Κατὰ τὴν ἰδίαν πεδινὴν ὁδὸν μίαν ὥραν προβαίνοντες (απὸ τὸ Βόλο), ἐρχόμεθα εἰς τὰ Λεχώνια. Αὐτὰ κεῖνται ἐπὶ μιᾶς μὲ χωράφια, ἀμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων καὶ ἄλλων διαφόρων ὀπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία- Ιωαν. Αναστ. Λεονάρδος, 1836)

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Μαργαρίτα Μπασδέκη

Στο βιβλίο βιογραφιών αρκετών προσώπων της περιοχής μας 
"Εξέχουσαι φυσιογνωμίαι εν Πηλίω & Βόλω, κατά την ΙΘ΄ εκατονταετηρίδα" - 
Δ. Ξενάκη - Βόλος 1933 και στις σελίδες 137-139, βρίσκουμε και την ηρωίδα του 1878 (ΕΔΩ), Μαργαρίτα Μπασδέκη : 
Διαβάστε επίσης κι (ΕΔΩ)

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Τα «σ’τιάρια» στο Πήλιο

Παρασκευή της Μ. Σαρακοστής σήμερα και εκτός από τους Χαιρετισμούς έχουμε και τα «σ’τιάρια»... Ας δούμε τα σχετικά περί κολλύβων και μνημοσύνων:

Γενικά
Τα «σ’τιάρια»(=κόλλυβα < αρχ. κόλλυβος) ήταν και είναι μια συνήθεια που υπάρχει στην εκκλησία μας -και στο λαό μας- από αιώνες. Είναι τα βρασμένα σιτάρια που ετοιμάζονται σε τρεις περιπτώσεις. 
Πρώτη στη μνήμη κάποιου Αγίου, στο πανηγύρι του.  Σε αυτήν την περίπτωση το εκκλησίασμα δοξάζει το Θεό και τιμά τον Άγιο. Αυτό γινόταν και γίνεται συνήθως στα μοναστήρια, όπου υπάρχουν ειδικοί καλόγεροι που στολίζουν με ζάχαρη τις πιατέλες και τους δίσκους με τη μορφή του Αγίου.
Στη δεύτερη, πάλι στα μοναστήρια, φτιάχνουν κόλλυβα στη μνήμη του κτήτορα(=ιδρυτή) του μοναστηριού.
Τέλος η τρίτη που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι πώς παρασκευάζονταν και  παρασκευάζονται «σ’τιάρια» στο μνημόσυνο «τεθνεότος» συγγενούς, όπου όσοι συμμετέχουν προσεύχονται για τη σωτηρία της ψυχής του «κεκοιμημένου» .
(Wikipedia -τμήμα από μεγαλύτερη)
Μνημόσυνα
-Τα «τρίμι(ε)ρα». Τρεις μέρες μετά το θλιβερό γεγονός οι συγγενείς πήγαιναν και πάνε το απόγευμα στο κοιμητήριο μαζί με τον παπά και «διαβάζουν» τρισάγιο «επί του μνήματος». Μετά επιστρέφουν στο σπίτι, όπου πίνουν καφέ και τρώνε «στάρια» (κόλλυβα χωρίς ζάχαρη).  
-Τα «ενάημερα». Στις εννέα ημέρες έκαναν  τις ίδιες ενέργειες όπως στα τρίμι(ε)ρα.
-Τα «σαράντα». Πριν συμπληρωθούν ακριβώς οι σαράντα ημέρες από τη θανή του προσφιλούς προσώπου, τελούσαν όπως  και σήμερα το μεγάλο μνημόσυνο. Αυτό γινόταν στο ναό της  ενορίας, συνήθως Σάββατο ή Κυριακή.
Εκεί την ώρα της Λειτουργίας  στο  Κοινωνικό, οι ψάλτες έψαλαν τον «Άμωμο»(=τμήμα της ακολουθίας των κεκοιμημένων που αρχίζει με το «Άμωμοι εν οδώ Αλληλούια». 
Οι επίτροποι ή ο νεωκόρος μοίραζαν «κεριά»(=μικρές λαμπάδες) που όλοι οι παρευρισκόμενοι άνθρωποι άναβαν κατά τη διάρκεια του μνημοσύνου. Αυτά τα είχαν φέρει οι σπιτικοί και παλιότερα τα έφτιαχναν οι γυναίκες στο σπίτι, από κερί των μελισσιών τους. (Αν κάποιος δεν είχε συγγενείς, νοιάζονταν για το μνημόσυνό του άλλοι γνωστοί, γείτονες και συγχωριανοί.)
Στη συνέχεια «διαβαζόταν» το μνημόσυνο όπως και σήμερα. Τότε όμως υπήρχαν και τα παιδιά που ντύνονταν «παπαδάκια» και που κατά τη διάρκεια της τελετής κρατούσαν τα «ξιφτέρια κι του θυμιατό» γύρω από το τραπέζι με «του σ’τιάρ’» . Αυτό έκανε πιο μεγαλόπρεπο μνημόσυνο και εξασφάλιζε στους μικρούς «φ'λιά»(=φίλεμα).  
Μετά στο νάρθηκα, οι επίτροποι της εκκλησίας ή οι σπιτικοί μοίραζαν τα κόλλυβα στους ανθρώπους που παραβρέθηκαν. Αυτοί τα έβαζαν μέσα στη χούφτα τους ή σε χαρτί ή στο μαντήλι τους και τα έτρωγαν λέγοντας «Θιός σ'χωρέσ' τον»!
Ακολουθούσε ο «καφές»- αν υπήρχε- όπως σήμερα, αλλά πάντα στο σπίτι. 
-Το «χρονιάτ’κου». Με τη συμπλήρωση ενός έτους γινόταν πάλι μνημόσυνο, όπως στα σαράντα, αλλά λιγότερο επίσημο.
-Τέλος μικρό μνημόσυνο (μεταξύ των συγγενών) γινόταν με το «ξέχουμα»(=ανακομιδή) που συνέπιπτε με τα «τρίχρουνα» ή τα «πιντάχρουνα».
Υπήρχαν και συνεχίζουν ακόμη τα «Σαρανταλείτουργα»(τη Σαρακοστή των Χριστουγέννων),  τα «Δωδεκαλείτουργα» ή «Σκουτέλια» καθώς και τα «Ψ’χάτα» της Μ. Σαρακοστής.

Παρασκευή «σ’τιαριών»
Την παραμονή οι γυναίκες του σπιτιού μαζί με άλλες συγγενείς και γειτόνισσες από μέρες ετοίμαζαν «του σ’τιάρ’». Οι σπιτικοί αγόραζαν ή είχαν δικό τους σιτάρι που έβρεχαν και μετά μέσα σε τσουβάλι κοπανούσαν με τον κόπανο για να φύγει η φλούδα(=το πίτουρο). Έτσι τότε γινόταν η αποφλοίωση του σιταριού για τα κόλλυβα, αλλά και για τον τραχανά άλλοτε.  Ήταν δύσκολη δουλειά και  γινόταν μεσοβδόμαδα. Μετά το έπλεναν και την προπαραμονή το έβραζαν σε καζάνι μέχρι να «σκάσ’ σαν πασχαλούδα» (=να ανοίξει), δείγμα πως έβρασε σωστά. Μέσα στο νερό έβαζαν λίγο αλάτι για να «νοστ’μίσ’».  Έπειτα το έβαζαν σε πανέρια να στραγγίσει από τα νερά. Αφού στράγγιζε, το τύλιγαν σε άσπρο πανί για να φύγει εντελώς η υγρασία.
Την παραμονή, μετά το μεσημέρι «φκιάνανι του σ’τιάρ’». Μέσα σε ξύλινη σκάφη το ανακάτευαν με τα άλλα υλικά και μυρωδικά. Αυτά τα είχαν ετοιμάσει από πριν και ήταν «στουμπ’σμένα» στο «γ'δί» κι «κουπαν’σμένα» στο «χαβάν’».
Το «παξ’μάδ’», το «στραγάλ’», το «μουσχουκάρφ’», η «κανέλα» και το «μουσκουκάρ’δου», το «καρύδ’» το «καβουρντ’σμένου μύγδαλου» ήταν αυτά που με την ανάμειξη θα «φκιάνανι του δίσκου». Αυτά τα είδη, όπως επίσης τις σταφίδες, την άχνη ζάχαρη και τα κουφέτα τα προμηθεύονταν απ’ την αγορά. Βέβαια σε κάποια χωριά (όπου υπήρχαν Μικρασιάτες πρόσφυγες) βάζανε μέσα στο «ζύμουμα»(=ανακάτεμα)  και «μαϊδανό» ή και «μπουρμπόλια απ’  ρόιδου» που συμβόλιζαν  τον «τόπον χλοερόν, τόπον αναψύξεως»!
Η γυναίκα που «ζύμουνι(ε) του σ’τιάρ’» ήταν γνώστρια της παρασκευής αυτής. Αυτό σήμαινε πως είχε ξανακάνει κόλλυβα και ήταν πολύ «πτ’ήδεια»(=επιδέξια, νοικοκυρεμένη).
Οι υπόλοιπες γυναίκες βοηθούσαν και εννοείτε πως έλεγαν τη γνώμη τους. 
Στο κάθε χωριό βέβαια, δεν έλειπε και η «κριτική» για το ποιας «του σ’τιάρ’» ήταν το καλύτερο από γεύση και εμφάνιση!
 Αφού γινόταν το ζύμωμα και έμπαινε η απαραίτητη ποσότητα στο δίσκο που την επομένη θα πήγαινε στην εκκλησία, το υπόλοιπο έμπαινε σε λευκά χάρτινα σακουλάκια που πάνω τους είχαν τυπωμένο σταυρό και μοιραζόταν στα σπίτια του χωριού, σαν κάλεσμα. Πολλές φορές αντί για σακουλάκια χρησιμοποιούσαν πιάτα για το μοίρασμα στη γειτονιά. Αυτήν τη δουλειά την έκαναν πάντα τα παιδιά.
Επίσης την παραμονή στον Εσπερινό, έστελναν κι ένα μικρό πιάτο με κόλλυβα, που ο παπάς διάβαζε «Τρισάι»(=Τρισάγιο).
Ο δίσκος στο πάνω μέρος του είχε στρώμα τριμμένου στραγαλιού κι άχνης. Τέλος ήταν στολισμένος με το σταυρό και τα αρχικά του κεκοιμημένου.
Αυτός ο δίσκος ή μεγάλη πιατέλα, το πρωί ανήμερα του μνημοσύνου μεταφερόταν στο ναό κι όπως αναφέρθηκε παραπάνω ετοιμαζόταν το τελετουργικό. Μαζί με το δίσκο έφερναν και τέσσερα κεριά, μεγαλύτερα σε μέγεθος από αυτά που μοιράζονταν. Το μεγαλύτερο το τοποθετούσαν στο «σιαμ'ντάν'»(=κηροπήγιο) πάνω στο τραπέζι του μνημοσύνου. Τα υπόλοιπα τρία τα κρατούσαν ο παπάς και οι ψάλτες. 
[Αντιγραφή από (ΕΔΩ)]
Τα «σ’τιάρια» της Σαρακοστής
Τις Παρασκευές και τα Σάββατα της Μ.Σαρακοστής οι συγγενείς έφερναν και φέρνουν 
«σ’τιάρια» στην εκκλησία, για να διαβαστούν. Η ημέρα που ξεκινούν τα «ψ’χάτα» αρχίζει 
από το Σάββατο πριν την Κυριακή των Απόκρεω και συνεχίζεται ως την Μ. Πέμπτη.
Τα τρία Σάββατα, δηλαδή των Απόκρεω, της Τυρινής και των Αγίων Θεοδώρων, είναι τα «Ψ'χουσάββατα» κατά την πίστη των Πηλιορειτών.
Αυτά τα Σάββατα είναι για «τ΄ς ψ’χές», λέγανε, όπως άλλωστε και όλα τα Σάββατα του χρόνου είναι αφιερωμένα από την Εκκλησία μας στους «κεκοιμημένους». Τότε οι γυναίκες δεν έκαναν δουλειές ούτε του σπιτιού ούτε άλλες.
Χαρακτηριστικό ήταν το δίστιχο:
«Ανάθιμα απ’ δούλευαν τα τρία τα Σαββάτα,
του Κρεατ’νό του Τυρ’νό και των Aγιών Θoδώρων».
Τα κόλλυβα τούτα, ήταν συνήθως απλά κόλλυβα-σ'τιάρια- χωρίς ζάχαρη και άλλα υλικά.
Ο παπάς είχε ένα μεγάλο πανέρι που εκεί όλες οι γυναίκες έριχναν το «σ’τιάρ’» από το πιάτο που έφερναν. Μαζί έδιναν και τα ονόματα των προσφιλών νεκρών γραμμένα στο «ψ’χουχάρτ’». Οι ίδιες  «έμπηγαν μες στου σ’τιάρ’» κεριά αναμμένα. Οι γυναίκες  που συμμετείχαν, πλησίαζαν στα κόλλυβα και «μακροπροσκ’νούσαν». 
Στο «Τρισάι» που ακολουθούσε ο παπάς «τα διάβαζι(ε)» μνημονεύοντας τα ονόματα. 
Μετά έξω απ’ το Ναό, «ρουεύαν’» (=μοίραζαν) το περιεχόμενο του πανεριού. Βέβαια είναι ευνόητο πως όλοι έψαχναν να βρουν «φτιαγμένου σ’τιάρ’» που ήταν γλυκό, αν υπήρχε βέβαια! 
Περιττό να επαναλάβουμε και τη χρήση αυτών των κολλύβων για το μάντεμα του γαμπρού. (ΕΔΩ)

Φράσεις
-Να φά του σ’τιάρ’ σ’!  (κατάρα -να σε δω πεθαμένο)
-Κάν’ μνημόσυνου μι ξένα κόλλ’βα (με έξοδα άλλων)
-Μνημόσυνου μι ξένα κόλλ’βα δε γιένεται

ΠΗΓΕΣ
-Λαογραφικά Σύμμεικτα, τμ Γ΄, Νικ. Πολίτης, 1931
-Περιοδικό ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, Ζωσιμά Εσφιγμενίτη, 1899
-Εμπειρίες- Διηγήσεις

Σχετικά με τα Ψυχοσάββατα κλπ, δείτε και (ΕΔΩ) στο ΦΙΡΙΚΙ

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Σοφία Τοπάλη και Βοτανική

Μια άλλη πτυχή της ζωής της- με τραγικότατο τέλος- Σοφίας Π. Τοπάλη (ΕΔΩ) είναι η ενασχόλησή της με τη βοτανολογία. Στην επετηρίδα του Μουσείου Γουλανδρή στα 1977 υπάρχει αναφορά σε φυτά που η Σοφία βρήκε ψάχνοντας και μελετώντας τα ελληνικά βουνά και το Πήλιο. 
Όλα όσα κατέγραψε είναι ταξινομημένα στη Βοτανική με το όνομά της ή της οικογένειάς της με το (λατινικό) όνομά τους. 
Στο γραμμένο στα Αγγλικά κείμενο της Νίκης Γουλανδρή, υπάρχουν και φωτογραφίες της Σοφίας μόνη και με τον καθηγητή Custave Beauverd. 
Ευχαριστώ πολύ τις κυρίες Julie Mello de Capitani και Hellegonda Maria Dutilh Novaes, συγγενείς της Σοφίας από τη μητέρα της Λουκία, που μου παραχώρησαν το κείμενο, για να γνωρίσουμε καλύτερα την πραγματική Ελληνίδα Σοφία, αλλά και το συγκεκριμένο έργο της. Μικρό έργο που όμως έμεινε για πάντα, παρόλο που κάποιοι απάνθρωποι θέλησαν να σβήσουν αυτήν τη σπουδαία γυναίκα από την μνήμη της Ιστορίας του τόπου μας! 
Έμειναν αυτά τα φυτά με τα άνθη τους και το όνομά τους, να θυμίζουν αυτήν και τη δραματική οικογένεια του Παναγή Τοπάλη!   
Κάτω από το αρχικό αγγλικό κείμενο υπάρχει η ελληνική μετάφραση. 
Επίσης υπάρχουν κάποιες μικρές ανακρίβειες στο βιογραφικό, αλλά αυτό δεν μειώνει την αξία των υπόλοιπων  πληροφοριών.   
Ammi topalii Beuaverd
(αντιγραφή από 
hrcak.srce.hr/file/107347)
Inula sophiae Beauverd
( αντιγραφή από www.greekflora.gr)
Companula constantinii Beuaverd
Topali (www.greekflora.gr)
Μετάφραση
Επετηρίδα Μουσείου Γουλανδρή 3: 35-38, 1977
Σοφία Τοπάλη (1900-1944)
Νίκη Γουλανδρή
"Πολλά ελληνικά φυτά θυμίζουν με τα ονόματά τους την ταλαντούχα μοιραία οικογένεια Τοπάλη των Κάτω Λεχωνίων.
Έτσι, τα Companula sophiae Beauverd και Inula sophiae Beauverd αναφέρονται στη Σοφία Τοπάλη, τα Companula constantinii Beuaverd & Topali και Ammi topalii Beuaverd στον αδερφό της Κωνσταντίνο Τοπάλη, το Centaurea luciae Beauverd & Topali στη μητέρα της Λουκία Τοπάλη (το γένος van Schelle), τα Campanula topaliana Beauverd και Orlaya topaliana Beauverd (καθώς και το Anthemis topalii Beauverd στην Κύπρο) στον πατέρα της, Π. Τοπάλη.
Αντικατοπτρίζουν τους οικογενειακούς δεσμούς και τις βοτανικές δραστηριότητες της Σοφίας Τοπάλη και την ευτυχή συνεργασία της με τον βοτανολόγο Gustave Beauverd από τη Γενεύη, τη δεκαετία του ’30. Αν η ζωή της δεν είχε τερματιστεί πρόωρα από μια βάναυση πράξη του πολέμου, θα είχε πιθανότατα συμβάλλει περισσότερα, με τη συλλογή και τη μελέτη, στη γνώση της ελληνικής χλωρίδας, σε μια εποχή που ελάχιστοι Έλληνες αφιερώνονταν στην επιστημονική της έρευνα. Αξίζει να τη μνημονεύουμε. Ορισμένες δημοσιεύσεις σε περιοδικά της Γενεύης, πολλά δείγματα στο Conservatoire de Botanique  (Βοτανικό Θερμοκήπιο) της Γενεύης και το σχολείο «Σοφία Τοπάλη» στα Κάτω Λεχώνια συνιστούν το μνημείο της.
Η Σοφία Τοπάλη γεννήθηκε το 1900 στο Chitsoc της επαρχίας Vaslui στη Ρουμανία, από Έλληνα πατέρα και Ολλανδή μητέρα. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικογένεια μετακόμισε στα Κάτω Λεχώνια, κοντά στο Βόλο της Θεσσαλίας, στον Παγασητικό κόλπο, όπου ο πατέρας της είχε αγοράσει ένα κτήμα. Ήταν ένας πλούσιος καλλιεργημένος άνθρωπος που ενδιαφερόταν βαθιά για την ελληνική λογοτεχνία και τέχνη΄ κατείχε συλλογή σπάνιων βιβλίων στην Ελλάδα. Ο αδερφός της Κωνσταντίνος (1898-1926) σπούδασε Ιατρική και Φυσική Ιστορία στη Γενεύη και ήταν ένας υποσχόμενος αλγολόγος΄ έγινε επιφανής, ατρόμητος ορειβάτης και βρήκε το θάνατο σε ένα ατύχημα στον παγετώνα Glenz, στο Mont Rose της Ελβετίας. Έτσι, η οικογένεια είχε στενές σχέσεις με τη Γενεύη, καθώς και με τη Λωζάνη, όπου το σπίτι του πατέρα της αποτέλεσε πολιτιστικό κέντρο, στο οποίο (ο πατέρας) προσκαλούσε φιλόξενα ανθρώπους που ενδιαφέρονταν για την τέχνη, την ιστορία, την επιστήμη και τη λογοτεχνία της Ελλάδας. Ανάμεσα σ’αυτούς ήταν και ο βοτανολόγος και καλλιτέχνης Gustave Beauverd (1867-1940), επιμελητής του Ερμπαρίου (Βοτανείου) Barbey-Boissier της Γενεύης και συγγραφέας πολλών βοτανολογικών εργασιών, εικονογραφημένων με τα καθαρά, λεπτομερή του σχέδια. Είτε αυτός είτε ο αδερφός της αφύπνησαν το ενδιαφέρον της Σοφίας για τα φυτά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, έκανε ταξίδια με σκοπό τη συλλογή στο Λίβανο, στην Κύπρο, στη Χίο, στη Θεσσαλία, στην Αττική και στην Πελοπόννησο (συμπεριλαμβανομένης της οροσειράς του Ταϋγετου, στα Κήθυρα και στην Κεφαλονιά, που συνοψίζονται στο Bull. Soc. Bot. Genève II. 26: p. 155-158 (1934). Ο Beauverd τη βοήθησε με την ταυτοποίηση των φυτών της και ήταν εμφανώς γοητευμένος που είχε μια τόσο ζωντανή, ταλαντούχα, ενθουσιώδη και όμορφη συνεργάτιδα. Με την οικονομική υποστήριξη του πατέρα της, αυτή και ο Beauverd πραγματοποίησαν βοτανικές έρευνες στο Όρος Πήλιο, στην Εύβοια και στη βόρεια Πελοπόννησο, όπως καταγράφεται στην κοινή τους δημοσίευση “Excursions botaniques en Grèce (Pèlion, Eubèe et Peloponèse)” –μτφ. Βοτανικές Εκδρομές στην Ελλάδα (Πήλιο, Εύβοια και Πελοπόννησος) – στο Bull. Soc. Bot. Genève II: 28:94:94-186 (1935), όπου περιλαμβάνεται χάρτης της διαδρομής τους στη σελ. 100. Τα νέα είδη που προέκυψαν από αυτή την ερευνητική αποστολή περιγράφηκαν και εικονογραφήθηκαν σε άλλη μια κοινή δημοσίευση, “Plantae novae Graecae” – μτφ. Νέα Ελληνικά Φυτά -, στο Candollea 7:255-278 (1937).
To ξέσπασμα του Αλβανικού πολέμου το 1940, που ακολουθήθηκε από τη γερμανική εισβολή και κατοχή της Ελλάδας το 1941, έδωσαν τέλος στα παραπάνω. Κατά τα τρία τρομερά χρόνια της κατοχής από τον εχθρό, περίπου το ένα δέκατο του ελληνικού πληθυσμού πέθανε, κυρίως από λιμό. Η Σοφία καλλιεργούσε τη γη της στα  Κάτω Λεχώνια και μοίραζε τα προϊόντα. Κατηγορήθηκε για αντι-γερμανική δράση και κρεμάστηκε μαζί με τη μητέρα της και την υπηρέτριά τους από έναν πλάτανο μπροστά στο σχολείο των Κάτω Λεχωνίων, το οποίο η ίδια είχε δωρίσει στο χωριό. Μ’αυτό τον τραγικό τρόπο τέλειωσε η ζωή της Σοφίας Τοπάλη. Η Ελλάδα και η Ελβετία έχασαν μια αγαπημένη γυναίκα που πρόσφερε πολλά και στις δύο και θα μπορούσε να έχει προσφέρει ακόμα περισσότερα.
Για τις περισσότερες από τις ανωτέρω πληροφορίες, είμαι υποχρεωμένη στον επιζώντα ξάδερφο της Σοφίας κ. Ι. Γ. Τοπάλη."

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

Φονικό στη Ζαγορά στα 1878


Μέρες Φεβρουαρίου διανύουμε και είναι καιρός να θυμηθούμε τον επαναστατικό Αγώνα του 1878 στο Πήλιο μας.
Για σήμερα ένα ποίημα γραμμένο από τη ζαγοριανή λαϊκή στιχουργό Ελένη Κυρμιλή, που εύκολα σκάρωνε ποιήματα κι έτσι απαθανάτιζε τα γεγονότα που συνέβαιναν στην πατρίδα της.
 Έτσι έφτιαξε και το παρακάτω στιχούργημα  για έναν «εξ αμελείας φόνο»  που τις μέρες του επαναστατικού αναβρασμού του 1878, συνέβη στην πλατεία της Ζαγοράς και λύπησε πολύ τους Ζαγοριανούς:
Επεξήγηση: 
1. Ο Θόδωρος που αναφέρεται στον πέμπτο στίχο, ήταν ο Θεόδωρος Κολωνιάτης -Τσελεπίτσαρης (ΕΔΩ), καπετάνιος τότε, που είχε τα παλικάρια αυτά.Τα δυο παλικάρια του, ο φονιάς και ο σκοτωμένος ήταν φίλοι. Ο ένας κοιτούσε το όπλο του συντρόφου του, όπως κάθονταν στην πλατεία της Ζαγοράς, μπροστά στο μπαρμπέρικο (κουρείο). Ήταν πλάι του, πήρε το όπλο το σκάλιζε γιατί δεν έπιανε. Αυτό ξαφνικά πήρε φωτιά και σκότωσε το άλλο παλικάρι. 
Το περιστατικό συγκίνησε τη Ζαγορά κι όπως φαίνεται απ' το λαϊκό στιχούργημα, του έγινε καλή κηδεία.
2. Η Βουργαρ'νή είναι το χωριό Βουλγαρινή Αγιάς που έδωσε αρχικά στον αγώνα πολλά εφόδια. Αρκετοί κάτοικοί της σκοτώθηκαν και μέρος της καταστράφηκε από τον Αμούσαγα.

Πηγή: 
-Επετειακά ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, άρθρο Η ΜΟΥΣΑ ΤΗΣ ΖΑΓΟΡΙΑΝΗΣ, Κ. Στούρνας, 1931

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Τοπάλη: Μια φωτογραφία διηγείται...

Μυστική Δράση - Ενημερωτικό Δελτίο, Νο 25 (Χειμώνας 1986)
Μια δημοσίευση που η μισή φωτογραφία είναι η γνωστή σ' εμάς (Απαγχονισμός των γυναικών Τοπάλη στα  Λεχώνια). 
Η εφημερίδα ΠΟΝΤΙΚΙ φύλλο 347, στα 1986 το ανακάλυψε και έκανε αναφορά καθώς και παρουσίαση του άρθρου. 
Εξώφυλλο, φωτογραφία αριστερά: οι Ελληνίδες που απαγχονίστηκαν στο Βόλο, το 1943, από τους ναζί κατακτητές και Έλληνες φασίστες συνεργάτες τους. […] Σπύρος Μελετζής (;). Αυτές οι γυναίκες είναι μόνο μερικές από τις δεκάδες χιλιάδες που σφαγιάστηκαν κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής (1941-44) και τον εμφύλιο πόλεμο (1944-49), ο οποίος ακολούθησε την απελευθέρωση της Ελλάδας […]
 Δεξιά φωτογραφία: ο πρόεδρος Ρήγκαν και ο Καγκελάριος Κολ, 5 Μαΐου 1985, που συνοδεύεται από το Γενικό Matthew B. Ridgway (δεξιά) και
Δυτικής Γερμανίας Γενικό Johannes Steinhoff (αριστερά), στο Bitburg στρατιωτικό νεκροταφείο, όπου έχουν θαφτεί τα μέλη των SS.
Ολόκληρες οι παραπάνω φωτογραφίες
Το ξένο περιοδικό μπορείτε να το δείτε ως την 36 σελίδα του  (ΕΔΩ)
Στο επόμενο φύλλο 349, το ΠΟΝΤΙΚΙ, παρουσίασε την τραγική ιστορία: (ανοίξτε το σε νέα καρτέλα για να το διαβάσετε) 

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Περικλής Αποστολίδης (2)

Συνέχεια από  Περικλής Αποστολίδης (1)


Νικόλαος Χρήστου Αποστολίδης
Γεννήθηκε στο Βόλο στα 1856. Ήταν ο γιος της γνωστής οικογένειας των Αποστολίδη που δεν ασχολήθηκε με επιχειρήσεις.
Μετά το Γυμνάσιο φοίτησε επίσης στην Αθήνα δύο χρόνια στο Πανεπιστήμιο.  Έπειτα φοιτά στο πανεπιστήμιο της Γενεύης (1877 – 1879) και συνεχίζει στη Σχολή επιστημών στη Σορβόνη. Στα 1881 γίνεται διδάκτωρ. 
Στα 1883 είναι υφηγητής και έφορος των ζωολογικών συλλογών του Φυσιογραφικού Μουσείου. 
Την επόμενη χρονιά γίνεται καθηγητής Ζωολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπ/ση. 
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ -Ζωσιμά Εσφιγμενίτη-1894
 Δέκα χρόνια αργότερα διορίζεται τακτικός καθηγητής στο Εθνικό πανεπιστήμιο. Εκεί διδάσκει για 22 χρόνια.
Το 1900 πήγε στο Παρίσι όπου επιμελήθηκε ελληνική έκθεση. 
Στα 1916 τον βρίσκουμε υπουργό Εθνικής Οικονομίας της κυβέρνησης της Νότιας Ελλάδας Σπυρ. Λάμπρου (υπηρεσιακή) από 27 Σεπτεμβρίου 1916 ως 21 Απριλίου 1917 που αποχώρησε για λόγους υγείας.
Ήταν παντρεμένος με την Σοφία Κιάλε κι απέκτησαν τα παιδιά: Αλεξάνδρα, Χρήστο και Ιωσήφ.
Πέθανε στην Αθήνα στα 1919.
Δημοσιευμένα επιστημονικά έργα του:
Οποία η θέσις των οφιαστέρων εν τοις εχινοδέρμοις, Αθήναι 1882 
La pèche en Grèce. In: Fauna Ichthyologique de Grèce, 1883
Οι ιχθύες των γλυκέων υδάτων της Θεσσαλίας, 1892
Το βασίλειον των ζώων, 1892
 Τα θαλάσσια ζώα και τα επιθαλάσσια εργαστήρια (Λόγος στο μάθημα της Ζωολογίας, 
   3-11-1894)
– Ανατομική και εμβρυολογία των σκωληκοειδών, Αθήναι 1894
 Επιστημονικός καθορισμός των εν τω «Πουλολόγω» αναφερομένων πτηνών, 1896
– Μετέφρασε τη Ζωολογία του L.Lizardin, 1899
 Φυσική και βιολογική ιστορία των ανωφελών κωνώπων, 1901
 Τα ωφέλιμα πτηνά, 1904
 Le corail grèc. In: La Grèce maritime, 1907
 Όρια, όροι και διαιρέσεις των εν ταις θαλάσσαις διαιτωμένων ζώων
   (Πρυτανικός Λόγος, 1909)
 Στοιχειώδης Ζωολογία  Εγχειρίδιον Ζωολογίας κ.ά.
 Άρθρα στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Bart & Hirst, 1889
Κάποια από τα παραπάνω βιβλία υπάρχουν ψηφιοποιημένα στην ΑΝΕΜΗ (ΕΔΩ)

Αριστείδης Χρ. Αποστολίδης
Σπούδασε Μηχανικός στη Γαλλία. Ερχόμενος, πήγε στην Αίγυπτο για να εργαστεί και μετά από 1 ½  μήνα πέθανε μόνος στην Αλεξάνδρεια, από χολέρα στα 25 του το 1883.

Μαργαρίτης Χρ. Αποστολίδης
Μαργαρίτης Αποστολίδης
Δευτερότοκος γιος του Χρήστου γεννήθηκε στον Πλάτανο Αλμυρού στα 1850. Μεγάλος γαιοκτήμονας και συνιδιοκτήτης των οικογενειακών μεταλλείων, καθώς και κατά καιρούς εκμεταλλευτής πολλών άλλων. 
Ήταν παντρεμένος με την πλούσια Λαμιώτισσα Ελευθερία Βενετοπούλου (Μπενετοπούλου) και απέκτησε πέντε αγόρια (Ιάσων, Ρήγας, Ατρείδης, Εύμηλος και Χρήστος). 
(Ο Ρήγας, σπούδασε στην Αθήνα, έζησε στην Ελβετία και παντρεύτηκε την Λιλίκα Χατζηαργύρη που παντρεύτηκε στον τρίτο γάμο της το γνωστό βολιώτη γιατρό Φίλιππο Κασσιόπουλο, αδελφό του επίσης γνωστού αρχιτέκτονα Δημητρίου Κασσιόπουλου.  
Με τα Άνω Λεχώνια ο Ρήγας, είχε σχέση, αφού κατείχε το αρχοντικό Τοπάλη μετέπειτα Καλαμακιώτη και έμενε στο χωριό για μικρά διαστήματα. Πέθανε στα 1922 στην Αθήνα.) 
Ο Μαργ. Αποστολίδης ως μεγάλος γαιοκτήμονας ασχολιόταν με το κυνήγι και τα όπλα, όπως άλλωστε κι όλοι οι όμοιοί του.  
Διετέλεσε Πρόεδρος και συνιδρυτής του Κυνηγετικού Συλλόγου Βόλου, που ιδρύθηκε το 1904. 
Ο ίδιος ανήγειρε και δώρισε στο Σύλλογο το γνωστό Σκοπευτήριο του Αναύρου. 
(Το Σκοπευτήριο του Κυνηγετικού  Συλλόγου Βόλου, βρισκόταν στο φόρο του Αναύρου εκεί που τη δεκαετία του ’70 χτίστηκε το 2ο Γυμνάσιο. Ήταν ένα περίτεχνο κτήριο που -όπως κι άλλα παλιά- κατεδαφίστηκε, αν και υπήρχε χώρος για το σχολικό συγκρότημα! Επίσης ήταν το δεύτερο σκοπευτήριο στην πόλη του Βόλου και μαζί με αυτό της Καισαριανής τα μόνα οργανωμένα και μη στρατιωτικά της χώρας τότε.)
(Τμήμα φωτογραφίας από τη σελίδα
του φίλου Αντώνη Ζ. ΕΔΩ)
Στα νεανικά του χρόνια ασχολήθηκε με την πολιτική σε τοπικό επίπεδο και εκλέχτηκε τρεις φορές δήμαρχος Βελεστίνου.
Έργο του είναι η ανέγερση Ναού του Αγίου Γεωργίου στο ομώνυμο κοντινό χωριό, στα 1890.
Είχε τιμηθεί από την πολιτεία με το Σταυρό του σωτήρα για την προσφορά του στα κοινά-"τους μακρούς παραγωγικούς του αγώνες".
Την 1η Φεβρουαρίου 1915 ο Μαργαρίτης πεθαίνει, αφού πριν στα 1902 είχε πεθάνει από μηνιγγίτιδα 16χρονος ο Εύμηλος και στα 1914 από καρδιά ο 17χρονος Ιάσονας!  
Με ιδιόγραφη διαθήκη αφήνει όλη την περιουσία του στο γιο του Χρήστο, στη σύζυγό του, στον Εθνικό Στόλο και σ' άλλους μικρότερα ποσά. 
Επίσης κανόνισε τα της κηδείας του και του μνήματός του. 
Στο χωριό Κοκκίνα (Μουσαφακλή ως τα 1928) Βελεστίνου υπάρχει και σήμερα ο τάφος του, ένα έργο τέχνης -νεοκλασικό μνημείο. Είναι έργο του γλύπτη καθηγητή Γεωρ. Δημητριάδη.
Το μνημείο του Μαργαρίτη Αποστολίδη στην Κοκκίνα.
(φωτογραφία 
από το βιβλίο της κ. Βασ. Γιασιράνη-Κυρίτση) 
Πηγές:
-Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγίας: από τα αρχαία χρόνια ως τα σήμερα Γ. Κορδάτος-  Αθήνα 1960
-Οι πολιτικοί της Μαγνησίας, Γ. Σούρλας, Αθήνα 2007
-Βολιώτικαι αναμνήσεις, Ν. Γάτσος, Βόλος 2007
-Ο Βόλος μέσα από την ομίχλη του χρόνου, Ελ. Τριάντου, Βόλος 1994
-Ιστορίες ζωής και θανάτου στο νεκροταφείο του Βόλου, Βασ. Γιασιράνη-Κυρίτση, Βόλος    1996.
-ΜΑΓΝΗΣΙΑ, περιοδική έκδοση πρώην της ΕΚΠΟΛ Μαγνησίας τχ. 
-Εφημερίδες