Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Ευχές

 (Δώρα οι ρίμες κι οι ευχές φτάσαν μαζί με τις χιονιές)

Ο Χρόνος που μας πέρασε ήταν όπως κι οι άλλοι
τον φορτωθήκαμε κι αυτόν επάνω στο κεφάλι.
Θαρρώ και εσείς θα πάθατε το ίδιο το χουνέρι
αφού ο αδυσώπητος μάς σβήνει απ’ το δεφτέρι.

Γι’ αυτό, κι εγώ τον προκαλώ συχνά-πυκνά εδώ
ψάχνοντας τις γραφτές πηγές απ’ τον παλιό καιρό
και βρίσκω τα καλύτερα από τα περασμένα
που έκαναν οι άνθρωποι κι είναι καταγραμμένα.

Ετούτα, στο ιστολόγιο, δείχνω τα περασμένα
τα είπανε όλα οι παλιοί κι είν’ δημοσιευμένα.
Σε άλλους πολύ αρέσουνε, τους έχουνε μαγέψει
κι άλλοι άσε το παρελθόν! με έχουν συμβουλέψει.

Ο χρόνος που μας πέρασε σουξέ μεγάλο είχε
και το Λεχώνι μας παντού στην οικουμένη πήγε.
Με κάμερα ο Paranormal μπήκε να ερευνήσει
κι η Ελεωνόρα με ΤV  ήρθε να μελετή-σει.

Μπήκαν που λέτε στου Κοντού, νύχτες χωρίς φεγγάρι
μα τα φαντάσματα κι αυτά τους πήρανε χαμπάρι!
Πάει!  άνθρακες ο θησαυρός και τα στοιχειά δε βγήκαν
το σπίτι κατακάθαρο, πλην ρημαγμένο βρήκαν. 

Κι όλοι ρωτούν ξαναρωτούν, τι τρέχει στα Λεχώνια;
Μη βγήκαν οι οντότητες απ’ τα παλιά τα χρόνια;
Σεις μην ακούτε τίποτα, όλα είν’ φαντασίες,
μόνον η ενημέρωση διώχνει τις δοξασίες.

Για τούτα η ενασχόληση με Τοπική Ιστορία
δεν είναι μια αναπόληση ούτε και νοσταλγία.
Πόθος είν’ για στον τόπο μας να μάθουμε πώς ήταν
και ποιοι ήταν οι άνθρωποι εδώ που κατοικήσαν.

Να δούμε από τα έργα τους και τις αδυναμίες
τι κάναν και πώς έδρασαν αυτές οι κοινωνίες.
Να διδαχτούμε απ’ τα καλά τα προτερήματά τους,
ν’ αφήσουμε διαγράφοντας τα ελαττώματά τους.

Φεύγει το Δεκατέσσερα το Δεκαπέντε μπαίνει
κι ο κόσμος όλος δύσκολα φαίνεται να τα φέρνει.
Το  θάρρος σας μη χάνετε και όλα θα περάσουν
με μέρες άσπρες σημερινές, κάποτε θα αλλάξουν.

Εύχομαι αναγνώστριες, φίλες, μικρές μεγάλες
και φίλοι αναγνώστες μου που είσαστε χιλιάδες,
Πολλά νάναι τα Χρόνια σας, μία εκατοντάδα,
μ΄ ειρήνη αγάπη και χαρά δίχως καμιά λαχτάρα!

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα

Για τα έθιμα και τα κάλαντα του Δωδεκαημέρου υπάρχουν αρκετές παλιότερες αναρτήσεις (ΕΔΩ). Σήμερα θα δούμε κάποια κάλαντα που λεγόταν για τους βασιλιάδες της Ελλάδας παλιά, καθώς και μια εξήγηση των στίχων στα γνωστά πρωτοχρονιάτικα κάλαντα.  
1. Το Μάρτιο του 1963, στο γιορτασμό για την εκατονταετηρίδα της βασιλείας στη χώρα, ο βολιώτης βιομήχανος και πρόεδρος του ΕΒΕ Βόλου Σπύρος Τσαλαπάτας, έκανε προσφώνηση στο τότε βασιλικό ζευγάρι  Παύλο και στη Φρειδερίκη. Τους είπε πως στα παιδικά του χρόνια στην περιοχή μας τα παιδιά, λέγοντας τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, στο τέλος του τραγουδιού (παρατράγουδο-ξετραγούδισμα) έλεγαν και Ζήτω, μαζί μ’ ευχές για τη βασιλική οικογένεια! (Τι μανία κι αυτή με τους βασιλιάδες!)
ΘΕΣΣΑΛΙΑ, 22-3-1963
2. Να και η εξήγηση των στίχων από τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Όπως ακριβώς το έγραψε ο Κων. Μπασινάς, από την Εύβοια, στο fb. Το παραθέτω :
«Ασχολούμενος με την Παράδοση και διδάσκοντας την, έχω μάθει ό,τι συνήθως όλα τα παραδοσιακά τραγούδια και κάλαντα έχουν μια ιστορία και εξιστορούν ένα γεγονός. Αυτά τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς που λέμε όλοι μας μπορεί κάποιος να μου τα εξηγήσει ; Παιδιά δεν βγάζω νόημα κάτι συμβαίνει. Ο πρώτος στίχος δεν έχει σχέση με τον δεύτερο.
Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
Ψηλή μου δεντρολιβανιά (*)
Κι αρχή καλός μας χρόνος
Εκκλησιά με τ' άγιο θόλος (*)
Άγιος Βασίλης έρχεται
Και δε μας καταδέχεται (*)
Από την Καισαρεία
Συ είσ' αρχόντισσα κυρία (*)
Βαστάει πένα και χαρτί
Ζαχαροκάντιο ζυμωτή (*)
Χαρτί χαρτί και καλαμάρι
Δες και με το παλικάρι (*)
Η ιστορία μας διαδραματίζεται στον Μεσαίωνα. Σε εκείνα τα χρόνια οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές.
Ήταν λοιπόν ένας νεαρός (βλέπε Ρωμαίος και Ιουλιέτα - Μοντέγοι και Καπουλέτοι), αλλά φτωχό το παλικάρι, που είχε ερωτευθεί μια όμορφη αριστοκράτισσα. Σκαρφίστηκε λοιπόν το εξής ώστε να εκφράσει τον έρωτά του με τρόπο που να μην γίνει αντιληπτός όμως από τους υπόλοιπους.
Σου λέει, θα πάω την Πρωτοχρονιά να της πω τις ευχές μου για το νέο έτος, αλλά θα φτιάξω ένα δικό μου ποίημα που θα έχει έναν στίχο από τα κάλαντα, έναν στίχο που θα απευθύνεται στην κοπέλα και έτσι δεν θα με πάρουν χαμπάρι!
Αρχίζει λοιπόν και βάζει ενδιάμεσους στίχους (αυτούς με τα αστεράκια).
Την αποκαλεί ψηλή, σαν δεντρολιβανιά.
Επειδή φορούσε ένα από τα ψηλά τα κωνικά καπέλα με το τούλι στην κορυφή, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με το Άγιο θόλος (θόλος εκκλησίας).
Της λέει ότι δεν τον καταδέχεται (ο Αϊ Βασίλης δεν έχει να κάνει!) γιατί είναι αρχόντισσα κυρία.
Τέλος κλείνει με τις γαλιφιές! Την λέει ζαχαροκάντιο ζυμωτή, δηλαδή φτιαγμένη από ζάχαρη (γλυκιά μου) και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά.
Έτσι, λοιπόν, μια ιστορία αγάπης έγινε τραγούδι και για αιώνες εμείς το τραγουδάμε και κονομάμε..»

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Χριστουγεννιάτικη νύχτα

Χρόνια Πολλά! 
Καλά Χριστούγεννα! 
Στο τεύχος 3 του Νοεμβρίου 2003, του περιοδικού ΜΑΓΝΗΣΙΑ της ΕΚΠΟΛ της πρώην Ν.Α. Μαγνησίας, βρήκα αυτό το επίκαιρο κείμενο.*
Το αντέγραψα και το μοιράζομαι μαζί σας, αφού αναφέρεται σε κάποια από τα έθιμα του Δωδεκαήμερου για τα οποία  δείτε κι ΕΔΩ 
(* Για ευκολότερη ανάγνωση, ανοίξτε το σε νέα καρτέλα)

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Καλά Χριστούγεννα !

Σήμερα τις ευχές ας μας τις δώσει αυτή η παλιά καρτ ποστάλ, που εκ πρώτης όψεως (αν εξαιρέσουμε τις τότε γιορτινές ευχές) δεν είναι σχετική με τα Χριστούγεννα ! 
Ο πηλιορείτης οικογενειάρχης με τη συμβία και την κλήρα(=παιδιά) του ευτυχισμένος παρ' όλην τη φτώχεια του, χωρίς φ’σέκια(=μασούρια λιρών) και ψ'λούρα(=λεφτά)! 
«Τα πιδιά φέρν’νε την ηυτυχία» λέμε στο Πήλιο και αυτό φαίνεται καθαρά και στο πρόσωπο της συζύγου που είναι έτοιμη να ξανα-σπαργανίσει(=γεννήσει) …
Γράφει ο Αλέξ. Παπαδιαμάντης «Στο Χριστό στο Κάστρο»
«Χριστούγεννα! Φαιδρά Χριστούγεννα! Εορτή του γάλακτος και του μέλιτος! Εορτή της γλυκείας και αθώας παιδικής ηλικίας!» μας λέει ο άλλος σκιαθίτης Αλεξ. Μωραϊτίδης.
Μήπως τα Χριστούγεννα δεν είναι η γιορτή της ευτυχίας που φέρνει ο νεογέννητος Χριστός; 
Καλά Χριστούγεννα  !!  

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Ονομασία-Τοπωνύμια Λεχωνίων

Την ονομασία των Λεχωνίων (ΕΔΩ)  την έχουν ερευνήσει πολλοί, έχοντας εκφράσει διάφορες εκδοχές. 
Ο Δημ. Βαενάς (*) λέει κι αυτός κάποιες απόψεις για την προέλευση. (Αντίγραφο από τον επετειακό τόμο των Θεσσαλικών Χρονικών του 1961). Επίσης αναφέρει και κάποια τοπωνύμια της περιοχής.

(*) Ο Δημήτριος Βαενάς  καταγόταν από το Κεραμίδι Πηλίου. Ήταν λαογράφος και συγγραφέας.
 Έργα του είναι:
- «Η  ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΧΩΡΙΟ»  Ιστορική & Λαογραφική Εταιρεία Θεσσαλών, τμήμα διαλέξεων, τόμος Γ',      τεύχος Ε’, 1959.
  -«ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ»,  Αθήνα 1952.
Έγραφε άρθρα στη βολιώτικη εφημερίδα «Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ», στο αθηναϊκό τουριστικό περιοδικό «ΞΕΝΙΑ» και στην πανθεσσαλική μηνιαία επιθεώρηση «ΠΕΛΩΡΟΣ». 

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Δράκια

Δράκια:
Ο Perilla την ζωγραφίζει και γράφει γι' αυτήν
 
Το χωριό Δράκια, στο κεντροδυτικό Πήλιο, ήταν γνωστό από τη συνδρομή του στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, τους Παγώνηδες και Κυρτσώνηδες, τα Χάνια του, την πρόοδο των κατοίκων του, την παραγωγή του, τις εκκλησίες του, τις ομορφιές του! 
Το Δεκέμβριο του 1943 όμως έγινε και τόπος μαρτυρίου. (ΕΔΩ) 
Σήμερα ας δούμε δύο ποιήματα:
α) Ποίημα γραμμένο για τη Δράκια πριν την τραγική ημέρα:
β) Ποίημα που ιστορεί την τραγωδία της Δράκιας το Δεκέμβριο του 1943:
(από το "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ")

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Καιρικά εκ Πηλίου

Σε όλα τα πηλιορείτικα χωριά στα παλιότερα χρόνια και πριν την καθιέρωση της Μετεωρολογίας, υπήρχαν οι προβλέψεις για τον καιρό (ΕΔΩ), οι δεισιδαιμονίες, οι σχετικές λέξεις, οι φράσεις κ.ά. Σήμερα κάποιες από αυτές υπάρχουν στο ελάχιστα ομιλούμενο πηλιορείτικο γλωσσικό ιδίωμα. Οι υπόλοιπες είναι πια μέρος της Λαογραφίας...   
Λεξιλόγιο:
-αγάν’(το)= λεπτό στρώμα χιονιού, πασπάλι(από το αγανό=λεπτό)
-ανι(ε)μίδι(ε)ς (οι)=αραιές χιονονιφάδες
-ανι(ε)μ’κή(η)= ισχυρός άνεμος, θύελλα
-ανι(ε)μουσούρ'(το)=συσσωρευμένο χιόνι λόγω ανέμου
-αστραπόβουλους(ι)=αστραπή
-αστρουπιλέκ’(το)=κεραυνός
-βρουχάδι(ε)ς(οι)=βροχές
-δαρτή (η)= ραγδαία βροχή
-δγιακαμός(ι)=διάλειμμα καλοκαιρίας μέσα στην κακοκαιρία (τουρκ.yakamoz=φωσφορισμός)
-δρουλάπ’ς (ι)=δρολάπι(αρχ. υδρολαίλαψ), ραγδαιότατη βροχή
-δρουσιά(η)=δροσιά, υγρασία
-ζουμπαρούκ’(το)=κακοκαιρία πάνω απ’ τη στεριά.
-ηλιάκους(ι)=ζεστός χειμωνιάτικος ήλιος
-θιουβρουντή(η)=μπουμπουνητό (απ' το Θεός & βροντή)
-θιοπόντ'(το)=νεροποντή, κατακλυσμός (απ' το Θεός & πόντος)
-καγκιόλα(η)=βροχή με ανεμοστρόβιλο
-καθόρ’(το)=πολλή και ραγδαία βροχή (απ' το καταρροή)
-κακαήλιους(ι)=ήλιος που καίει πολύ
-καλουσύν’(η)=καλοκαιρία
-καταμπούκ’(το)=πυκνή ομίχλη (κατικνιά)
-καταχνιά(η)=ομίχλη, αντάρα
-κουκάλα(η)=παγωνιά
-κουκουσέλ'(το)=χιόνι σπυρωτό
-κρέμασ'(η)=μαύρα σύννεφα-προμήνυμα κακοκαιρίας
-κρυαδάκ'(το)=κρύο, ψύχος
-κρυότ'(η)=ψύχρα, κρύο
-κ’φόβρασ’(η)= αποπνικτική ζέστη με συννεφιά και άπνοια, συννι(ε)φόκαμα
-μουγγάδα(η)=ηρεμία πριν τη θύελλα ή τη βαρυχειμωνιά
-μουλυβόχι(ο)νου(το)=χιόνι που πιάνει, η υδροχιών
-μουχλαντάρα(η)-πυκνή ομίχλη
-μπαμπακούλα(η)=χοντρές & πυκνές  χιονονιφάδες
-μπόρα(η)=ραγδαία βροχή χωρίς διάρκεια
-μπουμπουν’τό(το)=βροντή
-μπουρίν’(το)= δυνατό ανεμόβροχο
-μπουρμπουλουτό(το)=χιόνι σπυρωτό
-ν’χιάς(ι)=μεγάλη παγωνιά που παγώνουν τα νύχια και πονούν
-ξι(ε)χαντρώματα(τα)=προσωρινή καιρική βελτίωση
-παγάδα(η)=ησυχία, ηρεμία του καιρού
-παταγούδ’(το)=το πολύ κρύο
-πασπάλ’(το)=ελαφριά χιονόστρωση
-πάχν’(η)=παγωμένη δροσιά, πάχνη
-πουλιμπριά(η)=πολλή-άφθονη βροχή (προέρχεται από την  πολυομβρία)
-προυβέντζου(το)=ξαφνική αλλαγή ανέμου (νοτιά σε βοριά)
-ραγάν’(το)=θυελλώδες ανεμόβροχο
-σίφτους(ι)=αντάρα πριν τη βροχή (ίσως από το σίφων>σίφουνας)
-σιτζιμουτή(η)= πολλή βροχή σαν σιτζίμι(=λεπτή τριχιά)
-στραγαλιά(η)=σπυρωτό χιόνι, μπουρμπουλωτό
-στύλους(ι)=δυνατή κάθετη βροχή
-συννι(ε)φόκαμα(το)=κουφόβραση, ζέστη με συννεφιά
-χιουν’στής(ι)=καιρός με χιονιά
-χιουνόνερου & νιρόχιουνου(το)= βροχή με χιόνι
-ψ’χάλα(η)=ψιχάλα
Φράσεις:
-Αν δεν παχνιαστούν τα λάχανα, δε  νουστ’μεύνι! (λάχανα=καρπολάχανα)
-Γιέν’τι του κριλέσ’= γίνεται καταστροφή. (το κριλέσι: φασαρία, καταστροφή)
-Ρίχτ’ μι του καρδάρ’= ρίχνει πολλή βροχή (το καρδάρι: δοχείο αρμέγματος)
-Ψέν’ φίδια, απόψ’!=έχει ισχυρό παγετό.
Παραδόσεις:
-Όταν απάν’ στα σύννεφα  ι Θιός κουρουκλάει(=κατρακυλά) βαρέλια, τότες μπουμπ’νίζ’!
-Όταν τα βαρέλια κτυπιώντι μιταξύ  τ’ς , τότες βγάν’νε σπίθις! Αυτό είν’ ι αστραπόβουλους!
Παροιμίες:
-Άσπρους ήλιους; Μαύρ’ ημέρα!
-Είδις δόξα(=ουράνιο τόξο) του βραδί; Καλουσύνη του προυί!
-Ήλιους κι βρουχή παντριεύουντι οι φτουχοί.
-Ήλιους κι φιγγάρ’, παντρεύουντι οι γαϊδάρ’.
-Ήλιους κι χαλάζ’ παντριεύουντι οι δασκάλ’.
-Ήλιους κι χιόν’ παντριεύουντι οι αρχόντ’.
-Ήλιους κι χιόν’ παντριεύουντι οι γειτόν’.
-Πουνέντ’ς(=δυτικός ,ζέφυρος) κι Γαρμπής(=νοτιοδυτικός ), θα φέξει κι θα ιδείς!
-Στιγνά Χριστούγιννα, Φώτα βρεχούμινα.
-Τ’ Αϊ-Λιός γυρίζ’ ι κιρός αλλιώς.
-Τ’ ήλιου ι κύκλους άνεμους κι τ’ φιγγαριού  χειμώνας!
-Χριστούγιννα βρεμένα, Φώτα χιουν’σμένα.
Δεισιδαιμονίες:
-Όταν καίγονταν τα ξύλα στο τζάκι και έκαναν θόρυβο, τότε προσεχώς θα ερχόταν κακοκαιρία!
-Όταν η πυροστιά(=μεταλλικός τρίποδας στήριξης τσουκαλιού ή κατσαρόλας πάνω  στη φωτιά) κοκκίνιζε, τότε θα ερχόταν χιονιάς!
-Όταν κάποιος  έγλειφε το τηγάνι, τότε θα έβρεχε!
-Βροχερή θα ήταν  η μέρα του γάμου κάποιου/ας, αν έτρωγε κατευθείαν απ’ την τσουκάλα!
-Δε ρίχνανε καλάμια στο τζάκι, για να μη σηκωθεί αέρας!
-Η στάχτη του τζακιού σβόλιαζε; Τότε θα ερχόταν κρύο!
-Η φωτιά πετούσε σπίθες; Φίλος θα ερχότανε!
-Η φωτιά πετούσε γλώσσες; Κάποιοι τους γλωσσοτρώγανε!
-Τα κάρβουνα σβήνανε μόνα τους; Θα ερχόταν βροχή!
-Σε περιπτώσεις κακοκαιρίας, το άναμμα της φυλαγμένης πασχαλιάτικης λαμπάδας έφερνε πάλι  καλοκαιρία!
Άνεμοι:
-γαρμπ’νό(το)=ΝΔ (νοτιοδυτικός) ζεστός άνεμος, ο γαρμπής
-γραιολι(ε)βαντου(το)= ΒΑ (βορειοανατολικός)
-γραιοτραμουντάνα(η)=ΒΒΑ (βόρειο-βορειοανατολικός)
-καραγυαλής(ι)=ΒΔ (βορειοδυτικός), μαΐστρος
-όστρια(η)=Ν (νότιος)
-πουνεντουγάρμπ’το)=ΝΝΔ (νότιος νοτιοδυτικός)
-σουρόκους(ι)=ΝΑ (νοτιοανατολικός), σιρόκος
-σουροκολεβάντ’ς(ι)=ΝΝΑ (νότιος νοτιοανατολικός)
-τραμουντάνα(η)=(Β) βόρειος
-φόρτσους(ι)=δυνατός άνεμος

ΥΓ: όπου (ι) το αρσενικό άρθρο ο

Πηγές:
-ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, περιοδικό, τόμος Ε’, 1915
-ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ, Κ.Λιάπης, ΠΥΛΗ, 1990
-ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ, Κ.Λιάπης, 1996
-Διηγήσεις

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Μεταξουργείο Κοκοσλή

Παλιά καρτποστάλ. Διακρίνονται τα κτήρια των Κοκοσλήδων
και του μεταξουργείου.
 (Η καμινάδα ίσως είναι του μεταξουργείου, αν δεν είναι του ελαιοτριβείου,
που υπήρχε στον ίδιο  χώρο).
Τμήμα του παλιού μεταξουργείου σήμερα
Για το μεταξουργείο των Αφών Κοκοσλή (ΕΔΩ) δεν έχουμε κάνει εκτενή αναφορά στο ιστολόγιο. Στοιχεία γι' αυτό υπάρχουν αποσπασματικά σε διάφορα βιβλία (*) τοπικού ενδιαφέροντος.
Για καιρό έψαχνα το παρακάτω άρθρο που μοιράζομαι μ' όλους/ες σας, αφού πραγματικά φωτίζει μια άγνωστη σχεδόν στους Λεχωνίτες σελίδα της βιοτεχνίας που άνθισε στα Λεχώνια. 
Το άρθρο αυτό της κ. Μαρίας-Χριστίνας ΧατζηιωάννουΔ/ντριας Ερευνών στον κλάδο της Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, είναι ίσως το μοναδικό κείμενο με αντικείμενο το παλιό λεχωνίτικο Μεταξουργείο. 
Το κείμενο της κ. Χατζηιωάννου βρίσκεται στο θεματικό αφιέρωμα "Σηροτροφία–Μεταξουργία" σελ. 27-33, στο "ΔΕΛΤΙΟ" της Διεθνούς Επιτροπής για τη Διατήρηση της Βιομηχανικής Κληρονομιάς, περίοδος Γ΄, αριθμός τεύχους 1 -2010 του ελληνικού τμήματος του TICCIH [The International Committee for the Conservation of Industrial Heritage (Πρόεδρος ο βολιώτης αρχιτέκτονας-καθηγητής Κώστας Αδαμάκης)]  (ΕΔΩ) 
Το παραχώρησε η  ίδια η γράφουσα -άγνωστη σε μένα- μετά από αίτημά  μου. Την ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ πολύ !
Όλο το κείμενο σε αντιγραφή:
Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου, Διευθύντρια Ερευνών ΚΝΕ/ΙΝΕ.
Αγροτικό πλούτος και οικοτεχνική-βιοτεχνική μεταξουργία στο Πήλιο: Το συγκρότημα Κοκοσλή στα Λεχώνια (1865-1920)
Το Πήλιο είναι μια αγροτική περιοχή που διατήρησε στενούς δεσμούς τόσο με τη θεσσαλική πεδιάδα, όσο και με το κύριο λιμάνι της Θεσσαλίας, τον Βόλο. Χαρακτηρίζεται καταλυτικά από τον ορεινό χώρο του, ο οποίος συνιστά πηγή πληθυσμιακού πλεονάσματος αλλά και πεδίο οικονομικών δραστηριοτήτων πρώιμης οικοτεχνικής και βιοτεχνικής παραγωγής. Κατά την οθωμανική περίοδο, οι οικισμοί του Πηλίου υπήρξαν ελλειμματικοί σε δημητριακά. Οι κάτοικοί τους καλλιεργούσαν οπωροφόρα και ελιές, επεξεργάζονταν και ύφαιναν, κυρίως το μετάξι και δευτερευόντως το βαμβάκι και το μαλλί. Από τα 24 χωριά του Πηλίου, η Ζαγορά ήταν το κύριο κέντρο μεταποιητικής δραστηριότητας υφαντικών υλών και ακολουθούσαν η Μακρυνίτσα και η Πορταριά2.
Έως τα τέλη του 18ου αι. το σύνολο σχεδόν των οικισμών του Πηλίου παρήγε 25.000-30.000 οκάδες μετάξι3. Ήδη, από αυτή την περίοδο, ο Φ. Μπωζούρ επεσήμαινε τα μειονεκτήματα της μη ορθολογικής παραγωγής του προϊόντος4. Η αναπήνιση και ύφανση του πηλιορείτικου μεταξιού αποτελούσε συμπληρωματική γυναικεία απασχόληση στο αγροτικό νοικοκυριό, ενώ η ποιότητά του εξαρτώνταν αποκλειστικά από φυσικούς παράγοντες. Σε αυτή τη φάση η εμπορευματοποίηση του μεταξιού ήταν προβληματική. Γενουάτες, Χίοι και Εβραίοι του ελληνικού χώρου εμπορεύονταν το πηλιορείτικο μετάξι με προορισμό τις βιοτεχνίες τους, μαζί με Γιαννιώτες εμπόρους, ενώ η πόλη-αγορά που καθόριζε την οικονομική τύχη του ήταν η Θεσσαλονίκη5. Ο Μπωζούρ δίνει επίσης μια εικόνα της απορρόφησης του πηλιορείτικου μεταξιού, που σχεδόν ισοκατανεμόταν μεταξύ ης ντόπιας κατανάλωσης (μαντήλια), των υφαντουργείων του Τυρνάβου, της Χίου, της Γερμανίας ενώ μια μικρότερη ποσότητα κατέληγε στη Βενετία6.
Η παραγωγή μεταξωτού υφάσματος εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την ανατολική Θεσσαλία που παρήγαγε ύφασμα μεταξωτό, μεταξοβάμβακο, βαμβακερό και μάλλινο που χρησιμοποιούνταν στην ένδυση και τον οικιακό εξοπλισμό. Η Ζαγορά αποτελούσε το κύριο υφαντουργικό κέντρο του Πηλίου. Έχει εντοπισθεί μια καίρια σύνδεση μεταξύ της αγροτικής ορεινής βιοτεχνίας με τη δημιουργία ενός ντόπιου εμπορικού κυκλώματος7. Το προϊόν που θα κινητοποιήσει και εδώ, έστω σε μικρή κλίμακα, κάποιες μεταποιητικές δραστηριότητες είναι το μετάξι. Το 1830 το Πήλιο παρήγε 50.000 οκάδες μετάξι και εξήγε τις 30.000. Στις Μηλιές, το 1/3 της παραγωγής καταναλωνόταν επιτόπου και τα 2/3 προοριζόταν για εξαγωγή. Η θεσσαλική υφαντουργία έλυνε για μεγάλο χρονικό διάστημα το πρόβλημα διάθεσης του ακατάλληλου για την ευρωπαϊκή μεταξοβιομηχανία πηλιορείτικου μεταξιού. Μόνον η Χίος φαίνεται να καταναλώνει σταθερά το πηλιορείτικο μετάξι στον 19° αι8.
Το μετάξι ήταν μια υφαντική ίνα που απέκτησε «ονομασία προελεύσεως» από πολύ νωρίς. Το μετάξι της Ζαγοράς καταλάμβανε σημαντική θέση στην ευρεία αγορά της Ανατολής, αλλά η κατανάλωσή του δεν ξεπέρασε ουσιαστικά ποτέ τα όρια της οθωμανικής αυτοκρατορίας9. Το μεγάλο πρόβλημα που βάρυνε την πηλιορείτικη αναπήνιση του μεταξιού ήταν ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός του. Το μάγγανο aΙΙa piemontese ήταν αυτό που είχε βοήθησει στη δημιουργία ης αγροτικής μεταξουργίας στη βόρεια Ιταλία. Επρόκειτο για μια τεχνολογική προσαρμογή του περίφημου μεσαιωνικού μύλου 8113 bolognese, η οποία συνέβαλε στην παραγωγή ενός ανταγωνιστικού προϊόντος10. Γύρω από αυτή την τεχνική, δημιουργήθηκε ένα στρώμα εξειδικευμένων τεχνιτών, σε μεγάλο ποσοστό γυναίκες. Η περίπτωση του πηλιορείτικου μεταξιού μπορεί να συγκριθεί με την ιστορία της χειροποίητης αναπήνισης στη μεταξοφόρο ανατολική Σικελία, παρόλο που το πηλιορείτικο μετάξι είχε μικρότερη παραγωγή. Η μεταξουργία της περιοχής της Μεσσήνης δεν μπόρεσε να συγκροτήσει μια ανταγωνιστική παραγωγή στον χώρο της ευρωπαϊκής μεταξουργίας τον 19° αι. και να υιοθετήσει τεχνολογικές καινοτομίες. Έτσι η ανατολική Σικελία, στηριγμένη σε ένα πλούσιο αγροτικό περιβάλλον, αντικατέστησε την καλλιέργεια της μουριάς με την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών11. Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και στον χώρο του Πηλίου μετά την παρακμή των αγροτικών υφαντουργικών κέντρων και την αναπροσαρμογή των καλλιεργειών, που στρέφονται στις ελιές και τις μηλιές12.
Στη Θεσσαλονίκη, το εμπορικό κέντρο διακίνησης του πηλιορείτικου και του μακεδονικού μεταξιού, τα μάγγανα alla piemontese εμφανίστηκαν τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. Ο Α. Gaudry μας πληροφορεί για την εμφάνιση της νέας τεχνικής στη Θεσσαλονίκη, όπου δεν χρησιμοποιούσαν όμως τον ατμό, και έβγαζαν «μετάξι Θεσσαλονίκης alla poemontese» με τιμή πώλησης διπλή από τα κοινά μετάξια της Ανατολής. Τα μεταξουργικά κέντρα ης οθωμανικής αυτοκρατορίας κατανάλωναν το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παραγωγής ενώ η Γαλλία απορροφούσε όλη την παραγωγή των κουκουλιών13. Από το 1830, λοιπόν, είναι ραγδαία η ανάπτυξη της σηροτροφίας και της αναπήνισης στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και η παραγωγή της φθάνει στις 55.000-60.000 λίβρες μετάξι14. Στα μέσα του 19ου αι. η καταστροφή της γαλλικής σηροτροφίας από την πεμπρίνα, σε συνδυασμό με την παρακμή της μεσογειακής μεταξοϋφαντουργίας, θα οδηγήσει τον παραδοσιακό κόσμο της μεταξουργίας πίσω στο κουκούλι.
Αντίθετα με τη Θεσσαλονίκη, στο Πήλιο δεν φαίνεται να δημιουργείται κανένα μεταξουργείο νέου τύπου έως το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα περίπου. Παράλληλα, το Πήλιο αποσυνδέεται σιγά-σιγά από το εξαγωγικό λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Το πρώτο μεταξουργείο που Θα συνδέσει την παράδοση της οικοτεχνικής βιοτεχνίας του ορεινού Πηλίου με την πόλη των νέων οικονομικών δραστηριοτήτων, τον Βόλο, είναι το μεταξουργείο των Αδελφών Κοκοσλή στα Λεχώνια, που δημιουργείται κατά τα τέλη του 186015.
Η ιστορία της οικογένειας Κοκοσλή αποτελεί τομή στην εξέλιξη της κοινωνίας και της οικονομίας στην περιοχή του Πηλίου. Η οικογένεια κατάγεται από την Πορταριά16, έναν οικισμό που ανήκε στο σύμπλεγμα των ορεινών κοινοτήτων της οικοτεχνίας και του παραδοσιακού εμπορίου των πανηγυριών στο Πήλιο τον 18ο αι. Κύρια οικοτεχνική δραστηριότητα ήταν το μετάξι. Βρισκόμαστε στο χώρο και την εποχή κατά την οποία η καλλιέργεια της μουριάς, η σκωληκοτροφία, η αναπήνιση και η οικοτεχνική παραγωγή συμπληρωματικών ειδών ένδυσης συγκεντρώνονται στον ίδιο χώρο, κοντολογίς στη μεσογειακή φάση του μεταξιού. Το δρομολόγιο της εσωτερικής μετανάστευσης του 19ου αιώνα θα οδηγήσει την οικογένεια Κοκοσλή από τον ορεινό οικισμό της Πορταριάς στα Λεχώνια του Πηλίου.
Τα Λεχώνια, σε μικρή απόσταση από τον Βόλο, είναι οικισμός της Τουρκοκρατίας με μεσαιωνικό παρελθόν17. Από διοικητική άποψη τα Λεχώνια ανήκαν στα χάσια του Πηλίου, είχαν αρκετούς οχυρωμένους πύργους18 και ήταν σχεδόν ο μόνος από τους 24 οικισμούς του Πηλίου που είχε οθωμανούς κατοίκους (περίπου 100)19. Η παρουσία των Οθωμανών σε αυτόν τον πεδινό και εύφορο τόπο συνέβαλε στη διατήρηση μεγάλων κτηματικών μονάδων.
Έτσι, όταν στις αρχές του 19ου αι., οι οθωμανοί άρχισαν να εγκαταλείπουν τα Λεχώνια, οι κτηματικές εκτάσεις της περιοχής συγκεντρώθηκαν στα χέρια λίγων πλουσίων ελληνικών οικογενειών, οι οποίες μετεγκαταστάθηκαν εκεί από τον Βόλο, την Πορταριά και τη Μακρυνίτσα. Έως το 1882, η παραγωγή είχε επικεντρωθεί στις καλλιέργειες εντάσεως εργασίας (cash crops, όπως φρουτοκαλλιέργειες, ελαιοκαλλιέργειες), και στηριζόταν σε ακτήμονες της περιοχής ή σε μετανάστες από άλλα μέρη της Ελλάδας. Η συνεχής μετανάστευση προς τα Λεχώνια διατήρησε τόσο τη μεγάλη προσφορά εργατικών χεριών, όσο και τα χαμηλά επίπεδα των ημερομισθίων. Εξάλλου, σύγχρονη κοινωνιολογική μελέτη διαπιστώνει τη σταθερή ταξική διαστρωμάτωση σε εργάτες και εργοδότες (κτηματίες) στα Λεχώνια στον 19ο και τον 20ο αι.20.
Ο Β. Σκουβαράς σημειώνει ότι στα 1840 ο Αλέξανδρος Κοκοσλής, μαζί με τους αδελφούς Γεωργιάδη, ανήκαν στην ομάδα των κοτζαμπάσηδων στην Πορταριά και ότι οι αδελφοί Αθανάσιος, Ιωάννης και Δημήτριος Κοκοσλής ήταν αντιπρόσωποι των Πορταριτών στην Κωνσταντινούπολη21. Πρόκειται για μια παραδοσιακή οικογένεια του Πηλίου που διατήρησε τις σχέσεις της με την πολιτική και μετά την αποδημία της από την Πορταριά, μέσω της πολιτικής σταδιοδρομίας του Νικολάου Αθ. Κοκοσλή22.
Στα μέσα του 19ο αι. (1854) ο πατριάρχης της οικογένειας, Αθανάσιος Κοκοσλής, αγόρασε από τουρκοαλβανό ιδιοκτήτη, Τζαφέρ Σούλτζια, μια μεγάλη κτηματική έκταση στα Λεχώνια23. Αυτή η οικονομική κίνηση υπομνηματίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τις κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές που συντελούνται στη Μαγνησία στα μέσα του 19ου αι., πριν την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος. Από τα τέλη του 19ου αι., μετά τη σιδηροδρομική σύνδεση με τον Βόλο, τα Λεχώνια γίνονται σιγά-σιγά προάστιο του μεγάλου λιμανιού της Θεσσαλίας: μέσα στα μεγάλα κτήματα με τα οπωροφόρο δένδρα, αλλά και δίπλα τους πύργους της Τουρκοκρατίας, εμφανίζονται «εύκτιστοι οικίαι»24. Στην έκταση αυτή, που διέθετε πλούσιο φυσικό περιβάλλον με νερό και δενδροκαλλιέργειες, δίπλα σε έναν πύργο της πρώιμης τουρκοκρατίας, τα αδέλφια Απόστολος και Νικόλαος Κοκοσλής δημιούργησαν ένα υδροκίνητο παραγωγικό συγκρότημα, που περιελάμβανε αρχικά ένα ελαιοτριβείο, στη συνέχεια το μεταξουργείο και τις κουκουλαποθήκες και, τέλος, έναν υδροκίνητο αλευρόμυλο, που χτίστηκε σε χαμηλότερο σημείο του κτήματος περί το 1880. Λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Νικολάου Κοκοσλή στα 1897, ο Απόστολος εκμίσθωσε το μεταξουργείο στον Ζαχαρία Ιωαννίδη. Αντίθετα, το ελαιοτριβείο συνέχισε να λειτουργεί με τη δική του επωνυμία, όπως άλλωστε σημειώνεται σε Οδηγό του 1911. Στον ίδιο Οδηγό εντοπίζεται και το μεταξουργείο, που περιγράφεται ως «εργοστάσιον μέγα μεταξουργίας ανήκαν εις τον κ. Ζαχαρ. Ιωαννίδην». Το μεταξουργείο πρέπει να διέκοψε τη λειτουργία του λίγο αργότερα, ενώ το ελαιοτριβείο εξακολούθησε να λειτουργεί, άγνωστο έως πότε. Ο μύλος Κοκοσλή υποθηκεύτηκε στην Εθνική Τράπεζα το 1918 και το 1926 πουλήθηκε στον ΣΠΟΛΚ, Συνεταιρισμό Παραγωγών Οπωρών Λεχωνίων-Καραμπασίου25.
Το μεταξουργείο Κοκοσλή είχε αρχίσει να λειτουργεί κατά το 1865 στηριζόμενο στην πλούσια τοπική κουκουλοπαραγωγή της περιοχής καθώς και στην προσφορά γυναικείας εργασίαs26. Η παράδοση αναφέρει ότι το μεταξουργείο πρωτολειτούργησε με τη συνδρομή κάποιου σκωτσέζου ονόματι Μπούρελ. Η μετάκληση τεχνικού ή ειδικευμένων τεχνιτών από το εξωτερικό αποτελούσε συνηθισμένη περίπτωση στα πρώτα βήματα της σύγχρονης ελληνικής μεταξουργίας27. Το εργατικό δυναμικό του μεταξουργείου ήταν περίπου 200 εργάτριες από το Καραμπάσι και τα Λεχώνια και 100 περίπου αγωγιάτες για τις μεταφορές των κουκουλιών από τα γειτονικά χωριά28. Για τη λειτουργία της επιχείρησης του μεταξουργείου Κοκοσλή διαθέτουμε μια περιγραφή της δεκαετίας του 1890 από τον υφηγητή της αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αλεξ. Φιλαδελφέως. Ο συγγραφέας, μέσα σε ένα λυρικό πνεύμα, παρουσιάζει τα Λεχώνια ως «το Φάληρο του Βόλου» και ως «[τον] κόλπο της Γενεύης» και περιγράφει μια παραδοσιακού τύπου γυναικεία και παιδική εργασία αναπήνισης29.
Η αρχική επωνυμία της επιχείρησης ήταν Αδελφοί Απόστολος και Νικόλαος Κοκοσλής [1865-1899] και η εγκατάσταση λειτούργησε ως μεταξουργείο, ελαιοτριβείο και αλευρόμυλος. Στο κτήμα σώζονται ο πύργος, το ερειπωμένο συγκρότημα του ελαιοτριβείου (κύριο κτίριο και αποθήκη), ένα κτίριο με τριμερή στέγη, που ήταν ένα από τα δύο κτίρια του μεταξουργείου, και βοηθητικά-μικρότερα κτίσματα. Το κεντρικό κτίριο του μεταξουργείου δεν σώζεται. Ο μύλος βρίσκεται σε άλλο σημείο και υπό διαφορετική ιδιοκτησία. Σύμφωνα με περιγραφή του συγκροτήματος του 1919, το μεταξουργείο στεγαζόταν σε δύο κτίρια, ένα διώροφο και ένα μονώροφο. Εργαζόταν εποχικά, όπως όλες οι εγκαταστάσεις αυτού του είδους. Τα κουκούλια αγοράζονταν από χωριά του Πηλίου, από τον Τύρναβο και κυρίως από την Αγυιά, από την οικογένεια Τζήμερου, που είχε ως κύρια ασχολία τη σηροτροφία. Για να μην προλάβουν να τα τρυπήσουν οι μεταξοσκώληκες έπρεπε να φθάνουν στο μεταξουργείο το αργότερο σε οκτώ ημέρες. Στο ισόγειο του διώροφου κτιρίου του μεταξουργείου υπήρχαν 58 πήλινες λεκάνες αναπήνισης με τα αντίστοιχα συστήματα εξαγωγής και τύλιξης του μεταξιού (μάγγανα), ενώ άλλες 38 λεκάνες βρίσκονταν στο μονώροφο κτίριο που παροπλίστηκε το 1920. Στον όροφο, όπως και στη στέγη του πρώτου κτιρίου, υπήρχαν χώροι αποξήρανσης, καθαρισμού και αποθήκευσης των κουκουλιών. Στις εξωτερικές πλευρές του ίδιου κτιρίου υπήρχαν ξηραντήριο κουκουλιών, κλίβανοι για την αποξήρανση του ωμού μεταξιού και «κύλινδρος αλέθων τους μεταξοσκώληκας», δηλαδή, πιθανόν, μύλοι για τα άχρηστα κουκούλια, που μετατρέπονταν σε πτηνοτροφή30.
Το μεταξουργείο δεν σώζεται σήμερα και φαίνεται ότι ήταν το πρώτο που εγκαταλείφθηκε ακολουθώντας την τύχη των περισσότερων μεταξουργείων του ελληνικού χώρου, μετά από μια σχετικά σύντομη περίοδο λειτουργίας31. Μόνον το ελαιοτριβείο διατήρησε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα την παραδοσιακή λειτουργία του. Το μεταξουργείο του αρχιτεχνίτη του Κοκοσλή, Δημ. Κουτούπη, στα Λεχώνια στις αρχές του 20ου αι. αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο τη συνέχειά του. Η πάγια δυσκολία σταθερής παραγωγής και διάθεσης του μεταξιού θα οδηγήσει και αυτό το μεταξουργείο στην παραγωγή πτηνοτροφής από τα υπόλοιπα του κουκουλιού, μέχρι το κλείσιμό του το 195832. Το μετάξι του Βόλου ουσιαστικά θα «επαναβιομηχανοποιηθεί» με τους πρόσφυγες, με την ίδρυση του εργοστασίου των Γεωργίου και Αθανασίου Εκμεκτσόγλου το 1924, το οποίο έφτασε το 1930 τις 66 λεκάνες και μέση ετήσια παραγωγή 10.000 οκάδες μετάξι (1930-1935)33.
---------------------------------------------------------------
1. Μ. Siνignon, Θεσσαλία. Γεωγραφική ανάλυση μιας ελληνικής περιφέρειας, Αθήνα 1992, 30.
2. Αικατερίνη Κουμαριανού (επιμ.), Δ. Φιλιππίδης - Γ. Κωνσταντάς, Γεωγραφία νεωτερική (1791), Αθήνα 1988, 166-194. Α. Φιλιππίδη, Γεωγραφία μερική [1815), στο: Θ. Σπεράντζα, Τα περισωθέντα έργα του Αργύρη Φιλιππίδη, Αθήνα 1978. Γ. Κορδάτος, Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγιά, Αθήνα 1960. Β. Παναγιωτόπουλος, «Ο οικονομικός χώρος των Ελλήνων στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας», στο: Πληθυσμοί και Οικισμοί του Ελληνικού χώρου. Ιστορικά Μελετήματα, τετράδια εργασίας 18. Αθήνα 2003, 25-47.
3. Ο Σ. Πετμεζάς αποδίδει τον αριθμό στο σύνολο της παραγωγή του Πηλίου, ενώ οι πηγές ταυτίζουν τη συνολική παραγωγή του Πηλίου με αυτή της Ζαγοράς, πρβ. S. Petmezas, Recherches sur l’ecoοmie et les finances de villages du Ρelίοn, regίon d’ industrίes rurales (αδημοσίευτη διδακτ. διατρ.) Παρίσι 1989, 614. Φ. Μπωζούρ. Πίνακας του εμπορίου της Ελλάδας στην Τουρκοκρατία (1787-1789), Αθήνα 1974, 134-135. Ν. Sνοronοs, Le commerce de SaΙonίque au ΧVΙΙΙ s., Παρίσι 1956, 258.
4. Φ. Μπωζούρ, ό.π.
5. Ν. Svorοnos, le commerce..., 176, 208, 257-260.
6. Φ. Μπωζούρ, Πίνακας..., 134.
7. S. Petmezas, Recherches..., 638.
8. ό.π., 714, 720.
9. Εκτός από τις αναφορές των προξένων, διαθέτουμε τη μαρτυρία ενός εμπόρου από το Μέτσοβο, το 1823 που πιστοποιεί ότι η ποιότητα του μεταξιού της Ζαγοράς είναι τόσο υψηλή, όσο και της Προύσας και ότι εξάγεται στη Μόσχα και το Βουκουρέστι, Docum. Economίce. Din archίva caseί comercίale Ιοan St. Stamou (1714-1876), τ.1, Βουκουρέστι 1983, 143, αρ. 441.
10. C. Zanίer, “La seta del Piemonte e Ι’ Europa", στο: Le fabbriche magnifiche. La seta in ρrοvincία di Cuneo tra sίecento e ottocento, Κούνεο 1993, 42-43.
11. Για την ιστορία της σικελικής μεταξουργίας στο έργο της Sίmοna Laudani, βλ. ενδεικτικό Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου, «Η νεώτερη ιστοριογραφία της ιταλικής μεταξουργίας» , Τα Ιστορικά 9/17 (1992), 410-411.
12. S. Petmezas, Recherches..., 5.
13. Α. Gaudry, Recherches scίentίfίques en Οrίent, Παρίσι 1855, 307-309.
14. Ch. Issawi, The Economicίc hίstory of Turkey 1800-1914, Σικάγο 1980, 107, 254.
15. Ο Ν. Γεωργιάδηs το 1880 σημειώνει ότι το μεταξουργείο είχε ιδρυθεί 15 χρόνια πριν. Ν. Γεωργιάδης, Θεσσαλία, Αθήνα 1880, 182.
16. Το τοπωνύμιο ετυμολογείται από την Παναγία την Πορταΐτισσα, μετόχι της μονής Τιμίου Προδρόμου, Φ. Κουκουλές, «Ετυμολογικά», Αθηνά 35 (1923), 194-195.
17. Β. Σκουβαράς, «Λεχωνίτικα», στο: Από τον Λειμώνα της Παράδοσης. Πηλιορείτικα, τ. Β΄, Αθήνα 1983, 192-193.
18. Β. Σκουβαράς - Κ. Μακρής, Αρχαιολογικός και τουριστικός οδηγός Θεσσαλίας, Βόλος 1958, 133-134.
19. Οθωμανική παρουσία έχει επιβεβαιωθεί και στον Άνω Βόλο. Πρβ. Αντ. Μηλιαράκης [Ε. Isambert ], Οδοιπορικά Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας, Αθήνα 1878, 127, όπου τα Λεχώνια είχαν 475 Έλληνες κατοίκους και 100 οθωμανούς και Υπ. Στρατιωτικών, Οδοιπορικά Ηπείρου και Θεσσαλίας, Αθήνα 1880, 192, όπου τα Λεχώνια είχαν 750 χριστιανούς και 80 μωαμεθανούς.
20. Αναλυτικό βλ. Diane Bennett, “The poor have much more money”, Journal of Modern Greek Studies 6/2 (1988), 217-243.
21. Β. Σκουβαράς, «Πορταρίτικα», στο: Από τον λειμώνα της παράδοσης: Πηλιορείτικα, 35-36. 22. Κατά μια εκδοχή, η ετυμολογία του ονόματος Κοκοσλής προέρχεται από το Κοκόσι, μία από τις διοικητικές-φορολογικές διαιρέσεις της περιοχής του Αλμυρού, όπου και ο οικισμός Κοκοτοί (Α. Φιλιππίδης, Γεωγραφία μερική.., 83-85.). Μια δεύτερη εκδοχή θέλει το όνομα να προέρχεται από την τουρκική λέξη kοkοz=φτωχός (Μ. Δημητριάδης, Λεξικό ελληνο-τουρκικό, τουρκο-ελληνικό, Αθήνα 1984, β' εκδ., 295). Η πρώτη ετυμολογία μαρτυρά μια γεωγραφική μετανάστευση στο Πήλιο από την περιοχή του Αλμυρού, ενώ η δεύτερη δηλώνει μια πρότερη ιδιότητα της οικογένειας, η οποία στη συνέχεια ανατράπηκε με εντυπωσιακά τρόπο.
23. Β. Σκουβαρά, «Λεχωνίτικα», ..., 194. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε και από αυτή τη θέση τον απόγονο εκ θηλυγονίας της οικογένειας Κοκοσλή, κ. Α. Λιβανό, για τις πληροφορίες και το υλικό που έθεσε στη διάθεσή μας για τη μελέτη Χριστίνα Αγριαντώνη - Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου, Το Συγκρότημα Κοκοσλή στο Πήλιο (18701900), ΚΝΕ/ΕΙΕ 1995 (αδημοσίευτη μελέτη).
24. Εφημ. Φωνή των Έξω Ελλήνων, Βόλος, αρ. 14, 28 Οκτ. 1894.
25. Πληροφοριακό υλικό από την εθνογραφική ιστορική έρευνα που διεξάγεται από το Πολιτιστικό 'Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς σε συνεργασία με το Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και επιστημονική υπεύθυνο την καθηγήτρια Χριστίνα Αγριαντώνη, στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος που αφορά την καταγραφή παραδοσιακών εργαστηρίων και εγκαταστάσεων στο Πήλιο και βρίσκεται στη φάση της ολοκλήρωσής του.
26. Ν. Γεωργιάδης, Θεσσαλία, Αθήνα 1880, 182.
27. Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου, «Η τύχη των πρώτων ιταλών μεταξουργών στο ελληνικό κράτος», Μνήμων 13 (1990), 121-138.
28. Β. Σκουβαράς, «Πορταρίτικα», ..., 36.
29. Α. Θ. Φιλαδελφεύς, Ακτίνες εκ της Θεσσαλίας. Εντυπώσεις ταξιδιώτου, Αθήνα 1897, 9-10.
30. Πληροφοριακό υλικό από το προαναφερθέν ερευνητικό πρόγραμμα (σημ. 25).
31. Το Μεταξουργείο Δουρούτη στην Αθήνα, βλ. Χριστίνα Αγριαντώνη, «Σηρική Εταιρεία τη Ελλάδος. Προσαρμογή και αφομοίωση μιας μεγάλης βιομηχανικής επιχείρησης», Στο: Χριστίνα Αγριαντώνη - Μαρία-Χριστίνα Χατζηιωάννου (επιμ.). Το μεταξουργείο της Αθήνας, ΙΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1995, 83-136.
32. Νίτσα Κολιού (επιμ.), Η Βιομηχανία του Βόλου, Βόλος 1993, 13-14. 33. ό.π., 14.
Βιβλιογραφία
Αγριαντώνη Χριστίνα - Χατζηιωάννου Μαρία-Χριστίνα (επιμ.), Το μεταξουργείο της Αθήνας, ΙΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1995.
Αγριαντώνη Χριστίνα - Χατζηιωάννου Μαρία-Χριστίνα, Το Συγκρότημα Κοκοσλή στο Πήλιο (1870-1900) ΚΝΕ/ΕΙΕ 1995 [αδημοσίευτη μελέτη].
Bennett Dίane, "The poor have much more money", Journal of Modern Greek Studies 6/2 (1988), 217-243.
Γεωργιάδης Ν., Θεσσαλία, Αθήνα 1880.
Δημητριάδης Μ., Λεξικό ελληνο-τουρκικό, τουρκο-ελληνικό, β΄ έκδ., Αθήνα 1984.
Εφημ. Φωνή των Έξω Ελλήνων, Βόλος, αρ. 14, 28 Οκτ. 1894.
Α. Gaudry, Recherches scientifiques en Οrient, Παρίσι 1855.
Ch. Issawi, The Economicίc hίstory of Turkey 1800- 1914, Σικάγο 1980.
Κολιού Νίτσα (επιμ.), Η Βιομηχανία του Βόλου, Βόλος 1993.
Κορδάτος Γ., Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγιά. Αθήνα 1960. Κουκουλές Φ., «Ετυμολογικά», Αθήνα 35 (1923), 194-195.
Κουμαριανού Αικατερίνη (επιμ.), Δ. Φιλιππίδης - Γ. Κωνσταντάς, Γεωγραφία νεωτερική [1791], Αθήνα 1988.
Μηλιαράκης Αντ. (Ε. Isambert], Οδοιπορικό Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας, Αθήνα 1878.
Μπωζούρ Φ., Πίνακας του εμπορίου της Ελλάδος στην Τουρκοκρατία (1787-1789), Αθήνα 1974.
Παναγιωτόπουλος Β., «Ο οικονομικός χώρος των Ελλήνων στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας» στο: Πληθυσμοί και Οικισμοί του Ελληνικού χώρου. Ιστορικά Μελετήματα, τετράδια εργασίας 18. Αθήνα 2003, 25-47
Petmezas S., Recherches sur l’ecoοmie et les finances de villages du Ρeliοn, region d’ industrίes rurales, (αδημοσίευτη διδακτ. διατρ.) Παρίσι 1989.
Sivignon Μ., Θεσσαλία. Γεωγραφική ανάλυση μιας ελληνικής περιφέρειας, Αθήνα 1992.
Σκουβαράς Β. - Μακρήs Κ., Αρχαιολογικός και τουριστικός οδηγός Θεσσαλίας, Βόλοs 1958.
Σκουβαράς Β., «Λεχωνίτικα», στο: Από τον λειμώνα της παράδοσης. Πηλιορείτικα, Τ. Β, Αθήνα 1983.
Σκουβαράς Β., «Πορταρίτικα», στο: Από τον λειμώνα της παράδοσης: Πηλιορείτικα, τ. Β, Αθήνα 1983.
Ν. Sνοronοs, Le commerce de SaΙonίque au ΧVΙΙΙ s., Παρίσι 1956.
Υπουργείο Στρατιωτικών, Οδοιπορικά Ηπείρου και Θεσσαλίας, Αθήνα 1880.
Φιλαδελφεύς Θ. Α., Ακτίνες εκ της Θεσσαλίας. Εντυπώσεις ταξιδιώτου, Αθήνα 1897.
Φιλιππίδης Α., Γεωγραφία μερική (18151, στο: Θ. Σπεράντζας, Τα περισωθέντα έργα του Αργύρη Φιλιππίδη, Αθήνα 1978.
Χατζηιωάννου Μαρία-Χριστίνα, «Η νεώτερη ιστοριογραφία της ιταλικής μεταξουργίας», Τα Ιστορικά 9/17 (1992), 410-411.
Χατζηιωάννου Μαρία-Χριστίνα, «Η τύχη των πρώτων ιταλών μεταξουργών στο ελληνικό κράτος», Μνήμων 13 (1990), 121-138.
C. Zanίer, “La seta del Piemonte e Ι’ Europa", στο: Le fabbriche magnifiche. La seta in ρrοvincία di Cuneo tra sίecento e ottocento, Κούνεο 1993.
-------------------------------------------------
Rural wealth, and industrial/cottage silk craftsmanship in Pelion. The Kokosli complex in Lechonia (1865-1920)
Maria — Christina Hadjioannou
Head of Research,
Institute for Neohellenic Research/National Hellenic Research Foundation
The first silk workshop tο link the tradition of silk cottage industry located in the Pelion mountains with the new center οf financial entrepreneurship in the region, the city of Volos, is that of the Kokosli brothers, which was established around the 1860’s in Lechonia.

  (*)   Δείτε τη βιβλιογραφία του άρθρου. (Ειδικότερα τους Νικ. Γεωγιάδη, Βαγγ. Σκουβαρά, Γιαν.Κορδάτο, Ν.Κολιού.) 

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Παροιμιαστήριο (3)

Συνέχεια:
-Αγόραζε παλαιόν σπίτι, και φυλάγου από παλαιόν χρέος.
-Σαν δεν αποπλήρωσε, ας πω δεν εξώφλησε.
-Πίνων πολύ [……..] εις την ράχην του.
-Όποιος δεν έχει δεν χρεωστεί.
-Δεν χρειάζεται από[κρισιν] κάθε ερώτημα.
-Σαν κερδαίνης καλά, ξόδευε καλά.
-Φρονήσεως έργον, το να φυλάγη  τινάς  δια το γήρας του.
-Τρέλα να καζαντίζη καλά και ξοδεύη κακά.
-Κακά κερδίζει, όστις  εξοδιάζει όλα τα κερδημένα.
-Ο πλούτος εις νέον κληρονόμον, είναι εξοδευμένος.
-Όστις δεν ηξεύρει υπόκρισιν, δεν ηξεύρει να ορίζη.
-Αυτός δίνει έν αυγό, δια να πάρη ένα βόδι.
-Δια να δανεισθή έτοιμος, ειδέ να τα επιστρέψη ζαλίζεται.
-Καθένας παίρνει, αλλά δεν επιστρέφει.
-Καλή γνώσις, και λίγα λόγια, είναι καλά.
-Η πείνα εβγάζει την αλεπού από το δάσος.
-Εις πεινασμένον, αχαμνό ψωμί δεν είναι.
-Πείνα θε νάναι εις το δάσος, σαν τρώγονται τα ζώα ένα με τ’ άλλο.
-Όστις πηγαίνει εις γυναίκα αποθνήσκει πτωχός.
-Με γυναίκα λωλήν, να μην έχη τις να κάμη.
-Ωραία γυναίκα, κακόν κεφάλι.
-Η ωραιότης της γυναικός είναι μία καλή ημέρα.
-Εις κακόν άλογον το κέντρον, και εις κακήν γυναίκα η ράβδος.
-Να φεύγης τας φτιασιδωμένας γυναίκας.
-Ο καπνός, η σταλαμίδα και η άγνωστη(=ανόητη, χωρίς γνώση) γυναίκα, διώχνει τον άνδρα   απ’ το σπίτι.
-Η γυνή και τα πεπόνια είναι κακό διαλεχτό.
-Το να χάση τις τιμίαν γυναίκα, είναι το να χάση μια δωρεά του Θεού.
-Η γνωστική γυνή, είναι στολή του οίκου.
-Είς αχυρένιος άνδρας, αξίζει μια χρυσήν γυναίκα.
-Πόλις τις σαν κάνη συμφωνίαν, είναι μισοπαραδομένη.
-Φρόνιμος ανήρ, ου λέγει το μυστικόν του της γυναικός.
-Τα παιγχνίδια της γυναικός και ο οίνος,  κάνουσι τον άνδρα τρελόν γελώντα.
-Αναγκαίον κακόν  η γυναίκα.
-Τον χρυσόν τον δοκιμάζουν εις τον λίθον μέγκι, την γυναίκα με τα χρυσά, και τον άνδρα με τη γυναίκα.
-Μετά την εορτήν ξύομεν την κεφαλήν.
-Εις τας καλάς ημέρας, καλά είναι.
-Δύο γυναίκες να είναι ομού, μεγάλη κακομοιριά.
-Εργάσιμος ημέρα, ημέρα κέρδους.
-Το απίδι σαν ωριμάση, πίπτει μοναχό του.
-Ο πανούργος είναι ωσάν η αλώπηξ.
-Οι μαργιολιές σου είναι ραμμένες με άσπρο ράμμα.
-Σαν λουλουδίζουν τα φασούλια, τότε λουλαίνονται οι τρελοί.
-Δεν έχει γνώσιν, όστις δεν φοβάται τον τρελόν.
-Τρελός είναι, όστις λαβώνεται με το μαχαίρι του.
-Λουλός πραματευτής, ο καταφρονών την πραγματείαν του.
-Τοίχος άσπρος, χαρτί των λουλών.
-Είς λουλός, συγχίζει μίαν συντροφίαν.
-Όστις δεν βάνει εις κίνδυνον τον εαυτόν του, δεν καβαλλικεύει μήτε άλογον μήτε μουλάρι.
-Μίσος αδελφών, μίσος διαβόλου.
-Ο τρώγων πολύ τυρί και αλμυρόν κρέας, είναι αφρονέστατος.
-Το καλόν κέρδος κάνει καλήν καρδίαν.
-Η ελπίς του κέρδους, ολιγοστεύει την ταλαιπωρίαν.
-Αυτός κερδαίνει περισσότερον στο σπίτι ή στο εργαστήρι.
-Τρέλα να τρώγη τις καρπούς  με τους μεγαλυτέρους του, ότι αυτοί διαλέγουν τα ωριμώτερα.
-Τα μικρά ψάρια τρώγουν τα μικρά.
-Δεν είναι χειρότερος πόλεμος, ωσάν οι πολλαί χείρες εις ένα σκουτέλι.
-Κάθε ένας αισθάνεται το κρύον κατά τα ρούχα του.
-Κακοφορεμένος ο μη μετέχων αρετής.
-Το κακόν χόρτον αυξάνει ογλήγορα.
-Η παλαιά παντιέρα, τιμή του καραβοκυρύ.
-Το βράδυ επαίνα τον αργάτην.
-Μα μη χαρίζης εις αχάριστον.
-Ο μη πταίσας επιφέρει την διαφέντευσίν του.
-Ο νέος είναι ακατάστατος.
-Ο νέος ιατρός θάπτει πολλούς.
-Εις νέον ανδρόγυνον, άθλιον σπίτι.
-Νέος διδάσκαλος, νέα λόγια.
-Ο καθείς δια λόγου του, και ο Θεός δια όλους.
-Καλόν δια καλόν, να αποδίδεται, δίκαιον.
-Το καλόν δίκαιον, δείται και βοηθείας.
-Ο κάθε ένας σηκώνει το φορτίον του.
-Είς ψεύτης πραγματευτής, είναι δια ένα πανηγύρι.
-Ο αδικήσας τινά να το πλερώση, ει δε κόλασις,
-Μη δώσης πολύ του Πέτρου, ότι δεν φτάνει εις τον Παύλον.
-Ο ποιών καλόν, καρτερεί καλόν.
-Ο ποιών καλόν, ευρήσει αυτό.
-Επάνω εις το ψάρι, είναι το γάλα φαρμάκι.
-Κρασί επάνω εις το γάλα, καλόν.
-Γάλα επάνω στο κρασί, φαρμάκι.
-Η διπλή γλώσσα, αιτία θορύβου και ταραχής.
-Η ευκαιρία του καιρού κάνει τον κλέπτην.
-Ο παίζων με άσπρα(=λεφτά) χαλά τον οικοκύρη.
-Η κλεψία φέρνει την φούρκα.
-Δείξον  μοι ένα ψεύτη, και δείξω σοι έναν κλέπτην.
-Σαν διαβάζης και δεν καταλαμβάνης, είναι σαν είναι σαν να κυνηγάς και να μην πιάνης.
-Τα κακά κερδεμένα, είναι χαμένα.
-Από κακά κέρδη, ο καρπός  ολίγος.
-Κρείττον το μικρό πουλί εις το δάσος, παρά εις μεγάλο κλουβί.
-Νέος βασιλεύς, νέος νόμος.
-Κάθε ένας είναι βασιλεύς εις το σπίτι του.
-Δεν είναι οικοκύρης, ο μη τολμών προστάξαι.
-Το μάτι του αυθέντου, παχαίνει τ’ άλογον.
-Κάθε τιμημένος πρέπει να είναι αυθέντης στο σπίτι του.
-Λίγον καιρόν χρειάζεται το κακοποιήσαι.
-Ο ζητών κακόν ταχέως το ευρίσκει.
-Κακόν να ανταμείβης, στο καλόν, σκληρότης.
-Να λέγη καλά και να κάμνη κακά, είναι σαν να χτίζη με το ένα χέρι και με τ’ άλλο να      κρεμνίζη.
-Με τον καιρόν γνωρίζομεν τον καλόν πραγματευτήν.
-Οι αχαμνές πραγματείες(= τα σκάρτα εμπορεύματα) χρειάζονται έπαινον.
-Σήμερον υπανδρεύεται, και αύριον μετανοεί.
-Την αχαμνήν παντρείαν την αισθάνεται εις όλην του την ζωήν.