Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Αχλάδια κρυστάλλια!

Αχλάδια «κρυστάλλια» Λεχωνίων
Στη φωτογραφία διακρίνονται αρκετά από τα παρακάτω στοιχεία 
του τρόπου συσκευασίας των κρυσταλλιών
ΓΕΝΙΚΑ-ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ:
Ο μικρόκαμπος των Λεχωνίων είναι γνωστός οπωρώνας. Σήμερα βέβαια οικοπεδοποιήθηκε και οικοδομήθηκε, αλλά πριν τη δεκαετία του ΄90 ήταν ένας παράδεισος και μια πηγή βιοπορισμού, αλλά και πλουτισμού των αχλαδοπαραγωγών κι όχι μόνον!
Βασική παραγωγή ήταν τα αχλάδια και ειδικά η ποικιλία «κρυστάλλια» που συγκομιζόταν μέσα στο α΄ δεκαπενθήμερο του Αυγούστου και ήταν αρκετές χιλιάδες τόνοι. 
Εκτός από τα κρυστάλλια υπήρχαν και οι πρωιμότερες ποικιλίες αχλαδιών όπως τα βουτυράτα, τα αποστολιάτικα -που ωρίμαζαν περίπου με τη γιορτή των Αγίων Αποστόλων, τα ζαχαράτα, οι κοντούλες,  τα κόσια, οι μπέρμπες κ.ά. Όλες οι παραπάνω ποικιλίες «μαζεύονταν» όταν ωρίμαζαν, ενώ τα κρυστάλλια μόνον όταν «μαύριζε το κουκούτσι» και «βάζανε ζάχαρη», όπως έλεγαν παραγωγοί κι οι έμποροι. Δεν τρώγονταν όμως γιατί ήταν «ξύλα» (=άγουρα). Αυτό γινόταν γιατί μετά τη συγκομιδή έμπαιναν κατευθείαν στα ψυγεία και πουλιόνταν ως και τον χειμώνα, οπότε ωρίμαζαν αργά αργά. Είναι μια ποικιλία ανθεκτική στο τελάρο του μανάβη και πάρα πολύ γευστική.
Ανθισμένη αχλαδιά
ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ:
Η αχλαδιά κρυσταλλιά, ήταν κι είναι ένα ανθεκτικό παραγωγικό οπωροφόρο δέντρο που ευδοκιμεί σ’ όλο σχεδόν το Πήλιο, αλλά περισσότερο σε πεδινές και υγρές περιοχές. Μαζί με τα Λεχώνια, περιοχές της Μαγνησίας με σχεδόν μονοκαλλιέργεια αχλαδιών, ήταν η Μπούφα, το Διμήνι (Καλύβια), η Αγριά και το Βελεστίνο. 
Το αρχικό φυτό-υποκείμενο πριν εμβολιαστεί κρυσταλλιά ή άλλης ποικιλίας αχλαδιά, ήταν από κυδωνιά. Αυτό γιατί ήταν ανθεκτικότερο, αλλά και έφτιαχνε χοντρότερα αχλάδια! 
Είναι απαιτητική και πολύ δαπανηρή καλλιέργεια (βλ. οργώματα-σκαψίματα, κλαδέματα, λίπανση, συνεχείς ψεκασμούς, σκότωμα σκουληκιών κορμού, συγκομιδή, συσκευασία-τυποποίηση, αποθήκευση σε ψυγεία και μεταφορές), γι’ αυτό και εγκαταλείφθηκε από τους παραγωγούς. Αρχίσανε λοιπόν οι παραγωγοί να «μπαίν΄νε μέσα», αφού τα «παρ’τ’κά» ήταν λιγότερα απ’ τα έξοδα κι η καλλιέργεια όχι συμφέρουσα. Οι αθρόες εισαγωγές φτηνών αχλαδιών, κατ’ ευφημισμόν κρυσταλλιών, έφεραν και το τέλος της. Σήμερα ελάχιστοι μπαχτσέδες έχουν κρυστάλλια, αλλά κι αυτοί γρήγορα εγκαταλείπονται για οικόπεδα, ελαιώνες ή …καυσόξυλα.
ΕΜΠΟΡΙΟ: 
Το εμπόριο των αχλαδιών άρχιζε από τους «μεσίτες» των χοντρέμπορων που ήταν συνήθως άνθρωποι «εκτιμητές», κάτοικοι της περιοχής και ειδήμονες. Αυτοί πήγαιναν στους παραγωγούς κι έκλειναν τις μεγάλες «παρτίδες» ή τα «λιγοτάρια». Οι ίδιοι καθόριζαν αναλόγως και τις τιμές από τα μισά περίπου του Ιουλίου, επισκεπτόμενοι τους οπωρώνες. Η αγορά γινόταν με τιμή κατά κιλό και ζύγισμα της παρτίδας στο τέλος. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι έμποροι, να πετούν  «εβγάλματα»(=μη εμπορεύσιμα) μεγάλες ποσότητες χαμηλότερης ποιότητας, ξεκινώντας από συγκεκριμένο βάρος ανά τεμάχιο αχλαδιού. Αυτό ήταν και το σημείο τριβής εμπόρων-παραγωγών. Πολλές φορές «αγόραζαν» τα αχλάδια και «κουτράδα» (=κατ’ εκτίμηση) ή «ξεκοπής»(= με έξοδα συλλογής και συσκευασίας των ιδίων).
Αυτοί  οργάνωναν τα συνεργεία κλείνοντας συσκευάστριες, παιδιά, βοηθούς και δέτες καθώς και την ημερομηνία συλλογής-συσκευασίας κάθε παρτίδας. 
Πολλοί από τους παραγωγούς «έβαζαν μέσα» τα αχλάδια τους, δηλαδή έκαναν μόνοι τους μαζί με τη συγκομιδή και τη συσκευασία και μόνοι εμπορευόταν το προϊόν τους, χωρίς μεσάζοντες. Αυτοί ήταν συνήθως μικροπαραγωγοί, γιατί η συσκευασία και διατήρηση απαιτούσε αρκετά προκαταβολικά έξοδα, πράγμα που οι έμποροι είχαν δυνατότητα να κάνουν. Βεβαίως πολλές φορές κι αυτοί «έχαναν» αν το εμπόριο ή η αποθήκευση ήταν προβληματική.
ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ:
Η συγκομιδή «μάσ’μο ή μάζουμα» απ’ τους παραγωγούς και το «φτιάσ’μο» απ’ τους εμπόρους ήταν η ασχολία των ανθρώπων της περιοχής, είτε είχαν αχλαδιές είτε όχι. 
Υπήρχε δουλειά για πολλούς ανθρώπους όλων των ηλικιών, τουλάχιστον για ένα συνεχές δεκαπενθήμερο. 
Ήταν ένα πολύβουο μελίσσι στους μπαχτσέδες των Πλατανιδίων, της Μαμάτσας, του Λωτού, της Τερέμπασης, του Μαλακιού απ’ το πρωί ως το βράδυ με φωνές, γέλια, πειράγματα, τσακωμούς, γνωριμίες, έρωτες και …συνοικέσια! Η περιοχή του σταθμού στ’ Άνω Λεχώνια, κι η πλατεία, ήταν χώροι υπαίθριας διαμονής εργατών βασικά, αλλά και εργατριών για τη συγκομιδή, που προέρχονταν απ’ τη θεσσαλική ενδοχώρα. Πολλοί απ' αυτούς είναι Λεχωνίτες κάτοικοι πια, εκ Τρικάλων καταγόμενοι, που γνώρισαν το χωριό και κατοίκησαν μόνιμα. Πολλοί ήταν ακόμη κι οι βολιώτες μαθητές Γυμνασίου που δούλευαν  «στ’ αχλάδια» εκείνες τις εποχές για το χαρτζιλίκι τους.
Οι κοντοχωριανοί κάτοικοι καθημερινά κατέβαιναν το πρωί με τα ζώα, τις σούστες ή πεζοπορώντας ως τους μπαξέδες για εργασία και το βράδυ επέστρεφαν στα χωριά τους κατάκοποι. Το ωράριο εργασίας ήταν τότε ολοήμερο με δίωρη διακοπή το μεσημέρι, για φαγητό και ξεκούραση. Αργότερα τα λεωφορεία και τα αγροτικά αυτοκίνητα ανέλαβαν τη μεταφορά του εργατικού αυτού δυναμικού. 
Στα κτήματα οι άντρες μάζευαν τ’ αχλάδια χωρισμένοι σε ομάδες. Μια ομάδα ήταν αυτοί που σκαρφάλωναν -συνήθως οι νεότεροι- στα δέντρα, μια άλλη ομάδα έμπειρων μάζευε απ’ τα γύρω κλαδιά με τα «τρισκέλια»(=σκάλες με τρία πόδια για σίγουρη στήριξη και με διάφορα ύψη) και μια τελευταία κουβαλούσε τα γεμάτα, αρχικά κοφίνια-κούφες και μετέπειτα κουβάδες, ως τη θέση του «συνεργείου» συσκευασίας. Το κατέβασμα των γεμισμένων κοφινιών ή κουβάδων απ’ τα δέντρα γινόταν με τριχιές κι οι «κούφες» ήταν ντυμένες εσωτερικά με λινάτσα για να μην τραυματίζονται απ’ τα τοιχώματα και τα κοτσάνια οι καρποί, αφού έπρεπε να είναι ακέραιοι ώστε να μη σαπίσουν στα ψυγεία. Η εναπόθεση των αχλαδιών παλιότερα γινόταν σε σωρούς, αλλ' αργότερα σε ξύλινα καφάσια και κλούβες. 
Οι παραγωγοί συμφωνούσαν με τους «αργάτες μαζωχτές» και έψαχναν για τέτοιους έμπειρους ανάμεσα στους πολλούς. Κι αυτό γιατί το μάζεμα έπρεπε να είναι αποδοτικό και σωστό, αλλά και επειδή η απειρία ισοδυναμούσε με πτώση από τα δέντρα, με τραγικές πολλές φορές επιπτώσεις. 
Οι συνεχείς παραινέσεις των παραγωγών προς τους άντρες ήταν «προυσέξτε τα κουτσιάνια» ή «μην τσιγκιλώνετι τ’  αχλάδια» και των εμπόρων «μην κόβετε-μαζεύετε ψιλά»! 
Οι καλύτεροι παραγωγοί-αφεντικά ήταν αυτοί που δεν ήταν απαιτητικοί και κερνούσαν τσίπουρα κρασιά και γλυκά τους ανθρώπους. Η βασική ευχή των εργατών κι εργατριών ήταν: «Καλόνε φτούρο», «και του χρόνου πιρισσότερα» κι «φχαριστώ, γεια στα χέρια σας» των αφεντικών! Σπάνια, οι έμποροι κι οι μεσίτες κερνούσαν τα συνεργεία παγωτά από τους πλανόδιους βολιώτες παγωτατζήδες.
Μετά το τέλος της βασικής συγκομιδής «πάρσ’μο τ’ πρώτου χιριού» ανάλογα και με το αν η παραγωγή ήταν «δασιά» άρα κι ο καρπός μικρός, γινόταν μετά από δεκαήμερο και η συγκομιδή των υπόλοιπων καρπών «του δεύτιρου χέρ’» ή «τ’ απάχλαδα». Ήταν άκρως κοπιαστική δουλειά για τους άντρες-μαζευτές, αλλ’ εκείνα τα χρόνια αυτή ήταν η συνήθης πρακτική: να μην πετάμε τίποτα! Έτσι, πολλά ώριμα πια αχλάδια, πήγαιναν αμέσως «στ’ κατανάλουση» δηλαδή στους μανάβηδες κι ελάχιστες ποσότητες συσκευάζονταν για τα ψυγεία, που κι απ’ εκεί έβγαιναν πρώτα πρώτα στο λιανεμπόριο.
ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ:
Όταν οι καρποί μαζεύονταν, οδηγούνταν αμέσως στο «συνεργείο» συσκευασίας που βρισκόταν σε επιλεγμένη θέση του κάθε κτήματος πχ σκιερό μέρος, βολικό στη φόρτωση κ.ά. Το αποτελούσαν κυρίως γυναίκες συσκευάστριες, παιδιά για το τύλιγμα, κι ένας άντρας ειδικός στο δέσιμο των τελάρων. Πολλές φορές αν το συνεργείο συσκευαστριών ήταν μεγάλο σε αριθμό και ξεπερνούσε τις δέκα, υπήρχε και άλλος άντρας βοηθός του «δέτη» που κουβαλούσε τα απαραίτητα υλικά και τ’ αχλάδια, ανάμεσα στις συσκευάστριες και τα έτοιμα-γεμάτα ξύλινα τελάρα ως τον πάγκο του δέτη. (Τότε ανθούσε και στα ξυλουργεία η εργασία κατασκευής τελάρων φρούτων!)
Η συσκευασία γινόταν ως εξής: Μετά την επιλογή της θέσης του «στησίματος του συνεργείου» κάθε γυναίκα έπαιρνε κενά τελάρα κι έφτιαχνε τον πάγκο της και το κάθισμά της. Χαμηλότερο το κάθισμα, ψηλότερος ο πάγκος. Εκεί δούλευε ολημερίς καθιστή. Οι πάγκοι στήνονταν ημικυκλικά για εύκολη πρόσβαση από το δέτη ή το βοηθό, αλλά και κοντά κοντά για οικονομία δυνάμεων. Για να μην τους «τρώνε οι στράτες», όπως χαρακτηριστικά έλεγαν. 
Μια (ή και δυο) έμπειρη γυναίκα αναλόγως απ’ το σύνολο, αναλάμβανε το «διάλεμα»(=διαλογή κατά ποιότητα, μέγεθος, φθορά) του καρπού από το σωρό κι αργότερα κατευθείαν από τις κούφες ή τους κουβάδες που έρχονταν μπροστά της από τους άντρες. Αυτή τοποθετούσε με προσοχή τους επιλεγμένους καρπούς σε ανοιχτά γαλίκια ή καφάσια ή βαθιά τελάρα κι οι συσκευάστριες τους συσκεύαζαν με ορισμένο τρόπο σε σειρά στα «ντυμένα» τελάρα.
Το ντύσιμο του τελάρου, «μονόσειρου ή δίσειρου», γινόταν από παιδιά Δημοτικού, που τότε έπαιρναν συνήθως και το πρώτο τους …μεροκάματο-χαρτζιλίκι. Έβαζαν στις τέσσερις πλευρές του ορθογώνιου τελάρου «κόλλες» χαρτιού και από πάνω πάτο από χοντρότερο χαρτί το «στράτσο»  που τα κρατούσε. 
Το διαφορετικό χρώμα των χαρτιών υποδήλωνε και την ποιότητα των αχλαδιών που υπήρχαν στο κάθε τελάρο, όταν αυτά θα έβγαιναν απ’ τα ψυγεία για πώληση. Έτσι είχαν λευκό για την πρώτη διαλογή-ποιότητα , μπλε για τη δεύτερη, κόκκινο για την τρίτη κλπ. Τα αχλάδια της α΄ διαλογής ή EXTRA, συσκευάζονταν πάντα σε μονόσειρα τελάρα κι οι υπόλοιπες σε δίσειρα. Πάνω από το στράτσο του πάτου, έβαζαν «φρου-φρου»(=ψαλιδόχαρτο) σαν στρώμα των αχλαδιών. Το ίδιο φρου-φρου έβαζαν κι οι γυναίκες στο πάνω μέρος με το τελείωμα της συσκευασίας για να μην τραυματίζονται οι καρποί, αλλά και να κρατούν την υγρασία των ψυγείων συντήρησης. Τα παιδιά επίσης δίπλα στις συσκευάστριες «τύλιγαν» σε χαρτί περιτυλίγματος, τα προς συσκευασία αχλάδια, συνήθως τα πρώτης ποιότητας, επίσης για την αποφυγή τους σαπίσματος.
 Όταν ήταν έτοιμο και συσκευασμένο το τελάρο, ο δέτης το «έδενε» φέρνοντάς το στον πάγκο του, με μια ειδική κίνηση γύρω και με «τζίβα»(=λιναρόσπαγγος), αφού έβαζε το πάνω στράτσο που κρατούσε σφιχτή τη συσκευασία. Μετά το «ντάνιαζε» (=στίβαζε) για να μεταφερθεί αυθημερόν στα ψυγεία συντήρησης-ωρίμανσης. Ο ίδιος «μάρκαρε» και τα τελάρα για να γνωρίζουν οι μεταφορείς κι οι εργαζόμενοι των ψυγείων πια παρτίδα θα μεταφέρουν ή θα «βγάλουν» για πώληση.
Οι αμοιβές των εργαζομένων αντρών, γυναικών και παιδιών, ήταν ίδιες για κάθε κατηγορία δουλειάς. Αυτές τις καθόριζαν τις «έκοβαν» κάθε χρόνο οι παραγωγοί για τους «μαζευτάδες» κι οι έμποροι για τις συσκευάστριες και τους δέτες. Έτσι υπήρχαν διαφορετικά ημερομίσθια για κάθε εργασία, με μεγαλύτερο αυτό του δέτη. Κι αυτό γιατί ο ίδιος μπορούσε να δέσει και να φορτώσει την ημέρα, ως και χίλια τελάρα μονόσειρα! Τα παιδιά, απλά έπαιρναν μικρή αμοιβή. 
Τέλος, τα ψιλά(=ελλειποβαρή) αλλά και μη εμπορεύσιμα αχλάδια που δεν συσκευάζονταν, οι παραγωγοί δεν τα πετούσαν.  Τα έκαναν μαρμελάδες, πετιμέζι και κομπόστες. Μ' αυτά, αλλά και "τ'ς πεσιάδις"(=πεσμένα) τάϊζαν και τα ζώα τους κατσίκες, άλογα και γουρούνια που ήταν πολύ θρεπτικά καθότι είχαν φρουκτόζη και βιταμίνες...
Υ.Γ. (1) - 17-8-2013
Αρκετές μέρες μετά την εγγραφή, είπα να προσθέσω μια τωρινή φωτογραφία για να γνωρίσουν οι νεότεροι έστω κι εικονικά, τα κρυστάλλια!
 Όταν βρείτε στην αγορά αχλάδια σαν της φωτογραφίας να τα αγοράσετε! Έχουν "μουντζούρες", άρα είναι χωρίς ψεκασμούς κι επίσης είναι λίγο"μασουράτα" (μυτερά-μακρουλά στη μεριά του κοτσανιού) άρα, χωρίς καρποδετικές ή άλλες ορμόνες!!


Υ.Γ. (2) Τα στίγματα-μουντζούρες στ’ αχλάδια, προέρχονται από τον «τίγρη» ή από γδαρσίματα ή από μύκητες που δημιουργούν «ξεροβούλες και νταμκάδες*». 
*νταμκάδες=στίγματα, βούλες, κηλίδες. Μάλλον προέρχεται απ’ τη λέξη «δάμκα-ντάμκα». Η «δάμκα» ήταν σφραγίδα που σφράγιζαν τα  εισερχόμενα προϊόντα στις τοπικές αγορές στην τουρκοκρατία, για λόγους φορολογίας. Ντάμκα είναι και στα εβραϊκά η ντάμα, το επιτραπέζιο παιχνίδι.

Υ.Γ. (3) Φίλος αναγνώστης μας υπενθυμισε πως τα κρυστάλλια, είναι η πανελληνίως γνωστή ποικιλία «τσακώνικα» Τον ευχαριστώ για την παρατήρηση! «Ένα μυαλό χ'μώνα- καλουκαίρ'. Τι πιριμένεις;»! 

2 σχόλια:

  1. Δεν υπαρχουν αχλαδια στην αγορα χωρις ψεκασμους, γιατι το αχλαδι εχει δυσκολους εχθρους ακομη και μ αυτους.Τα σημαδια γινονται απ την επαφη το ενα με το αλλο.
    Επισης μασουρατα γινονται ακριβως λογω των ορμονων καρποδεσης (που δεν ειναι επικυνδινες αλλιως θα απαγορευοταν η χρηση τους). Οταν δεν εχουν ραντιστει με ορμονη ή δεν πετυχε η εφαρμογη της, τ αχλαδια εχουν πιο στρογγυλο σχημα και στο κοτσανι και απ την αλλη μερια τους. Ενας παραγωγος αχλαδιας ποκιλιας κρυσταλλι ή τσακωνικο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σας ευχαριστώ για το σχόλιο! Συμφωνώ, πως δεν υπάρχουν στη αγορά αχλάδια χωρίς ψεκασμούς. Το ίδιο ισχύει σχεδόν για όλα τα εμπορεύσιμα φρούτα !

      Διαγραφή