Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Πρωτομαγιά

Καλό μήνα!!!
Λεχωνίτισσες βγήκαν για το Μάη!!
Δύο λαογραφικές καταγραφές από το Λαυκιώτη εκπ/κό Δημήτρη Λαμπαδάρη για την Πρωτομαγιά στο Πήλιο. 
Είναι αντιγραφή από το βιβλίο του "ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΠΗΛΙΟΥ", Βόλος 1966 και από τις σελίδες 13-14 & 17. 

1.  ΤΟ ΨΩΜΙ ΤΗΣ Μ. ΠΕΜΠΤΗΣ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
Ο Μάης, με το ξαναγέννημα όλης της Φύσεως, ξυπνάει απ' τη χειμερινή νάρκη και τα φίδια., που αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για τους ίδιους τους χωρικούς και τα ζώα τους. Πολλοί αγρότες και πολλά ζώα βρίσκουν τον θάνατο απ' το θανατηφόρο χτύπημα της δηλητηριώδους οχιάς.
Προληπτικό προφυλακτικό μέσο δεν υπάρχει, για τον αγρότη. Στράφηκαν κι αυτοί, προς την Εκκλησία.
Συνήθως το Πάσχα πέφτει κάθε χρόνο τον Απρίλιο και κοντά στην Πρωτομαγιά. Η Θεία χάρη του Θεανθρώπου, που σταυρώθηκε και αναστήθηκε, μπορεί να μας προφυλάξει με την παντοδυναμία του κι από τα φίδια, σκέφτηκαν. Και ζήτησαν τη βοήθεια του Χριστού με τον άρτο.
Το ψωμί για τις γιορτές του Πάσχα ζυμώνεται συνήθως τον Μεγάλη Πέμπτη. Ένα ειδικά μικρό ψωμάκι, φυλάσσεται για την Πρωτομαγιά.  Πρωί -πρωί και πριν ακόμη λαλήσει ο κούκος θα γευθεί από το ψωμί αυτό όλη η φαμελιά και θα ταϊστούν όλα τα ζώα της αγροτικής οικογενείας. Πιστεύουν δηλαδή ότι το ψωμί της Μ. Πέμπτης έχει τη δύναμη να διώχνει τα φίδια, που αρχίζουν να γίνονται επικίνδυνα με τις ζέστες του Μάη. Έτσι άτρωτοι και πλημμυρισμένοι πίστη ξεκινούν όλοι για τις αγροτικές τους δουλειές.

2.  ΤΟ ΣΚΟΡΔΟ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
Το πουλί που φέρνει τον άνοιξη, με το δισύλλαβο πρωινό του κελάιδισμα, ο κούκος δηλαδή, παίρνει ειδικά την Πρωτομαγιά ανθρώπινη δύναμη. Και τη δύναμή του αυτή την χρησιμοποιεί κατά την αντίληψη του εδώ κόσμου, «επί κακώ». Είναι δυνατόν, δηλαδή το γλυκοχάραμα της Πρωτομαγιάς, μόλις κανείς ακούσει τη φωνή του κούκου να πάθη από πνιγμό λες και η φωνή αυτή έχει κάποια μαγική δύναμη να «κουμπώνη» κατά πως λέγεται με το να σφίγγη το λαιμό.
Για να προλάβεις λοιπόν το κακό αυτό πρέπει το πρωινό της Πρωτομαγιάς και πριν ακόμη ξεκινήσεις για τη δουλειά σου, να δαγκώσεις λίγο σκόρδα. Το σκόρδο προφανώς, εκτός των άλλων θεραπευτικών του ιδιοτήτων, έχει και τη δύναμη ίσως, με την ιδιάζουσα .μυρωδιά τον, να νικάει στην πάλη του με τη φωνή του κούκου, που τρέχει επίμονα να σου σφίξη το λαρύγγι και να σε  «κουμπώσει» κατά την τοπική έκφραση. Έτσι το σκόρδο σε καθιστά άτρωτο άπ' τις φωνητικές επιθέσεις του ανοιξιάτικου πουλιού. 
Το πράγμα όμως δεν σταματάει μέχρις εδώ. Οι χωρικοί μας αποδίδουν στο σκόρδο και μεγάλη επιθετική, θανατηφόρο πολλές φορές δύναμη. Διότι αν έχεις δαγκώσει σκόρδο και ακούσης μετά τον κούκο, αυτός τρέπεται αμέσως εις φυγήν και πολλές φορές πεθαίνει. Το άσχημο είναι ότι δεν καθορίζεται στο λαϊκό μας συνταγολόγιο η ποσότητα του σκόρδου που πρέπει το πρωτομαγιάτικο πρωινό να καταβροχθίσει κανείς, για να είναι πάντα ασφαλής. Παρόμοιες δοξασίες υπάρχουν και για τον βασιλέα της υπομονής το γαϊδούρι. Με μόνη τη διαφορά ότι το αντίδοτο της στεντωρείας φωνής τού συμπαθούς κυρ -Μέντιου, δεν είναι το σκόρδο, αλλά λίγο ψωμί. Καλή φυσικά αντίληψη, γιατί υποχρεώνει τους χωρικούς μας, πριν ξεκινήσουν για τις κοπιαστικές ανοιξιάτικες δουλειές τους, να βάλουν κάτι στο στόμα τους, έφ' όσον η εποχή επιβάλλει εύωχίαν και όχι νηστείαν.

Επιπλέον λαογραφικά στο ΦΙΡΙΚΙ. (ΕΔΩ) 

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Άγιος Λαυρέντιος

Ο Αϊ- Λαυρέντης, το γειτονικό μας χωριό, μεταξύ των πολλών πνευματικών ανθρώπων του, υπήρξε και ο λόγιος Σωκράτης Βαμβάκος (ΕΔΩ) που έγραψε και τη μονογραφία για το χωριό του το 1927.
Παρακάτω υπάρχει το βιβλίο αυτό για όσους ενδιαφέρονται να το διαβάσουν ή να το κρατήσουν στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη τους:  (ΕΔΩ) 
Επίσης το ίδιο βιβλίο για ξεφύλλισμά κια ανάγνωση (πατώντας πάνω στον τίτλο):
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΑΓΙΟΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ  

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Ανοιξιάτικα δειλινά

Τελειώνει κι ο Απρίλης! Οι τελευταίες μέρες του είναι πράγματι ανοιξιάτικες. Το ίδιο και τα "δειλινά" του! 
Γι' αυτό ας απολαύσουμε ένα όμορφο κείμενο του 1927, αναμένοντας το Μάη! (*)
Πρόσφατη φωτογραφία των ακτών του Παγασητικού,
από τον Ηλία Σακελλάρη
ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΑ ΔΕΙΛΙΝΑ ΣΤΟ ΒΟΛΟ 
Γέρνοντας στου βουνού τη  ράχη ο ήλιος μάς αφήνει σκορπίζοντας αιθέρια πλουμιστά λουλούδια για να πάει να πέσει στην ανυπόμονη αγκαλιά τσ' αγαπημένης του νυφούλας Κυμοθόης. 
Στρατοκόποι περνάν και πάνε, άλλοι κουβαλώντας τη στάχτη τους κατά τον Άγιο Κωνσταντίνο και άλλοι για να πάρουν αέρα τα σωθικά τους τα μαραμένα απ' της πόλης τη βρωμιά.
Στον αλαφρό ίσκιο που απλώνει η πολυλογού λεύκα, 'δώ και τόσα χρόνια κοντά στην ακρογιαλιά,  κάθεται η  όμορφη κόρη του  ψαρά, για να μπαλώσει  τα δίχτυα του πατέρα που αύριο πρωί-πρωί θα πάει για δουλειά τραβώντας το βαρύ κουπί με τα ροζιασμένα, τίμια χέρια του.
Τα κόκκινα, σαν άλικα τριαντάφυλλα, χείλια της, αργοσαλεύοντας μυστικά τραγούδι λένε, ίσως νάναι  για τον όμορφο γρυπάρη που  προχτές στην Εθνική μας γιορτασιά τον κρυφοκύταε με πόθο μες στη μεγάλη Εκκλησιά.
Λίγο πιο πέραν τρατάρηδες της νιοφερμένης απ' το αντικρινό ακρογιάλι ψαροπούλας, πουλάνε με την οκά ζωντανά, σπαρταρίζοντα ψάρια που τα βγάνουν μεσ' από τα καλαμόπλεχτα κοφίνια τους.
Από ώρες χτυπήματα βαριά αντηχούν στο ακρογιάλι το μάγο. Είν' οι μαστόροι που φτιάνουν το καινούργιο καΐκι του μπάρμπα Νικόλα που θα ρίξουν στη θάλασσα μεθαύριο τη Πρωτομαγιά  για νάναι καλοτάξιδο. Τί χαρά και τι γλέντι, θάχουν αυτοί τότες, θα το στολίσουν με μυρτιές, θα πιούν και θα χορέψουν για το ριζικό τού καραβιού.
Η  νύχτα αργοαπλώνει τα δαντελένια μαύρα πέπλα της κι οι στρατοκόποι αργοφαίνονται πού και πού. 
Μα αυτός που σε τέτοια ώρα πρόβαλε θάναι κανένα άγνωμο, σεμνό ξεπεταρούδι που 'ρχεται, στο χέρι μια ανεμώνη κρατώντας, με τα χείλη «τα άνθη του κακού» τραγουδώντας, κυνηγητής ρεμβώδης μιας άπιαστης ιδέας φευγαλέας, ξεφεύγοντας πικρόχολα τον κόσμο τον υλιστή π' ανασκαλεύει μέσα του κακίες και θυμούς συμφέροντα και πάθη.
ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Π. ΠΟΛΥΜΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (Εδμόνδος) 
(ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1927, Θ. Βινικίου-Παπακωνσταντίνου,σελ. 298)

(*)  Μαζί μπορείτε να ακούτε και μια εκπληκτική μελωδία με τίτλο «Το τραγουδάκι του 
κλαρίνου» από το δισκάκι «Υάκινθος». Κλαρινίστας και δημιουργός ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος.

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Το Πήλιον

Ο Κωστής Δ. Τοπάλης (ΕΔΩ) βουλευτής και υπουργός της περιοχής μας, ήταν αρκετά μορφωμένος με σπουδές Νομικής (Αθήνα, Γερμανία και Γαλλία). Υπήρξε συγγραφέας, αρθρογράφος-δημοσιογράφος και ρήτορας, συνιδρυτής της εφημερίδας ΕΣΤΙΑ. 
Υπήρξε δημοτικιστής και από τους ιδρυτές του Εκπ/κού Ομίλου. Υπερασπίστηκε το Δελμούζο και τους άλλους στη δίκη των Αθεϊκών. 
Παρακάτω ένα όμορφο (σε απλή καθαρεύουσα) κείμενό του για το Πήλιο, από τον "ΟΔΗΓΟ ΒΟΛΟΥ" του 1901

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Νικόλαος Γαντζόπουλος

"Ο ήρως του Σαρακηνού"
Ο πολεμιστής και ήρωας του 1878 Νικόλαος Γαντζόπουλος είχε καταγωγή από τη Μακρινίτσα. 
Πολλά στοιχεία για το βίο του δεν υπάρχουν παρά μόνον όσα ο ίδιος αναφέρει. Ούτε κάποιος μελετητής (από όσο γνωρίζω) έχει κάνει έρευνα γράφοντας γι' αυτόν.
Ήταν από τους πρώτους εθελοντές που με αρχηγό το Ζήσιμο Μπασδέκη, ξεκίνησαν από την Αθήνα και αποβιβάστηκαν στο Πήλιο. Είχε οριστεί σημαιοφόρος και πολέμησε και στις δύο μάχες της Μακρινίτσας (6 & 16-17 Μαρτίου 1878). Ήταν γνώστης των τοποθεσιών της Μακρινίτσας και ίσως γι’ αυτό έγινε σημαιοφόρος.  
Ο ίδιος ήταν αγράμματος κατά τα λεγόμενά του, ωστόσο κατέθεσε-έγραψε (διηγούμενος σε άλλον) τα γεγονότα των μαχών από προσωπική γνώση και εμπειρία.
Στο από 22 σελίδες φυλλάδιο-βιβλίο του  «ΙΣΤΟΡΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΝ ΠΗΛΙΩ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1878» υπό Νικολάου Γαντζοπούλου εκ Μακρινίτσης, Τύποις Πανθεσσαλικού Αθαν. Πλατανιώτου, Εν Βόλω 1905 περιλαμβάνει τα πολεμικά καθέκαστα και τις προσωπικές του απόψεις για τους αρχηγούς, τους συμπολεμιστές του και θεωρεί πως η Ιστορία του Μιλτ. Σεϊζάνη (Η Πολιτική της Ελλάδος και η Επανάστασις του 1878 εν Μακεδονία, Ηπείρω και Θεσσαλία -ΑΘΗΝΑΙ 1789) είναι ανακριβής. 
Ο ίδιος ο Μιλτ. Σεϊζάνης τον αναφέρει "σημαιοφόρος Νικόλαος Μακρυνιτσιώτης".
Στα γραφεία της πρώην Κοινότητας Μακρινίτσας, υπάρχει ο παραπάνω πίνακας άγνωστου καλλιτέχνη,  με τον ήρωα. Ο ίδιος πίνακας σε παρελάσεις στην πόλη του Βόλου γινόταν λάβαρο από τους συμπατριώτες του Μακρινιτσιώτες.
Από το ιστολόγιο του φίλου Αντώνη Ζ.(ΕΔΩ)
Στην πόλη του Βόλου και στη συνοικία του Αγίου Κων-νου, υπάρχει μια κάθετη οδός αφιερωμένη σ’ αυτόν. Ξεκινά από την Πλαστήρα και φτάνει ως την Φιλιππίδη. Είναι οδός παράλληλη με τις οδούς Δροσίνη και Αιολίδος. Ήταν η 77η οδός μέχρι την απόφαση 827 του 1957 επί δημαρχιακής θητείας Θεόδωρου Κλαψόπουλου.
Παρακάτω μπορείτε να δείτε (διαβάσετε online πατώντας πάνω στον τίτλο) το σπάνιο πια βιβλιαράκι (*) έκδοσης του 1905 που ανέβασα στο διαδίκτυο:
Επίσης μπορείτε να το κατεβάσετε για τη βιβλιοθήκη σας από (ΕΔΩ)

Πηγές:
- ΙΣΤΟΡΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΝ ΠΗΛΙΩ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1878» Νικ.Γαντζοπούλου, Εν Βόλω 1905.
- ΔΡΟΜΟ-ΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ, Δημήτρη Κωνσταντάρα-Σταθαρά, Ιστορία των δρόμων και των πλατειών-Μνήμες και Τιμές, ΙΩΝΕΣ, Ν. Ιωνία Βόλου 2009

(*)  Ευχαριστώ πολύ, το συγχωριανό φίλο και συλλέκτη Νικ. Μαστρογιάννη που μου το παραχώρησε!

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Τα Λεχώνια, το Φάληρον του Βόλου κλπ

Ο  «υφηγητής της Αρχαιολόγίας εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω» Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, έγραψε το βιβλίο ΑΚΤΙΝΕΣ ΕΚ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ -Εντυπώσεις ταξειδιώτου. Τυπώθηκε «Εν Αθήναις» στο τυπογραφείο του Νικ. Ιγγλέση, στα 1897. 
Ο τίτλος τα λέει όλα. 
Εδώ παρακάτω θα δούμε το πανέμορφο κείμενο που αναφέρεται στο χωριό μας στα τότε Πέρα, σήμερα Άνω Λεχώνια. 
(Τονισμός και γλώσσα παραμένουν όπως στο πρωτότυπο). 
---------------------------------------------------

Τὰ Λεχώνια, τὸ Φάληρον τοῦ Βόλου. Ὁ κόλπος τῆς Γενεύης. Τὸ μεταξουργεῖον.

Τὰ Λεχώνια εἶνε τὸ Φάληρον τοῦ Βόλου, εἶνε τὸ Ραμλὶ του μᾶλλον, διότι ὁ Βόλος καὶ τὸ Πήλιον εἶναι χῶραι ... αἰγυπτιακαί. Ὁ Ρενᾶν μὲ ὅλην τὴν σοφίαν του πολὺ λανθάνεται λέγων ὅτι ἡ Αἴγυπτος δὲν ἔχει ὅρη. Ἐλησμόνησε τὸ Πήλιον, ὅπερ εἶνε ὅρος ... αἰγυπτιακὸν ! Τοσοῦτοι Αἰγύπτιοι κατεσκήνωσαν ἐπ’αὐτοῦ μετὰ τῶν χελιδόνων φεύγοντες καὶ αὐτοὶ πρὸς τὰ δροσερά του Πηλίου ἐνδιαιτήματα !
Τὰ Λεχώνια εἶνε ὅ,τι τὸ Λῖδο διὰ τὴν Βενετίαν καὶ τὸ Montreux διὰ τὴν λίμνην τῆς Γενεύης. Τὴν ἀναφέρομεν δὲ αὐτήν, διότι ἐκεῖθεν, ἀπὸ τῶν Λεχωνίων, δύνασθε νὰ στοιχηματίσητε  ὅτι ὁ πρὸ ἠμῶν Παγασητικὸς κόλπος εἶνε αὐτὸς ὁ κόλπος τῆς Γενεύης. Τοιαύτη καταπληκτικὴ ὁμοιότης ! Ἂλλ’ ἀναβῆτε πρὸς τὰς ὑπωρείας τοῦ Πηλίου, ἐκεῖ ἐπάνω πρὸς τὰ «Κυπαρίσσια», διότι ὁ κ. Κοκοσλς περιμένει…
Οἶον κάλλος, οἶον θέαμα ! Τί μέθη φύσεως ἐκεῖθεν καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ Πύργου του !
Σπανίως ἐν τῷ βίω ἠσθάνθην τοιαύτην μαγείαν διὰ πανόραμα φύσεως καὶ ἐν τούτοις ὁ ὀφθαλμός μου εἶνε ἀρκετὰ ἠσκημένος ἐκ τοσούτων  ἤδη τοπογραφιῶν. Ἄλλως τε νομίζω ἀρκεῖ νὰ εἶνε τὶς Ἀθηναῖος διὰ νὰ γνωρίζη κάτι ἀπὸ τοποθεσίας, ἂν καὶ ὑπάρχουσι σατυροειδεῖς τινὲς Ἀθηναῖοι λόγιοι ἀγνοοῦντες ἀκόμη τὸν Ὑμηττὸν καὶ θέτοντες τὴν Παρνηθα εἰς τὴν θέσιν ἐκείνου... Ὥστε εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ μετὰ τὴν Γιγαντομαχίαν ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ δεινὴ τῶν ὀρέων μεταφορὰ καὶ ἀνακύλησις !
Ἀπὸ ἐκείνου τοῦ Πύργου τὸ θέαμα δὲν περιγράφεται μὲ μελάνην καὶ ἐπὶ χάρτου. Χρειάζονται μέλη, χορδαὶ καὶ τετράχορδα. Διότι δὲν εἶνε μόνον γραμμαὶ καὶ χρώματα, δὲν εἶνε μόνον σχήματα καὶ γραφικαὶ ἀπόψεις. Εἶνε πλέον τί τὸ πανόραμα ἐκεῖνο. Εἶνε πανάκουσμα καὶ παναρμόνιον συγχρόνως. Σᾶς ἀρέσει ἡ λέξις; - Ἀδιάφορον ! Ἀποβλέψατε εἰς τὸ νόημα, διότι ἐκφράζει τὸ πράγμα. Ὅταν ἵστασθε ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τοῦ Πύργου τοῦ Κουκουσλῆ δὲν βλέπουσι μόνοι οἱ ὀφθαλμοί, ἀλλὰ καὶ τὰ ὦτα  κατακηλοῦνται ὑπὸ θειοτάτης τινὸς συμφωνίας, ἤτις μαγεύει ὡς μεγαλοπρεπεστάτης ὀρχήστρας μακρυνή ἀπήχησις.
   Ἀλλὰ καὶ ἔσωθεν ἔχομεν ἄλλου εἴδους θελκτικὸν θέαμα. Ἐνταύθα εἶνε ἡ σιγώσα καὶ τροφοδότις ἐργασία τῶν χειρῶν, ἤτις θέλγει καὶ συγκινεῖ. Σειρὰ κορασίδων 8, 10, 12 ἐτῶν, χωρικῶν μὲ ἁπλᾶς ἀγροτικᾶς περιβολᾶς ἐν μεγίστη τάξει καὶ μουσικῶ ρυθμῶ ἐκτυλίσσουσι καὶ ἀπομονούσι τὸν λεπτότατον μετάξινον μίτον ἐκ τοῦ κουκουλίου.
   Μετὰ τινὸς δὲ στρατιωτικῆς πειθαρχίας τελεῖται ἅπασα ἡ ἐργασία αὔτη ! Ἄνωθεν πρεσβυτέρα χωρικὴ ἱσταμένη ἐν ὢ μέσω, ὡς ἀπ’ ἄμβωνος ἱεροκῆρυξ, ἐποπτεύει τὰς κατωθεν μικρᾶς ἐργάτιδας. Τὸ δ’ ἐργαστήριον ὁλόκληρον διευθύνει καὶ ἐπιτηρεῖ μοναχός, γλυκυτάτης φυσιογνωμίας μὲ γένειον θὰ ἐλέγετε μετάξινον, τόσον εἶνε ἁπαλὸν καὶ λεῖον !
   Ὅταν περιφέρησθε ἀνὰ τὰ διάφορα τμήματα τοῦ ἐργοστασίου σχεδὸν δὲν πείθεσθε, ὅτι εὐρίσκεσθε ἐπὶ ράχεως ἑλληνικοῦ ὅρους, τοιαύτη ἐν πάσι κυριαρχεῖ τάξις καὶ εὐκοσμία !

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Παναγία Γορίτσα

Ναός Παναγίας Γορίτσας
(Η φωτογραφία του φίλου Θανάση Γέρμανου)
Κάθε Παρασκευή του Πάσχα είναι η γιορτή της Ζωοδόχου Πηγής και γιορτάζει το ναΐδριο του λόφου της Γορίτσας. 
Εκεί γιορτάζεται και το «θαύμα» της πλήρωσης των αρχαίων δεξαμενών με νερό που διαρκεί ένα εικοσιτετράωρο και που οι πιστοί συρρέουν να γεμίσουν τα γνωστά κανατάκια! 
Βέβαια και σ' όλο το Πήλιο στα διάφορα ξωκλήσια του, όπου συνήθως υπάρχουν πηγές ή πηγάδια τελείται αυτή την ημέρα λειτουργία και γίνονται πανηγυράκια. 
Ο αρχαιολόγος Νικόλαος Γιαννόπουλος στη βολιώτικη εφημερίδα ΛΑΪΚΗ ΦΩΝΗ, 25-4-1931 γράφει για το αγίασμα της Γορίτσας:
«Η θρησκευτική πανήγυρις της Γορίτσης συντελείται από πολλών ετών. Ήδη από των χρόνων της Τουρκοκρατίας είνε γνωστή. Από πότε όμως κυριολεκτικως ήρχισε να τελείται η πανήγυρις αύτη επί της κορυφής του λόφου της Γορίτσης και εν τω μέσω της αρχαίας ακροπόλεως αρχαίας πόλεως δεν είνε γνωστόν. Ίσως από των Bυζαντινών χρόνων. Ίσως να έδωκεν  αφορμήν εις τούτο, το αγίασμα το αναβλΰζον την Παρασκευήν της Διακαινησιμου μετά το Πάσχα.
Είνε γνωστά εν Κων/πόλει διάφορα αγιάσματα αναβλύζοντα ή πηγαία Μεσαιωνικά και περί αυτών έγραψαν  εν τη «Νεολόγου Κων/πόλεως Εβδομαδιαία Επιθεωρήσει  1892-1893 διάφοροι λόγιοι.
Εις την κατηγορίαν ταύτην των Αγιασμάτων είνε και η πανήγυρις της Γορίτσης επί τη εορτή της Ζωοδόχου Πηγής εις ανάμνησιν και κατ' αντιγραφήν του Αγιάσματος Μπαλουκλί εν Κων/πόλει» […] 
Για το λόφο, το Ναό, την πανήγυρη και το Αγίασμα γράφουν αρκετοί λόγιοι. 
Μεταξύ των παρακάτω είναι κι ο Γάλλος περιηγητής Alfred Mesieres που λέει ακριβώς:« (Στη μεγάλη τετράγωνη δεξαμενή) διακρίνεται ένας  κακοχτισμένος  κυκλικός περίβολος. Εδώ γίνεται κάθε χρόνο ένα θαύμα περίφημο  στην περιοχή. Μέσα στο καλοκαίρι, όταν οι δεξαμενές είναι άδειες, μια καθορισμένη μέρα το πλήθος  ανεβαίνει στην ακρόπολη και οι Έλληνες ιερείς του δείχνουν τον κυκλικό περίβολο γεμάτο νερό με την ειδική χάρη του Κυρίου. Το «θαύμα» διαρκεί 24 ώρες κατά τις  οποίες οι πιστοί δεν σταματούν να ανεβαίνουν στο βουνό. Μετά από αυτό το εικοσιτετράωρο το νερό εξαφανίζεται».
Κι ο Mezίeres, ερμηνεύοντας το «θαύμα» εξηγεί στη συνέχεια πως το «αγίασμα», χύνεται, προφανώς με τη μεσολάβηση όχι του Αγίου Πνεύματος αλλά των ιερέων τον ναού, στη μεγάλη δεξαμενή από τις δυο μικρότερες και φιαλόσχημεs που βρίσκονταν κι αυτές δίπλα στο μικρό τότε ναό της Παναγίας  (σήμερα. (βρίσκονται στο εσωτερικό της νεότερης και μεγαλύτερης εκκλησιάς της «Ζωοδόχου  Πηγής») και επικοινωνούν με τη μεγάλη δεξαμενή με υπόγειους αγωγούς...»  
Οι Δημητριείς Δανιήλ Φιλιππίδης & Γρηγόριος Κωνσταντάς στη "ΜΕΡΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ" γράφουν:
Να τι γράφει κι ο συκιώτης δάσκαλος Νικόλαος Ρηματισίδης:
Μετά ο Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος από τα Αμπελάκια της Λάρισας:
Ο μηλιώτης δάσκαλος Νικολαος Μάγνης που αντιγράφει τον Κωνσταντά, επίσης κάνει αναφορά:
Ο Νικ. Γεωργιάδης στο βιβλίο του Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ γράφει στα 1880 για την πανήγυρη :
Τέλος, ο Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης στο τρίτο και τελευταίο Ημερολόγιον Η ΦΗΜΗ (1888) γράφει πολλά, αντικρούοντας το «θαύμα». Επίσης στον ΠΡΟΜΗΘΕΑ του στα 1893 επανέρχεται δριμύτερος!  
Στο παρακάτω απόκομμα στη ΦΗΜΗ του 1887 κάνει απλή αναφορά.  
Υ.Γ.  Για το Αγίασμα και τις αναφορές του Ζωσιμά, αλλά και άλλων "επικριτών", θα αναφερθούμε άλλη φορά)

Πηγές:
-Εφημερίδες
-Βιβλία
-Ημερολόγιο Η ΦΗΜΗ, 1888
-Τα Παλιόκαστρα του Πηλίου, Κ. Λιάπης, Βόλος 2010

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Πάσχα στα 1897 (2)

Μια ωραία διήγηση που εξιστορεί αληθινά γεγονότα της φυγής των συμπατριωτών μας, το "δύσκολο" Πάσχα του 1897 (λόγω της νέας εισβολής στη Θεσσαλία των Τούρκων στον λεγόμενο "ατυχή πόλεμο"), από τον Π. Ποτηρόπουλο- τραπεζικό του Βόλου.
 Έχει τίτλο "Από τον πόλεμον του 1897 
και υπότιτλο "Ένα πένθιμον και περιπετειώδες Πάσχα εντός ιστιοφόρου"
Είναι αντιγραφή από το "ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ 1927
του δημοσιογράφου Θωμά Βινικίου-Παπακωνσταντίνου.
(Το κείμενο παρακάτω έχει "ελαφρώς" μεταγλωττιστεί στην καθομιλούμενη από την απλή καθαρεύουσα, για να διαβάζεται εύκολα) 

"Εξακολουθούσε το Μέγα Σάββατο στους Ναούς  η λειτουργία, όταν η εικόνα της Παναγίας του Ναού του Αγίου Νικόλαου έπεσε επανειλημμένως από το Εικονοστάσι. Αυτό χαρακτηρίστηκε από το λαό  ως μέγα θαύμα, ως σημείο κακό. Ο κόσμος απέδιδε μεγίστη σημασία στο γεγονός αυτό, επειδή εξακολουθούσε  στα σύνορα ο πόλεμος κατά του Τούρκου. Να πέσει η εικόνα χωρίς λόγο και αφορμή, ενώ ήταν τόσο καλά στηριγμένη στο εικονοστάσι;  Αυτό ήταν  πολύ περίεργο.
Τα σχόλια έδιναν και έπαιρναν δεξιά και αριστερά από το λαό, οι γριές  σταυροκοπιούνταν και φώναζαν και έλεγαν:
-Δεν το βλέπετε ότι είναι θαύμα;  Τί περιμένετε;
 -Είναι ανάγκη να γίνει λιτανεία, να πάρουμε την Αγία Εικόνα και να γυρίσουμε γύρω την πόλη. Μην κάθεστε διόλου. Εμπρός κτυπάτε τις καμπάνες. Είναι οργή Κυρίου, ο Θεός μας σιχάθηκε  για τις αμαρτίες μας. Πόλεμο έχουμε, τα παιδιά μας σκοτώνονται και εμείς πεντάρα δεν δίνουμε!
Και ενώ λοιπόν οι συζητήσεις και τα σχόλια δίνανε και παίρνανε, αίφνης μία τρομακτική είδηση διαδόθηκε: Ο ελληνικός στρατός υποχώρησε και οι Τούρκοι βαδίζουν προς  τη Λάρισα.
Το τι έγινε τότε, δεν περιγράφεται. Παντού ανά την πόλη στα πρόσωπα όλων διακρινόταν η απελπισία, η λύπη, και η απόγνωση.
Αν και ήταν παραμονή του Πάσχα και οι κάτοικοι σπεύδανε να κάμουν τις προμήθειές τους για τη μεγάλη γιορτή,  όλοι  έτρεχαν δεξιά και αριστερά να ζητήσουν πληροφορίες για την τρομακτική διάδοση. Όπως ο άνεμος ωθεί τα κύματα προς την ξηρά, έτσι και ο λαός.  Άλλοι μεν έτρεχαν προς το Τηλεγραφείο , άλλοι  προς το Σιδηρόδρομο. Τα δύο αυτά τα κέντρα σε λίγο χρόνο πολιορκούνταν  από χιλιάδες λαού.
Η αγωνία του κόσμου έφθασε στο κατακόρυφο, όταν σφυρίγματα ακούστηκαν από την άλλη μεριά της γεφύρας του Σιδηροδρόμου. Ήταν σημείο της άφιξης του τραίνου από τη  Λάρισα. Από  εκεί , θα μάθαινε ο κόσμος την αλήθεια, τα  θλιβερά μαντάτα.
Το τραίνο μόλις σταμάτησε, αμέσως πολιορκήθηκε από τον κόσμο. Ήταν γεμάτο μέχρις ασφυξίας. Μεταξύ αυτών υπήρχαν και πολλοί αξιωματικοί, καθώς και αντάρτες όλοι φυγάδες. Κάποιοι απ’ αυτούς τους αξιωματικούς ήταν χωρίς ξίφη.  Η θέα των φυγάδων αυτών χειροτέρευσε τη χαώδη κατάσταση, και επέτειναν τον φόβο και την  απελπισία στο λαό.  Οι αξιωματικοί έσπευσαν ν' αναχωρήσουν από το  Βόλο, γινόμενοι άφαντοι. Οι δε αντάρτες αποτελούμενοι από άτακτα στοιχεία διασκορπίστηκαν στην πόλη και τις συνοικίες και επιδόθηκαν σε ουκ ολίγα πλιατσικολογήματα και φόνους.
 Ήταν, αλίμονο!  οι ελευθερωτές των υπόδουλων από τους οποίους δυστυχώς παρασύρθηκε η τότε Κυβέρνηση και πήγε στον άμεσο και εξωφρενικό πόλεμο.
Είχε περάσει το μεσημέρι και η πόλη γινότανε πιο ανήσυχη, αλλά και οι κάτοικοι αφήσανε κατά μέρος τις για το Πάσχα προμήθειές τους και  λάβαιναν μέτρα ασφάλειας κατά του επερχόμενου κινδύνου σπεύδοντας στα σπίτια τους  και πρόχειρα ετοιμάζοντας τα απαραιτήτως αναγκαία για αναχώρηση.
Θα ήταν  3 μ. μ. όταν  μία τρομακτική είδηση που διαδόθηκε ακαριαία, αναστάτωσε  τους κατοίκους: Το Τουρκικό ιππικό βαδίζει προς το Βόλο! 
Αυτό επέτεινε τον πανικό και όλοι ζητούσαν να φύγουν μακριά από την  πόλη. Όσο  βράδιαζε, τόσο η όψη της πόλης γινόταν πιο πένθιμη.
Με συντετριμμένη καρδιά παρακολουθούσα την κρίσιμη κατάσταση. Έβλεπα τους κατοίκους  τρέχοντας  να εξαφανιστούν από την αγορά. Όλοι έντρομοι αποσύρονταν στα σπίτια τους. Είχε βραδιάσει και άρχισε να σκοτεινιάζει, όταν και εγώ κίνησα για το σπίτι μου. Στο δρόμο όπου πήγαινα δεν έβλεπα τίποτε  άλλο παρά φορτηγά κάρα και σούστες να μεταφέρουν διάφορα έπιπλα, σκεύη μαγειρικά, μπαούλα, δέματα ρούχων, μπόγους  κλπ.
 Ρώταγα τους αμαξάδες:
- Για πού ρε παιδιά; 
Και εκείνοι τρομαγμένοι μού έλεγαν:
-Για πού αλλού,  για το πανηγύρι,  για δρόμο. Ο Αγάς  πλάκωσε! Τι κάθεσαι,  δεν του δίνεις, και εσύ;
Έως ότου να φτάσω στο σπίτι μου αδιάκοπα αυτό το πανηγύρι γινόταν.  Όπου φύγει, φύγει.
Ήταν η ώρα 8 μ.μ. Είχε σουρουπώσει όταν έφθασα στο σπίτι μου. Η γυναίκα  μου και η υπηρέτριά μου με περίμεναν στην εξώπορτα του σπιτιού μου. Άμα με είδαν και οι δύο, μου λέει με φουσκωμένα μάτια από τα κλάματα η γυναίκα μου:
- Μα τι έγινες; Κάθισες να υποδεχτείς  τους Τούρκους; Δεν βλέπεις τι κακό γίνεται στη γειτονιά;  Όλοι φεύγουν εμείς τι καθόμαστε;  Εμπρός να φύγουμε δεν έχουμε καιρό για ετοιμασίες, άφησέ τα όλα και ρούχα και έπιπλα, το κεφάλι κοίταξε να σώσουμε! Ας  τραβήξουμε κατά  τη Σκιάθο, καΐκι θα βρούμε. Αν δεν είναι ο καπετάν Μπαμλένης,  θα είναι ο  καπετάν Ζαχαρίας, προχθές ήταν εδώ. Λοιπόν εμπρός, μόνον ένα καρβέλι ψωμί και τίποτε άλλο. Εμπρός, μη χασομεράς δεν ξέρουμε τί γίνεται ως το πρωί, η νύχτα πολλά πράγματα περίεργα γεννά.
 Ήταν αδύνατο να καθησυχάσω τη γυναίκα μου, αν και της είπα χίλιες ψευτιές να την πείσω να μη φύγουμε, στάθηκε αδύνατον. Ήταν και αυτή η τόσο αγαθή και αφοσιωμένη στα Θεία, δυστυχώς, θύμα του πανικού, ενός  πανικού που ρίχτηκε στη μέση από τους εχθρούς  του Ελληνισμού. Ποιοι ήταν αυτοί;  Άγνωστο. Πολλοί όμως, λέγονταν.
Τότε είπα κι εγώ: 
-Εμπρός λοιπόν πάρτε ένα καλάθι, βάλτε μερικά τρόφιμα και  μπρος κατά το Κεφαλόσκαλο.
Αφήσαμε λοιπόν σπίτι και νοικοκυριό, το αρνί κρεμασμένο μες  στην κουζίνα, σκυλί, γάτες, κότες, μόνον πήραμε ένα καλάθι, βάλαμε δύο ψωμιά και μερικά αυγά και ένα πάπλωμα και  τραβήξαμε κατά το Κεφαλόσκαλο.
Στο δρόμο που πηγαίναμε η ίδια πένθιμη φυγή, ήταν μια έξοδος από την πόλη θλιβερή, μία εικόνα τρομακτική. Να αφήνεις την Πατρίδα σου, ποιος ήξερε προσωρινά ή για πάντα.
Η γυναίκα μου έκλαιγε σαν μωρό παιδί. , Έκλαιγε, αναστέναζε, βογκούσε.
-Αχ  σπιτάκι μου, ρουχαλάκια μου, καλό μου σκυλάκι, κοτίτσες μου! Αχ  τα σκυλιά τι μας κάνανε! Απ’ το Θεό να το βρούνε! Πόλεμο θέλανε οι κακούργοι, με τρία και ρούπι! Κακό χρόνο να έχουν  τα τέρατα!
Όταν φθάσαμε στο Κεφαλόσκαλο είχε νυχτώσει  για καλά! Ερημιά παντού. Τα καΐκια είχαν τραβηχτεί μέσα στο πέλαγος, γιατί ομάδες οπλοφόρων πληροφορήθηκαν ότι πολλοί πλούσιοι ναυλώσανε πλοία να φύγουν, τους έπαιρναν τα τιμόνια για να τους εκβιάσουν, τους παίρνανε χρήματα και πολλούς είχαν ληστέψει. Ο λύκος  στην αναμπουμπούλα χαίρεται. Ήταν και αυτοί  πατριώτες και ζητούσαν να προσφέρουν τις  υπηρεσίες τους, δηλ.  τη ρεμούλα και το πλιάτσικο-πώς θα δείχνανε τον πατριωτισμό τους!!!
-Μήπως όποιος σκοτώνεται για την αγάπη της Πατρίδος είναι πατριώτης; Εκείνος που μάχεται για την τσέπη  του τι είναι;
Εκεί που καθόμασταν στη  σκάλα του Κεφαλόσκαλού βλέπουμε τον καπετάν Ζαχαρία να μπαίνει σε μια βάρκα -ήταν η βάρκα του καϊκιού του- και να τραβά κατά το καΐκι του. Μόλις τον είδα του φώναξα:
- Καπετάν Ζαχαρία στάσου, μας παίρνεις και μας για τη Σκίαθο;  Ήταν πατριώτης της γυναίκας μου και είχαν και μια μικροσυγγένεια. Ο καημένος πολύ πρόθυμος μας είπε:
-Πηδήξ’ τε μέσα γρήγορα να μη μας δουν οι οπλοφόροι, γιατί μας παίρνουν τα τιμόνια εκβιάζουν τον κόσμο για λεφτά, γι’ αυτό και το τράβηξα πάρα μέσα το καΐκι.
 Έως ότου φτάσουμε στο καΐκι, μας έλεγε ότι τόχει ναυλώσει σε κάτι εμπόρους  Εβραίους, μαζί μ' ένα Χριστιανό που είναι μέσα στο αμπάρι με την αδελφή του. Δεν ήξερε πώς  λέγεται. Οι Εβραίοι δεν ήρθαν ακόμη, γιατί φοβούνται.
 Άμα διπλάρωσε η βάρκα και ανεβήκαμε στο κατάστρωμα του πλοίου, παρατηρήσαμε από μακριά και είδαμε να γυρίζουν δύο βάρκες γεμάτες από ενόπλους που έρχονταν  καταπάνω μας. Τότε ο καπετάν Ζαχαρίας μάς είπε:
- Κατεβείτε γρήγορα, κάτω στο αμπάρι!
 Μας βοήθησε και κατεβήκαμε κάτω. Ο καπετάν Ζαχαρίας  ένα τίμιο και γερό παλικάρι είπε σε δύο νέους, που είχε ναύτες πατριώτες του:
-Παιδιά πάρτε τους  γκράδες και να είστε έτοιμοι!  Και πήγε και αυτός να οπλισθεί.
Και άμα πηγαίνανε να βγάλουν το τιμόνι είχε αποφασίσει να τούς χτυπήσει. Θα πουλούσε –όπως μας έλεγε- πολύ ακριβά το τομάρι του, γιατί δεν τους  χώνευε τους ρεζίληδες όπως τους ονόμαζε. Ευτυχώς περάσανε χωρίς να ανέβουν στο καΐκι, μόνον ακούσαμε κάτι αγριοφωνάρες να λένε:
-Ρε πλοίαρχε, μήπως έχεις τίποτε άρχοντες μέσα;  
-Δεν έχω κανένα είπε ο καπετάν Ζαχαρίας, και έφυγαν.
 Ήταν οι φρουροί της τάξεως της απωλείας  και της ρεμούλας!
Κάτω στο αμπάρι
Άμα κατεβήκαμε κάτω στ’ αμπάρι  ήταν πίσσα, σκοτάδι. Το καΐκι δεν ήταν φορτωμένο και ήταν με τη σαβούρα του, είχε άμμο και βότσαλα, κι επάνω από τα βότσαλα ήταν σωριασμένα, ένας άνδρας και μία γυναίκα και ακούγαμε ένα κλάμα και ένα  μουγκρητό όπου μας έπιασε τρομάρα.
Η γυναίκα μου και η υπηρέτριά μου άρχισαν  να κάνουν το  σταυρό τους και να τρέμουν από το φόβο τους. Σκοτάδι παντού στο αμπάρι, για το φόβο των ένοπλων που περιτριγύριζαν.
Τότε σιγανά σιγανά φώναξα τον καπετάν Ζαχαρία. Ήλθε στο στόμιο του αμπαριού και του λέω:
 -Καπετάν Ζαχαρία αμάν ένα φως, ακούω, κλάματα και μουγκρητά ποιοι είν' αυτοί;
Μου λέει:
 -Είναι αδελφός και αδελφή είναι έμπορος, είχε πιάσει το καΐκι μαζί με εβραίους έμπορους και αυτούς κι εγώ  περιμένω να έρθουν να φύγουμε και δε φανήκαν. Αυτόν τον έχει κόψει τρομάρα από το φόβο του. Είναι όμως καλοί  άνθρωποι, δερματέμποροι..
Του είπα:
-Αν έχεις κανένα φως  φέρε μας, γιατ' είναι σκοτάδι.
-Τώρα σε λίγο θα σας φέρω, μας είπε.
Μας έφερε ένα φανάρι, μας έδωσε κι ένα κουτί σπίρτα και μας είπε να το ανάψουμε.
Το μουγκρητό εξακολουθούσε. Ανάψαμε το φανάρι και ω! του παραδόξου θαύματος, βρεθήκαμε  προ γνωστού και φιλικού προσώπου τόσο σ' εμένα, όσον και της γυναίκας μου. Ήταν ο  λεβεντάνθρωπος Κώστας .... δερματέμπορος με την αδελφή του,  ξαπλωμένοι επάνω στη σαβούρα του καϊκιού και μόνη προμήθεια που είχανε ήταν εκείνα τα ρούχα όπου φορούσαν κι οι δύο, και τίποτε άλλο, μα απολύτως τίποτε. 
Μόλις τους είδαμε τους χαιρετίσαμε και του είπα:
- Μα γιατί κάνεις  έτσι κυρ-Κωστή; Μη φοβάσαι δεν είναι τίποτε!
Αυτός τρέμοντας φώναζε:
-Καπετάνιε, φύγε για το όνομα του Θεού, φύγε, τι κάθεσαι; Χρυσό στο κάνω το πλοίο σου, φύγε!
Το μόνον έπιπλο όπου είχαμε ήταν το πάπλωμα όπου πήραμε  το στρώσαμε και καθίσαμε όλοι επάνω. Η συντροφιά πολύ συντέλεσε στο να συνέρθει βαθμηδόν και  λίγο λίγο ο κυρ-Κωστής.
Θα  ήταν 12 η ώρα  το μεσονύκτιο όταν το πλοίο άρχισε να κινείται, γιατί και ο πλοίαρχος ήθελε να βγει από την επικίνδυνη  ζώνη του λιμανιού των Τούρκων και των ανταρτών.
Παρατήρησα ένα γύρω στην πόλη. Δεν ακούγαμε τίποτε. Μία νευρική ησυχία βασίλευε. Κάπου-κάπου από το απέναντι έρημο μέρος ακούγαμε τη μελαγχολική φωνή του κουκου να λαλεί. Και πόσα δεν έλεγε η ασυνείδητη εκείνη λαλιά!
Μεγάλη γαλήνη και στη θάλασσα. Τα καΐκια με τα πανιά απλωμένα περίμεναν. Από στιγμή σε στιγμή να φυσήσει το ευεργετικό αεράκι. Ο καπετάν Ζαχαρίας είπε στους ναύτες και μπήκανε στη βάρκα και ρυμουλκήσανε το καΐκι, έως ότου το βγάλανε έξω από  το λιμάνι. Κοντοζύγωνε να ξημερώσει οπότε άρχισε να μας παίρνει ο ύπνος πάνω από τη σαβούρα.
Ο κυρ Κωστής δεν έκλεισε μάτι, όσο βρισκόταν στον Παγασητικό  Κόλπο το πλοίο.
Τέλος ήταν πάνω-κάτω 8 η ώρα το πρωί που ξυπνήσαμε και βρισκόμαστε στο μέσο του Παγασητικού κόλπου. Μόλις ανεβήκαμε στο κατάστρωμα βρεθήκαμε σε  θέαμα περίεργο. Ενώ νομίζαμε, ότι εμείς  μόνοι κατορθώσαμε να φύγουμε πρώτοι, βλέπουμε το πέλαγο γεμάτο από πλοία κάθε χωρητικότητας και γεμάτα κόσμο.
Θα ήταν μεσημέρι όταν κοντοζυγώναμε στο Τρίκερι. Έπρεπε να κάμουμε κι εμείς Πάσχα. Αλλά τι Πάσχα;  Πάσχα γιομάτο όχι από χαρά, αλλά γιομάτο πίκρες  και δάκρυα. Με όλην τη  λύπη που όλοι είχαμε, το στομάχι έπρεπε να ικανοποιηθεί. Ζητούσε το φαγητό του.
Ο πλοίαρχος δεν είχε τίποτε προμήθεια, δε πρόφτασε, ούτε ο κυρ-Κωστής. Φέραμε το καλάθι με το ψωμί και τα αυγά. Ήμασταν οχτώ άνθρωποι που τα ξετινάξαμε!  
Άρχισε να βραδιάζει και το πλοίο μόλις κινιόταν. Ήταν  μία μπουνάτσα πρωτοφανής.
 Όταν σουρούπωσε άραξε ό πλοίαρχος κοντό στο Τρίκερι όπου βρήκαμε πολλά πλοία αραγμένα γιομάτα πρόσφυγες Βολιώτες. Άλλοι πηγαίνανε στα νησιά Σκιάθο, Σκόπελο κι άλλοι στους Ωρεούς και τη Χαλκίδα.
Κοντά στα χαράματα βγήκαμε από το Τρικέρι. Ήταν μια μπουνάτσα διαβολεμένη. Διακρίνονταν οι ακτές  του Ξηροχωριού. Το πέλαγος  ήταν γεμάτο ιστιοφόρα. Ένα θέαμα φαντασμαγορικό. Ο πλοίαρχος έστρωσε το τιμόνι κατά τους Ωρεούς.
-Είναι αδύνατο να πάμε στη Σκιάθο, είμαι άδειος, έλεγε, ενώ στους Ωρεούς θα βρω να φορτώσω κάτι τι.
Το πλοίο δεν κουνιόταν,  μια ζέστη τρομερή, αέρας πουθενά, σάμπως να ήμαστε σε καμίνι.
Κοντοζύγωνε μεσημέρι, η κοιλιά μας άρχισε να διαμαρτύρεται, ψωμί πουθενά, ούτε ψίχαλο. Τότε ο πλοίαρχος διέταξε τούς δύο ναύτες μπήκανε στη βάρκα και πήγαν σε ένα άλλο καΐκι και  γύρεψαν. Έπειτα από κάμποση ώρα επέστρεψαν και έφεραν δύο διπλά καρβέλια, μερικά αυγά και περίπου  μισή οκά τυρί και έτσι φάγαμε καλά! 
Αλλά το καΐκι στη θέση του. Αέρας, πουθενά.
Ο κυρ Κωστής ο δερματέμπορος, τον όποιο είχα ξεγράψει, γιατί ασφαλώς πίστευα  ότι ο πολύς φόβος που τον είχε καταλάβει, θα του έδινε πασαπόρτι για τον άλλον κόσμο, πήρε  θάρρος κι άρχισε να τραγουδά. Αφού τέλειωσε καλά, είπε:
-Μωρέ παιδιά κάναμε μία παράλειψη. Δεν είπαμε το Χριστός Ανέστη!
Και άρχισε να το ψέλνει. Επάνω όμως που το έψελνε ακούσαμε ένα πράγμα που ποτέ μας, μα ποτέ δε θα  ξεχάσουμε. Ένα τίναγμα του καϊκιού, που όλοι πέσαμε κάτω. Νομίσαμε πως ήταν σεισμός ή ότι έπεσε σε ύφαλο. Δεν συνέβαινε όμως ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Αλλά, ήταν ψάρι μεγάλο, σκυλόψαρο, το οποίο είχε δαγκώσει την καρίνα τον πλοίου και τίναξε να το βυθίσει. Φοβερό, και όμως αληθινό! Αυτό μας το βεβαίωσε ο καπετάνιος ο οποίος το έβγαλε να το παλαμίσει, επειδή έμπαζε νερά και είδα τα δόντια του τα όποια έμπηξε μες στην  καρίνα, σάμπως να είχαν μπηχτεί καρφιά μεγάλων διαστάσεων, και πάνω στην καρίνα σε αρκετό  βάθος βρέθηκε ένα κόκαλο, μακρουλό δόντι, σπασμένο μέσα.
Τέλος την επομένη κατά τις 10 π. μ φθάσαμε στους Ωρεούς επίνειο του Ξηροχωρίου, ένα χωριό ρομαντικότατο, πλην όμως  εστία πυρετών, από τα νοσογόνα έλη που το πλημυρίζουν.
Γνωστόν ακόμη  είναι, ότι είχε την τιμή  το μέρος αυτό - οι Ωρεοί-  να καταστεί μέχρι της εκκένωσης της Θεσσαλίας  το Μπρίντιζι της Ελλάδος.
Οι περισσότεροι από τους  πρόσφυγες Θεσσαλούς  είχαν καταφύγει στο Ξηροχώρι και στους Ωρεούς οι κάτοικοι των οποίων κυριολεκτικά πλούτισαν από την  πρωτοφανή κίνηση που είχαν.
Με τη Θεία Χάρη  επανήλθαμε στο Βόλο μετά την πάροδο ενός έτους, με άδεια τα βαλάντια και γεμάτοι και πλούσιοι σε ελώδεις πυρετούς.
Τα έθνη ευτυχούν, άμα τυχαίνει να έχουν τέτοιους πολιτικούς, όπως και το 1897!! "

                                                                                        ΒΟΛΟΣ, Οκτώβριος 1926 

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Πάσχα στα 1897 (1)

Φίλες και φίλοι αναγνώστες ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!! ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !!! 

Σήμερα δεύτερη μέρα του Πάσχα 2015 και 13 Απριλίου, θα θυμηθούμε ένα άλλο Πάσχα. Ήταν το  «μαύρο Πάσχα» που έζησε η Θεσσαλία, το Πήλιο και ο Βόλος το 1897, τη χρονιά που μπήκε πάλι ο Τούρκος στην περιοχή μας και την κατέκτησε –ευτυχώς μόνο- για ένα περίπου χρόνο.
Είναι ένα μικρό κομμάτι από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ του πολέμου ανευρεθέν» της Αμαλίας Παπασταύρου-Χρυσοχόου (ΕΔΩ περισσότερες πληροφορίες) από τη Λάρισα. 
(Υπάρχει ολόκληρο ΕΔΩ ) .
Επίσης: Στο βιβλίο του απεσταλμένου του πρακτορείου Reuter's στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 W. Kinnaird Rose, «WITH THE GREEKS IN THESSALY» (Με τους Έλληνες στη Θεσσαλία) Λονδίνο 1897, και στη σελ. 208, διαβάζουμε για την εκκένωση του Βόλου και τον πανικό της φυγής:  
Μετάφραση
Η εκκένωση του Βόλου και η φυγή στα νησιά

Όταν έφθασαν στο Βόλο οι ειδήσεις για την ήττα του ελληνικού στρατού και ότι τα περάσματα ήταν ανοιχτά για τη νικηφόρα πορεία των Τούρκων, η πόλη έγινε σκηνή άγριου πανικού, που αυξήθηκε από τις χιλιάδες των χωρικών που συνέρευσαν στην πόλη από το όρος ή από περισσότερα χωριά διάσπαρτα στις πλαγιές του Πηλίου.
Η παρουσία του ελληνικού στόλου και των αγγλικών, γαλλικών γερμανικών και ιταλικών κανονιοφόρων στο λιμάνι χρησίμευσε για να καθησυχάσει τον πρώτο πανικό. Υπήρχαν επίσης όχι λιγότερα από πέντε ατμόπλοια στον κόλπο και στάλθηκαν διαβεβαιώσεις από τους υπαλλήλους ότι αν οι άνθρωποι παρέμεναν ήρεμοι, όλοι όσοι επιθυμούσαν να διαφύγουν θα είχαν τη δυνατότητα. Φυσικά υπήρχαν κάποιοι κακοί χαρακτήρες τριγύρω και υπήρχε τάση για πλιάτσικο. Έχει αναφερθεί ότι διαπράχθηκαν μία ή δύο δολοφονίες για χάρη της λεηλασίας.
Αυτό το παραπάνω απόσπασμα, θα ακολουθήσει αύριο ένα γλαφυρό κείμενο που δίνει ακόμα μιαν εικόνα της φυγής των Βολιωτών.

Επίσης, δείτε και τις σχετικές αναρτήσεις του φίλου Αντώνη Ζ.  (ΕΔΩ),  (ΕΔΩ)  κι  (ΕΔΩ).

Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Πασχαλινές ευχές

Ανάσταση στα Άνω Λεχώνια.2014.
(Φωτογραφία του Ηλ. Σακελλάρη)
Πολλές πασχαλινές ευχές σε όλες/ους,  με ένα ποίημα του Πέτρου Μάγνη:

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ
Ι
Κύλησε ο Φοίβος σπλαχνικά
την πλάκα του Μνημείου,
κι ανάζησαν παλιοί σκοποί,
κι ακούστηκαν νέοι τόνοι.
Λουλούδια εδώ αναβλάστησαν,
κι εκεί του Μαρτυρίου
το δρόμο, πώς πονετικά
σιγολαλεί τ’ αηδόνι!
II
Σκίρτησε η πλάση σύγκορμη
στ’ αγκάλισμα τ’ Απρίλη,
και τα βουνά πρασίνισαν,
κι οι κάμποι λουλουδίσαν.
Δίψασαν για σκαστά φιλιά
των κοριτσιών τα χείλη,
και στο προσήλιο βγαίνοντας
τα γηρατειά αναστήσαν.
ΙΙΙ
Έβρεξε ψες, και σήμερα
μοσχόβολη είναι η μέρα.
Διαμάντια στις τριανταφυλλιές,
σμαράγδια στο χορτάρι.
Καλοτυχώ την αργατιά,
που στον καθάριο αγέρα
θα βγει για τις φροντίδες της,
κι ηλιόλουτρο θα πάρει.
ΙV
Ήρθες. Καλώς μας όρισες
και πάλι Απριλομάη,
με της νοτιάς τα σύγνεφα
και του ουρανού το κλάμα.
Το πέρασμά σου ανάβρυσμα
ζωής που αργοκυλάει,
κι αλλού ξυπνάει τον έρωτα,
κι αλλού γεννά το δράμα.
V
Φουσκοδενδριές, κι’ αντάριασαν
βουνά και κάμποι γύρα,
να σμίξουν τις αγάπες των
οι νύμφες στα σκοτάδια.
Τ’ είναι Ξωθιές και χάνονται
στη λιοφωτοπλημμύρα,
και ζουν όπου είναι σύθαμπα,
κι όπου πυκνά λαγκάδια.
VΙ
Κέντρισε ο Απρίλης τα δενδρά
και βλάστησαν τα κλώνια.
Λουλούδια πλήθος πρόβαλαν
στη δάφνη, στη μηλιά.
Υμνολογούν την άνοιξη
στις ρεματιές τ’ αηδόνια,
κι οπού ζωή κι ανάσταση,
τραγούδια και φιλιά.
VΙΙ
Φλογερομάνι στις κορφές,
στα πλάγια πανηγύρια.
Φωνές και κυπροκούδουνα
στων βλάχων τα ρηγάτα.
Στ’ αγνάντια, στις απανεμιές,
και κάτω απ’ τα τσαντίρια,
φεγγοβολούν οι κοπελιές,
κι ανθομανούν τα νιάτα.
VΙΙΙ
«Κυρίου Πάσχα», κι οι λαοί
φαιδρά πανηγυρίζουν,
και ψέλνουν ύμνους χαρωπούς
στη φύση που ξυπνάει.
«Χαρά Κυρίου». Ταπεινά
και τα δενδρά λυγίζουν,
και προσκυνούν γεμάτ’ ανθούς
τον όμορφο Αδωνάϊ.
ΙΧ
Μεσάνυχτα, κι εγώ αγρυπνώ
Γυρτός στο παραθύρι,
νοσταλγικά τη σκέψη μου
πλανώ στα περασμένα.
Θυμάμαι το χρυσόνειρο
στης νιότης τ’ αυλογύρι,
και ξενυχτώ ανασταίνοντας
τα χρόνια τα χαμένα.
Χ
Και το τραγούδι μάγεμα,
κι η νύχτα ξεπλανεύτρα
και τ’ αηδονιού το λάλημα
ορχήστρα ξελογιάστρα.
Μια τέτοιαν ώρα πνίγοντας
την έγνοια τη δουλεύτρα,
περνώ της γης τα σύνορα
και ταξιδεύω στ’ άστρα.

 [Πέτρος Μάγνης (Κώστας Κωνσταντινίδης): Ζαγορά  Πηλίου 1880- Αλεξάνδρεια 1953- Αιγυπτιώτης λυρικός ποιητής.]