Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Η «Μάννα» της Πορταριάς

Ένα εξαιρετικό-τατο κείμενο του τέλους του 19ου αι. από τη γνωστή μας εκδότρια της ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ, Καλλιρρόη Παρρέν. Μόνο που είναι στην ...καθαρεύουσα (ωστόσο κατανοητή).
« Η ώρα παρήλθεν, ως παρέρχονται όλαι αι ευτυχείς ημέραι της ζωής, ταχύτατα ωσεί απετελείτο υπό στιγμών μόνον. Προ της αναχωρήσεώς μας απεφασίσαμεν να μεταβώμεν εις τήν παρά τήν θέσιν Μάννα μονήν της Παναγίας, ίνα από της υψηλής εκείνης θέσεως θαυμάσωμεν το μαγικόν πανόραμα των κλιτύων του Πηλίου, ως και την κρυσταλλίνην λεκάνην τού Παγασητικού. Αλλ’ αντί να λάβωμεν την κανονικήν οδόν περιεπλανήθημεν εις αποτόμους φάραγγας, εις ατραπούς δυσβάτους, πλην καταφύτους. Ιτέαι και πλάτανοι, μύρτοι και δάφναι, βάτοι και σφένδαμνοι, συκαμηνέαι, αι φιλύραι, ροιαί και αμυγδαλέαι και πληθύς άλλη παντός είδους και γένους δένδρων και φυτών μεταβάλλουν το από του Καράβου μέχρι της Μάννας διάστημα εις μεγαλοπρεπή παράδεισον, εις λαβύρινθον αδιέξοδον του φυτικού κόσμου. Υπήρχον στιγμαί, καθ’ ας τόσον πυκνοί κλάδοι και φυλλώματα διεσταυρούντο ως εν τρυφερωτάτω εναγκαλισμώ υπέρ τας κεφαλάς μας, ώστε ούτε μικράν γραμμήν του ουρανού ά μη διακρίνωμεν δι αυτών.
Δύο χαμίνια ανυπόδυτα ανέλαβον vα μας οδηγήσουν, καθ’ ήν στιγμήν είχομεν απολέσει πάσαν ελπίδα περί ανευρέσεως του δρόμου μας. Αλλ’ υπελόγιζον τον δρόμον διαβατόν με τους γυμνούς πόδας των και τας αιλουροειδείς κινήσεις των ανά μέσον των παραποταμίων και του υπό ιλύος παχείας κεκαλυμμένου εδάφους. Η περιπλάνησις ήδη απέβαινε δι’ ημάς, εάν όχι επικίνδυνος, βεβαίως όμως επίπονος και ανιαρά και είχε φθάσει η στιγμή καθ’ ην ήρχισα και εγώ να δυσανασχετώ και να στενοχωρούμαι. Ευτυχώς ότι αφήσαμεν τους μικρούς οδηγούς μας και δι’ άλλων ευκολωτέρων ατραπών εφθάσαμεν τέλος εις τας πηγας του Κραυσίδωνος. Το ύδωρ εδώ είναι τόσον ψυχρόν, τόσον παγωμένον, η τοποθεσία τόσον εξόχως ποιητική, ο αήρ τόσον καθαρός και ζωογόνος, ώστε μετά την επίμοχθον περιπλάνησιν η όρεξις εξηγέρθη με τα απαράγραπτα δικαιώματά της.
Εκεί υπό τους γηραιούς κορμούς των προαιωνίων πλατάνων τοποθετούμεθα και ο συνοδεύων μας, απαράμιλλος εις προετοιμασίας γευμάτων υπάλληλος τής φιλοξενούσης μας, προϊδών τας στομαχικάς διαμαρτυρίας, μας παρέθεσε πρόδειπνον εκ ψυχρών εδεσμάτων και οπωρικών, το οποίον κατεβροχθίσαμεν απλήστως.
Η μονή, ήτις αρχικώς κατά τα πρώτα του Χριστιανισμού έτη προσέφερεν άσυλον και στέγην εις γυναίκας, αποχωρούσας του κόσμου και ήτις βραδύτερον, μετοικοδομηθείσα υπό Άννης της Κομνηνης, μετεβλήθη εις ανδρικήν και διοικείται υπό ενός ηγουμένου, είναι το μοναδικόν σημείον από του οποίου δύναταί τις να απολαύση τελείως του θεάματος του Πηλίου.
Η μονή ακριβώς είναι το τελευταίον όριον των βασιλευουσών υπ’ αυτήν πρασίνων εκτάσεων, υπεράνω δ’ αυτής, αμέσως σχεδόν, έρχεται η μεγαλοπρεπής εκτύλιξις του γυμνού όρους, του οποίου αι κορυφαί είναι ολίγον μεταλλικαί. Και ενώ το βλέμμα ελκύεται προς την γραφικωτάτην εικόνα, ήτις καταλήγει κάτω, μακράν ήδη, προς δύο ανοικτούς βραχίονας, εν οις η γη δέχεται ως εν μητρικώ εναγκαλισμώ την οπάλειου λίθου ακινητούσαν μεγαλοπρεπή της θαλάσσης έκτασιν, η υπεράνω των κεφαλών μας επιβλητική του Πηλίου άλυσις διεκδικεί την προσοχήν και τον θαυμασμόν μας. Και έχει το όρος τούτο ιδίαν φυσιογνωμίαν, ιδίαν έκφρασιν εν τη σκοτεινή ακινησίαν του, έκφρασιν απερίγραπτον, ήτις δεν δύναται να παραβληθή με ουδέν άλλον όρος, ουδεμίαν άλλην βραχώδη έκτασιν.
Εδώ η χροιά του είναι ερυθρωπή, εκεί φαιοπράσινος και ολίγον υψηλότερα φαιοκύανος εντελώς. Τα από των κορυφών του κατερχόμενα νερά έχουν διαυλακώσει εδώ και εκεί τας αποτόμου πλευράς του, αίτινες, σκιαζόμεναι περισσότερον, αποτελούν ήδη με την απέναντι αντανακλώσαν δύσιν, την ποικιλωτέραν και μελαγχολικωτέραν εν ταυτώ απόχρωσιν του ιανθούς χρώματος. Αι υψηλότεραι και απώτεραι κορυφαί χρωματίζονται με κυανούν διαυγές χρώμα, ωσεί ο υπέρ αυτάς ουράνιος θόλος εξήπλου τα μεγαλοπρεπή κράσπεδα του γαλανού πέπλου του μέχρις αυτών, όλαι διάστικτοι υπό των σκοτεινών νεφών, άτινα ως εν πενθίμω ρασσοφόρων λιτανεία, διασχίζουν ελαφρά και ατμήρη τας απεράντους του ορίζοντος εκτάσεις. Ήτο αργά πλέον, ώστε δεν μας έμενε καιρός να επισκεφθώμεν το εσωτερικόν της μονής. Ο ηγούμενος, ευγενής και περιποιητικός, μας προσέφερε θαυμασίου μεγέθους και γλυκύτητος κεράσια, των οποίων μόνη η ανάμνησις εγείρει κόσμον όλον πόθων και απολαύσεων γευστικών.
Αλλ’ η ώρα παρέρχεται και μετά μελαγχολίας απομακρυνόμεθα της ωραίας εκείνης τοποθεσίας. Η κάθοδος δια της ομαλής οδού είναι κανονικωτάτη και οι ίπποι μας, ανυπομονούντες και αυτοί να επιστρέψουν, σπεύδουν εις προϋπάντησίν μας. Η μαγεία της επιστροφής, με τον δύσαντα ήδη ήλιον και τας υπό το εσπερινόν σκιόφως διαγραφομένας γραμμάς, αποτελεί μοναδικήν των οφθαλμών πανήγυριν. Ο ουρανός είναι ωραίος, καθαρός ως κρύσταλλος και ωσεί αποπνέων έτι την θερμότητα της ημέρας. Το Πήλιον απομακρύνεται σοβαρόν, μεγαλοπρεπές και απέριττον, αποβάλλον ήδη την ιανθή χροιάν του και ως Πατριάρχης της Γραφής καλυπτόμενον υπό γλυκυτάτου κυανού χρώματος καλύπτραν.
Ο αήρ συμπυκνούμενος ήδη ως εκ της αποστάσεως παρεμβάλλεται μεταξύ ημών και του όρους ωσεί αραχνοειδές διάφραγμα, ενώ η υπό τους πόδας μας κατάφυτος πεδιάς αποτελεί το κοσμητικόν της όλης εικόνος εξάρτημα. Έχει και η φύσις τους αριστοκρατικούς τύπους της, μεταξύ των οποίων ό,τι βλέπω αυτήν την στιγμήν φέρει την σφραγίδα υπερτάτης ευγενείας. Εφ’ όσον κατερχώμεθα και η πλησιάζουσα νύξ σκιάζη επί μάλλον τον ορίζοντα, ο ήχος του Πηλίου ομοιαζει απεράντων διαστάσεων γυναίκα, ης η πλουσία αμαζών σχηματίζει τούς γραφικωτέρους κυματισμούς και τας μεγαλοπρεπεστέρας πτυχάς, ας ηδυνήθη να συλλάβη ποτέ καλλιτέχνου φαντασία.» 

(Κ. Παρρέν)

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Έρχετ’ η Παναγία, μπάρμπα !

Πέρασε η γιορτή της Παναγίας και  αξίζει να δούμε τις σε παλιότερα (;) χρόνια αγυρτείες κάποιων ιερωμένων «χριστεμπόρων» (=ιεροκάπηλων), μέσα από τρία κείμενα του Γεωργίου Δροσίνη και του Ζωσιμά Εσφιγμενίτη: 
----------------------------------------------------------------------------------------------------
[…]  Δεκάς πυροβολισμών περί την δείλην της παρελθούσης τρίτης αφυπνίσασα την ηχώ των βουνών της κοιλάδος έκανε κ’ εμέ να σπεύσω έκπληκτος προς τον εξώστην μου. Ηύξησε δ’ έτι μάλλον η έκπληξίς μου, ότε είδον ολόκληρον το χωρίον σπεύδον προς ωρισμένον σημείον, ως αν εγνώριζον  πυροβολισμών την αιτίαν , ως αν ανέμενον ανέμενον αυτούς εις συμφωνημένον σημείον.  Κράξας παιδίον σπεύδον συν τοις άλλοις και ερωτήσας έλαβον την εξής απόκρισιν :
Έ ρ χ ε τ’  η  Π α ν α γ ί α,  μ π ά ρ μ π α !
Kαι πράγματι πριν ή προφθάσω να σκεφθώ τι είδους έλευσις Παναγίας ήτο η διά πυροβολισμών ούτω μηνυθείσα, είδον μεγάλην συνοδίαν προβαίνουσαν μέσω του δάσους, τη βοηθεία δε του τηλεσκοπίου μου διέκρινα ήδη ζεύγος καλογήρων εφίππων, ερυθρόν τι σχήμα ορθογώνιον κρατούμενον υπό τινος, πλήθος δε χωρικών του τε ωραίου και ασχήμου φύλου ακολουθούν την λιτανείαν. Η συνοδία ολονέν επλησιαζεν, ηκούοντο δ’ ευκρινώς  τα  Κ ύ ρ ι ε  Ε λ έ η σ ο ν  των πιστών. Αφ’ ετέρου οι σπεύσαντες προς υπάντησιν  χωρικοί εγονυπέτουν και εσταυροκοπούντο και έκλινον μέχρι της γης την κεφαλήν. Το θέαμα ήτο αληθώς γραφικώτατον• μέσω των πρασίνων δένδρων και θάμνων οι χρυσίζοντες στολισμοί   των γυναικών , στίλβοντες υπό τας ακτiνας του κατερχομένου ηλίου, ωμοίαζον προώρως ανατείλαντα άστρα και -ίνα εμμείνω  εις την παραβολήν μου, αθλίαν ίσως- αι κόκκιναι αυτών εμπροσθέλαι κολπούμεναί  πως υπό ελαφρού ανέμου , ομοίαζον τα της δύσεως ροδοσύννεφα.
Οπότε η λιτανεία αφίκετο ως την πλατείαν του χωρίου κατήλθον κ’ εγώ εκεί. Το αίνιγμα ελύθη• η έλευσις της Παναγίας δεν ήτο άλλο ή η άφιξις ζεύγους καλογήρων, οίτινες ενοικιάζοντες διά πλειοδοτικής δημοπρασίας, (αντί 5,000 δρ. εφέτος νομίζω) μεγάλην εικόνα της Θεοτόκου αργυρότευκτον και ογκωδες αργυρούν κιβώτιον πλήρες, αγίων λειψάνων, αναχωρούσιν από του Μοναστηρίου της Σούρπης και περιάγοντες ταύτην ανά την Ήπειρον και Θεσσαλίαν και Εύβοιαν και Φθιώτιδα, εκμεταλλεύονται την ευπιστίαν των χωρικών αναγιγνώσκοντες αυτοσχεδίους ευχάς περί εξοντώσεως της ακρίδος, της μηνιγγίτιδος, των τυφοειδών πυρετών και της από πάσης ασθενείας και κακού απαλλαγής, των τε ανθρώπων, ζώων, δένδρων, αμπέλων και  λ α γ χ ά ν ω ν. Πληρούσι δι’ ούτως αφθόνως τας μεν κοιλίας ορνίθων, τα δε θυλάκια αργύρου τόσου, ώστε και το ενοίκιον των ιερων κτημάτων να δώσωσι και διά τους ευσεβείς αυτών κόπους ν’ αποζημιωθώσιν. Η εικών προορισθείσα ούτως υπ’ αυτών αιωνίως να οδοιπορή ωνομάσθη  Π α ν α γ ί α  η  Ξ ε ν ι ά.  Ήρχοντο δ’ εκ του χωρίου Αγριοβοτανιού, και αι γυναίκες, προ πάντων δ’ αι κόραι, αίτινες σπανιώτατα εξέρχονται των ορίων του χωρίου αυτών  εύρον την ευκαιρίαν υπό την σκέπην της Θεομήτορος να έλθωσι μέχρι Γουβών ως συνοδοί. Μ’ εξέπληξεν η έκτακτος όλως ασχημία αυτών και οι κατά μοιραίαν αντίθεσιν λαμπροί στολισμοί των,  η  α ρ μ α τ ω σ ι α ί ς των, ως λέγουσι κοινώς εδώ.
Και εστήθη η εικών εν τη πλατεία, και είπον οι καλόγεροι το ευαγγέλιον του Λαζάρου (αγνοώ διατί) και χρήμα ουκ ολίγον κατετέθη εν ταις παλάμαις αυτών.
Εννοείται ότι δεν είχον διόλου όρεξιν να τους φιλοξενήσω εν τω πύργω μου•  κατέλυσαν λοιπόν εν των οίκω ευπόρου τινός χωρικού, την δε πρωίαν της τετάρτης ελειτούργησαν εν τω μικρώ εκκλησιδίω της Αγίας Παρασκευής […]
Εννοείται ότι έσπευσα εις την λειτουργίαν, διότι λειτουργίαι ενταύθα είνε τι σπάνιον φαινόμενον συμβαίνον δις ή τρις του ενιαυτού […]
Ο ιερεύς του χωρίου είναι νέος, ευφυής, εγγράμματος, γλυκύς, μειδιών, τιμιώτατος και αγαπώμενος διά τούτο υπό πάντων, τοιούτος οίον θα ευχόμην εις πάντα τα χωρία της Ελλάδος.  Αν δ’ ελειτούργει μόνος θα συνεπληρούτο θαυμασίως η του όλου αρμονία. Αλλ’ ήσαν ακόμη οι δύο  ε ν ο ι κ ι α σ τ α ί   κ α λ ό γ η ρ ο ι, οι κάπηλοι αυτοί της θρησκείας, οι εν ονόματι αγίου ονόματος καταληστεύοντες τους ταλαίπωρους χωρικούς. Απαίσιοι αμφότεροι τας όψεις […] Αγράμματοι, ψάλλοντες άλλ’ αντ’ άλλων και αναγινώσκοντες συλλαβιστά. Ομιλούντες βήχοντες, φταρνιζόμενοι, χασμώμενοι, τοσούτον εβεβήλουν την πρώτην εντύπωσιν, τοσούτον εβεβήλουν τον ιερόν εκείνον τόπον, ώστε βεβαίως αν οι παριστάμενοι χριστιανοί ήσαν ήττον μωρόπιστοι θα αποδίωκον αυτούς του ναού, και ούτω παυούσης της τελουμένης ιεροσυλίας, θα ετελείτο υπό μόνου του αξίου ιερέως αυτών ήσυχος, τακτική, ευσεβής ιεροτελεστία.
Μετά το τέλος της λειτουργίας ετελέσθη αγιασμός […] Μετά τον αγιασμόν περιάγοντες ανά τους οίκους πάντων την ιεράν εικόνα και τα άγια λείψανα, εφορολόγησαν τετάρτην ήδη φοράν τους ταλαιπώρους χωρικούς την μεγίστην φορολογίαν, την του σίτου. Εν καταστίχω εγγράφουσιν τι έκαστος θα δώση…. εις την Παναγίαν, όταν μετρήση το αλώνιόν του. […] και η όλη εγγραφή ανέρχεται εις κοιλά 12, δραχμάς 100 περίπου …διά την Παναγίαν ! […]
5 Ιουλίου 1882 –ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ
(ΕΣΤΙΑ, τχ 344, 1882)
----------------------------------------------
[…] Η μονή της Ξενιάς έχει σήμερον κατοίκους 13 ιερομονάχους […] Άπαντες εισί πλούσιοι, η δε μονή ευρίσκεται εις βαρέα χρέη. Τούτο δε κατορθώνουσιν οι ιερομόναχοι διά της ικανότητος και δραστηριότητός των, διότι οι ευλογημένοι δεν αφήνωσιν ούτε πόλιν, ούτε κωμόπολιν, ούτε χωρίον, ούτε καλύβην άνευ ευλογίας και χάριτος της αγίας εικόνος της Θεοτόκου. Προς ευκολίαν δε των πτωχών δέχονται και ελαιόλαδον, δημητριακούς καρπούς και άλλα εδώδιμα, τα οποία οι καλοί μας πατέρες πωλούσι πάλιν εις το ίδιον χωρίον προς όφελος δήθεν των πτωχών. Προς τούτοις δε χάριν της Παναγίας δέχονται και σκεύη αργυρά πεπαλαιωμένα […] 
Το πάλαι οι μοναχοί ειργάζοντο σωματικώς […] Ούτοι οι ευλογημένοι εργάζονται πνευματικώς. Περιέρχονται άπαντα τα μέρη της Ελλάδος όπως αγιάσωσι τους χριστιανούς διά της εισόδου της εικόνος της Θεοτόκου […] Όταν περιέρχωνται μετά της εικόνος τας επαρχίας, δήμους και χωρία τάζουσιν εις τους χριστιανούς λαγούς με πετραχήλια […] Ουχί μόνον τους απλοϊκούς απατώσιν, αλλά και τους νουνεχείς άρχοντας […]
(Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, Βώλος, Σεπτέμβριος 1891)

----------------------------------------------
Τινές με κατηγορούσιν ότι ειμί άθεος, διότι δεν εδέχθην την εικόνα της Παναγίας των Τρικέρων εν τη οικία μου, όπως ο ιερεύς ο φέρων αυτήν μετά τριών άλλων αναγνώση έμπροσθεν αυτής παράκλησιν.
Ναι, είναι αληθές ότι δεν εδέχθην την εικόνα της Παναγίας των Τρικέρων εν τη οικία, αλλά διά τούτο δεν ειμί άθεος, διότι έχω τέσσαρας εικόνας της Θεοτόκου, ας σέβομαι και τιμώ κατά την διάταξιν της 7ης  οικουμ. συνόδου το δόγμα της ημετέρας ανατολικής εκκλησίας, μία δε εξ αυτών των τεσσάρων εικόνων έχω εν τω προσκυνηταρίω τω εν τη οικία μου, εν ω υπάρχουσι και άλλων αγίων εικόνες και καίω έμπροσθεν αυτών κανδήλαν. Δεν εδέχθην την εικόνα της Παναγίας Τρικέρων ίνα μη αμαρτήσω εις τον πανάγαθον Θεόν και εις αυτήν την Παναγίαν διότι θα απέδιδον την χάριν της Θεοτόκου εις μίαν και μόνην εικόνα ή διότι είναι παλιά ή διότι είναι επίχρυσος ή δι’ άλλην αιτίαν. Εγώ πιστεύω ότι όλαι αι εικόνες της Θεοτόκου έχουσι μίαν και την αυτήν χάριν. Αν λοιπόν δεν έχωσι την χάριν της Θεοτόκου όλαι αι εικόνες αυτής διά ποίον λόγον ανάπτομεν κανδήλας και ασπαζόμεθα αυτάς; Βεβαίως διότι έχουσι την αυτήν χάριν οίαν έχει και η εικών της Παναγίας των Τρικέρων και της Παναγίας Ξενιάς και άλλην, άλλως δεν θα εσεβόμεθα και δεν θα ησπαζόμεθα αυτήν και ηνάπτομεν κανδήλας. Και διά δεύτερον λόγον δεν εδέχθην αυτήν διά να μην ενισχύσω την οκνηρίαν των περιφερόντων αυτήν ιερέων, διότι οι ενισχύοντες την οκνηρίαν αμαρτάνουσι. 
Βεβαίως οι περιφέροντες τας αγίας εικόνας και τα άγια λείψανα δεν φέρουσιν αυτά ίνα αγιάσωσι τους πιστούς χριστιανούς, αλλ’ όπως φορολογήσωσιν αυτούς.
(Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, Βώλος, Οκτώβριος 1891)

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Πανήγυρις εν τοις παραλίοις κατὰ τὴν θέσιν Καλὰ Νερά…

Στο «Ημερολόγιον Η ΦΗΜΗ»του Ζωσιμά Εσφιγμενίτη του έτους 1886, διαβάζουμε για τα πηλιορείτικα πανηγύρια του Αυγούστου:
ΠΙΝΑΞ
Τῶν διασκεδαστικῶν Πανηγύρεων, τῶν ἐν τοῖς χωρίοις τοῦ Πηλίου τελουμένων κινητῶν τὲ καὶ ἀκινήτων.
Αὔγουστος
1 -Αἳ γυναῖκες ἐορτάζουσι τὰς ἀποφράδας καὶ Δρύμας.
6 -Ἐν τοῖς τοῦ Δήμου Νηλείας Λεχωνίοις, ἐν τῆ συνοικία «Μεταμόρφωσις» τοῦ ὁμωνύμου Δήμου Ζαγορᾶς.
15 -Ἐν τοῖς τῶν Δήμων Μηλαιῶν καὶ Νηλείας παραλίοις κατὰ τὴν θέσιν Καλὰ Νερά.
23 -Ἐν ταῖς τοῦ Δήμου Ὀρμινίου ἐξοχαῖς κατὰ τὴν θέσιν «Παναγία Μεγαλογένη»
.
Επίσης ο Ζωσιμάς πάλι στο «Ημερολόγιον Η ΦΗΜΗ» της επόμενης χρονιάς συμπληρώνοντας τους Δημητριείς γράφει για τα Καλά Νερά και το πανηγύρι τους: «Τα Καλά Νερά ανήκουσιν εις ταύτα τα δύω χωρία Πινακάτες και Βυζίτσα.
Τω 1868 ωκοδόμησαν αυτού ναόν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου όπως πανηγυρίζωσιν οι ερχόμενοι από των χωρίων του Πηλίου και του εσωτερικού της Θεσσαλίας ίνα πίωσιν από των εκεί αναβλυζόντων υφαλμύρων υδάτων προς κάθαρσιν.»

Εμάς λοιπόν, θα μας απασχολήσει αυτό το καλανεριώτικο πανηγύρι της Παναγίας:
Τα παλιότερα χρόνια (ως τον 20ο αι.) οι κάτοικοι των Μηλεών, της Βυζίτσας, των Πινακατών και του Αϊ-Γιώργη, ειδικά τις χρονιές που υπήρχε «μαξούλ’» (=μεγάλη ελαιοπαραγωγή), κατέβαιναν καβάλα στα αλογομούλαρά τους στη γιορτή της Παναγίας στα παραλιακά Καλά Νερά, για να πανηγυρίσουν και να δουν και τα περιβόλια τους. Τότε πίστευαν πως αν ο καρπός δεν προσβληθεί από ασθένεια ως το Δεκαπενταύγουστο, η σοδειά θα ήταν ικανοποιητική και εξασφαλισμένη!
Συγχρόνως όμως κατέβαιναν για ν’ αγοράσουν πήλινα αγγεία και κεραμικά σκεύη για το νοικοκυριό τους. Αυτά τα έφερναν συνήθως με καΐκια οι «κανατάδες» για πώληση από τα μέρη της Εύβοιας και ειδικά από τα Κανατάδικα του Ξηροχωριού. Τα άπλωναν στην αμμουδιά κι οι αγαθοί χωριάτες τα έβλεπαν, τα εξέταζαν και αγόραζαν κάποια απ’ αυτά, σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Μετά το τέλος του πανηγυριού τα φόρτωναν στα υποζύγια και τα έφερναν στα σπιτικά τους.
Εκτός όμως των ντόπιων που συνέρρεαν στα όμορφα Καλά Νερά που ήταν το επίνειο των ορεινών χωριών που προαναφέρθηκαν, έρχονταν και πάρα πολλοί κάτοικοι από τη θεσσαλική ενδοχώρα ως και απ’ την περιοχή του Μετσόβου. Αυτοί ερχόταν για δύο όμως λόγους και το συνδύαζαν και με το πανηγύρι. Ο πρώτος ήταν η «πόσις» των υφάλμυρων νερών που ανάβλυζαν στην περιοχή «Γλυφούρα» (για την αρίβεια Κάτω Γλυφούρα-Γλυφονέρ' ή Τσιρλονέρ', σήμερα περιοχή «Ναυτικές Σχολές») που βρίσκεται στην παραλία ανάμεσα στα Καλά Νερά και τη Γατζέα. Πίστευαν στην καθαρτική ιδιότητα του νερού αυτού, αλλά και πως ανακτούν τις δυνάμεις τους ως τον επόμενο Αύγουστο που ξανάρχονται.
Η Γλυφούρα ή Γλυφονέρ' -Τσιρλονέρ' σήμερα
Όσοι απ’τους Καραγκούνηδες και τους θεσσαλούς κολλήγους είδαν ώφελος «καθαρθέντες», επέστρεφαν στην πατρίδα τους χαρούμενοι με την ιδέα πως θα ξεχειμωνιάσουν καλά!
Όσοι πάλι δεν είδαν ωφέλεια έφευγαν θλιμμένοι πως δεν θα «την βγάλουν»!
Όμως αρκετοί από τους Θεσσαλούς της ενδοχώρας δεν επέστρεφαν στα χωριά τους, παρά παρέμεναν ως το τέλος του χειμώνα, εργαζόμενοι στη συλλογή της ελιάς, ειδικά τις χρονιές που υπήρχε ευφορία του ελαιοκαρπού.
Τότε από το τέλος Αυγούστου άρχιζαν να μαζεύουν το «κουκούτσ’» δηλαδή τις πρώτες «λαδολιές» που έπεφταν από τα δέντρα. Γνωστή είναι η φράση-τραγούδι: «Τ’ς Αγιάς Μαρίνας σύκο κι τ’ Αϊ-Λια σταφύλ’ κι τ’ Αϊ-Παντελεήμουνα κίνα μι του κουφίν’»!
Αυτή η παραμονή στην περιοχή για κάποιους από τους Θεσσαλούς έγινε μόνιμη εγκατάσταση σε αρκετά από τα χωριά του Κεντροδυτικού Πηλίου.
Το πανηγύρι της Παναγίας όμως με το σούρουπο και τον ερχομό της νύχτας σταματούσε κι «οι πανηγυρισταί» επέστρεφαν χαρούμενοι 
«εν ευθυμία» τραγουδώντας, κάποιοι φορτωμένοι με τα πήλινά τους στα καλύβια και στα σπίτια τους, που βρίσκονται μέσα στον απέραντο ελαιώνα που εκτείνεται απ’ το Μαλάκι ως την Άφησο.

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Άνω Λεχώνια 1958



Από το πολυσέλιδο βιβλίο-οδηγό με τον τίτλο "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" που έγραψε ο Βαγγέλης Σκουβαράς και εκδόθηκε στο Βόλο το 1958, βλέπουμε το τμήμα που αναφέρεται στα Λεχώνια (Αντιγραφή των σελίδων 133-135): 

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Κισσός


Ένα εξαιρετικό κείμενο του αγιολαυρεντίτη Γεωργίου Σακελλαρίδη-Θετταλομάγνη, (ΕΔΩ) δημοσιογράφου και εκδότη της πρώτης εφημερίδας ΘΕΣΣΑΛΙΑ, για το χωριό του Ανατολικού Πηλίου, τον Κισσό. 
Πότε ακριβώς είναι γραμμένο, δεν είναι γνωστό. Πιθανόν στα χρόνια 1911-1915. 
Απολαύστε το !   
--------------
[ Η κωμόπολις Κισσός είναι νυν έδρα δήμου και κείται προς την ανατολικοβορείαν άκραν της Μουρήεως αφ’ ης απέχει μίαν μόνον μόνον ώραν, είναι δε εκτισμένη επί περιβλέπτου γηλόφου, αποτελούντος ράχιν απότομον προς την θάλασσαν, ήτις απέχει μίαν ώραν και είκοσι λεπτά. Έχει η κωμόπολις 400 οικίας λιθοκτίστους και κατοίκους 2.000. αισθηματίας και συζητικωτάτους αλλά πτωχούς ένεκα της οκνηρίας των. Κέκτηται αγοράν λιθόστρωτον, αλλ’ ιδιόρρυθμον, χρησιμεύουσαν προς αγοραπωλησίαν μόνον, ενώ οι δημόσιοι οι χοροί γίνονται εντός του περιβόλου της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνης υπό την σκιάν των πλατάνων. Πέριξ της αγοράς είναι τα καφφεία και παντοπωλεία και τινά παρά την γέφυραν την ενώνουσαν τας δύο συνοικίας, άς διαχωρίζει ποταμός κατερχόμενος εκ των κορυφών του ζυγού. Είναι διάρρυτος  πάσα η κωμόπολις και περιβαλλομένη υπό κήπων εκτεταμένων, περιεχόντων κάρπιμα δένδρα και ένιοι τούτων λαχανικά, δι’ ιδίαν χρήσιν των κατόχων.
Φήμη υπάρχει εκ παραδόσεως διαδοχικής, ότι ο Κισσός εκτίσθη και συνωκίσθη υπό μεταναστών  Μακεδόνων εκ του ομωνύμου χωρίου του όρους Κισσού, κατά την επιδρομήν των Σαρακηνών εν Θεσσαλονίκη, εν έτει 1250 και της του Καμενιάτου (ιεροδιακόνου)  αιχμαλωσίας, όστις την εαυτού και της Θεσσαλονίκης συνέγραψεν ιστορίαν. Την είδησιν ταύτην ηρυσάμεθα εκ του αγιορείτου γέροντος ιερομονάχου Παύλου Ξηροποταμηνού εκ Πινακατών καταγομένου, όστις εύρεν αυτήν γεγραμμένην εν τω Κώδικι της Μονής Σίμωνος Πέτρας. Εις τον αυτόν Κώδικα ήν γεγραμμένα και η κτίσις της κωμοπόλεως Τσαγγαράδος, ήτις συνωκίσθη τω 1650 υπό προσφύγων Λαγκαδιωτών Μακεδόνων. Πλην, αλλά και η κωμόπολις Κισσός και άλλα ανατολικά χωρία, πιθανώτερον είναι ότι κάτωκήθησαν τον ΙΣΤ' αιώνα, εάν κρίνωμεν εκ των ανακαινίσεων των μονυδρίων εις ναούς.
Είς δε συνοικισμός εξ 150 περίπου οικογενειών, ο του Αγίου Δημητρίου καλούμενος, απέχει ημίσειαν σχεδόν ώραν εκ του κυρίου χωρίου. Κατά δε την παραλίαν του χωρίου, εν τω όρμω του Αγίου Ιωάννου εκτείνεται κοιλάς διαρρεομένη υπό του διαχωρίζοντος τας δύο χώρας, Κισσόν και Μούρισιν ρεύματος. Ποικίλλεται δε η προμνησθείσα ωραία και τερπνοτάτη κοιλάς διά πορτακαλλεών, λεμονεών, νεραντζιών και κιτριών, οι καρποί των οποίων είναι απαράμιλλοι κατά την ογκότητα (!) και την ποιότητα, μετά των νησιωτικών.
 Παρά τω χωρίω απεκαλύφθησαν μεταλλεία προ εξηκονταετίας αργυρούχου μολύβδου, ούτινος η εκμετάλλευσις εγκατελείφθη, ελλείψει αρκούντων εκμεταλλευτικών μέσων προ πεντηκονταετίας, ως και τα της Ζαγοράς. Από δε της ενώσεως της Θεσσαλίας μετά της μητρός Ελλάδος, αποτελεί η κωμόπολις δήμον, μετά του μικρού γειτονικού χωρίου Ανηλίου.
Ο δε Δ. Κυριαζής εγκατέλειπε διά διαθήκης του 20.000 δραχμάς, προς διοχέτευσιν ποσίμου ύδατος εις διαφόρους συνοικίας και εις την κεντρικήν αγοράν. Επειδή όμως μέχρι σήμερον οι εκτελεσταί της διαθήκης δεν επεχείρησαν την διοχέτευσιν του ύδατος, ανέλαβε την κατασκευήν ο ζάπλουτος Ι. Τριανταφύλλου, όστις οίδε με οποία κοινωφελή έργα προτίθεται να προικίση την ιδιαιτέραν του πατρίδα Κισσόν και την πόλιν του Βόλου, προς διαιώνισιν του ονόματός του και εύρεσιν εργασίας υπό του πτωχού λαού.
Γίνεται δε δημοσία πανήγυρις την ημέραν της Αγίας Μαρίνης, εις ην προσέρχονται πολλοί πανηγυρισταί προς ευωχίαν και απόλαυσιν διασκεδαστικήν, χορεύοντες εν τω τριημέρω δημοσίω χορώ. Τοιαύτη παρομοία πανήγυρις εγίνετο και κατά την εορτήν του Αγίου Ευσταθίου, ήτις νυν σχεδόν κατηργήθη. Αλλά και η του Αγίου Ευσταθίου, ήτις νυν εωρτάζετο πανηγυρικώς εν τω συνοικισμώ του Αγίου Δημητρίου.
 Εκ του χωρίου τούτου κατάγονται και οι εν Καΐρω της Αιγύπτου καπνεργοστασιάρχαι αδελφοί Κυριαζή, Ιωάννης (ο και ιδρυτής), Επαμεινώνδας και Ευστάθιος, εν τω εργοστασίω των οποίων εργάζονται 500 περίπου εργάται  Έλληνες και ολίγοι αλλοεθνείς.
Οι Κισσιώται ηκολούθησαν τας εκάστοτε επαναστάσεις και δη την του 1878, έχοντες σωματάρχην τον Ιωάννην Κόγιανον.
Λειτουργεί από της ενώσεως της Θεσσαλίας Ειρηνοδικείον επιδικάζον των δήμων Μυρεσίων και  Κισσού τας δικαστικάς υποθέσεις.
Επίσης σχολεία  δημόσια αμφοτέρων των φύλων διτάξια και τριτάξια, ου μην αλλά και Ελληνικόν Σχολείον διτάξιον. 
Άνωθεν της η  κωμοπόλεως είναι η κοινοτική Μονή του Αγίου Ευσταθίου και έτι άνωθεν, εξωκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου, περιστοιχούμενον υπό παλαιοτάτων δρυών και πλατάνων και διαρρεόμενον υπό πηγαίων υδάτων. Εν τη θέσει ταύτη εξέρχονται συμποσιασταί προς διασκέδασιν, οικογενειακώς έχοντες ως μόνην τροφήν των τους οπτούς ομηρικούς αμνούς, τυρούς εντοπίους και ως επιδόρπια διαφόρους νωπάς ή ξηράς οπώρας και δη οίνον μέλανα, άκρατον.
Εν τη περιγραφομένη κωμοπόλει ήκμασεν ανήρ καλοκάγαθος και πλούσιος, Χατζηγιωργαλάς καλούμενος  (εφάμιλλος του της Μουρήσεως Λεγαντίνη), όστις όντως ήν πατήρ και προστάτης της των σκουτίων βιομηχανίας. Ως ο εν Μουρήσει Λεγαντίνης παρεχώρει δάνεια και ευθηνούς τόκους και εχορήγει μαλλία προς επεξεργασία των σκουτίων εις τους βιομηχάνους, ούτως έπραττεν και ο αγαθός την καρδίαν Χατζηγεωργαλάς εις τους Κισσιώτας βιομηχάνους. Τούτον πολλάκις ελήστευσαν οι λησταί, και πολλοί έμποροι Εβραίοι  και τραπεζίται της Λαρίσης και Βόλου τον ελωποδύτησαν δια δολίων πτωχεύσεων και δη ο Λιάος Φαράσης, ο νομιζόμενος εκατομμυριούχος. Εκαλούντο δε, ο τε Λεγαντίνης και Χαζηγεωργαλάς,  πτωχομάννες υπό των κατοίκων των ανατολικών χωρίων,υφ’ ών δη και ελατρεύοντο.
Παράγει η κωμόπολις οίνον, γεώμηλα, κεράσια μήλα και κάστανα περίφημα, κουκούλια, σύκα ολίγα και εσπεριδοειδή άφθονα, έλαιον ολίγον και κρόμμυα προς εμπορίαν. Από ετών δε πολλών πολλοί εκ πτωχίας απήλθον εις Αίγυπτον, ένθα επλούτισαν και, κατ’ ακολουθίαν, δια του εισαγομένου ξένου χρήματος εν ταις οικογενείαις προς διατροφήν, εμετριάσθη η μαστίζουσα  πτωχία τους κατοίκους. Πρότερον, ως ερρήθη υπήρχον οίκοι εμπορικοί,  του Μπαρώνη, του Χαντζιάκου,  του Ν. Αντωνοπούλου, του Γ. και Ιωάννου Κόγια, του Βέργου και Σάββα Βεργοπούλου και τινές, οίτινες εσίτιζον τους εν ταις εργασίαις των εργαζομένους.
Σήμερον ο Κισσός δύναται να καυχηθή δια το πλουσιώτατον τέκνον του Ι. Τριανταφύλλου έχον 15.000.000 χρυσών φράγκων θετικήν, περιουσίαν εις γαίας 8.000 φεδανίων αρδευσίμων εν τη επαρχία Ζαγαζικίου (αρχαία Βουβάστρει) της Αιγύπτου, αίτινες τις οίδεν, οπόσα εκατομμύρια φράγκων θα εκτιμηθώσι μετ’ ολίγον χρονικόν διάστημα. Ο Ιωάννης Τριανταφύλλου, ών ήδη πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητος Ζαγαζικίου, εμφορείται υπό πνεύματος προοδευτικού και κατ’ ακολουθίαν μεγάλως θέλει ευεργετήσει την ελληνικήν παροικίαν. Πλην, αλλά την κωμόπολιν αυτού, εις ήν είδε το φως του ηλίου και ανετράφη, δέον να προικίση δι’ ενός τεχνουργικού εργαστηρίου αμφοτέρων των φύλων υδατοκινουμένου και καλώς ωργανωμένου υπό Άγγλου βιομηχάνου προς διαιώνισιν του ονόματός του και σωτηρίαν των πτωχών οικογενειών, νυν μάλοιστα ότε πρόκειται να κατασκευασθή ο από Μηλεών μέχρι Ζαγοράς σιδηρόδρομος. Ο Ι. Τριανταφύλλου κατασκευάζει, το υδραγωγείον προς άρδευσιν των κήπων και πόσιν.
Αλλά και τα άλλα πλούσια τέκνα του Κισσού Ιωάννης Κυριαζής και οι αδελφοί αυτού Επαμεινώνδας και Ευστάθιος πολλά τα’ αγαθά δύνανται να πράξωσιν εν τη γενετείρα των πατρίδι.
Υπήρξαν όμως και πρότερον άνδρες μεγάθυμοι εν Κισσώ ως και η οικογένεια Σακελλίωνος, ήτις πολυειδώς και ποικοιλοτρόπως εξυπηρέτησε της χώρας τα συμφέροντα. Ο δε πατήρ του Δημητρίου Σακελλαριάδου ιερεύς Γεώργιος είχε συνδεθή δια στενής φιλίας μετά του Ρήγα, καθ’ όν χρόνον ούτος ήν διδάσκαλος,β ραδύτερον εμύησεν αυτόν εκ Βλαχίας μάλλον ή εκ Βιέννης ως και άλλους προύχοντας της Ζαγοράς. Ο περί ού ο λόγος Γεώργιος εκαλείτο Σακελλίων και ουχί Σακελλάριος, διότι το εκκλησιαστικόν οφφίκιον του σακελλαρίου ήτο ιδιαίτερον του σακελλίωνος και δη ανώτερον κατά μίαν βαθμίδα. Αποθανών ο υιός του Δημήτριος τω 1886 εν ηλικία σεβαστή, ηκούσαμεν αυτόν διηγούμενον όσα εν τω περί καταγωγής και γεννήσεως του Ρήγα εγράψαμεν εξ αφηγήσεως του συγγενούς του Δ, Σγατζούρη, άτινα προσεπεκύρει κατά γραμμήν, διότι και ούτος ήν άποικος εξ Αγράφων , και κατ’ ακολουθίαν, γνώστης της οικογενείας Κ. Τρανού και Κυριαζή Αντωνίου ή Κουκουζέλη, πατρός του Ρήγα. Απελθούσα εξ Αγράφων η οικογένειά των, διότι ο Αλή Πασσάς εζητήσατο την σύζυγον του πατρός του Γεωργίου ιερέως Χρυσάνθου ως παλλακήν του, κατώκησε εν Κισσώ τω 1770, ένθα απεκατέστη διαρκώς διαμείνασα μέχρι σήμερον. Διερχομένη η οικογένεια του πατρός του Γεωργίου ιερέως Χρυσάνθου, νύκτωρ πάντοτε τας ατραπούς και τα δάση και τας κλιτύας των Καμβουνίων (Χασίων) ορέων, απεβίωσεν η ωραία γυνή του γέροντος λευίτου ήν ενταφίασαν εκεί που, ως μαρτύριον της θηριωδίας του βαρβάρου σατράπου. Ο πατήρ του Γεωργίου Χρυσάνθος, ήν ιερεύς λόγιος και τιμητικώς έφερεν τον τίτλον του σακελλίωνος, ήτο δε διδάσκαλος εν Αγράφοις και συγγραφεύς παραφράσεως του Ευριπίδους εις ρυθμικούς στίχους  κατά το νεώτερον ιδίωμα,  όπερ χειρόγραφον εκλάπη εκ της βιβλιοθήκης του Γ, Σακελλαριάδου τω 1875 (όρα Ν. Σταυρίδου πραγματείαν εν εφημερίδι «Τύπος» 1903, αριθμ. 366).
Εν έτει 1772 γενόμενος ιερεύς ο ευπαίδευτος υιός του Χρύσανθου Γεώργιος διήγεν εν αρετή ως ιερεύς και διάδοχος του Ρήγα διδάσκαλος τω 1776,ότε ο Ρήγας απήλθεν εις Αμπελάκια τω αυτώ έτει προς εξακολούθησιν των σπουδών του εν ηλικία 19 ετών. Τω δε 1814, διευθύνων τα της Φιλικής Εταιρείας ο εκ Κισσού καταγόμενος αοίδιμος Μητροπολίτης Δημητριάδος Θεόκλητος, εμύησεν εις τα της Φιλικής Εταρείας μυστήρια τον ιερέα Γεώργιον Σακελλίωνα, όν βραδύτερον έπεμψεν εις Κυδωνίας της Μικράς Ασίας ως διδάσκαλον μεν, αλλά και προς διάδοσιν της μεγάλης περί εξεγέρσεως ιδέας.  Προδοθείς όμως κατείρχθη μετ’ άλλων συνεργών του προυχόντων Κυδωνιέων, οίτινες απεφυλακίσθησαν δια μεγάλων δωροδοκιών, ότε μετά δεκατριετή διαμονήν και ευδόκιμον ηθικήν και εθνικήν εργασίαν, απήλθεν οίκαδε φέρων τον υιόν του Δημήτριον και πολλά της Φιλικής Εταρείας έγγραφα , άτινα τη συμβουλή του φίλου του Κ. Τσοποτού, κατέστρεψεν ίνα μην προδοθή και πάθη τα έσχατα (όρα Ν. Σταυρίδου πραγματείαν εν εφημερίδι «Τύπω» 1893, αριθμ. 367).    
Εν τη περιγραφομένη κωμοπόλει εδίδαξεν ο πρωτομάρτυς Ρήγας ο Φεραίος ως διδάσκαλος επί δύο έτη και κατά τίνας τέσσαρα. Ο εθνομάρτυς της Παλιγγενεσίας Ρήγας ο Φεραίος είχε γράψει εν τοις βημοθύροις του ναού Αγίας Μαρίνης ιδιοχείρως τάσδε τας χρονογραφικάς λέξεις: «Έπεσε χιών πολλά και λύκοι ήλθον εις την κώμην, εις το ψωμί είναι ακρίβεια, 1771 Νοεμβρίου 9. Ρήγας Βελεστινλής». Tην χρονογραφικήν ταύτην είδησιν και την υπογραφήν του Ρήγα απείλειψεν ο Ευστάθιος Ιωαννίδης, κατά την μαρτυρίαν του Γ. Κιαράνη, τω 1867.
Είναι αξιοπαρατήρητον φαινόμενον η των κατοίκων διαύγεια  του πνεύματος και η παρατηρητικότης επί παντός πράγματος και δη επί της πολιτικής πορείας των πολιτευομένων. Είναι γνωστόν ότι  καλλιέργεια του μεταξοσκώληκος  επανελήφθη και ενταύθα, ως εις πάντα τα χωρία, προνοία κυβερνητική χάρις εις την των Γεωργικών Σχολών και Σταθμών, οι μαθηταί των οποίων τα μάλιστα συνετέλεσαν και συντελούσιν εις την πρόοδον της γεωργίας, της διατροφής μεταξοσκώληκος και της του μεταξοσπόρου καλλιεργείας και εκλογής.
Τόδε το άσμα ηκούσαμεν αδόμενον υπό νεανιών χορευόντων, ων η παρουσία τα μάλιστα συνέτεινεν εις τον πανηγυρισμόν της ημέρας της Αγίας Μαρίνης εν τω δήμω Κισσού:
Πάρε, Μαριώ μ’, τη ρόκα σου
κι έλα  το φράχτη φράχτη
βάσανα πούχ’ η αγάπη.
Κι αν σε ρωτήσ’ η μάννα σου
τι τόκανες τ’ αδράχτι
πές, πως σούπεσε στο φράχτη.
Μαριώ μ’, σαν πας στην εκκλησιά
προσκύνα και για μένα
αγαπώ Μαριώ μ’, εσένα
 να λιώσουνε τα κρίματα
πούχωμε καμωμένα.
Έτερον αδόμενον υπό νεανίδων:
Της Αγιάς Μαρίνας σύκο
και του Αηλιά σταφύλι,
και του Αγίου Παντελεήμων 
κίνησε με το κοφίνι.
Η Αγιά Μαρίνα κίν’σε
για σταφύλια και για σύκα
κι Άης Λιας της δίν’ στο χέρι
κοφινάκι και μαχαίρι.
Βγήκε κι Αγιά Παρασκευή
στο δρόμο και της λέει:
-Ώρα καλή Μαρίνα μου,
και σαν ερθής το βράδυ,
φέρε μας σύκα τροφαντά
μεγάλα και μελάτα
σταφύλια δροσερά πολλά
και νάναι αυγουλάτα.
Τα δημώδη άσματα των χωρίων του Πηλίου, της Όσσης και τινών πεδινών και ορεινών κωμών της Όθρυος όζουσι θρησκευτισμού. Το τοιούτον συμβαίνει διότι αι κώμαι είναι ωκοδομημέναι πλησίον μονών, όπερ φαινόμενον πιστοποιεί την καθολικήν γνώμην περί της ιδρύσεως αυτών ο πρώτον υπό των κολλήγων των μοναστηρίων. Και όντως μεγίστη διαφορά υπάρχει μεταξύ των χορικών τραγωδιών των πεδινών χωρίων της Θεσσαλίας και των κωμών του Πηλίου, της Όσσης και της Όθρυος, ου μην αλλά και μεταξύ των χωρίων του Ολύμπου, των Καμβουνίων ορέων(Χασίων)  και της Πίνδου. Διότι εν τοις όρεσι τούτοις, καίτοι υπάρχουσι ισάριθμοι και πλειότεραι μοναί, ουχ ήττον όμως δεν επέδρασε ο θρησκευτισμός, συνεπεία της των αρματωλικών σωμάτων παραμονής και της επικοινωνίας των λαών μετά των αρματωλών, μεθ’ ων οιονεί συνεδέοντο διά φιλίας και γάμων.]