαν τον ουρανό που -πίστευαν πως- θα άνοιγε, σύμφωνα με το γεγονός της Βάπτισης στον Ιορδάνη ποταμό.