Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παροιμίες-φράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παροιμίες-φράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Παροιμίες

Καλό μήνα!  
Παροιμίες για το Μάρτη
«Λείπ’ ου Μάρτ’ς απ’ τ’ Σαρακουστή;» 
Είναι γνωστό πως μεγάλο μέρος της πριν το Πάσχα περιόδου (Μ. Σαρακοστής) συμπίπτει με το Μάρτιο. Λέγεται γι’ αυτούς που βρίσκονται πάντα παρόντες σε ορισμένο τόπο και χρόνο.
«Από Μαρτιού π’κάμ’σο κι απ’ Αύγουστο σιγκούν’»
«Από Μαρτχιού καλουκαίρ’ κι απ’ Αύγουστο χ’μώνα»
«Από Μαρτχιού καλουκαιριάζ’ κι απ’ Αύγουστο χ’μωνιάζ’»
Είναι φανερό πως απ’ το Μάρτη αρχίζει να καλοκαιριάζει και ντυνόμαστε ελαφρύτερα κι απ’ τον Αύγουστο και μετά δροσίζει και ντυνόμαστε πιο βαριά. 
Και αντίθετα:
«Ούτ’ ου Μάρτ’ς καλοκαίρ’ ούτ’ κι ου Αύγουστος  χ’μ’ώνας»
«Ένας κούκους δε φέρν’ τ’ν Άνοιξ’»
Αν επικρατεί βαριά συννεφιά τότε ή θα καλοσυνέψει ή θα έρθει μεγάλη καταιγίδα:
«Τ’ Μαρτχιού τα σκουτ’νά αν τα ιδείς να μη φουβ’θείς, 
μα αν τα ιδείς κι φουβ’θείς  βρέκα τρύπα να χουθείς».
Πολλές παροιμίες υπάρχουν για την ωφελιμότητα των βροχών του Μαρτίου. Ανάλογα με την ατμοσφαιρική κατάσταση του Μαρτίου εξαρτάται κι η σπορά των διάφορων φυτών και την απόδοση των καλλιεργειών. 
Έτσι:
«Μάρτ’ς βρέχ’, πουτές μην πάψ’».
 «Αν ρίξ’ ου Μάρτης δυο νι(ε)ρά κι Απρίλ’ς άλλου ένα,
χαρά σ’ ικείνουν του ζηυγά απ’ έχ΄πουλλά σπαρμένα».
« Να βρέξ’ ου Μάρτης δυο νι(ε)ρά κι ου Απρίλ’ς άλλου ένα,
να ιδείς κ’λούργια τα πιδγιά κι πίτι(ε)ς οι μανάδι(ε)ς
κι ψηλουανασκουμπώματα οι κλεφτουμυλουνάδι(ε)ς».
«Μάρτης έβρι(ε)χι(ε), Θι(ε)ρστής χαίρουνταν».
«Μάρτ’ς καλψιάρ’ς».
«Όταν ι Μάρτ’ς είναι καλός, τ’ χουριάτ’ η κόρ’ παντρεύητι(ε)».
Και το αντίθετο:
«Μάρτ’ς  άβρι(ε)χους, μούστους άμι(ε)τρους»
γιατί η ανομβρία του Μαρτίου ωφελεί την αμπελοκαλλιέργεια.
 Βέβαια και για το ευμετάβλητο του καιρού και της θερμοκρασίας, υπάρχουν αρκετές παροιμίες:
«Ι Μάρτ’ς ως του γιόμα του ψουφάει κι ως του βράδ’ του βρουμάει».
«Ι Μάρτ’ς ώρι(ε)ς κλαίει, ώρι(ε)ς γι(ε)λάει».
«Μάρτ’ς είνι(ε) χάδγια κάν’, πότι(ε) κλαίει πότι(ε) γι(ε)λάει».
 «Τ’ Μαρτχιού οι αυγές μι(ε) κάψανι(ε), τ’ Μαϊού τα μι(ε)σημέργια».
 Σαν το Μάρτη είναι και ο άστατος και ευμετάβλητος χαρακτήρας κάποιων: 
«Τα λό(γ)ια τ’ είνι(ε) γι(ε)ρά σαν του Μαρτχιού του χιόν’, 
απού του ρίχν’ απουβραδίς κι του προυί του λιών’».
Και ο χυλός που έπρεπε να τρώνε το Μάρτη, πιστεύοντας  πως δεν θα τους τσιμπούσαν τα κουνούπια, ήταν μια απ’ τις παροιμίες:
«Το Μάρτ’ χυλό έφαγα , κουνούπ’ να μη μ’αγγίξ’».
O καυτερός μαρτιάτικος ήλιος έπρεπε να μη δει τους ανθρώπους, γιατί θα γίνονταν μελαχρινοί αν εκτίθονταν στις ακτίνες του! Αυτή η δεισιδαιμονία επικράτησε απ’ τον καιρό των Ελευσινίων μυστηρίων, όπου και τότε έδεναν στο χέρι ή στον τράχηλο ασπροκόκκινη στριμμένη κλωστή για όλον το μήνα. Πίστευαν πως θ’ απέφευγαν την επίδραση του ήλιου!
«Οπώχει κόρ’ ακριβή, του Μάρτ’ ι ήλιους μην τ’ν ιδεί».
Ακόμη δεν έπρεπε να κοιμάται κάποιος στον ήλιο:
«Του Μάρτ’ στουν ήλιου μην κοιμ’θείς».
Η μαρτιάτικη κακοκαιρία και το ενδεχόμενο ψύχος πολλές φορές ήταν καταλυτικό.
«Μάρτ’ς, γδάρτ’ς κι κακός παλουκουκαύτ’ς»
«Του Μάρτ’ ξύλα φύλα(γ)ι(ε) μην κάψεις τα παλούκια»
«Άλλου δε μι(ε) μάρανι(ε), μον’ τ’ς Άνοιξης του κρύου».
«Του Μάρτ’ φύλαε τ’ άχερα, μη χάσ’ς του ζηυγάρ’»
Είναι επίσης γνωστή η παράδοση με τη γριά και το Μάρτη που αρχικά είχε 30 ημέρες. Την τελευταία μέρα του μήνα  νομίζοντας πως απαλλάχτηκε απ’ τον κίνδυνο του παγετού γλιτώνοντας τα ζωντανά της, είπε περιφρονητικά στον Μάρτιο: 
«Πριτς Μαρτάκη μ’ τα ξεχείμασα τα κατσικάκια μ’! »
Ο Μάρτης οργισμένος σηκώθηκε και ζήτησε μια μέρα απ’ το Φλεβάρη που να κάνει πολύ κρύο. Έμεινε έτσι ο Φλεβάρης «κουτσός» κι ο Μάρτης με 31 μέρες. Η γριά κρύφτηκε στο καζάνι που τυροκομούσε και έμεινε εκεί παγωμένη ανάμεσα στα κατσίκια της! Η παράδοση αυτή υπάρχει και στη Γαλλία με μικρές παραλλαγές.
«Ι Μάρτ’ς έβανι(ε) τη γριά μες στου καζάν’»
«Στ’ν πομπή σ’, Μάρτη μ’, τ' αρνουκάτσικα μ’ τα ξεχείμασα!»

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Πηλιορείτικες παροιμίες και φράσεις (4)



Συνέχεια με πηλιορείτικες φράσεις και παροιμίες 
  • Αλαφρουζύγιασι κι πούλα. (Φ)
  • Άλλα λόια να αγαπιόμαστι. (Φ)
  • Άμα έχ’ς γιο τιμπέλη, τι τουν θέλ’ς τουν προυφήτ’; (Φ)
  • Άμα θέλει η νύφ’ κι ι γαμπρός, τύφλα νάχει ι πιθιρός. (Π)
  • Άμα μπεις στου χουρό θα χουρέψεις. (Φ)
  • Ανάθιμα απ’ δούλευι(ε) τα τρία τα Σαββάτα, του Κρεατ’νό, το Τυρ’νό, τ' Αγίου Θιουδώρου (Φ)
  • Άντε κι καλόνι διάφουρου!  (Φ)
  • Απ’ του στόμα σ’ κι στ’ Θιού τ’ αυτί. (Φ)
  • Αυτός κουπανάει αέρα! (Φ).
  • Άφ’σε απ’ είμαστι φτουχοί, μας  λείπ’νε κι οι παράδις. (Φ)
  • Βάνανε του λύκου να φ’λάξ’ τα πρόβατα. (Π)
  • Βγάν’ τα να τ’ αρμέξουμι κι ας είν’ κι στέρφα. (Φ)
  • Βρέχει χιουνίζ’, η καραβάνα γιουμίζ’. (Φ)
  • Γιάνν’ς  κιρνάει, Γιάνν’ς  πίνει. (Φ)
  • Γιάνν’ς πήγις,  Γιάνν’ς ήρθις.(Φ)
  • Δε γιένουντι τα καβούρια πίτα. (Π)
  • Δε τουν χουράει η τρύπα τ’, σέρνει κι κουλουκύθια.  (Φ)
  • Δεν κάν’ ι λύκους παστουρμά. (Φ)
  • Δίπλα του φιγγάρ’, λόρθους ι καπιτάνιους. (Φ)
  • Είνι ένας χαλές άπλυτους! (Φ)
  • Είνι μι του πουδάρ’ στουν τάφου. (Φ)
  • Έφαγα τ’ν κότα, σι χέζου τ’ν πόρτα. (Π)
  • Έχει τ’ Αβραάμ κι τ’ Ισαάκ τα καλά. (Φ)
  • Έχεις φίλου καρδιακό; Έχεις μιγάλου θησαυρό. (Π)
  • Ζόρια ι Ριτζάλης κόκκινα παπούτσια. (Φ)
  • Η καλή η ν’κουκυρά, είνι δούλα κι κυρά. (Π)
  • Η πουρδή τ’ μουσχουκύδουνου. (Φ)
  • Ήρθι μι τα χέρια κ’νιώντα. (Φ)
  • Θα ξιράσου απ’ τουν κούτ’πα! (Φ)
  • Θα σι πάρ’ κι θα σι σ’κώσ’. (Φ)
  • Θέλει πουλύ λιμόνι; (Π)
  • Θυγατέρα μ’ γλυκιά, νύφ’ πικραγγουριά. (Π)
  • Ι ένας φ’λάει τ’ς δώδικα (Π)
  • Ι Θιός να σι φ’λάει απού κινούργιουν άρχουντα κι απού παλιόν διακουνιάρ’. (Φ)
  • Ιγώ στραβός κι συ κ΄τσή, ν’ ανοίξουμι ένα μαγαζί. (Φ)
  • Ιμένα δε μ’ του τρως του μάτ’. (Φ)
  • Ιτούτος αρμέγει του τραΐ ! (Π)
  • Κάθιτι σαν τ’ κουκόνα στου κριβάτ’. (Φ)
  • Και του σκύλου φίλεψέ τουν και του πόδι σ’ φύλαξέ του. (Π)
  • Καλουκιρ’νό αγκάθ’, χειμουνιάτ’κου μαρούλι. (Π)
  • Κάνεμι νύφ’ ακόμα μια φουρά κι ξιέρου να προυσκ’νήσου. (Π)
  • Καστανιά, πάντα νια. (Φ)
  • Κατά μάνα κατά κύρ’, κάμανι κι γιο Ζαφείρ’. (Φ)
  • Κι ι λύκους απ’ τα μιτρημένα τρώει. (Π)
  • Κουντά στα ξιρά, καίουντι κι τα χλουρά. (Π)
  • Λόρθου του φιγγάρ’, δίπλα ι γεμιτζής. (Π)
  • Λόρθου του φιγγάρ’, δίπλα ι καπιτάνιους. (Φ)
  • Μ’κρός διάουλους, μιγάλα τσαρούχια. (Π)
  • Μαναχός τ’ ούτι στουν παράδεισου δεν κάνει. (Φ)
  • Μαύρην ράγα, μαύρην κάπα. (Π)
  • Μη κ’τάζεις τα στραβά τ’, κοίτα τ’ μοίρα τ’ την ίσια. (Π)
  • Μην τάξεις σ΄ άγιο κιρί κι στουν σαλόνε κ’λούρα. (Π)
  • Μπήκι του νερό στ’ αυλάκι. (Φ)
  • Να τρώει η μάνα  κι τ’ πιδιού να μη δίνει. (Φ)
  • Νιο φιγγάρ’, νιο παλικάρ’. (Φ)
  • Ξούρ’σι τ’ αυγό κι πάρι του μαλλί τ’. (Π)
  • Ό,τ’ ξέρει ι νοικουκύρ’ς δεν του ξέρει ι κόσμους ούλους. (Π)
  • Ό,τ’ ξέρει ι νοικουκύρ’ς δεν του ξέρει ι μουσαφίρ’ς. (Π)
  • Όποιους φ’λάει τα ρούχα τ’, έχει τα μ’σά. (Π)
  • Όπου γάμους κι χαρά, τρέχα Γιάνν’ αλίξουρι. (Φ)
  • Όπχοιους δεν πινέψ’ του σπίτι τ’, θα πέσ’ να τουν πλακώσει. (Π)
  • Όρσι γαμπρέ κουφέτα! (Φ)
  • Ότ’ γράφ’ δεν ξεγράφ’. (Π)
  • Όταν γηράσει ι άνθρωπους τουν γαβγίζ’νει τα σκ’λιά
  • Όταν δίν΄ι Θιός τ’ αλεύρ’, παίρν’ ι διάουλους του σακί. (Π)
  • Ου Μανόλης (ή ου κυρ-Γιάννης) μι τα λόια, φκιάνει ανώια κι κατώια. (Φ)
  • Ούτ’ ισύ κιαρατάς ούτ’ ιγώ ρουφκιάνους. (Π)
  • Ούτι στουν ήλιου ούτι στουν ίσκιου. (Φ)
  • Πααίνει στραβά σαν τουν κάβ’ρα. (Φ)
  • Παλιός γάιδαρους, κινούργια πιρπατ’σιά. (Π)
  • Παντού χών’ς τ’ μύτ’ σ’. (Φ)
  • Πας τιμπέλης κι φαγάς, χουρουφύλακας ή παπάς.(Π)
  • Πέσι πίτα να σι φάου. (Φ)
  • Πήγι για τ’ μαμή κι γύρ’σε στα βαφτίσια. (Π)
  • Πίσου τόχει η αχλάδα του κουτσιάνι. (Π)
  • Πίτα απ’ δε θα φας, τι σι μέλ’ κι αν καεί; (Φ)
  • Πρώτα γλέπ’ς του γείτουνα κι ύστιρα τουν ήλιου. (Φ)
  • Πχιες νιερό να έχεις του κιφάλι σ’ γιρό. (Π)
  • Σα δε σι θέλ’ του χουριό, τι ζητάς τ’ παπά του σπίτ’; (Φ)
  • Σαν σ’ αρέσ’ η τσόχα, πάρτην για σαμαρουσκούτ’. (Φ)
  • Στ’ κ’φού την πόρτα , όσου θέλ’ς βρόντα. (Π)
  • Στ’ κασιδιάρ’ του κιφάλι μαθαίν’ κουρέας (Π)
  • Στου γάμους σ’ θα κουβαλώ νι(ε)ρό μι του κόσκ’νου. (Φ)
  • Τάρα- μανέλα (Φ)
  • Τ’ν αλ’πού δεν τ’ν χουρούσι η τρύπα τ’ς, καραμπάτσις μάζουνι.  (Φ)
  • Τ’ς κουντής π’τ****ς τ’ς φταίει του μαλλί (Π)
  • Τ’ς Κυριακής τ’ όνειρου, ως του μισ’μέρ’ δηλοί. (Π)
  • Τ’φυκάει στου γάμου τ’ Καραγκιόζη! (Φ)
  • Τα λένε τα κότσια τ’. (Φ)
  • Τα στραβά τα καρβέλια η νύφ’ τα φκιάνει. (Π)
  • Τέτχοιο μυαλό έφκιασες, τέτχοια σκούφκια φόρεσις. (Π)
  • Τζάντζαλα μάντζαλα, κούφια καρύδια.(Π)
  • Τιτάρτη κι Παρασκηυή τα νύχια σ’ να μην κόψεις, την Κυριακή να μη λουστείς, αν θέλεις να προυκόψεις. (Φ)
  • Τώρα απ’ βρήκαμι παπά, ας θάψουμι πεντ’ έξι. (Π)
  • Φασουλάδα τρουμιρή, κάθι βήμα κι πουρδή. (Φ)
  • Φουτιά στα τόπια! (Φ)
  • Φτάν’νε τα κουρόμπλα. (Φ)
  • Χαΐρ’ δεν είδι!  ή  χαΐρ’ να μη δεις! (Φ)
  • Χατήρ’ για τουν βασιλικό πίν’ κι η κ’ρούπα του νι(ε)ρό.
  • Ψάχει ψύλλοι στ’ άχερα. (Π)

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Πηλιορείτικες παροιμίες και φράσεις (3)



Πηλιορείτικες παροιμίες και φράσεις (συνέχεια)
J     Α, ρε κιέρατου βιρνικουμένου! (Φ)
J     Άι κουρέψ’! (Φ)
J     Άι, καλά κρασιά! (Φ)
J  ι στουν κόρακα ! (Φ) (*)
J     Άλλαξι η χήνα κι έβανι πάλ’ ικείνα (Π)
J     Άλλαξι ι Μανουλιός κι έβαλι τα ρούχα αλλιώς. (Π)
J     Άμα δεν κλα΄ψ’ του μ’κρό, δεν τ’ δίνει  μάνα τ’ να φάει. (Π)
J     Αν δε χτυπήσ’ ι τύμπανους κι αν δε σφαχτεί ι τράγους , δεν τόχω μάνα μ’, σίγουρου πως θα ξικ’νήσι ι γάμους. (Π)
J     Αν δεν κ’ν’σει η σκύλα τ’ν ουρά τ’ς, σκ’λί δεν πάει κουντά τ’ς. (Π)
J     Ανεμουμαζώματα, διαουλουσκουρπίσματα. (Π)
J     Απ’ ν’ αναβρουχιά καλό είν’ κι του χαλάζ’. (Π)
J     Απ’ τ’ αυτί κι στου δάσκαλου. (Π)
J     Από’χτ’σε κι η αλ'πού κουλουκύθ' κι δεν ξέρ' που να το κρύψ' (Φ) (*) 
J     Απού μικρό κι απού σαλό μαθαίν’ς τ’ν αλήθεια. (Π)
J     Αργαλαστή, Καμάρα κακιά ξιπατουμάρα- Λαύκους κι Μπρουμίρι, πουδάρ’ μην απομείνει.(Φ)
J   Απ'στομήθ'κε κι έφαγε τα σαμάρια τ' !  (Φ) (*) 
J     Ας  μι λένε βοϊβοντίνα κι ας ψουφώ απού την πείνα. (Π)
J     Άσπρα μαλλιά στην κιφαλή, κακά μαντάτα στην πτσ***ή. (Π)
J     Αυτοίν τιριάξανι κι σ’μπιθιριάσανι. (Π)
J     Αυτός κρατάει φανάρ’. (Φ)
J     Γαμώ του φιλέκ’ σ’. (Φ)
J     Δε σ’ είχα στου στρέμμα! (Φ)
J     Δεν κόβ’ η γκλάβα τ’! (Φ)
J     Δεν τουν βλέπου καλά αυτόν. (Φ)
J     Δούλευε να τρως κι κλέψι για να έχ’ς. (Π)
J     Έγινε κι η αλ'πού θερίο (Φ) (*)
J     Έγινι ι λύχνους θυμιατό κι η κουτσουλιά λιβάνι κι έπισαν τ’ άστρα τ’ ουρανού κι τα τσιμπούν οι γάλοι (Π)
J   Είδε φούρνο κι θάμαξε πεζούλα κι φοβήθ'κε (Φ)(*)
J     Είν’ τους στ’ διαόλ’ τ’ μάνα. (Φ)
J     Είν’τους φουτχιά κι λαύρα. (Φ)
J     Είνι ντιπ όρνιο. (Φ)
J     Είνι φως φανάρ’. (Φ)
J     Εκαθίσαν τα θρουνιά κι σκουθήκαν τα σκαμνιά. (Π)
J     Έπισι κι έφαγι τα σαμάρια τ’. (Φ)
J     Η νύφ’ άμα γιενν’θεί, τ’ν πιθιρά θα μοιάσ’. (Π)
J     Ήλιους κι φιγγάρ’, παντρεύουντι οι γαϊδάρ’. (Π)
J     Θέλησι ι Ουβραίους να καβαλ’κέψ’ κι έτ’χι μέρα Σαββάτου. (Π)
J     Ι δρόμους είνι ανοιχτός κι τα σκ’λιά διμένα. (Φ)
J     Ι Θιός αγαπάει τουν κλέφτ’, αγαπάει κι του νοικουκύρ’. (Π)
J     Ι φόβους φ’λάει τα έρ’μα. (Π)
J     Ικεί απ΄είσι ήμανε, κι ιδώ απ’ είμι θάρθ’ς. (Π)
J     Κάθιτι σα βριμένη γάτα (Φ)
J     Κάλλιου λάχανα κι ρήνια(=ειρήνη), παρά κόκουρα κι γκρίνια. (Π)
J     Λαγός τ’ φτέρα έσειε, κακό τ’ κιφαλιού τ’. (Π)
J     Λύκου είδες, πρώτος σ' είδε (Φ) (*)
J     Μι τουν θ’κός  φάι κι πχιε κι αλισβιρίσι μην κάνις. (Φ)
J     Μια φκιασιά είν’ τους. (Φ)
J     Μοιάζ’νι σα δυο σταγόνες νιρό. (Φ)
J     Μπιρ κι Μπιστινίκα, σταντός (=αγκούλα) κι δικανίκα.(Φ)
Μπρος πιδια! Πίσου, Χαρίλαε! (Φ)
J   Να σε φ'λάει ο Θεός από καινούριο νοικοκύρ' και από παλιά που**** ! (Φ) (*)
J    Ό,τ’ δίν’ς, πάιρνεις. (Π)
J     Όποιους έχ’ πουλύ πιπέρ’, ρίχν’ κι στα λάχανα. (Π)
J     Όρνιο τ’ς Κλεισούρας. (Φ)
J     Όταν γιράσ' ι λύκους τον γαβγίζ'νε κι τα κ'τάβια (Φ) (*)
J   Όσα φ'λάει η πουρναριά δεν φ'λάει η Παναγιά (Φ)   (*)
J     Παπούτσ’ απ’ τουν τόπου σου κι ας είν’ κι μπαλουμένου. (Π)
J     Πίν’ η κότα του νερό κι κοιτάει κι του Θιό. (Π)
J     Προυσκ’νάει σα νύφ’. (Φ)
J     Σαλός παπάς σι βάφτ’σει! (Φ)
J     Στ’ χάσ’ κι στ’ ψέξ’. (Φ)
J     Στάσ’ αγά μ’ να βάλου φαλ’, για να σ’ πάρου του κιφάλι. (Π) (=φάλι=μπαρούτι, φυτίλι)
J     Τ’ν τύλουσι! (Φ)
J     Τ’ς τάπι χύμα κι τσουβαλάτα. (Φ)
J     Τα π’λεί  απάν’ κι ξιαπάν’.(Φ)
J     Τι γυρνάς σα φλιέτρους; (Φ)
J     Του Θιό τ’ δεν έχι ιτούτους. (Φ)
J     Τουν κακό σ’ του φλάρου. (Φ)
J     Τουν πήρι φαλάγγι. (Φ)
J     Τουν ψ’λλιάστ’κα. (Φ)
J    Τ’ς γειτόν’σσας του πράμα, να του πιάσου τόχου τάμα.(Π)
J     Τώρα στα γιράματα, μάθι γέρου γράμματα. (Π)
J     Χαλνάει τ’ μανέστρα. (Φ)
J     Χέσι ψηλά κι αγνάντηυε. (Π)
J     Χιόνι τ’ Δικιμβριού, χρυσάφ’ τ’ καλοκιριού.(Π)

(*) σταλμένες από τον Epaminondas Tsaknakis

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Πηλιορείτικες παροιμίες και φράσεις (2)


Πηλιορείτικες παροιμίες και φράσεις (συνέχεια)
    J     Άδειου σακί δε στέκετι, γιουμάτου δε λυγάει. (Π)
J     Άλλους λέει του μακρύ τ’ κι άλλους του κουντό τ’. (Φ)
J     Άμα κάνανι ούλες οι μέλισσις μέλι, θα κάνανι κι οι αγρικουμπάνοι. (Π)
J     Αρριβώνιασι (ή παντρεύτ’κι, έφυγι κλπ) κι άκ’σα ‘γώ. (Φ)
J     Ας είν’ καλά του ινάτ’ σ’. (Φ)
J     Βάνου του νιρό στ’ αυλάκι. (Φ)
J     Βγήκι λάδ’! (Φ)
J     Βρήκι κι τα πιρνάει. (Φ)
J     Γέρους γάιδαρους, κινούργια πιρπατ’σιά. (Π)
J     Γίν’κι η νίλα τ’ Μουάμεθ. (Φ)
J     Γραιουτραμουντάνα, τέσσιρα πουδάρια αντάμα. (Π)
J     Γρέκιασις μες στου μαγαζί. (Φ)
J     Είνι καράβ’ τ’ς υπουμουνής. (Φ)
J     Έριξα άδγεια να πιάσου γιουμάτα. (Π)
J     Έφκιασι μια τρύπα στου νιρό. (Π)
J     Ζήτου απ’ καήκαμι. (Φ)
J     Θ’κό μ’ είνι του γουμάρ’ κι του κάνου ότ’ θέλου. (Φ)
J     Θέλει νόμου-τρόπου να γίν’ του θ’κό τ’. (Φ)
J     Ι Γιάνν’ς (ή Γιώργους, Θανά’ης, Λ’ιας κλπ) κι του γουμάρ’, θέλ’νε κι τα δυο σαμάρ’. (Π)
J     Ι λουλός λουλούδια κι ι παλαβός τραγούδια. (Π)
J     Κ’τσά στραβά, θα τα καταφέρου. (Φ)
J     Καθαρός ουρανός, αστραπές δε φουβάτι. (Π)
J     Καλιβώνει ψύλλου τουν ανήφουρου. (Π)
J     Λύθ’κι στα γέλια. (Φ)
J     Μακριά τα ξηράδια σ’. (Φ)
J     Μάνε-μάνε σι κριμούν κουδούνια. (Φ)
J     Μαύρα μάτχια κάναμι να σι δούμι. (Φ)
J     Μη ρίχτεις λάδ’ στ’ φουτχιά! (Φ)
J     Μην αγαπάς Δρακιώτ’σσα μήτι Λαυρεντοπούλα, αγάπα Πορταρίτισσα νάχει τα νάζια ούλα! (Φ)
J     Μπούλουσ’ του καπάνι σ’.(Φ)
J     Ότ, τ’ φανεί τ’ Λουλουστιφανή. (Π)
J     Πήρι τ’ν κάτ’ βόλτα. (Φ)
J     Πιρίμινι μ’τζουρ’ να γιέν’νε τα μούρα. (Π)
J     Πχιάστ’κι ντιπ Κώτσιους! (Φ)
J     Σαπούνι - χαλβάς, τόφαγε ι αγάς! (Π)
J     Σάρα τα πουρτέλια. (Φ)
J     Στουν κόμπου κι στου στάχυ, γαμώ τη μάνα απ’ τάχει. (Π)
J     Σφίξ’τ’ τα λουργιά. (Φ)
J     Τ’ χάριζαν έναν γάιδαρου κι αυτός τουν κοίταζει στα δόντια. (Π)
J     Τα θ’κά σας είνι σύκα κι λιγών’νει, τα θ’κά μας καρύδια κι βρουντούνι. (Π)
J     Τα κιαρατά τ’ τα δίφουρα. (Φ)
J     Τέτοια χάδια Στεφανή μ’, δεν τα χάφτει το μ**νί μ’! (Φ)
J     Του Ρηνιώ τ’ Αντώνη του πιτρουχιλιδόνι, του γιέλασαν κι τ’ δώσανε τουν μπούφου κι του γκιώνη! (Φ)
J     Φ’λάξ’ απ’ τα πισινά τ’ γαϊδάρ’ κι απ’ τα μπρουστινά  τ’ς  γ’ναίκας. (Π)
J   Φουτιά απ’ σ’ έκαψι. (Φ)

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Πηλιορείτικες πασχαλινές φράσεις



Φράσεις που λέγονται την περίοδο του Πάσχα, αλλά και φράσεις που είναι παρμένες από τα γεγονότα των Παθών και της Ανάστασης, κυρίως από το Ευαγγέλιο.

Ήρθι ι Βαϊός μι τα ψάρια: (ήρθε η γιορτή των Βαΐων)

Τα πήρι τα βάια τ’ :(τον έβαλε στη θέση του, τον αποστόμωσε, τον μάλωσε)

Είνι ντιπ βαϊά:  (είναι φορτωμένο άνθη το δέντρο -η ελιά συνήθως- όπως η βαγιά με τα πολυπληθή άνθη της)

Δεν έχ’ καλά βάια αυτός: (δεν φαίνεται να είναι στα καλά του αυτός, δεν έχει καλά συμπτώματα)

Ήρθι μετά βαΐων κι κλάδουν:ρθε επίσημα, μεγαλοπρεπώς)

Ανακατιμένους ι ιρχόμενους: Για να τονίσουμε μια μεγάλη ακαταστασία. (παρωδία απ' το Ευλογη­μένος ο ερχόμενος)


Έχασι τ' αυγά τ' κι τα πασχάλια τ' : Όταν κάποιος μπερδεύει τις ημερομηνίες ή βρίσκεται σε σύγχυση. 
(από το Πασχάλιον=εορτολόγιο-ημερολόγιο του Πάσχα)

Πάσχα στου Βένι(ε)του, Πάσχα κι στου Κιραμίδ’: Λέγεται όταν θέλουμε να πούμε πως θα γίνει ή θα κάνουμε το ίδιο που έγινε κι αλλού.(*)
Προέλευση: Στα παλιότερα χρόνια που οι ιερείς των χωριών ήταν σχεδόν αγράμματοι, αλλά δεν είχαν και ημερολόγια, ο παπάς από το Κεραμίδι του Πηλίου, που ήταν συγχρόνως και γεωργός, την καθαρή Δευτέρα έβαλε μέσα στην τσέπη του ράσου του σαράντα ξερά κουκιά, έτσι ώστε τρώγοντας ένα κάθε μέρα να ξέρει πότε θα είναι των Βαΐων και θ’ αρχίσει η Μεγ. Εβδομάδα. Η παπαδιά τινάζοντας το ράσο, είδε τα κουκιά. Θ’ αρέσουν στον παπά, σκέφτηκε, αφού τα έχει στην τσέπη του! Πήγε τότε και του έβαλε κι άλλα. Ο παπάς συνέχισε να τρώει ένα καθημερινά, αλλά οι σαράντα μέρες πέρασαν χωρίς να το πάρει είδηση.
Κάποια μέρα πήγε στο διπλανό χωριό, το Βένετο. Περπατώντας έξω απ΄ την εκκλησία, είδε τσόφλια από κόκκινα αυγά. Ρώτησε κι έμαθε πως το Πάσχα ήταν πριν μια βδομάδα. Αμέσως γυρνά στο χωριό του το Κεραμίδι κι αρχίζει να χτυπά χαρμόσυνα τις  καμπάνες. Οι χωριανοί βγήκαν και τον ρώτησαν τι έγινε. Αυτός απάντησε με την γνωστή φράση: «Πάσχα στου Βένιετου, Πάσχα κι στου Κιραμίδ’!»
(*) Κεραμίδι & Βένετο(το)=χωριά του βοοειοανατολικού Πηλίου.

Έμεινι εκτός νυμφώνος: Λέγεται για κάποιον που έχασε την ευκαιρία ή έμεινε έξω από κάτι.

Αγρόν αγόρασι: Έδειξε μεγάλη αδιαφορία, παραμέλησε κάτι που έπρεπε να κάνει.

Μιτά φανών κι λαμπάδων: Για κάποιον που έρχεται με λαμπρή συνοδεία για ένα ευχάριστο γεγονός. (Φράση από τη σύλληψη του Ιησού)

Του μεν πνεύμα πρόθυμου κι η σαρξ ασθενής:  Όταν ενώ είμαστε πρόθυμοι για κάτι, δεν έχουμε τη σωματική δύναμη ή αντοχή που χρειάζεται. 
(Το είπε ο Ιησούς όταν βρήκε τους μαθητές του να κοιμούνται, λίγο πριν τον συλλάβουν στη Γεσθημανή)

Ας όψιτι ι αίτιους ή ας όψιτι ι ένουχους: Ας δει αυτός που έγινε αφορμή να γίνει κάτι κακό, αλλά κι ας έχει το κρίμα.
(Όψονται εις ον εξεκέντησαν)

Απόμ' νι ιπί ξύλου κριμάμινους ή Ιπί ξύλου κριμάμινους: : Λέμε όταν θέλουμε να υπογραμμίσουμε πως κάποιος καταστράφηκε εντελώς, φτώχυνε, έμεινε στο δρόμο, είναι απροστάτευτος ή σε πολύ δυσχερή θέση, έμεινε τελείως αβοήθητος.
(Από το σήμερον κρεμάται επί ξύλου)

Έφ’γαν άρον άρον: Για κάτι βιαστικό
(Άρον άρον σταύρωσον Αυτόν)

Τουν πήραν άρουν άρουν: Τον πήραν γρήγορα παρά τη θέληση του.

Τουν έστειλ'ναν απ' τουν Άννα στουν Καϊάφα: Τον κορόιδευαν, τον έστελναν από δω κι από κει.
(και ήγαγον προς Άνναν πρώτον από του Καϊάφα)

Έσκ’ ’σι τα ρούχα τ’: Αρνήθηκε κάτι επίμονα, ορκιζόταν ότι δεν έχει καμιά σχέση με κάτι.
(Διέρρηξε τα ιμάτια αυτού)

Έστριξαν οι κουβέντις μ’: Βγήκαν αληθινά όσα είπα. (Ίνα η γραφή πληρωθή)

Ιούδας ι Ισκαριώτ’ς: Αναφέρεται στον προδότη.

Κατ’ ηυθείαν στου πριτόριου: Τον έπιασαν και τον πήγαν κατ' ευθείαν στη φυλακή ή στο δικαστήριο.
(Και ήγαγον... εις το πραιτώριον)

Τα ‘βαλει στουν κουρβανά:  κορβανάς=ταμείο.
(Από τον Ιούδα και τα αργύρια της προδοσίας)

Κρανίου τόπους: Τόπος καταστροφών, εκτελέσεων, χωρίς ζωή.
(Ο τόπος εκτελέσης, ο Γολγοθάς)

Μνήστητι μ’ Κύριϊ:  Σώσε με, μη με ξεχνάς. Επίσης σαν έκφραση έκπληξης, απορίας ή θαυμασμού για κάτι που συνέβη.
(από το Μνήσθητί μου Κύριε, που είπε ο ένας ληστής που σταυρώθηκε μαζί με το Χριστό)

Παρέδουκι του πνεύμα τ’: Κάτι που τελείωσε, πέθανε.
(Η στιγμή που ο Χριστός πέθανε πάνω στο σταυρό).
  
Ως πρόβατου ιπί σφαγήν: Για κάποιον που κατηγορήθηκε άδικα, σύρθηκε σε ταλαιπωρίες ή ζημιές.

Πιρνάει τα βάσανα τ’ Χριστού: Όταν κάποιος υποφέρει πολύ.

Μη μι πιλατεύεις: Μη μ’ ενοχλείς χωρίς λόγο, μη με βασανίζεις, μη με ταλαιπωρείς.
(Από την ταλαιπωρία που υπέστη ο Ιησούς από τον Πιλάτο).

Κουστουδία: Λέγεται ειρωνικά για τη συνοδεία κάποιου.
(Η φρουρά του Πιλάτου για το σφράγισμα του Τάφου)

Γίν’ κι ανάστα ι Θιος ή ανάστα ι Κύριους: Έγινε ταραχή μεγάλη, φασαρία, θόρυβος.
(Ανάστα ο θεός κρίνων την γην)

Όποιους πρόλαβι τουν Κύριουν είδι: Όποιος πρόλαβε είδε το καλό, πέτυχε.
(Προλαβούσαι τον όρθρον οι περί Μαριάμ).

Είνι μη μου άπτου. Σημαίνει μη με αγγίζεις, αλλά λέγεται ειρωνικά και για ανθρώπους που προσέχουν πολύ την εμφάνισή τους.
(Φράση του Κυρίου στη Μαρία μετά την Ανάσταση)

Ειρήν’ υμίν: Λέγεται για σταματήσει η διαμάχη κάποιων. (Φράση του Κυρίου)

Είσι άπιστους Θωμάς: Χαρακτηρισμός του δύσπιστου.

Κικλεισμένουν τουν θυρών: Για συναντήσεις ή συνεδριάσεις που επιτρέπεται ή είσοδος μόνο στους άμεσα εμπλεκόμενους.
(Συνάντηση του Ιησού με τους μαθητές, μετά την Ανάσταση).