Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακρινίτσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακρινίτσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

Οι Μάηδες του Πηλίου

Καλό μήνα! Καλή Πρωτομαγιά!
Μάηδες
Και γιόμισε ο τόπος του Πηλίου αγκρισμένα ζωντανά, που, μέσα στους ερεθιστικούς σκοπούς και τις μεθυστικές μυρουδιές, αρχιότανε, καί παραδομένα ολάκερα, σώμα και ψυχή, στο ανοιξιάτικο μεθύσι, βατευότανε.
Κείνες τις μέρες η γης κοιλοπονούσε. Βρισκότανε πάνω στον καιρό της γέννας της. Κάθε αγκομαχητό που έβγαζε απ’ τα σπλάχνα της, το χώμα φούσκωνε, έσκαγε, άνοιγε σαν πάξα και ξεπεταγότανε το βλαστάρι, και το λουλούδι, και το κλωνάρι από το μάτι του δέντρου, που θέριευε, λιγιότανε, αγκαλιαζότανε, φιλιότανε, μοσκοβολούσε, έτσι που ρέθιzε κάθε ζωντανή ψυχή γύρω του.
Τα θηλυκά κυλιόντανε λαγνισμένα πάνω στο παχύ χορτάρι κι ανάμεσα στις μοσκοβολάδες των λουλουδιών, με τα ποδάρια σηκωμένα κατάντικρυ στον καματερό ήλιο. Οι μέλισσες και τ’ άλλα ζουζούνια βουίζανε γύρω τους, κι οι τράγοι, τ’ αλόγατα, τα ζιγούρια, τα κοκόρια, τ’ αηδόνια, τρέχανε σα δαιμονισμένα μέσα σε κείνο τον ανοιξιάτικο ξεσηκωμό να παραδοθούνε στον οργιασμένο ρυθμό της φύσης.
Κι άκουγες σε κάθε περπατηξιά σου πάνω στο χώμα, να σκούζουνε οι χρυσόφτερες ζωές και να χασκογελάνε τα ζούμπερα, κι η γης να ψιθυρίζει χίλιους σκοπούς, και τα ξοθιά του δάσους να πετάγουνται μέσα από τις βελονόφυλλες φτέρες να γαργαλάνε και να πασπατεύουνε ολοένα τα ζωντανά και τα γεννήματα, έτσι που να βρίσκουνται όλα συναμεταξύ τους αλαλιασμένα απ’ το φρένιασμα της γλυκιάς μέρας και της πλανεύτρας νύχτας των ασημένιων αστεριών και τού χρυσαφένιού φεγγαριού.
Κι οι πηγές οι παρθένες της Μόκρινας, της Μακρινίτσας του Πηλίου, που σημαίνει στα σλάβικα βρεγμένος τόπος, ρέανε ασταμάτητα για να ξεδιψάσουνε κείνο το λυσσιασμένο απ’ οργιασμό κόσμο. Μα το δροσάτο νερό τα δυνάμωνε, τα ρέθιzε πιότερο, τα γιόμιζε με το αίστημα της αξεδιψασιάς και του παραδαρμού.
Ανάμεσα σε τούτο το πανδαιμόνιο της φύσης ξεπετάχτηκε ένας ρωμαλέος νέος, ο Μάης, Άδωνις στην ομορφιά, για να ξεσηκώσει και τους ανθρώπους σε τούτο το ανοιξιάτικο πανηγύρι του Πηλίου. Το σώμα του ήτανε σκεπασμένο με κισσούς, κλήματα, δάφνες, αγιοκλήματα, τριαντάφυλλα, γαρούφαλα, παπαρούνες, μαργαρίτες, ανεμώνες, βιόλες, σπαρτιές, πλουμισμένος με τα χρώματα των λουλουδιών τα πράσινα, τ’ άσπρα, τα κόκκινα, τα κίτρινα, τα μενεξελιά, τα βυσσινιά, τα γαλάζια, τα καφετιά, τα λιοτροπιασμένα, από την κορφή ίσαμε τα νύχια των ποδιώνε του, και στο κεφάλι φορούσε μυριοπλεγμένο στεφάνι μ’ ολάκερο τον ανθισμένο κόσμο της γης. Στο χέρι του κρατούσε το οργιαστικό σύμβολο τού προκατόχου του Διόνυσου, το μαγιόξυλο, καταφορτωμένο με λουλούδια και καρπούς, που, καθώς το χτύπαγε πάνω στο χώμα, τραγούδαγε έναν αψάφωνο σκοπό με τούτα τα λόγια:
«Κόρη ξανθή τραγούδισε από γυαλένιον πύργο,
και πήρ’ αγέρας τη φωνή και στο γιαλό την πάει,
κι όσα καράβια τ’ άκουσαν όλα λιμάνι πιάσαν,
Κι ένα καράβι κρητικό βαθιά καλαρμενίζει.
Με τον αγέρα μάλωνε, με το βοριά μαλώνει.
- Δεν σε φοβάμαι κυρ βοριά, μαΐστρο τραμουντάνα,
έχω καράβ’ από καρυά, κατάρτ’ από πλιξάρι,
έχω καί καραβόσκοινα όλο μαργαριτάρι,
έχω κι ένα μουτσόπουλο, θαλασσογυρισμένο.
 - Ανέβα βρε μουτσόπουλε στο μεσιανό κατάρτι,
να δεις τι αγέρας μάς βαρεί και τί καιρός μάς δέρνει.
 Παιζογελώντας ‘νέβαινε, κλαίγοντας κατεβαίνει.
- Τι είδες βρε μουτσόπουλε και κλαις και κατεβαίνεις;
- Κόρ’ είδα με ξανθά μαλλιά και με τα μαύρα μάτια.
-Κόρη ξανθιά μου άνοιξε την πόρτα την καρένια,
έχω δυο λόγια να σου πω, γλυκά και ζαχαρένια.
Κόρη σαν θέλεις φίλημα, σαν θέλεις μαύρα μάτια,
πάρε κι αρμάθιασε φλουριά και κάν’ τα πέντ’ αρμάθες,
κι έλα μαζί μου μια βραδυά αμάν, αμάν, αμάν, ένα Σαββάτο βράδυ,
πούν’ η μάνα μ’ στην εκκλησιά, πατέρας στο παζάρι,
τα δυο ‘δελφάκια στο σχολειό, σ’ ένα χαρτί διαβάζουν,
τόνα διαβάζει λεμονιά και τ’ άλλο κυπαρίσσι».
Με τούτο το σκοπό ο Μάης έφερνε μαζί του τις περιπλανήσεις τού Διόνυσου στις ανοιχτές θάλασσες, και τον πανάρχαιο ελληνικό μύθο, όπου ο Θεός τού κρασιού ταξιδεύοντας κάποτε, αιχμαλωτίστηκε από τυρρηνούς πειρατές και τους κατανίκησε με μαγείες και βγήκε στερνά στη στεριά της Νάξου. Εκεί παντρεύτηκε την  Αριάδνη, τη θυγατέρα τού βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, που την άφησε σ’ αυτόν των τόπο ο Θησέας. Από την γάμο του με την Αριάδνη, ο Διόνυσος έκανε παιδιά, τον Στάφυλο, τον Οινοπίωνα, τον Ταυρόπολη και άλλα. Τούτος ο μύθος, που μας τονέ πρωτοτραγούδισε ο Όμηρος στους ύμνους του, γήτεψε πολλούς ζωγράφους και γλύπτες, μαστόρους της τέχνης της αρχαιότητας, που ανάμεσά τους στάθηκε, κατά τον τέταρτο αιώνα, κάποιος καλλιτέχνης σύγχρονος ή μαθητής του Πραξιτέλη, κι έγλυψε με τη σμίλη και το σκαρπέλο του τις πιότερο χαρακτηριστικές σκηνές του μύθου πάνω στο διάζωμα του χορηγικού μνημείου του Λυσικράτη, που είναι κοντά στον Ακρόπολη της Αθήνας και που ο κόσμος τ’ ονοματίζει «Φανάρι του Διογένη».
Ο πανάρχαιος μύθος που έφερνε μαζί του ο  Μάης της πηλιωρίτικης άνοιξης με το τραγούδι του, συμβολίζει την ένωση του Διονύσου, του αγροτικού Θεού, με την Αριάδνη, που προσωποποιεί την ανοιξιάτικη φύση, όπου γονιμοποιείται κάτω από την επίδρασή του.
Ο Μάης του Πηλίου ξεκινούσε, ανάμεσα από τους  αιώνες, από τις πολιτείες και τα χωριά της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου, φέρνοντας, μπροστά από το ναό Γκογκοκούλι της συνοικίας Οτσούκα του Τόκιο, στους Μακρινιτσιώτες του Πηλίου το «Χαναματσούρι», τη Γιορτή  των Λουλουδιών, τους Μάηδες, που τήνε πρωτοργάνωσε ο Διόνυσος στο μεγάλο του ταξίδι στην Άπω Ανατολή. Είναι μια από τις γραφικότερες γιορτάδες της γιαπωνέζικης άνοιξης, όπου γλεντοκοπάνε όλοι οι ντόπιοι στο πανηγύρι του μεθυσιού  απ’ τις μοσκοβολάδες των λουλουδιών Κάι υπό τ’ οργιαστικό ξεσήκωμα των εξωτικών zωντανών της Γιαπωνίας. Ο Μακρινιτσιώτης Μάης έφερνε το γιορτασμό της γέννησης του Βούδδα, που τον συνοδεύουνε θρησκευτικές τελετές, όπου οι πιστοί ραντίzουνε με «αμάκα», γλυκό τσάι, τ’ αγάλματα τού παιδιού-Βούδδα, που συνηθίζουνε να τονέ παρασταίνουνε δείχνοντας με το ένα  χέρι τον ουρανό και με το άλλο τη γη, και τους πατροπαράδοτους οργιαστικούς χορούς των Γιαπωνέζων, όπου εκτελούνε λαϊκοί μίμοι και χορευτές μασκαρεμένοι και με το μαγιόξυλο στό χέρι χτυπώντας το στη γη πάνω στον ρυθμό του οργιαστικού χορού τους.
Ακόμα, ο Μακρινιτσιώτης Μάης ξεπετάχτηκε μέσα από τη φύση του Πηλίου, για να ξαναζωντανέψει τις μεγάλες οργιαστικές και θορυβώδεις γιορτάδες προς τιμή του Διόνυσου, θεού των μυστηρίων και της φύσης, αλλά και της εξοχής, στ’ αγροτικά γλεντοκόπια που τα πανηγυρίζανε σ’ όλες τις ελληνικές χώρες της αρχαιότητας. Έφερνε την πίστη του λαού της παλιάς εποχής που ένοιωθε πως στις γιορτάδες αυτές παραβρισκότανε αόρατος ο ίδιος ο θεός και που φρόντιζε να μη λείπει τίποτα από τον φιλοξενούμενο Διόνυσο-Μάη, απ’ όσα ήθελε να έχει κοντά του σ’ ένα γλέντι. Γι’ αυτό οι δημότες μεταμφιεζόντανε σε ακολούθους του θεού, σατύρους, τράγους, σειληνούς, νύμφες, λήνες.
Ο Μάης έφερνε  ακόμα και το μασκάρεμα όπου ακόλουθοι , του Διόνυσου, σκεπάζανε το πρόσωπό τους με στάχτη ή πηλό, ή με κόκκινο βάψιμο, φορούσανε στα κεφάλια τους στεφάνια κισσού και κρατούσανε θύρσους, μπαστούνια, που καταλήγανε στην κορυφή σε κουκουνάρι πεύκου, συμβολίζοντας το όργανο της αναπαραγωγής.  Έτσι μεταμορφωμένοι, μεταφερόντανε με τη φαντασία και με το κέφι τους, βοηθημένοι από το κρασί, σε κόσμους εξωπραγματικούς. Φανταζόντανε πως ταξιδεύανε, μαζί με τον αγαπημένο τους θεό, πως παίρνανε μέρος στα παθήματα και στα κατορθώματά του. Ζούσανε το περιεχόμενο του ύμνου που ψάλλανε προς τιμήν του Διόνυσου και που τον ονοματίζανε «διθύραμβο». Οι γιορταστές μασκαρεμένοι σ’ ακόλουθους του Διόνυσου κι έχοντας πιει μπόλικο κρασί, γυρίζανε πάνω σ’ αμάξια και ψέλνανε τα φαλλικά τραγούδια συνοδεύοντάς τα με τσουχτερές βωμολοχίες κι άσεμνες χειρονομίες, κάνοντάς τα τώρα και οι ακόλουθοι του Μάη. Ο Μακρινιτσιώτης Μάης, έφερνε, ανάμεσα από τούς αιώνες της ελληνικής αρχαιότητας, την οργιαστική ιεροτελεστία, όπου συμβολίζεται ο αιώνιος δεσμός της πηλιωρίτικης γης με το Θεό της βλάστησης και της αναπαραγωγής. Βγαίνοντας μέσα από την οργιαστική φύση της Μακρινίτσας του Πηλίου, γιορταστικά ντυμένος, ο σύγχρονος Διόνυσος, χτύπησε το μαγιόξυλο στο χώμα, καλένοντας τους ερεθισμένους κατοίκους και πιότερο τους αγκρισμένονς, να μαζωχτούνε γύρω του για να πάρουνε μέρος στο μεγάλο πανηγύρι της πηλιωρίτικης άνοιξης των ζωντανώνε και των άψυχων ξοθιών του φυτικού κόσμου, ξαναζωντανεύοντας την   αρχαία οργιαστική ιεροτελεστία προς τιμή του Θεού της βλάστησης και της αναπαραγωγής, του Μάη.
«Και το ραβδί του ήταν ξερό,
χλωρά βλαστάρια πέτα,
κι απάνω στα βλαστάρια του,
 πέρδικες κελαϊδούσαν».
Κελαϊδήσανε οι ζουρνάδες, οι πίπιζες, τα βιολιά, στα παθιασμένα χείλια και χέρια των Μακρινιτσιωτών, και τ’ αηδόνια ξεπεταχτήκανε μέσ’ από τις ρεματιές και σταθήκαν απάνω στα κλωνάρια του Μάη, συνοδεύοντας τα παιχνίδια στον ξετρελαμένο σκοπό τους. Τα πλατάνια με τα μεγάλα απλωμένα κλαδιά υποδεχτήκανε κάτω από τον παχύ ίσκιο τους σ’ ολάκερη την μεσοχωριά τους πρώτους γιορταστές Μακρινιτσιώτες και τις αφροπλασμένες κοπελούδες, με τις ντόπιες ντυμασιές τους.
Αναπεταγόντανε τα μακρυά φουστάνια που φτάνανε ίσαμε τον αστράγαλο, κι η βελουδένια τζάκα η κατιφένια με τη ζώστρα, από κλαδωτό μετάξι που τύλιγε τη μέση της νιας σε μια τάκλα με το φαρδύ φιόγγο στο πλάι, γυαλοκοπούσανε πάνω στις στροφές τού χορού. Το κελεμκερί, το αραχνοΰφαντο μαντίλι, με τις μπιμπίλες και τα μπόλια στην άκρη, αναπεταγότανε κι αυτό, έτσι που σεκλέντιζε τα παλικάρια, ντυμένα και κείνα με τη βράκα και το μαύρο γελέκι, με το μαύρο καλπάκι στο κεφάλι καμωμένο από όστρακά.
Τα παπαδ’κά παπούτσια σηκωνόντανε στ’ αψήλωμα των ποδιώνε κι ακουμπούσανε το κομπολόγι του αρσίζη χορευταρά. Και μαζωχτήκανε οι ξενοτοπίτες απ’ όλα τα κατατόπια, τα χωριά και τις πολιτείες της Ελλάδας, και όλο τούτο τ’ ασκέρι τους περιτριγύρισε να χαρεί και να καμαρώσει το ανοιξιάτικο πανηγύρι των Μακρινιτσιωτών.
Ο Αρχιμάης βαστούσε γιορταστικά το κλωναρισμένο ραβδί καταφορτωμένο τώρα με λουλούδια και καρπούς, το μαγιόξυλο, που το κουνούσε δοξαστικά, το ψήλωνε και το κατέβαζε με την ίδια συμβολική κίνηση όπως ανεβοκατεβάζουμε τις λαμπάδες στην Ανάσταση, χτυπώντας τη γη μ’ αυτό, έδινε έτσι το ρυθμό και τον τόνο της όλης γιορτής, με το συμβολικό όργανο της αναπαραγωγής. Οι ακόλουθοι εξυμνούσανε τα ξόμπλια του Αρχιμάη, που ήτανε λουλούδια και φρούτα, οι καρποί της γονιμότητας, και το στεφανωμένο κεφάλι του, όπως το θεό Διόνυσο στις τελετές του, με τούτο το τραγούδι:
«Μάη μου, Μάη δροσερέ, κι Απρίλη λουλουδάτε,
ο Μάης μέ τά τριαντάφυλλα, κι Απρίλης με λουλούδια,
όλον τον κόσμο γέμισες απ’ άνθια και λουλούδια,
το νιόνε περικύκλωσες στις κόρης τις αγκάλες.
Σαν περπατεί, μαραίνεται, σα στέκεται, πλανιώται,
σαν πέσει κι αποκοιμηθεί, τον ύπνο δε χορταίνει.
Άνοιξε πόρτα της κυράς, πόρτα της μαυρομάτας,
να μπω να διώ τη λυγερή, πώς στρώνει και κοιμάται,
πώς στρώνει τα τριαντάφυλλα, κοιμάται στα λουλούδια.
Πώς να την πω να σηκωθεί, πως να την πω να κάτσει;
Να την ειπώ λιγνό βεργί, και το βεργί λυγάει,
να την ειπώ αγιόκλημα, το κλήμα κόμπους έχει,
να την ειπώ τριαντάφυλλο, από τ’ άγκάθι βγαίνει,
να την ειπώ βασιλικό, γκαστρώνει η μυρουδιά του.
Αφέντη κι αφεντούτσικε, πέντε φορές αφέντη,
λύσ’ το, αφέντη, λύσ' το, το χρυσομάντηλό σου.
Κι αν χεις γρόσια, δός μας τα, φλουριά μην τα λυπάσαι,
κι αν τα λυπάσαι τα φλουριά, δός μας δεκαπεντάρια,
δός μας τ' αφέντη, δός μας τα να πιούμε στην υγειά σου,
για την υγειά τ’ αφέντη μας, για την καλή χρονιά σου.
Να ζήσεις χρόνους εκατό και να τους διαπεράσεις,
κι απ’ τους διακόσιους αμπροστά ν’ ασπρίσεις να γεράσεις.
Ν’ ασπρίσεις σαν τον Έλυμπο σαν τ' ασπρο περιστέρι.
Όσα λουλούδια, 'ν' του Μαγιού και φύλλα των δεντρώνε,
Τόσο καλό να δώσ’ ο Θεός εδώ που τραγουδάμε».
Και με τα ντόπια όργανα μπροστά, τα βιολιά, τους ζουρνάδες και τα νταούλια, περνούσαν από τους ξενοτοπίτες, τ’ αργαστήρια και τα σπίτια της Μακρινίτσας μαζεύοντας φιλέματα σύκα, καρύδια, αυγά, αμύγδαλα και χρήματα για ν’ αγοράσουνε κρασί και να πιούνε στην υγειά τους, για την υγειά των αφεντάδωνε, και για την καλή χρονιά τους.  Γιατί, κατά τους γιορταστές του Πηλιωρίτικου Μάη, η νέα χρονιά αρχίζει από το ξανάνιωμα της φύσης, από την άνοιξη.
 Και μεταχτύπησε ο Μάης το μαγιόξυλό του χώμα, και γιομίσανε τα νταούλια, κι οι ζουρνάδες και τα βιολιά ανθισμένα κλωνάρια με  γαρούφαλα και τριαντάφυλλα. Ξεχυθήκανε σ’ έναν παθιάρικο σκοπό, τον ζεϊμπέκικο, που η ισκιερή απλάδα κάτω απ’  τα πλατάνια τραντάχτηκε με τον μερακλήδικο χορό των ζεϊμπέκηδων. Τα ζεϊμπέκια φορούσανε τη γιορτερή ντυμασιά τους, σαρίκι με φούντες και  κρόσια, γελέκι  πλουμισμένο, φαρδύ ζουνάρι με μπόλικες τάκλες γύρω από τη μέση, γιομάτο γιαταγάνια και πιστόλες, κοντό σαλβάρι, κεντημένα παπούτσια κι επικνημίδες, ταιριασμένα τα πλουμιά με τα χρώματα των λουλουδιών. Κι ακουμπούσανε οι σέλες τον βρακιώνε τους τη γης καθώς γονατίζανε, και χτυπούσανε τις παλάμες τους, και ξανασηκωνότανε με τα χέρια ψηλά, κροταλίζοντας τα δάχτυλα γύρω από τα σαρίκια, έτσι που οι φούντες τους κουνιόντανε, και μπερδευόντανε τα κρόσια συναμεταξύ τους στον παθιάρικο σκοπό.
Και ξαναχτύπησε ο Μάης το κλωναρισμένο ραβδί του στη χώμα, κι ανάμεσα από τις γαρουφαλιές ξεπεταχτήκανε ο Γενίτσαρος με τη Νύφη. Ο φουστανελοφόρος γαμπρός με την ολόασπρη πουκαμίσα και φουστανέλα, την ασημένια ζώστρα με το μαυρομάνικο μαχαίρι στη μέση, το κατιφεδένιο γιλέκο, το κόκκινο φουντωτό φεσάκι, τα φουντωτά τσαρούχια στα πόδια άρχισε πρώτος τον χορό. Τον ακλούθησε η νύφη με το κλαδωτό φουστάνι, το ψάθινο καπέλο με άσπρο τούλι μπροστά από το πρόσωπό της, και κουνώντας το μαντήλι με τα δυο της χέρια, έφερνε ναζιάρικα τις στροφές του χορού της από τον γαμπρό. Ο Γενίτσαρος με τ’ αντρίκια πατήματά του της έκλωθε τη νύφη, τη λόγιαζε στα μάτια, «κι αμάν, αμάν χαρές που θάχουμε απόψε», φώναζε. Μονάχα που στο χτύπημα του μαγιόξυλου στη γη, ο Διόνυσος έκαμε λάθος κι έστειλε στο Μάη αρσενικιά νύφη με μουστάκια.
Στο τέταρτο χτύπημα τού μαγιόξυλου στη γη, ο Μάης έβγαλε το Χότζα. Με το φανέρωμά του, γιόμισε ο τόπος μουστάκια, φαρδιές κελεμπίες κλαδωτές, σαρίκια ψηλά και τσιμπούκια που το μάκρος τους έφτανε ίσαμε τα σύγνεφα και τρυπούσανε τον ουρανό. Μαζώχτηκε η ακολουθία του γύρω, τα ζεϊμπέκια, και χτυπώντας τα χέρια τους συνοδεύανε τα παιχνίδια στον ακαμάτικο σκοπό για να χορέψει ό Χότζας μ’ όλο τό ραχάτι καί τό χουΖονρλίκι του. Στερνά γονατίσανε τα ζεϊμπέκια, απλώσανε τα μπράτσα τους κυκλικά και φωνάζοντας «σουίνταααα», κάμανε τον Χότζα να μερακλωθεί και να λογιάζει το διαβολεμένο θηλυκό, τη νύφη, που θα του χάριζε μια οργιαστικά νυχτιά.
Στο άλλο χτύπημα του μαγιόξυλου στη γη, ο Μάης έβγαλε το Γύφτο με τη Γύφτισσα. Και σε τούτο το χτύπημα ο Διόνυσος λάθεψε κι έστειλε στη διάδοχό του αρσενική γύφτισσα. Οι ξενοτοπίτες πού παρακολουθήσανε τ' ανοιξιάτικο πανηγύρι της Μακρινίτσας, ξεσπάσανε σε τρανταχτά χαχανίσματα βλέποντας δυο αρσενικές γυναίκες να γίνουνται αφορμή καυγάδων ποιος θα πρωτοχαρεί τις ξελογιάστρες.
Κι οι γιορταστές είπανε θλιμμένα τούτο το τραγούδι:
«Μπάμιες και ντομάτες,
και κολοκυθάκια,
τι κακό που πάθαμε,
εμείς τα Μακριτσιοτάκια,
τι κακά που πάθαμε  
εμείς τα κοριτσάκια».
Μα ο Γύφτος που είχε καταβροχθίσει μπόλικο κρασί ίσαμε που η κοιλιά του φούσκωνε κι αντί να πεταχτεί μπροστά ογκώθηκε από πίσω του, με τον έξαλλο χορό του σκόρπισε το κέφι σ’ ολάκερη τη μεσοχωριά κάτω απ’ τήν ισκιάδα των πλατάνων, έτσι που τα νταούλια κι οι ζουρνάδες ξεχυθήκανε σ’ έναν ξετρελαμένο σκοπό, όπου κάμανε τη Γύφτισσα την καψερή να μην πατά στο χώμα από σβέλτα πηδήματα και ναζιάρικα λυγίσματα. Το κρασί χύθηκε άφτονο κι οι χορευτές ξεσπάσανε σε οργιαστικούς χορούς, συνοδεύοντάς τους με τσουχτερές βωμολοχίες κι άσεμνες χειρονομίες. Ο Γύφτος έκαψε τα μουστάκια με το αποτσίγαρο που είχε κολλήσει απάνω στη γλώσσα του, το φεσάκι του έγινε κατακόκκινο απ’ το μεθύσι, η σέλα του χαμήλωσε κι ακούμπησε στο χώμα, κι η Γύφτισσα ανασήκωσε το μακρύ φουστάνι που έφτανε ίσαμε τους αστραγάλους, έτσι όπου φαινόντανε οι γάμπες της και τονέ ξετρελαίνανε.
Ο οργασμός των γιορταστών είχε φτάσει στο μεγάλο πάθος. Οι δυο γυναίκες, η Νύφη και η Γύφτισσα, αρχίσανε να κοιλοπονάνε. Κι ευτύς ως χτύπησε ο Μάης το κλωνισμένο ραβδί του στη γη, ξεπεταχτήκανε ο Γιατρός με τα Φραγκούλια να σώσουνε την κατάσταση. Ασπροντυμένοι με τα ψηλά σκληρά καπέλα τους, πήρανε τις ντελικάτες στροφές του χορού τους γύρω από τα λαγνισμένα θηλυκά που ξεψυχούσανε στο οργιαστικό μεθύσι τους, και πασχίσανε να τα συνεφέρουνε.
Κονταροχτύπησε ο Μάης τη γης και μαζωχτήκανε τ’ αποδέλοιπα μέλη της ακολουθίας του, που ήτανε τα πιο ετερόκλιτα προσώπατα, Φράγκοι, Μωαμεθανοί, Εβραίοι κ.λ.π., για να δείξει με την πανάρχαια αυτή διονυσιακή τελετή, με σύγχρονα μέσα των απλών μεταβυζαντινών χωρικών της Μακρινίτσας, την αναγκαιότητα της αναπαραγωγής, καθώς και την παγκόσμια προβολή της, καταπώς το εξηγεί ο μελετητής Θάνος Βελούδιος. Ο αράπης, μαύρος σαν κατράμι, ο παράξενος γέρος κι η γριά μονοδοντού, που τους ξαναζωντάνεψε η δύναμη της ανοιξιάτικης φύσης, ο βοεβόδας, η χανούμισσα και ο εξαποδώ, ο διαβολάκος. Αρχίσανε να εκτελούνε διάφορα διονυσιακά παιχνίδια με σύγχρονο τρόπο, με το ύφος ενός κοινωνικού, όχι απόκρυφου διονυσιακού οργίου πού είναι τούτο, στην ιερή, την ελληνική, την αρχική κι όχι την υστερνή ρωμαϊκή σημασία της λέξης, με βάση τους χωρικούς του ελληνικού και του πηλιωρίτικου λαού, που φοράει τις εθνικές ντυμασιές του.
Κι ο διαβολάκος χώθηκε μέσα στους γιορταστές, με πρόσταγμα του Αρχιμάη, τους ερέθισε, τούς γαργάλεψε, τους σεκλέντισε και τούτοι φρενιάσανε. Το κρασί χυνότανε μέσα στις φούχτες τούς ασταμάτητα και τα λαρύγγια όλο καταπίνανε. Και κόβανε τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, τα χλωροκούκια, τα τσάγαλα, τα φρούτα, τους καρπούς απ’ τα κλωνάρια του δροσερού Μάη και τρώγανε λαίμαργα, έτσι που τα στόματά τους πρασινίσανε από εφορία. Τα κεφάλια τους γιομίσανε στεφανωμένα παχιά στάχυα, αγουρίδες, πιπεριές πράσινες και κατακακκινες, οι κισσοί και τα κλήματα μυριοπλεχτήκανε επάνω στα κορμιά, στα μπράτσα και στα μαλλιαρά ποδάρια τους, κι οι ζουρνάδες παθιάσανε.
Αλεστάρανε τα ζωντανά από τ’ ανθρώπινο πανηγύρι της άνοιξης, κι ο Μάης χτύπησε το κλωναρισμένο ραβδί του και παρουσιάστηκε η αρκούδα ορθωμένη στα δυο πισινά της πόδια. Ένας φουστανελοφόρος έπιασε το ντέφι και σ’ ένα τέρτσο με το μεγάλο δάχτυλο τού χεριού του πάνω στην τεντωμένη προβιά, χτυπώντας το στο κεφάλι, στα πισινά και στα πόδια του, έκανε την αρκούδα να ξεσηκώσει όλα τα ζωντανά με τον χορό της στο μαγιοπανηγύρι.
Τ’ αλόγατα πιάσανε να χλιμιντράνε, τα ζιγούρια κι οι τράγοι να βελάζουν αγκρισμένα, τα κοκόρια και τ’ αηδόνια να κελαϊδάν αψάφωνα, και τα θηλυκά ζωντανή να τρέχουνε και να τρίβουνται απάνω στις πλάτες και τους λαιμούς των  αρσενικώνε.  Αγκαλιαστήκαν οι ακόλουθοι του Αρχιμάη με τα ζωντανά και γίναν ένα πράμα. Πήρανε τις ρεματιές, τα λαγκάδια, χωθήκανε στο δάσος, μεταφέροντας το κέφι παντού με τον οργιαστικό  χορό τους, μέσα στην ανοιξιάτικη μέρα και την πλανεύτρα γιορταστική νύχτα των ασημένιων αστεριών και του χρυσαφένιου φεγγαριού.
(Αντιγραφή σε μονοτονικό από το βιβλίο του Βασίλη Πλάτανου
«ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΪΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ»Β΄  Έκδοση – ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ – 2002)

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Ο Αϊ-Γιάννης της Μακρινίτσας

Η νότια είσοδος του Αϊ-Γιάννη
Φωτογραφία του φίλτατου Θανάση Γέρμανου*.
Ο Αϊ-Γιάννης από ΒΑ.
Φωτογραφία του φίλτατου Θανάση Γέρμανου.
Πάσχα έρχεται κι ας δούμε και το όμορφο ναϊδριο του Αϊ-Γιάννη στη Μακρινίτσα!
Ημερολόγιον Η ΦΗΜΗ 1887
Ο ναός του Αϊ-Γιάννη που οικοδομήθηκε στα 1806 βρίσκεται «παρά την πλατείαν της αγοράς»
Στον ΠΡΟΜΗΘΕΑ του Ζωσιμά Εσφιγμενίτη διαβάζουμε κάποια ποιήματα που βρέθηκαν γραμμένα στο νάρθηκα της εκκλησίας και αναφέρονται στον Αϊ-Γιάννη, αλλά και που δείχνουν την κατάστασή της. Τα έστειλε με επιστολή ο αρχαιολόγος Νικ. Γιαννόπουλος και αναφέρονται στο εκκλησάκι. Εδώ αυτά που αναφέρονται στο Ναό:

Εις Ιωάννην
(ηρωικόν)
Ένθαν έην ύδατα, κλυτός ένθ΄έην Ιωάννης
Δήμον απειρέσιον πλυνέεσκιν εις κατάγνωσιν.
Δέρκεο τόνδε μολούντα, όπου ρει νάματα κρήνης
Κηλίδας εκπλέειν, βοάντα τε δάκρυσιν αίσι.
[Μετάφραση** (από την ιωνική διάλεκτο): 
Εδώ υπάρχουν νερά ξακουστά, εδώ είναι ο Ιωάννης.
Άνθρωποι πολλοί (ξε)πλένονται (για εσωτερική γνώση) εσωτερικά.
Λαμπερό(καθαρό) αυτό έρχεται εδώ όπου τρέχουν τα νερά της βρύσης 
Απομακρύνει τους ρύπους και τα καυτερά δάκρυα (κραυγάζοντας) με βοή. ]

Ως από του ναού
Αν αγαπάς ω θεατά να μάθης τις και ποιος
Το πρότερον εις μήκος τε, πλάτος και ύψος οίος;
Μικρός ήμην και χαμηλος σχεδόν σπιθαμιαίος
Και λίαν ακαλλώπιστος και καταγελαστέος.
Έχων όμως τον Πρόδρομον , υιόν του Ζαχαρίου,
Των προφητών τον μέγιστον τον λύχνον του ηλίου,
Οικήτορα εν εμαυτώ δια τιμήν και κλέος,
Είχον ελπίδας αγαθάς και θάρρη μέχρι τέως.
Να ορθωθώ, μεγαλυνθώ, να αλλάξω πρώτον σχήμα, 
Και του Προδρόμου όπως ουν να γείνω άξιον κτήμα.
Διότι ουδέν έπρεπε να μείν’ ημελημένος,
Εν μέσω χώρας κείμενος και αφιερωμένος
Εις το πάντιμον όνομα Προδρόμου του μεγίστου
Του Βαπτιστού, του Ιησού υιού Θεού υψίστου.
Να φαίνωμαι ως χηραμός, ως τρώγλη ζωυφίων,
Τοις εγχωρίοις όνειδος, αισχύνη των τιμίων,
Όθεν σπουδή πολλή απλώς πάντες οι εν τη χώρα
Μάλιστα δε οι προύχοντες εν ταύτη γε τη ώρα.
Οι στίχοι αυτοί ήταν γραμμένοι στο νάρθηκα και από κάποιον παπα-Πολύζο
Ο παπα-Πολύζος ήταν Θεσσαλός λόγιος και ποιητής απ’ τα Τρίκαλα. Έζησε στη Μακρινίτσα, όπου απέκτησε κόρες και γιους. Ήταν ιερέας και οικονόμος Τρίκκης. Ο ίδιος όταν ήταν διάκος έγραψε το εισαγωγικό επίγραμμα στο βιβλίο του  Σκιαθίτη Επιφάνειου Δημητριάδη «Απανθίσματα» (Δείτε ΕΔΩ):
Ο Ν. Σάθας στην «Ελληνική Φιλολογία» του και στη σελ. 617 λέει: «Πολύζος ιεροδιάκονος, εποίησεν επίγραμμα εις τα του Δημητριάδου Απανθίσματα».
Στον ίδιο νάρθηκα υπάρχουν κι άλλοι στίχοι μαζί φτιαγμένοι από άλλους.
Για το εκκλησάκι του Αϊ-Γιάννη δεν θα μπορούσε να μην έχει γράψει κι ο γνωστός ερευνητής της Λαϊκής Τέχνης του Πηλίου, ο Κίτσος Μακρής
Στις δύο μελέτες του για τους ναούς που έφτιαξαν στο Πήλιο ο αρχιτέκτονας Δήμος Ζηπανιώτης και διακόσμησε ο γλύπτης Μίλιος γράφει:
 [...] Τον ίδιο χρόνο, στα 1796, καταργείται στο Πήλιο το προνόμιο να χτίζουν εκκλησίαις όταν θέλουν, «διά τίνα συμβάντα άτινα συνέβησαν εν τη Μακρυνίτση δια τον ναον του Προδρόμου, τον εν τη αγορά της Μακρυνίτσης».
[…] Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος στη Μακρινίτσα -θαυμαστό πέτρινο κομψοτέχνημα — είναι κεντημένος με πλήθος από ανάγλυφα. Το ίδιο και η βρύση στην κεντρική πλατεία, και η βρύση στη θέση Μπράνη, στο ίδιο χωριό.[…]
[…] Στις 3 Αύγουστου 1806 ο Θεοδόσιος εκ Βράχας των Αγράφων σκαλίζει το ανάγλυφο που είναι εντοιχισμένο στον νότιο τοίχο της εκκλησίας του Προδρόμου στη Μακρινίτσα και παριστάνει την Ελισάβετ και το Ζαχαρία. Αυτό το ανά­γλυφο, καθώς και ο Λωτ, που είναι σκαλισμένος στην κεντρική κόγχη του ιερού, θυμίζουν την τεχνική της ξυλογλυπτικής, με τις κύριες επιφάνειες που σχηματί­ζουν μεταξύ τους γωνίες, χωρίς μαλακές μεταβάσεις από όγκο σε όγκο.[…]
(Κίτσου Μακρή - Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΓΛΥΠΤΗΣ ΜΙΛΙΟΣ- 2007 - γ΄ έκδοση)
Ο Αϊ-Γιάννης από ΑΝΑ με την κρήνη. 
Φωτογραφία: Θανάσης Γέρμανος.
[…] Οι μονόκλιτες ξυλόστεγες βασιλικές έχουν μικρές διαστά­σεις και είναι συνήθως ξωκλήσια. Έχουν δίρριχτη σκεπή με πλάκες προπαντιώτικες […] Έχουν μια κόγχη ημικυκλική στον ανατολικό τοίχο (Αγ. Γεώργιος κοντά στον Κισσό) και σπανιότερα τρεις (Αγ. Ιωάννης Μακρυνίτσας). […] Είναι χτισμένες με πέτρα και δεν έχουν αξιόλογο γλυπτικό ή ζωγραφικό διάκοσμο. Εξαίρεση αποτελεί η μικρή εκκλησία του Αγίου Ιωάννου Μακρυνίτσας, στην κεντρική πλατεία του χωριού, που έχει επιμελημένη ισόδομη τοιχοποιία, χτιστό δυτικό και νότιο υπόστεγο (εξωνάρθηκα) και πλούσια γλυπτική διακόσμηση.[…]
 (Κίτσου Μακρή-Αρχιτέκτων Δήμος Ζηπανιώτης-Αθήνα 1957)
Φωτογραφία: Θανάσης Γέρμανος
* Ευχαριστώ το Θανάση Γερμ. για την παραχώρηση των όμορφων φωτογραφιών του
** Ευχαριστώ τη Δήμητρα Παπαδ... για την απόδοση-μετάφραση!

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Χατζη- Ρήγενα η Μακρινιτζιότισσα

Στο περιοδικό ΜΑΚΡΙΝΙΤΣΑ (Απρίλιος 1999, τχ 19, σελ. 12-13) υπάρχει ένα άρθρο του γνωστού δασκάλου και ιστοριοδίφη Γιώργου Θωμά για τη οικογένεια Δημ. Χατζηρήγα (ΕΔΩ) με στοιχεία βασισμένα σε ένα χειρόγραφο του 1830. 


Το αντέγραψα και το παρουσιάζω:
«Χατζη- Ρήγενα η Μακρινιτζιότισσα»
"Ζωή χαρισάμενη περνούσε - αρχές του 19ου αιώνα - η γυναίκα του άρχοντα Χατζηρήγα της Μακρινίτσας στο ομώνυμο χωριό. Από το ένα πλουσιοσπιτο (το πατρικό της) στο άλλο αρχοντικό (του άντρα της).
Καλότυχος ήταν ο χρόνος του 1812, όταν έγιναν οι γάμοι στη Μακρινιτσα, και βούιξε ο τόπος στα γλέντια και στα ξεφαντώματα. Γάμος αρχοντικός στη βάση της εφαρμογής όλων των γαμήλιων εθίμων της πολίχνης. Τι, ο Χατζηρήγας ήταν ο πλουσιότερος του χωριού, ένα πρόσωπο σεβαστό, μετέχοντας και στην τυπική δημογεροντία . Απάνω του πυκνωνόταν ο θαυμασμός των συντοπιτών του, άτομο υπερυψωμένο στην υπόληψη όλων καταπώς ήταν, που έδινε ψωμί σε δεκάδες χέρια: Είχε μαζί με τον πατέρα του «μεγάλο βυρσοδεψείο στην Αγριά κι άλλα εργαστήρια στη Μακρινίτσα», όπως γράφει ο Γιάννης Κορδάτος (Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγιάς, Αθήνα 1960,  σελ. 637). Πολυταξιδεμένος επίσης και πολυδιαβασμένος πάνω απ’ όλα όμως δημοκράτης και πατριώτης. «...είχε κάνει πολλά ταξίδια στο εξωτερικό - πάλι ο Κορδάτος το υπογραμμίζει (όπ.π.) - κι είχε πάει πολλές φορές και στην Πόλη και στη Σμύρνη.  Ήταν λοιπόν άνθρωπος με γνώσεις πολλές και φλογερό πατριωτισμό.  Τα φυλλάδια του Ρήγα είχαν περάσει όλα από τα χέρια του και του είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση . Ήταν δημοκράτης …»
Χίλια λούλουδα ευτυχίας στο Χατζηρηγέικο σπίτι της Μακρινίτσας, όταν προστέθηκε ένα ακόμα: Μια κόρη η Μαριγώ. Στα πούπουλα τη μεγάλωναν, μες στο μεγάλο κύκλο της συμπάθειας συγγενών και φίλων την ντάντευαν. Μια ευτυχισμένη μικρούλα, σωστή αρχοντοπούλα κάποιου παραμυθιού. Ίσως να απόχτησε κι άλλη αδερφή ή αδερφό- δεν ξέρουμε. Το άλλο είναι: ο πατέρας της είταν από τους πρώτους που συντάχτηκε με τον Άνθιμο Γαζή, όταν ο τελευταίος από τα 1817  ακόμα, σταλμένος από τους φιλικούς στο Πήλιο, προετοίμαζε το έδαφος για την επανάσταση της Θεσσαλομαγνησίας. Μαζί του θερμός συμπαραστάτης κι ο Χατζηρήγας. Φτάνει να γράψει ο Κορδάτος (όπ.π., σελ. 638), πως σ’ αυτό το πρόσωπο ο Γαζής «βρήκε τον καλύτερο συνεργάτη και σύμβουλο». Να παρατηρήσει ακόμα πως «η επιρροή τον Χατζηρήγα έφτανε ως την Αγιά» και πως ο ίδιος έδρασε οργανωτικά στα χωριά της, ξεσηκώνοντας τους πατριώτες.
Αλλά ο πατριωτισμός του ξεχείλισε πιο πολύ όταν, ζωσμένος στ’ άρματα, ανακατώθηκε με τα άλλα επαναστατικά μπουλούκια του Πηλίου που ρίχτηκαν στον αγώνα - 7 Μαΐου 1821.  Έγινε μάλιστα και ο επικεφαλής των επαναστατών στην περιοχή Μακρινίτσας και Πορταριάς (Γιάννη Κορδάτου, όπ.π., σελ., 650). Πιο ύστερα, αρχηγός σώματος εκατό αντρών, έτρεξε και ξεσήκωσε την περιοχή της Αγιάς, σύμφωνα πάλι με τη μαρτυρία του Κορδάτου (όπ.π., σελ. 673). Πολέμησε κι εδώ, πολέμησε κι εκεί και δεν το έβαζε κάτω με τίποτα. Όταν όμως κατέβηκε από τη Λάρισα ο Δράμαλης και κατέπνιξε (προσωρινά βέβαια) την επανάσταση του Πηλίου, ο Χατζηρήγας σήκωσε τη φαμίλια του και πέρασε στο Τρίκερι. Εδώ είταν η αρχή του τέλους του. Δεν έγινε τόπος λυτρωμού το Τρίκερι, όπως το οραματιζόταν. Μεταβλήθηκε για τον ίδιο πεδίο θανάτου. Και τι θανάτου: Κάποιοι Τρικεριώτες αντίθετοι στα σίγουρα με το κίνημα των Ελλήνων τον ξεγέλασαν μια νύχτα και τον έριξαν σε μιαν ασβεσταριά, και χάθηκε το παλικάρι.
Θρήνος ασίγαστος στη φαμίλια του και τους άλλους δικούς του. Να ήταν τουλάχιστο στο χωριό της, μέσα στον κύκλο δικών και συγγενών και φίλων; Τώρα πως να απαλύνει τον πόνο της η δόλια η γυναίκα του, πού να ‘βρει έρεισμα παρηγοριά στον άξενο τον τόπο;
Πήραν τον μαύρο πόνο τους συντροφιά, μάνα και θυγατέρα, και πέρασαν στη Σκόπελο. Δεν είταν μόνοι τους εκεί. Βρήκαν πάμπολλους φυγάδες απ' το Πήλιο και κάμποσους συγχωριανούς τους. Περασμένοι όλοι εκεί για να αποφύγουν το μαχαίρι των τούρκων. Σ’ ένα φτωχόσπιτο της Σκοπέλου στέγασε τη δυστυχία της και η άλλοτε τρισευτυχισμένη Χατζηρήγενα με  την κόρη της Μαριγώ. Δυο εκπατρισμένες ψυχές μέσα στη βαριά σκιά της θλίψης μακριά από τα έχοντά τους στη γενέτειρά τους, έσφιγγαν τον πόνο τους κι έκαναν την καρδιά τους πέτρα. Τουλάχιστο ανάσαναν έναν αέρα λευτεριάς στο νησί, τουλάχιστον ένα τούρκικο χέρι δεν θα τις πείραζε. Έλειπε βέβαια εκείνος, στήριγμα και δόξα τους. Μα στη θέση του ήρθε άλλος κάποτε, άλλο αρχοντόπουλο από την Κόρινθο τώρα. 
Φεύγοντας απ’ την πατρίδα ο Κορίνθιος Ιωάννης Παναγόπουλος ήρθε στη Σκόπελο, άγνωστο για ποιο λόγο. Ήρθε με γερό κομπόδεμα από πλουσιόσπιτο όπως βγήκε. Περιζήτητος γαμπρός. Ό,τι έπρεπε δηλαδή για τη Μαριγώ της Χατζηρήγενας. Έγινε η γνωριμιά και  συμφώνησαν, γαμπρός και πεθερά. Για να έχει όμως ισχύ και κύρος η συμφωνία, Χρειαζόταν και το επίσημο προικοσύμφωνο. Εύκολα το απόκτησαν. Πήγαν στον «δημόσιο μνήμονα»  (συμβολαιογράφο) της Σκοπέλου Μελαχροινό Γιαννιού κι εκείνος σύμφωνα με τις νόμιμες διατάξεις, το σκάρωσε. Είταν πρωταπριλιά του 1830, όταν επισημοποιήθηκε η συμφωνία και διατυπώθηκε η προίκα, κινητή και ακίνητη (Ι).
Πλουσιοκόριτσο καταπώς είταν, και τι δεν παρέλαβε από την πατρική και τη μητρική περιουσία. Χωράφια και σπίτια στη Μακρινίτσα (όσα γλύτωσαν από την καταστροφική μανία των τούρκων), 3000   φοίνικες (νομίσματα καποδιστριακά), εικοσιτρία πουκάμισσα, έντεκα μεταξωτά φουστάνια και εννιά πάνινα, αντικείμενα της κουζίνας και χρυσαφικά. Περ’ απ’  αυτά και μερίδιο από τα δάνεια της φαμίλιας.
Από την άλλη μεριά κι ο γαμπρός γαλαντόμος αλλά και ευθυγραμμισμένος με τα έθιμα της πατρίδας του ξανοίχτηκε και στη δική του προσφορά για τη νύφη. Εφτακόσιοι φοίνικες στο χέρι, ρούχα και «γουνάκι χρυσοκέντητο». Την προικοδοσία κύρωσαν και με την υπογραφή τους οι μακρινιτσώτες – ζούσαν επίσης στη Σκόπελο - Κωνσταντίνος Ιω. Αμούτζιας και Γεώργιος Ευσταθίου και βέβαια και τα ενδιαφερόμενα μέρη, γαμπρός και πεθερά. Η νύφη πουθενά: Συνήθεια παλιά, στο πλαίσιο υποτίμησης της γυναίκας και από την Εκκλησία ακόμα, να μην υπολογίζεται η γνώμη της.
Αποδώ και μπρος χάνουμε τα χνάρια τους. Τι έγινε στ' αλήθεια εκείνο το αντρόγυνο, η πεθερά η «Χατζη - Ρήγενα η Μακρινιτζιότισσα» όπως αναφέρεται στο προικοσύμφωνο, τα πλούτη της φαμίλιας; Επέστρεψε κανένας απ’ αυτούς ή τα παιδιά τους αν απόχτησαν, στη Μακρινίτσα και συντηρήθηκαν τα υποστατικά τους;  Προπαντός εκείνη η ηρωική γυναίκα, η σύντροφος του ήρωα Χατζηρήγα που πλήρωσε με τη ζωή του τον έρωτα προς την πατρίδα και τη λευτεριά, πού κατέληξε;
Κάποιος ερευνητής του ιστορικοί χώρου  της Μακρινίτσας, θα μπορούσε (και θα έπρεπε) κάποτε να φωτίσει τα καθέκαστα.

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ (1) Ευχαριστώ θερμά τον ιστοριοδίφη ιερέα της Σκοπέλου κ, Κώστα Καλλιανό που αυθόρμητα μου έστειλε αντίγραφο του προικοσύμφωνου. Ο παπα - Κώστας - το έχω γράψει κι αλλού - είναι ο μόνος κληρικός στο νομό μας σήμερα, που αντιπροσωπεύει την τοπική Εκκλησία στην έρευνα της ιστορίας του χώρου μας."