Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Καλή Χρονιά!

Καλή Πρωτοχρονιά - Καλή Χρονιά με υγεία!!
«Ο Τροχός του Χρόνου» & «Ο Μάταιος Βίος του Πλάνου Κόσμου».Νάρθηκας Ναού Ταξιαρχών -Μηλιές Πηλίου 
Για τούτη την Πρωτοχρονιά οι επιπλέον ευχές σ’ όλες κι όλους σας, είναι με το παρακάτω διαχρονικό ποίημα του Τάκη Σαρακηνού (Οικονομάκη) της δεκαετίας του ’30.

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Τα χρόνια που διαβαίνουνε και πάνε βιαστικά
χωρίς καϋμό ή παράπονο να φεύγουνε τ’ αφίνω
και μήτε η μεταμέλεια την πόρτα μου χτυπά
την ώρα που διαβαίνουνε και μήτε δάκρυα χύνω.

Τα χαιρετώ με μια στοργή και μ’ άδολη καρδιά
καθώς το τέκνο του ο γονιός στης προκοπής τη στράτα... ;
ας έχουν γειά αλαργιεύουνε στων περασμένων τη βραδυά
κι ας πέρνουνε για σύντροφο ζωής μερτικό και νιάτα.

Καλόμοιρα ως προβάλλουνε από του  Αύριο την πηγή
λυτρώνονται και ξεγλιστρούν απ’ το χυδαίο το Τώρα
κι ελπίδες την ωραία τους αν χρυσόφεγγαν αυγή
γλυκά φωτάν οι ανάμνησες του μισεμού την ώρα.

Έτσι ας περνούν κι ας φεύγουνε απ’ εμπρός μου βιαστικά
σαν μια παράταξη λαμπρή με διαλεχτά φουσάτα
μπρος οι ελπίδες κελαηδούν τις σάλπιγγες γλυκά
καβάλα πάν’ τα ονείρατα, πεζά ακλουθούν τα νιάτα,

και σύννεφο ας υψώνουνε τον κουρνιαχτό καθώς περνούν
μες το λιοπύρι της Ζωής απ’ τ’ άνανθο μοιραίο
θε να περάσουν έτσι ή αλλοιώς, γιατί τα μάτια να θρηνούν;
Πάντα περνάει και χάνεται κάθε καλό κι ώραίο.

Τα χρόνια που διαβαίνουνε και πάνε βιαστικά
χωρίς καϋμό με μια στοργή να φεύγουνε τ’ αφήνω
κι αν χάνονται απ’ το σήμερα, καθένα μυστικά
στον κήπο της ανάμνησης μοσχοβολάει σαν κρίνο.

                                                     (+Τάκης Οικονομάκης)

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα χωρίς παπά!

Καλά Χριστούγεννα σ' όλες κι όλους!

Ένα επίκαιρο διήγημα (Πηλιορείτικη ηθογραφία) του Χρήστου Παπαζήση, αντιγραφή σε μονοτονικό από τη ΘΕΣΣΑΛΙΑ της 25ης Δεκεμβρίου 1934. 
(Ο δάσκαλος Χρ. Παπαζήσης ήταν σύζυγος της δασκάλας Μυρτούς Ρήγα Καμηλάρη). 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΩΡΙΣ ΠΑΠΑ
Τέτοιες μέρες κάθε χρόνο μια σκέψη βασάνιζε ο χωριό. Θάρθη παπάς ή όχι; Ολάκερη εποχή την πέρναγαν χωρίς παπά. Αδιάβαστοι που λέει ο λόγος. Σαν τώρα όμως; Σαν τέτοιες μέρες; Έπρεπε νάρθη ένας παπάς! Κι η σκέψη του ερχομού βασάνιζε το χωριό. Και πιο πολύ τις γυναίκες. Οι καψερές οι γυναίκες! Άμα δεν έβλεπαν ράσο και καλιμαύχι στο χωριό λες και κάτι τις έλειπε. Αμ’ τότε; Ποιος θα φάει τις λειτουργιές; Ποιος θα δώσει την ευχή;
Πρώτη και καλύτερη η κυρα-Λένκω, η γυναίκα του μαστρο-Νικολή, έδινε τον τόνο σ’ όλην την παπαδοσυζήτησι. Μάϊδε πιτρόπισσα νάτανε, δε θα ούρλιαζε τόσο όπως έλεγε κι η κυρα-Συραγώ η γυναίκα του πραματευτή.
 Μόλις πάτησε το πόδι της κείνο τ’ απόβραδο στη βρύση του χωριού πούτανε μαζεμένες όλες οι καλές νοικοκυράδες, παραμέρισε στάμνες και τενεκέδες, μπούλωσε με μανία την μπούκα της βρύσης, ανασκουμπώθηκε, έδεσε σφιχτά τις γροθιές της και βάζοντας τα χέρια στη μέση έριξε μια άγρια ματιά στο γυναικομάζωμα. Λες κι ήταν η Μπουμπουλίνα ολάκερη. Χοντρή-χοντρή καθώς ήταν με εκείνα τα κόκκινα μάγουλα και τα σφιχτά τα μπράτσα είχε απολιθώσει το ακροατήριο! Καμιά τους δεν τόλμησε να ξεστομίσει κουβέντα. Μόνο η γυναίκα του καπετάν-Μανώλη η Σύρμα η ξακουστή δεν ταράχτηκε απ’ την ανακατωσούρα. Χρόνια και χρόνια ταξιδεύοντας δίπλα στον άντρα της -καπετάνισσα αυτή- είχε δη χώρες και χωριά, πάλεψε αγώνες σκληρούς με τ’ άγρια κύματα και της αρμύρας τα φαρμάκια αφού δοκίμασε, δεν την τρόμαζαν οι καπετάνισσες του γλυκού νερού! Απόδιωξε τις γυναίκες από μπροστά της και φώναξε:
-Ξεμπούλωσι τη βρύση κυρα-Νικουλίνα μ’ να μη γένουμι μαλλιά κουβάρια. Κάτσι φρόνιμα κι άσ’ τα παπαδλίκια π’ θέλεις να μας ψάλεις πάλι. Αμ’ την ξέρου μαθές τα’ κάψα σ’. Θέλεις να φκιάσουμι του Νικουλή σ’ παπά! Δε θα σ’ γένει όμως αυτό!  
Φούντωσε η Λένκω. Δεν παραφέρθηκε όμως. Αργά αργά όπως το λάδι στη γαλιάγρια, άρχισε να βγάζει τις κουβέντες απ’ το στόμα.
-Εγώ μαρή, φρουντίζου για του Νικουλή μ’; Ας είν΄καλά ου Αη-Νικόλας –μεγάλη η χάρη τ’- απ’ τουν βουηθάει κι είν’ τους χρυσουχέρης κι μαζεύει του μαξλάκι τ’ κι κάν’ τσι δλίτσις τ’ κι θρέφ’ τ’ φαμίλια τ’. Αν θέλει ου Κύριους Ιησούς Χριστός γένητι κι παπάς ου Νικουλής μ’. Δεν τ’ απαρνιέται  μαθές. Αν θέλει όμους ου Μεγαλοδύναμους κι ου κόσμους. Με το ζόρι τίποτα. Δεν είμαστε όμως αυτού τώρα. Τα Χριστούγεννα φτάσαν κι εμείς παπά ακόμα. Να σκουθούμι να πάμε στο Δεσπότη κι να τ’ αξιώσουμι. Ή παπά ή κι γω δεν ξέρου τι.
Αυτά κι άλλα πολλά έψαλλε στη βρύση η κυρα-Λένκω.
Αφού παπαδομίλησε κάμποση ώρα έλυσε τη συνεδρίαση καθώς είπε κι η κυρία του Ειρηνοδίκη που περνώντας κατά τύχη απ’ τη βρύση παρηκολούθησε την «υπόθεσι».
Η βρύση ξεμπουλώθηκε, οι στάμνες γέμισανε κι οι γυναίκες ανηφόρησαν για τα σπίτια τους. Στο δρόμο το σούσουρο έδινε κι έπαιρνε. Γιατί τάχα η Λένκω ενδιαφέρονταν τόσο πού για παπά; Μήτε παπαδοθυγατέρα ήτανε, μήτε άγιο σόι είχε. Γιατί; Μήπως γιατί ήθελε να φκιάσει τον άντρα της παπά; Μήπως άλλο τίποτα;
Η γριά η Στάθαινα που άκουσε τις απορίες είπε εμπιστευτικά σ’ ένα γυναικομπουλούκι που πέρασε δίπλα απ’ τον αυλόγυρό της.
-Τι να σας πω γιε μ’. Πάει ου κόσμους χάλασι. Η Λένκω θέλει δέσιμο. Να γένει ου άντρας τ’ς παπάς;  Αμ’ ξέρει την άλφα-βήτα; Άλλους είν’ ου ψύλλους απ’ την τσιμπάει στουν κόρφου. Δε θυμάστι πόσα έκανι μι του Παπαγιώργη πρόπιρσι; Αυτή παιδί μ’ –ου Θιός να μι σχουρέσ’- χουρίς παπά δεν μπουρεί να κάμει.
Ιδώ θα είστι κι θα μι θυμηθήτι. Μα δε φταίει αυτή. Φταίμι εμείς που την αφήνουμι να μουλεύει τ’ άγια τ’ χουριού μας κι δεν την μαζεύουμι μι τα δικανίκια.
Οι γυναίκες σαν κάτι να κατάλαβαν. Κούνησαν το κεφάλι μ’ απελπισία και σαν να μετάνιωσαν που κουβαλούσαν τις στάμνες στον ώμο τους και δεν τις έσπαγαν στο κεφάλι της κυρα-Λένκως. Μα πάλι ήξεραν; Τάχα ήταν σωστά; Τάχα είχε δίκιο η κυρα-Στάθαινα; Κανένας δεν ήξερε σίγουρα.
Την άλλη μέρα το πρωί μεγάλη συζήτηση στο παζάρι του χωριού. Το ζήτημα του παπά που ήταν σχεδόν ξεχασμένο ήλθε στην ημερήσια διαταγή καθώς έλεγε κι ο Αλέκος ο Ψηλαράς που μόλις από το στρατό απολύθηκε με τον επίζηλο βαθμό του λοχίου, που είχε να το λέει.
Οι άντρες φιλοτιμήθηκαν απ’ τη γυναικοσυζήτηση και θέλησαν να δώσουν τέλος στη υπόθεση. Κάλεσαν τον επίτροπο το Θεοδωρή που διακρίνονταν για την εξυπνάδα του, τούδωσαν ένα ψήφισμα υπογεγραμμένο από όλο το χωριό και τούπαν να πάει στο Δεσπότη κι όπως θα κάνει-θα κάνει να στείλει παπά για τα Χριστούγεννα. Η απαίτηση ήταν γενική.
Κείνη τη στιγμή σηκώθηκε κάποιος που πίστευε και δεν πίστευε στο Θεό -με το δίκιο του όπως έλεγαν μερικοί γιατί αφού δεν υπήρχε παπάς ποιος θα τον έβαζε στο δρόμο του Θεού- και θέλοντας να γελάσει σε βάρος των καλών χριστιανών  είπε στον επίτροπο φωναχτά.
- Άμα βρεις παπά πάει καλά. Άμα δεν υπάρχει όμως κύταξε μην παραζορίσεις το Δεσπότη και μας στείλει κανέναν από την πόλη δίχως ράσο και καλιμαύχι!
Όλοι γέλασαν με την εξυπνάδα του. Και χωρίς να το θέλουν πήραν συζήτηση για τον Ατατούρκ!
Στο μεταξύ ο Επίτροπος φεύγοντας για το σπίτι του αντάμωσε στο δρόμο την κυρα-Λένκω.
- Έλα, κυρα-Λένκω της είπε. Το θείο θέλημά σου θα γίνει. Αύριο πηγαίνω για παπά στο Δεσπότη σύμφωνα με τη θέληση όλου του χωριού.
-Κοίταξε όμως κανέναν καλόν παπά. Όχι κάναν παληόγερο. Νάναι σαν τον Παπαγιώργη τον μακαρίτη, π’ άμα έλεγε το Βαγγέλιο τράνταζε την εκκλησιά. Ως κι η θεια η Μαργαρίτα πούταν κουφιά τ’ άκουγε. Καταλαβαίνεις του λόγου σ’.
Ύστερα από λίγες μέρες παραμονή Χριστούγεννα ακριβώς, έφτανε στο χωριό ο κυρ-Θοδωρής μ’ έναν περιποιημένο καλόγηρο δίπλα του. Δεν είχε βρει παπά και στην ανάγκη έφερνε αυτόν. Ψηλός, καλοφτιαγμένος, ήταν δεν ήταν σαράντα χρονών.
Όλοι τον υποδέχτηκαν με χαρά.Η Λένκω στολισμένη και φτιασιδωμένη τον υποδέχτηκε κι αυτή και του φίλησε το χέρι ευλαβικά. Ο καλόγηρος κατευχαριστημένος της έδωκε πολλές ευχές και περπατώντας δίπλα της κατατοπίστηκε στο δρόμο απ’ το στόμα της για τα διάφορα ζητήματα της εκκλησίας. Εξέφρασε μάλιστα ο θαυμασμό του στον Επίτροπο για το φιλόθρησκο  χωριό που παρακολουθούσε μ’ ενδιαφέρον τα διάφορα ζητήματα της εκκλησίας, όπως η Λένκω καλή της ώρα.
Την άλλη μέρα -Χριστούγεννα πρωί- οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα διαλαλώντας τη Γέννηση του Σωτήρα. Όλο το χωριό βρισκόταν μέσα στην εκκλησία. Η λειτουργία γίνηκε με πολλή τάξη. Σα σχόλασε η εκκλησία όλος εκείνος ο χωριατόκοσμος ξεχύθηκε στους δρόμους κατευχαριστημένος και τραβούσε καθένας για το σπίτι του, όπου τον περίμενε ένα καλό χριστουγεννιάτικο φαγοπότι. Μόνον ο Στυλιανός ο κανδηλανάφτης ήταν λιγάκι δυσαρεστημένος.
-Και φέτος τα Χριστούγεννα χωρίς παπά! Είπε αναστενάζοντας.
-Τι παπάς, τι καλόγηρος. Λειτουργία γίνηκε! Το ίδιο κάνει! Πρόσθεσε κάποιος.
-Χωριό που το καταράστηκε ο Θεός, δεν το σώζουν οι καλογέροι! Ξανάπε ο κανδηλανάφτης θλιμμένα.
Κι όμως! Η κυρα-Λένκω πόρεψε και φέτος. Ήταν καταφχαριστημένη, κατά πως λέγαν μερικοί.
-Του χρόνου, ίσως, κάνας παπάς! Έχει ο Θεός! Έλεγε.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Τ’ Αγίου Μοδέστ’

Ο "Άγιος Μώδεστος" σε φορητή εικόνα
από πηλιορείτικη εκκλησία. Έργο του Παγώνη
Η πίσω πλευρά της εικόνας με την υπογραφή
του λαϊκού  ζωγράφου-αγιογράφου.
Σήμερα ή μεθαύριο είναι «τ’ Αγίου Μοδέστ’» που λέ(γα)νε στο Πήλιο. Δηλαδή γιορτάζει ο άγιος Μόδεστος, που παλιά τον γιόρταζαν όλοι οι Πηλιορείτες χωρικοί κι όχι μόνον. 
Και βέβαια υπάρχουν δύο Άγιοι Μόδεστοι, επίσκοποι Ιεροσολύμων. Γιορτάζει ο πρώτος στις 16 Δεκεμβρίου και ο δεύτερος δύο μέρες μετά στις 18. Και οι δύο άγιοι είναι προστάτες των ζώων, γιατί το θαύμα του πρώτου και το μαρτύριο του δευτέρου σχετίζονται με τα ζώα.
Έτσι έγινε ο άγιος Μόδεστος, ο προστάτης των ζώων και ειδικά των «αροτριώντων κτηνών»(=που οργώνουν) και των υποζυγίων . Οι χωρικοί πίστευαν πως επειδή ο άγιος τους βοηθά προστατεύοντας τα άκρως αναγκαία ζώα τους, γι’ αυτό τη μέρα της γιορτής του, δεν εργάζονταν.
Το πρωί εκκλησιάζονταν, «σήκωναν ύψωμα», έπιναν αγιασμό και έπαιρναν επίσης στο σπίτι τους. 
Στις εκκλησίες διαβάζονταν κατά τον αγιασμό, η γνωστή «Ευχή εις κτήνη» του Αγίου Μοδέστου
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος, ὁ πᾶσαν τὴν νοητὴν κτίσιν ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας, ὁ διὰ τῆς παναγάθου προνοίας Σου κυβερνῶν καὶ κηδόμενος πάντων, ὁ ἀνοίγων τῆν χεῖρα, καὶ ἐμπιπλῶν πᾶν ζῶον εὐδοκίας, ὁ ζωῆς και θανάτου ἔχων τὴν ἐξουσίαν, ὁ δι’ ἐμοῦ τοῦ δούλου Σου Μοδέστου τὸν ὄφιν θανατώσας, τὸν τὴν πηγὴν τοῦ ὕδατος τῷ ἑαυτῷ ἰῷ διαφθείραντι, τὰ δὲ ἐξ αὐτῆς πιόντα ζῷα νεκρωθέντα, τῇ ζωηφόρῳ και πανασθενεῖ Σου δυνάμει ἀναστήσας. Δέομαί Σου, ἐπάκουσόν μου καὶ ἀπέλασον πᾶσαν θανατηφόρον ἀῤῥωστίαν καὶ βλάβην ἐκ τῶν βοῶν, ἵππων, ἡμιόνων, ὄνων, προβάτων, αἰγῶν, μελισσῶν καὶ λοιπῶν ζώων, τῶν δούλων Σου [...]. Καὶ δὸς Κύριε πᾶσι τοῖς τὴν ἐμὴν μνήμην τελοῦσιν, εἰρήνην σταθεράν, ἀφθονία καρπῶν, σίτου, οἴνου καὶ ἐλαίου, πληθυσμὸν ζώων, καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ σωτηρίαν ψυχῶν. Ναὶ Κύριε, οἴκτειρον τὰ ζῷα τὰ πάσχοντα, τῇ δρεπάνῃ τοῦ θανάτου θεριζόμενα. Σὺ γὰρ εἶ εὔσπλαγχνε, ὁ καὶ τῶν ἐκ κιβωτῷ ζώων μνησθείς, ὑπὸ τῆς οἰκείας χρηστότητος νικώμενος, ἵνα διὰ τῆς εὐεξίας καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ζώων, καλλιεργεῖται μὲν ἡ γῆ, αὐξάνωσι δὲ οἱ καρποί, καὶ ἀφθόνως οἱ δοῦλοί Σου οἱ ἐπικεκλημένοι τὸ σὸν ὄνομα, ἀπολαμβάνωσι τῶν ἰδίων γεωργίων, καὶ περισσεύωσιν εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, καὶ δοξάζωσί Σε τὸν χορηγὸν παντὸς ἀγαθοῦ.[…] Ἀμήν».
Προσέφεραν στα ζωντανά τους άρτους διαβασμένους και τα ράντιζαν με τον αγιασμό. Επίσης αγιασμό έριχναν και στους στάβλους τους!
Στο Πήλιο υπήρχε η ιστορία «τ’ Αγίου Μοδέστ’» που την ήξεραν και τη λέγανε όλοι, για το πώς δηλαδή έγινε ο Άγιος Μόδεστος προστάτης των ζώων και των κτηνών.
Λέγανε, λοιπόν:
«Κάπουτι(ε)ς ι Θιος απουφάσ’σι(ε) να ρουέψ’(=μοιράσει) τ’ς γιουρτές στ’ς αμέτρητοιν αγίοι τ’. Κάθ’σι(ε)  μι(ε)  του γραμματικό τ’, τουν Άγιου Πέτρου, σ’ ένα τραπέζ’ κι οι αγίοι μπαίνανι(ε)  μι(έ)σα μι(ε)  τ’ν αράδα.
Ι Θιός έδουνι(ε)  στουν καθέναν τ’ μια γιουρτή, σύμφουνα μι(ε)  τ’ς άγι(ε)ς πράξεις τ’, αλλά κι μι(ε)  τ’ όνουμα τ’ καθενού. Στουν Άγιου Τρυφώνη άφ’κι(ε)  τ’ν προυστασία τουν «τρυφι(ε)ρών» (=λαχανικών), στουν Άγιου Φανούρ’ να «φανερών’» τα χαμένα(=απωλεσθέντα), στουν Άγιου Λευτέρ’ να «λι(ε)υτερών’» χουρίς προυβλήματα τ’ς γκαστρουμένι(ε)ς...
Σα μπίτσι(ε) η δ’λειά τ’ς μοιρασιάς κι ι Θιός πήγε να φηύγ’, ι άγιους Μόδεστους αργουπουρημένους, μπήκι(ε)   αναμμένους κι δρουμώντας στου γραφείου.
Τότι(ε) ι Θιός τουν ρώτησι(ε)   ποιος ήτανι(ε)   κι γιατί άργησι(ε) . Ι  άγιους Μόδεστους τ’ είπι(ε)   του όνομά τ’, μουλόγ’σι(ε)   πως είχι(ε)   κάπχοιες δ’λειές να σ’μμάσει κι γι’ τούτου κι άργησι(ε).
Ι Πανάγαθους τ’ απάντησι(ε) πως έχ’ μπιτίσ’ (=τελειώσει) του ρόιμα(=ρόγα, μοιρασιά)  κι πως δεν υπάρχ’ άλλ’ γιουρτή γι’ αυτόνι(ε).
Απόσουσωσι(ε) τ’ν κουβέντα τ’, λέουντας πως έφκιασι(ε) μι(ε)   τουν Άγιου Πέτρου κι τ’ν γιουρτή τουν Αγίουν Πάντουν, μπας κι ξέχασι(ε) κάποιανι ή κάποιονι(ε)  !  
Ι  άγιους Μόδεστους, σκασμένους κι μετανιουμένους για τ’ν αμουκαϊτχιά(=αμέλεια) τ’, πήρι(ε) τουν αποθαρρό(=απογοήτευση) τ’. Κοίταξι(ε) το Θιό παρακαλεστ’κά μι(ε) τα κλαμένα μάτχια τ’. Αυτός τουν συμπόνι(ε)σι(ε), τουν λ’πήθ’κι(ε) κι αρχίνσι(ε) μι(ε) του γραμματ’κό τ’ να ψάχει τα χαρτιά τ’ μπας κι βρει κάτ’ να τ’ δώκει.
Τότι(ε) τ’ ανακοίνουσι(ε)  πως βρήκανι(ε)  τι(ε)λικά μια γιουρτή. Τ’ τ’ν έδουκι(ε), ουρίζοντάς τ’ να έχ’ στην προυστασία τ’ τα ζουντανά, τα πράματα  κι τα κτήν’ τ’ ντουνιά.
Ι  άγιους Μόδεστους κάνουντάς τ’ «μετάνοια» τουν ηυχαρίστ’σι(ε) κι αμόλ’σι(ε) χαρούμινους για ν’ ανταμώσ’  τ’ς αλλ’νούς τ’ς άγιους στουν Παράδεισου, κουντά στα ζουντανά τ’!
Απού τότι(ε)ς οι ανθρώπ’ κι τα πράματα τ’ς, σ’ ούλη τ’ν Ελλάδα κι στου Πήλιου γιορτάζ’νι(ε) «τ’ Αγίου Μοδέστ’» !!! 
- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
Επίσης υπάρχει και το πηλιορείτικο ευτράπελο:
Σαν σήμερα, όταν θέλανε να πειράξουν κάποιον, του ευχότανε:
-«Χρόνια σ’ Πουλλά»!
Ο άνθρωπος που δεχότανε την ευχή απορούσε και ρωτούσε:
-«Γιουρτάζου σήμι(ε)ρα κι τ’ αστόησα(=λησμόνησα);»
Η απάντηση τότε ήταν:
-«Αφού σήμι(ε)ρα γιορτάζ’νι(ε) τα γουμάρια!»
- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
Στον οικισμό Μελισσιάτικα Βόλου, ο Άγιος Μόδεστος είναι ο προστάτης τους. (Ο οικισμός και πρώην Κοινότητα, είναι τα παλιά Μαλισσιάτικα Καλύβια, ελαιώνες, που ανήκαν στη Μακρινίτσα και κατέβαιναν μένοντας εκεί στα «καλύβια» τους οι κάτοικοι μόνον την περίοδο της συγκομιδής).
Κάθε χρόνο στη γιορτή μαζεύονταν πανηγυριστές από την πόλη και τα γύρω χωριά και τιμούσαν τη μνήμη του προσφεύγοντας στη βοήθειά του για την προστασία των ζώων τους που τότε ήταν μέρος της ζωής τους!
Ο σημερινός ενοριακός ναός χτίστηκε στα 1876 και στις 2-5-1895 έγιναν τα εγκαίνιά του από το δεσπότη Γρηγόριο (Φουρτουνιάδη). Είναι νεότερος στη θέση άλλου μικρότερου.
Δείτε επίσης πολλά λαογραφικά στοιχεία για τον προστάτη των ζώων Άγ. Μόδεστο 
- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
Τέλος, ο γνωστός μας Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης «εισάγει καινά δαιμόνια» στον ΠΡΟΜΗΘΕΑ του 1892 & 1896 για τον άγιο Μόδεστο: 
Ωστόσο στα 1901 πουλάει μεταξύ των άλλων «Ακολουθιών» και αυτήν του Αγ. Μόδεστου!

ΥΓ  21-12-2015:  
Ο φίλος Αντώνης Ζ. που επιμελείται το ιστολόγιο "Η ΜΑΓΝΗΣΙΑ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ" (ΕΔΩ) κι (ΕΔΩ) με σχόλιό του, μας υπενθύμισε τη φωτογραφία από το γιορτασμό του Αγ. Μοδέστου στην Ανάληψη του Βόλου: 
(Αρχείο ΔΗΚΙ Βόλου)
 Να και ανακοινώσεις στον τοπικό τύπο για τη γιορτή, του Συλλόγου Καραγωγέων Βόλου του 1916 & 1934:

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Δράκια 1943 (2)

Η τραγωδία της Δράκιας το 1943, όπως την κατέγραψε σε συνέχειες ο βολιώτικος ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ. 
Σήμερα οι δημοσιευσεις 1ης & 4ης Ιουνίου1961, συνέχεια από [ΕΔΩ - Δράκια 1943 (1)]:
...Το εγκληματικό όργιο, η εκτέλεσις των 115 Δρακειωτών κράτησε δεν κράτησε μισή ώρα. Ο γερμανός υπολοχαγός είχε συστηματοποιήσει την δολοφονική του εργασία και έτσι τελείωσε γρήγορα σχετικώς. Αν βέβαια εχρησιμοποιούσε πολυβόλα απ’ ευθείας Βάζοντας τους προς εκτέλεσιν εις την σειράν και τους θέριζε μονομιάς, θα είχε μία και καλή θέσει τέρμα εις την «αποστολήν» του. Αλλ’ αυτός, ψυχή πωρωμένη και εμποτισμένη από το πιστεύω των Ες-Ες, προτίμησε την βραδυτέραν μεν, θεαματικωτέραν ωστόσο μέθοδον του πιστολίου. Έτσι οι μελλοθάνατοι εξετελούντο, όπως είπαμε ανά πέντε εις την αρχή, τέσσαρες κατόπιν και τρεις-τρεις τελικώς. 
Αι σκηνές, που έλαβον χώραν, υπήρξαν απεριγράπτως συνταρακτικοί. Ήταν φοβερό, απίστευτο το θέαμα της θανατώσεως, κατ’ αυτόν τον ιδιαίτερα ψύχραιμο τρόπο, αθώων ανθρώπων, τόσο φοβερό ώστε και αυτοί ακόμη οι βοηθοί του θηριώδους υπολοχαγού να τα χάσουν, να συγκινηθούν. Δύο μάλιστα εξ αυτών εθεάθησαν κλαίοντες. Μόνον αυτός, ο αρχιεγκληματίας Χόφφμαν, δηλαδή, δεν εκάμφθη. Συνέχισε με ψυχραιμίαν κτήνους να πιστολίζει εις τον αυχένα τα θύματά του και μόνον όταν οι 115 Δρακειώτες έπεσαν άψυχα πτώματα πλέον ης την χαράδρα, σηκώθηκε και με την ίκανοποίησι ζωγραφισμένη εις το πρόσωπό του, κύτταξε προς τα κάτω, προς τον σωρό των νεκρών Ελλήνων, λες και καμάρωνε για το ανήκουστο επίτευγμα του. Δεν χόρτασε εν τούτοις από σαδισμό και διέταξε τα πολυβόλα να κάνουν συνεχή βολή, να γαζώσουν δηλαδή, τα πτώματα, ώστε να μη σωθή κανένας, που τυχόν τραυματισμένος, ίσως γλύτωνε. Πράγματι δε, ως εξακριβώθη, τουλάχιστον είκοσι θα εγλύτωναν αν δεν επολυβολούντο κατόπιν. Εξηκριβώθη δε τούτο όταν ανεσύρθησαν τα πτώματα και εις ωρισμένα από αυτά δεν παρετηρήθησαν πλήγματα έως τί κεφάλι, αλλά μόνον καίρια τραύματα εις το σώμα, από τις ριπές των πολυβόλων. Χαρακτηριστικώς δε αναφερεται η περίπτωσις του αειμνήστου Κώστα Ευαγγελίδη, ο οποίος ευρέθη φέρων μόνον τραύμα εις την σπονδυλικήν στήλην.
Εξήγησις του φαινομένου αυτού δίδεται με την υπόθεσιν ότι οι δύο στρατιώτες-δήμιοι τους οποίους επέλεξεν ο Χόφφμαν, έσπρωχναν προς την χαράδρα, όταν μπορούσαν, όταν δεν παρατηρούσε ο αξιωματικός, ζωντανούς τους Έλληνες, ρίχνοντας την πιστολιά εις τον αέρα. Αυτή είναι μία υπόθεσις, πάντως και όχι εξηκριβωμένο γεγονός. Εν τούτοις ευρέθησαν και ωρισμένοι ζώντες τραυματίαι μόνον μεταξύ των πτωμάτων. Ήσαν οκτώ. Τελικώς έσώθησαν μόνον οι πέντε, ήτοι οι Κ. Ι. Τζαμτζής, Ευάγ. Σ. Νίκου, Γ. Ελ. Κεφαλάς, Αγγ. Αντ. Ρεντινιώτης και Ι. Ν. Κάλμπαρης. Ο Νίκου διεσώθη χάρις εις την ψυχραιμία και την ετοιμότητά του, υποδυθείς τον νεκρόν, όταν ένας Γερμανός, ο οποίος κατήλθε εις την χαράδρα, μετά τις εκτελέσεις, σήκωσε το χέρι του (του Νίκου), για να δη αν αυτός , είχεν εκπνεύσει. Ευφυέστατα ο Νίκου αφήκε το χέρι του να πέση «ξερό», δίνοντας έτσι την εντύπωσι εις τον Γερμανό, ότι δεν ζούσε πια.
Είναι απερίγραπτο το δράμα των οκτώ αυτών τραυματιών, οι οποίοι ευρέθησαν υπό τους σωρούς των πτωμάτων. Υπέφεραν από τους πόνους, υπέφεραν από την αγωνία, αλλ’ υπέφεραν περισσότερο από το βάρος των νεκρών σωμάτων, που τους εκάλυψαν και από την δυσκολία της αναπνοής λίγο έλειψε να πεθάνουν από την ασφυξία. Αν τολμούσαν να κινηθούν, για να παραμερίσουν τα πτώματα και να αναπνεύσουν, θα εγίνοντο ασφαλώς αντιληπτοί και τότε δεν θα γλύτωναν. Ξέφυγαν από του χάρου τα δόντια, τραυματισθέντες μόνον και ήταν κρίμα να χάσουν τη ζωή, την τελευταία στιγμή. Θέλοντας και μη λοιπόν έκαναν υπομονή, εταλαιπωρήθησαν, αλλά -οι πέντε εσώθησαν.
...Η φοβερή τραγωδία της Δράκειας, μία από τις μεγαλύτερες της Κατοχής, είναι αδύνατον να ιστορηθή απόλυτα εις τις λεπτομέρειές της. Και ήταν τόσες οι λεπτομέρειες, συνταρακτικές και σχεδόν απίστευτες. Κάθε οικογένεια εις την Δράκεια έχει να περιγράψη και το δικό της ξέχωρο δράμα. Γιατί κάθε οικογένεια εθρήνησε αδικασκοτωμένο πατέρα, γιο ή αδελφό. Χαρακτηριστική μεταξύ των άλλων είναι η περίπτωσις της οικογενείας Δημ. Λιάτσικα. Το βράδυ της 17ης Δεκεμβρίου, το βράδυ δηλαδή των συλλήψεων ο Δημήτριος Λιάτσικας ήταν εις το σπίτι του και δεν συνελήφθη μαζί με τους άλλους συγχωριανούς του εις το «Μεγάλο Παζάρι» από τους επιδραμόντας Γερμανούς.
Από τα άρρενα μέλη της οικογενείας έλειπε μόνον ο μικρότερος γιος. Η ώρα περνούσε, είχε σχεδόν πάει μεσάνυχτα και η γυναίκα του Λιάτσικα ανησυχούσε πολύ για την αργοπορία του παιδιού. Ξύπνησε τότε τον άνδρα της και αυτός γρήγορα κατηφόρησε προς τα καφενεία. Συνελήφθη όμως από τους Γερμανούς. Ο Λιάτσικας κλείστηκε μαζί με τους άλλους συλληφθέντας εις το μαγαζί και επομένως δεν επρόκειτο να γυρίση εις το σπίτι, όπου η γυναίκα του, βλέποντας και την αργοπορία του άνδρα της ξύπνησε και τον μεγαλύτερο γιο της Τάσο και τον έστειλε και αυτόν για να δη τι συμβαίνει. Έτσι και ο Τάσος Λιάτσικας δεν απέφυγε την σύλληψι από τους Γερμανούς. Το πρωί πατέρας και γιος, οι δύο αυτοί τραγικοί ανύποπτοι, που μόνοι των, γιατί το θέλησε η κακή μοίρα, έπεσαν εις το στόμα του λύκου, εξετελούντο αγκαλιασμένοι.
Για να καταδειχθή η πρωτοφανής θηριωδία και ατιμία του επί κεφαλής Γερμανού αξιωματικού, αξίζει να αναφερθή και η εξής περίπτωσις:
Το βράδυ μετά τις συλλήψεις ο Γερμανός υπολοχαγός εισήλθε εις το σπίτι του Κ. Νίτη ή Καλίνικου. Εζήτησε να τον φιλοξενήσουν. Θέλοντας και μη θέλοντας οί καλοί χωρικοί άνοιξαν τις πόρτες του σπιτιού των εις τον κατακτητή αξιωματικό. Του έδωσαν και έφαγε και του έστρωσαν να πλαγιάση. Καταϋποχρεωμένος, έδειχνε ευγενέστατος ο υπολοχαγός, αλλά το πρωί όταν σηκώθηκε απέδειξε τον πραγματικό εαυτό του, τον δολοφόνο και ανήκουστο εγκληματία. Ο ατυχής Καλίνικος, από λεπτότητα θέλησε να ξεπροβοδίση τον υπολοχαγό, φεύγοντα από το σπίτι του. Και αυτό υπήρξε το μοιραίο λάθος του. Ξεχνώντας το κτήνος την φιλοξενία, ο αξιωματικός των Ες-Ες, ξεχνώντας κάθε τι το ανθρώπινο και στοιχειωδώς ευγενικό, διέταξε τούς στρατιώτες και συνέλαβον τον Καλίνικον, ο οποίος τελικώς εξετελέσθη μαζί μι τούς άλλους 114 Δρακειώτες, εξετελέσθη δε με το πιστόλι από τον ίδιο τον υπολοχαγό εις ανταπόδοσιν των περιποιήσεων και της φιλοξενίας.
Το έγκλημα της Δρακείας δεν θα λησμονηθή ποτέ. Θα παραμένη αιώνια σαν στίγμα για εκείνους οι οποίοι εμφανιζόμενοι ως πολιτισμένοι, απέδειξαν ένστικτα καννιβάλων. Η ιστορία ας τους κρίνη.
Τα 115 αθώα θύματα της Δρακείας είναι οι εξής:
Κ. Ν. Θλιβερός, Ζήσης Ι. Στάμος, Π. Δ. Κασσαβέτης, Αθ. Ν. Θεοδώρου, Χαρίτων Απ. Μαρκάς, Ιωάν. Απ. Μαρκάς, Αν. ΑΘ. Χαλκιάς, Πρωτεσίλαος Αθ. Μιτζέλος, Ν. Δ. Ζαμπαρδίκος, Ι. Δ. Ζαμπαρδίκος, Παντελής Κάμπας, Θεόδ. Αθ. Χαλκιάς, Κων. Ιω. Εύαγγελίδης, Δημ. Ν. Σφύρας, Ανέστης Ιω. Μπαλντούμης, Δημ. Γ. Κουμούτσης, Γεώργ. Α. Πατρώνης, Ν. Γ. Κεφαλάς ή Καλαμαράς, Δημ. Ιω. Βολιώτης, Ορέστης Ι . Τσοποτός, Κωνστ. Αντ. Δούκας, Κωνστ. Γ. Μουστάκας ή Κεφαλάς, Αντ. Ν. Θεοδώρου, Κων. Ι. Γκαραγκούνης, Νικ. Λ. Καραβέλης, Γ. Παπαγεωργίου ή Σέμος, Κων. Φ. Κάπελας, Στέφ. Κ. Καρατζώλης, Απ. Δ. Κουτσινάρης, Γεώργ. Ι. Αραβίδης, Δημ. Απ. Μαρκάς, Κων. Χ. Κεφαλάς, Κων. Ι. Παπαποστόλου, Δ. Χ. Αρέθας, Γ. Αν. Ζιαμπάς, Χαρ. Αν. Ζιαμπάς, Κων. Θ. Τσάρας, Αθ. Ζ. Κουτσομήτρος, Απ. Κ. Αναστασίου, Κων. Αν. Αναστασίου, Αντ. Χ. Βελετζάκος, Ιωάν. Αθ. Βούλγαρης, Ιωάν. Δ. Ζάμπαλος, Αθαν. Δ. Ζάμπαλος, Γεώργ. Αντ. Ρεντινιώτης, Σπ. Ι. Μαστρονικολάου, Κων. Γ. Νίτης ή Καλίνικος, Στ. Κουτσομήτρος, Γ. Δ. Σταμάτης, Δ Π. Λιάτσικας, Θεοφ. Κ. Ρεντινώτης„ Σπ. Μ. Κεφαλάς, Λυκούργ. Μαυρόπυλος, Γ. Ν. Κουτσομήτρος, Γ. Αθ. Μούτος, Δημ. Ν. Χαλκάς, Ν. Απ. Πατρώνης, Κων. Παπαγεωργίου, Ν. Δ. Πεταλάς, Γ. Δ. Μακρυγιάννης, Σπ. Δ. Μακρυγιάννης, Ν. Β. Τζαμτζής; Σπ. Β. Τζαμτζής, Νικ. Γ. Κωστής, Θεοφ. Δ. Σαρηγιάννης, Θωμ. Ι. Μιτζέλος, Δημ. Ι. Κεφαλάς, Γεώργ. Κ. Μπούκουρας, Αν. Κ. Ραχούλης, Γεώρ. Αρ. Ταγάρας, Χ. Αρ. Ταγάρας, Αναστ. Κ. Παππάς, Γεώργιος Αν. Παππάς, Χρ. Απ. Μιχόπουλος, Σπ. Κ. Πανταζάκης,  Ιωάν. Κ . Πανταζάκης, Κωνστ. Ν. Βογδάνος, Κωνστ. Στάμ. Κουτσομήτρος, Φανούριος Αθ. Αποστολίδης, Νικ. Κ. Εύαταθίου, Ελ. Ζ. Σεϊτάνης, Αργ. Δ. Τσολάκης, Χαρ. Γ. Τσιάρας, Χαράλ. Ν. Κεφαλάς, Δημ. Τρ. Κάδρας, Νικηφ. Δ. Αποστολόπουλος, Θ. Αθ. Τσιάρας, Κωνστ. Γ. Μαστροκώστας, Δημ. Απ. Παπουτσής,  Ιωάν. Αθ. Ζαμπαρδίκος, Γεώρ. Αθ. Ζαμπαρδίκος, Κωνστ. Μ. Ζαμπαρδίκος, Δημ. Ι. Γεωργατζής, Κωνστ. Στ. Κατσούδας,  Αθ. Φάδακας, Εξαρ. Αρ. Κεφαλάς, Απ. Κλειδωνάρης, Σπ. Στ. Κουτσομήτρος, Χριστοφ. Απ. Ευσταθίου. Αριστ. Κ. Αδάμ, Κωνστ. Αθ. Μάγγος, Δημ. Γ. Μάγγος, Απ. Λιάμης, Βασ. Κολιαμήτρος, Αθαν. Μπέιας, Δημ. Κολιαμήτρος, Χρ. Τσιαμήτας, Γεώρ. Μπέιας, Κωνστ. Αγ. Στεργίου, Ν. Ι. Τράντος, Ν. Χ. Γιαννόπουλος, Σ. Μ. Χατζηγρηγορίου, Χρ. Ν. Μάρας."

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Δράκια 1943 (1)

Για τη μαρτυρική Δράκια υπάρχουν κι άλλες παλιότερες δημοσιεύσεις (ΕΔΩ) κι (ΕΔΩ). Σήμερα η τραγωδία της Δράκιας το 1943, όπως την κατέγραψε σε συνέχειες ο βολιώτικος ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, στις 25 & 28 Μαΐου του 1961:
(Η αντιγραφή σε μονοτονικό)
 "Εγράφησαν κατ’  επανάληψιν και μάλιστα πολλά για την φοβερήν τραγωδίαν της Δρακείας, για την εκτέλεσιν  δηλαδή 115 αθώων κάτοικων του χωρίου αυτού από τους Γερμανούς Ες-Ες, τον Δεκέμβριον του 1943. Όμως πολλές λεπτομέρειες είναι άγνωστες και πρέπει να έλθουν εις φως, για να τις πληροφορηθούν και οι παλαιότεροι , αλλά κυρίως οι νεώτεροι Έλληνες, ώστε να έχουν πλήρη γνώσιν του απεριγράπτου εκείνου δράματος ενός από τα πλέον συνταρακτικά και απίστευτα που συνέβησαν κατά την διάρκεια της Κατοχής.
17 Δεκεμβρίου 1943. Οι κάτοικοι της κωμοπόλεως ησχολούντο ως συνήθως με τις αγροτικές των εργασίες την βροχερή εκείνη ημέρα. Τίποτε το ιδιαίτερο. Ο αγώνας για την επιβίωσι στη μαύρη περίοδο τής σκλαβιάς ήταν έντονος και τόσο δυσχερής. Λίγο όμως πριν από το μεσημέρι της ημέρας αυτής οι κάτοικοι της Δρακείας άκουσαν πυκνούς πυροβολισμούς, προερχομένους από την άνωθεν του χωρίου θέσιν «Αλυκόπετρα.». Με φανερήν ανησυχίαν διηρωτήθησαν τι συνέβαινε, αλλά σε λίγο οι πυροβολισμοί έπαυσαν. Εφαντάσθησαν κατόπιν τούτου οι Δρακιώτες ότι επρόκειτο περί ασκήσεων γερμανών στρατιωτών και δεν έδωσαν συνέχειαν εις την συζήτησιν. Γρήγορα όμως επανήλθεν ο φόβος, διότι ηκούσθησαν εκρήξεις βαρέων όλμων. Επρόκειτο άραγε περί συμπλοκής μεταξύ Γερμανών και ανταρτών; Η τελευταία αυτή υπόθεσις κατετάραξε τους κατοίκους της Δρακείας. Ήταν τόσο πρόσφατα τα δραματικά συμβάντα των Μηλεών ώστε κάθε υποψία και κάθε ανησυχία να δικαιολογήται. Μετά το μεσημέρι, προς το απόγευμα και ενώ ακόμη τίποτε δεν είχε γνωσθή για την αιτία των πυροβολισμών και των εκρήξεων οι άνδρες της Δρακείας είχον συγκεντρωθή εις το «Κάτω Παζάρι» του χωριού και συζητούσαν, προσπαθούντες πάντοτε να δώσουν μίαν εξήγησιν. Αργά το απόγευμα εγνώσθη η πραγματικότης και οι φόβοι δυστυχώς επαλήθευσαν. Οι αντάρτες προσέβαλον εξ ενέδρας ομάδα εκ τεσσάρων γερμανών στρατιωτών, επιβαινόντων μοτοσυκλέττας, με αποτέλεσμα τον φόνον δύο εξ αυτών. Η πληροφορία για το γεγονός διεβιβάσθη προς Δράκειαν με αγγελιαφόρον των ανταρτών, αλλά δεν επετράπη να γνωστοποιηθή εις ευρείαν κλίμακα. Οι κάτοικοι ηγνόουν την πραγματικότητα, την οποίαν όμως επέπρωτο να πληροφορηθούν πλέον απ’ ευθείας από τους Γερμανούς, όταν περί την 7ην νυκτερινήν της ιδίας εκείνης ημέρας, 17 Δεκεμβρίου 1943, ευρέθησαν ξαφνικά κυκλωμένοι εντός των καφενείων από τους ενσκήψαντας εν τω μεταξύ Ες- Ες. Οι Γερμανοί, αγριεμένοι όσον ποτέ, επρομελέτησαν τα αντίποινα για τον φόνο των δύο στρατιωτών των παρά την Αλυκόπετρα και επέλεξαν την Δράκεια, ως ευρισκομένην πλησιέστερα προς τον τόπον της συμπλοκής, δηλαδή προς την Αλυκόπετρα, προκειμένου να τα εφαρμόσουν.
Δεν ηκολούθησαν τον συνήθη δρόμον που οδηγεί προς την κωμόπολι, αλλ’ ένα μονοπάτι. Συνέλαβον ένα ποιμένα παρά την θέσιν «Άγιος Δημήτριος» και τον ηνάγκασαν να τους οδηγήση κρυφά από το μονοπάτι αυτό μέχρι της Δρακείας. Όταν οι Γερμανοί έφτασαν, χωρίς καν να γίνουν αντιληπτοί, περιεκύκλωσαν αμέσως την πλατείαν. Έτσι οι ανησυχούντες μεν, αλλά μη υποψιαζόμενοι έστω τα συμβαίνοντα άρρενες κάτοικοι, συγκεντρωμένοι εντός των καφενείων, ευρέθησαν εντός κλοιού ασφυκτικού, από τον οποίο δεν ήτο δυνατόν να εξέλθουν.
Αφού οι Ες-Ες επέτυχον πλήρη αιφνιδιασμόν και περικύκλωσαν την πλατείαν ενεφανίσθησαν εις τα καφενεία και διέταξαν τους θαμώνες να μην κινηθούν. Εν τω μεταξύ, ομάδες Ες-Ες ήρχισαν να ερευνούν εις τας οικίας και συνελάμβανον τους άνδρας, τους οποίους ωδήγουν προς την πλατείαν και τους ενέκλειον εις τα καφενεία μαζί με τους άλλους, συλληφθέντας αρχικώς. Το καφενείον Γ. Θεοδώρου εγέμισε ασφυκτικά από τους άμοιρους Δρακιώτες, η μοίρα των οποίων έμελλε να είναι τόσον σκληρή. Ως τραγική ειρωνεία πρέπει να θεωρηθή το γεγονός, ότι μερικοί εκ των κατοίκων ευρισκόμενοι κατά την ώραν του γερμανικού μπλόκο εις τας οικίας και ανησυχήσαντες για την τύχην  συγγενών των, κατήλθον μόνοι προς την πλατείαν όπου και συνελήφθησαν αμέσως, εγκλεισθέντες και αυτοί εις το καφενείον Θεοδώρου, το οποίον εφρουρείτο από Γερμανους ωπλισμένους με αυτόματα, έτοιμα προς βολήν.
Αι συλλήψεις συνεχίσθησαν μέχρις αργά την νύκτα. Περίτρομοι οι κάτοικοι διερωτώντο για την τύχην των. Ρώτησαν μερικοί γερμανούς στρατιώτας για να πληροφορηθούν τι θα συνέβαινε. Και αυτοί με πλήρη απάθειαν τους απήντησαν ότι θα εγίνετο μόνον μία ανάκρισις. Αναφέρεται μάλιστα χαρακτηριστικώς, ότι ο διοικητής του επιδραμόντος τμήματος των Ες-Ες εγευμάτισε εις ένα σπίτι της κωμοπόλεως, διαβεβαιών, ότι τίποτε το κακό δεν θα συνέβαινε.
...Όσο όμως και αν διαβεβαίωναν οι Γερμανοί τους συλληφθέντας ότι τίποτε το κακό δεν επρόκειτο να συμβή, οι εντός του καφενείου έγκλειστοι Δρακειώτες είχαν πεισθή για τις προθέσεις των Ες-Ες. Έτσι πολλοί εσκέφθησαν ως μόνον τρόπον σωτηρίας την απόδρασιν. Βέβαια υπήρχον οι γερμανοί σκοποί, αλλ’ αν επιχειρήτο μία αιφνιδία εξόρμησις θα κατώρθωναν ίσως να διαφύγουν οι περισσότεροι, παρ’ ότι αρκετοί θα εύρισκαν επί τόπου τον θάνατον. Η λύσις αύτη, λύσις απελπισίας, εφαίνετο ως η μόνη ενδεδειyμένη αφού ούτως ή άλλως, ουδείς επρόκειτο να διαφύγη την εκτέλεσιν. Δυστυχώς, η τοιαύτη λύσις δεν προεκρίθη κατόπιν παρεμβάσεως των γεροντοτέρων, οι οποιοι συνέστησαν ψυχραιμίαν και αναμονήν. Επίστευαν αυτοί, ότι το πρωί της επομένης οι Γερμανοί θα απηλευθέρωναν όλους τούς συλληφθέντας, δεδομένου ότι αυτοί τίποτε το κακόν δεν έκαμαν.
Με την πάροδον των νυκτερινών ωρών οι Γερμανοί, φοβηθέντες προφανώς απόπειραν των κρατουμένων να αποδράσουν, ενίσχυσαν την φρουράν του καφενείου και με άλλους σκοπούς. Η τελευταία αυτή ενέργεια, εξηφάνισε κάθε ελπίδα πλέον διαφυγής. Όπως αφηγούνται διασωθέντες ένας εκ των συλληφθέντων, γερμανομαθής, ηρώτησε με τρόπον Γερμανόν φρουρόν περί της τύχης των. Εκείνος τότε του απήντησε ότι οι πάντες το πρωί θα εφονεύοντο εις αντίποινα, διά την απώλειαν των δύο γερμανών στρατιωτών κατά την συμπλοκήν με τους αντάρτας παρά την Αλυκόπετρα.
Η απάντησις του γερμανού σκοπού έπεσεν ως κεραυνός μεταξύ των 123 ακριβώς, εντός του καφενείου εγκλείστων Δρακειωτών. Πολλοί άρχισαν να κλαιν, άλλοι να εναγκαλίζονται μεταξύ των, ενώ όλοι πλέον συνεφώνησαν διά μίαν απόπειραν ομαδικής αποδράσεως. Αλλ’ ήτο ήδη αργά διότι, όπως είπαμε, η γερμανική φρουρά πέριξ του καφενείου είχε ενισχυθή και η επιτήρησις ήτο συνεχής και άγρυπνος. Ας σημειωθή, ότι μεταξύ των κρατουμένων ήσαν και 7 αγωγιάτες από το Σέσκουλο, οι οποίοι είχαν μεταβή εις Δράκειαν με τα ζώα των.
Οι Γερμανοί επέτρεπαν εις  όσους το ζητούσαν να μεταβαίνουν ένας-ένας και συνοδεία πάντοτε σκοπού, διά σωματικήν των ανάγκην. Την 2.30 νυκτερινήν ένας από τους κρατουμένους, ο Ζήσης Σαραβάνης, οδηγηθείς και αυτός διά σωματικήν του ανάγκην, κατώρθωσε να δραπετεύση. Σκεφθείς, ότι σωτηρία δεν υπήρχε επωφελήθη της ευκαιρίας και καλυπτόμενος από το πυκνό σκοτάδι, έτρεξε γρήγορα, προτού καν ο γερμανός σκοπός προλάβη να πυροβολήση. Όταν ο τελευταίος αυτός έβαλε με το αυτόματόν του ο Σαραβάνης είχε ξεφύγει και αι σφαίρες ερρίφθησαν εις το κενόν. Μετά την δραπέτευσιν του Σαραβάνη, οι Γερμανοί δεν επέτρεψαν εις άλλους κρατουμένους να εξέλθουν.
Αφάνταστα δραματική υπήρξεν η υπόλοιπος νύκτα. Κανένας φυσικά δεν έκλεισε μάτι, ενώ η αγωνία του θανάτου συνείχε τούς πάντας.
Κάποτε ξημέρωσε. Κατά τις 7, μπήκε εις το καφενείο ένας γερμανός υπολοχαγός των Ες-Ες, ονόματι Χόφμαν. Έδειχνε μαλακός και ρώτησε αν κανείς από τους κρατουμένους ξέρει γερμανικά. Παρουσιάσθηκε ο Χρ. Μιχόπουλος για να μιλήση μαζί του. Ο Χόφμαν του ανεκοίνωσε ότι οι συλληφθέντες θα αφεθούν ελεύθεροι και θα οδηγηθούν εις τα σπίτια των τρεις-τρεις. Φαντάζεται, κανείς, με πόσην ανακούφισιν και χαράν υπεδέχθησαν οι ζωντανοί αυτοί νεκροί, το άγγελμα περί της σωτηρίας των. Ήρχισαν να ζητωκραυγάζουν και να ευχαριστούν τον γερμανό αξιωματικό, κλαίοντες.  
Πόσον όμως τραγική και οικτρά έμελλε να έλθη εντός ολίγον η διάψευσις της υποσχέσεως του γερμανού εγκληματίου...
(Έχει και συνέχεια)

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Δήμος Νηλείας 1901

Ένα κείμενο για το δήμο Νηλείας και τα χωριά του, από τον 
ΟΔΗΓΟ ΒΟΛΟΥ- ΝΟΜΟΥ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ 1901.
 (Οδηγός Αδαμαντίου Μολοχάδη)

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Ειδωλάκια

Δεκέμβρης και πάλι. Καλό μήνα! 
Χειμώνιασε!  
Στα παλιότερα χρόνια πριν τα "κουτιά" πιάσουν τη θέση της γιαγιάς και του παππού, οι άνθρωποι μαζευόντουσαν  γύρω από τη φωτιά του τζακιού και λέγαν ιστορίες, παραμύθια και "ειδουλάκια"! 
Ας δούμε μερικά απ' αυτά:
Στο ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ- ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1927 του Θωμά Βινικίου, βρίσκουμε στη σελίδα 279 "ΣΥΜΒΟΛΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ" (Απ' την εκλογή του κ. Ζ. Δ. ΚΥΡΤΣΩΝΗ). 
Είναι κάποια απ' τα πολλά "ειδουλάκια" που λέγονται στο Πήλιο και που τα καταγράφει ο γνωστός δρακιώτης "ιατρός και λόγιος" Ζήσης Κυρτσώνης (ΕΔΩ)

Ειδωλάκια λέγονται στή Δράκια (Νηλείας)  αλληγορίαι, αινίγματα.
Παραθέτομεν εδώ, φύρδην μίγδην, με την λύσιν  των, τινά απ' αυτά, που είναι πολυάριθμα. α) Το φίδι τρώει τη θάλασσα, κι η θάλασσα το φίδι. (Λύσις.: λυχνάρι μα λάδι και φιτίλι.)
β) Από πάνω απο το σπιτάκι σου τσέργες απλωμένες. (Σύννεφα).
γ) Τριγύρω στο σπιτάκι σου συμπεθεροί χορεύουν. (Αστρέχα όπου στάζουν αί σταλαμήδες της στέγης).
δ) Έχω ένα είδωλάκι που όταν το λύσω στέκεται, κι όταν το δέσω περιπατεί. (Το τσαρούχι).
 ε) Έχω ένα είδωλάκι πού πηγαίνει ράχι-ράχι. (Ψαλίδι).
στ) Έχω ένα είδωλάκι πούχει δύο λογιού νεράκι. (Αυγό).
ζ) Άσπρη  κλησούλα και παπάς λειτουργάει μέσα. (Αυγό).
η) Άψυχος ψυχήν δέν έχει καί ψυχάς παίρνει καί φεύγει. (Καράβι).
θ) Άψυχος ψυχήν δεν έχει και στον ουρανόν πηγαίνει. (Καπνός.)
 ι) Κλειδώνω, μανταλώνω, τον κλέφτη βρίσκω μέσα. (΄Ηλιος).
 ια) Μ’ είπε η μάνα μου να μ’ δώσεις το τσίντσελο, το μίντσελο  να ντιντσιλώσω, να ξετσιντσιλώσω, και πάλιν να στο φέρω, (Καντάρι).
ιβ) Θόδωρος, κοντοθόδωρος, 40 ζωνάρια ζώνεται.  Ζώνεται ξεζώνεται και πάλιν μεταζώνεται. (βαγένι)
ιγ) Το τίρι-τίρι κρέμεται, το τίρι τυραγνιόται  και, μα τον Άγιο Θόδωρο, φοβούμαι να το πιάσω (η αγκαθωτή κατσίδα μέ τα κάστανα).
ιδ) Άσπρα μαύρα πρόβατα, λιανός, μακρύς τσιμπάνος (η ντριστέλα που πλιέναν τες καρπέτες).
ιε) Από πάνω καμάρα από κάτω καμάρα, φράγγος πηδάει μέσα (το στόμα με τη γλώσσα)
ιστ) Τα μακρυά κοντέψανε,  τα βουνά χιονίσανε,  τα δυο έγιναν τρία (τα γηράματα, που τα μάτια δεν βλέπουν καλά, τα μαλλιά ασπρίζουν και που αναγκάζουν τον άνθρωπο να στηρίζεται  στο μπαστούνι).
ζ) Τριχιές απλώνω, κουβάρια μαζώνω  (κολοκυθιά και κολοκύθια).

Ζ. Δ. ΚΥΡΤΣΩΝΗΣ