Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Τα δρακιώτικα κάλαντα των Φώτων (Β΄)

Τα «εγκωμιαστικά» στιχάκια (παινέματα) στα δρακιώτικα κάλαντα είναι πολλά και για όλες τις περιπτώσεις. Υπάρχουν δηλαδή για κόρη, παπά, νοικοκύρη, νοικοκυρά, δάσκαλο, χασάπη, κουρέα κλπ.
Παρακάτω έχουμε τα «παινέματα» για το νεαρό γιο της οικογένειας. 
Ακούστε τα!

ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΟΥ
«Ξεκίνησε ένας νιούτσικος να πάει ν’ αρραβωνιάσει,
παίρνει ασημένιο άλογο σέλα μαλαματένια,
βάζει ασημένια πέταλα καρφιά μαλαματένια.
Διακόσιοι παραστέκονται. Αφέντη καβαλίκα!
Κι ο αφέντης καβαλίκεψε, αστέρι τα’ άλογό του.
Στο δρόμο που επήγαινε στο δρόμο που πηγαίνει,
βρίσκει παιδιά που παίζανε που ρίχναν το λιθάρι.
Ξεπέζεψε κι ο νιούτσικος να ρίξει το λιθάρι.
Κόπηκε η φούντα τέσσερα και το γαϊτάνι πέντε.
Ντελαλαλητάδες έβαλε σ' όλα τα βιλαέτια.
-Ποια είν’ αψιά και γρήγορη να ρίξει το γαϊτάνι*;
Η κόρη που τον αγαπά κι από καρδιά τον θέλει,
Βόηθα, Αη-Γιάννη, βόηθα τον, το νιο που ταγουδάμε, ρ
να ζήσει χρόνους εκατό και να τους δια-να-περάσει
κι απ’ τα διακόσια κι ύστερα ν’ ασπρίσει, να γεράσει.
Όσα πουλιά έχ' η Μπαρμπαριά κι η Πόλη παραθύρια
τόσα πολλά πουκάμισα να ζήσεις να χαλάσεις.
Σένα σε πρέπει, νιούτσικε, στης Πόλης τα μπουγάζια,
να δερμενίζεις** τα φλουριά με τα μαργαριτάρια
κι από το δερμενίσματα κέρνα το παλληκάρια.»

Το τραγούδι λέγεται στα σπίτια που υπάρχει νέος σε ηλικία γάμου. Συγκρίνοντάς το με το προηγούμενο, οι διαφορές είναι εμφανείς: ο στίχος εδώ είναι δεκαπεντασύλλαβος και όλη η φρασεολογία και τα μοτίβα είναι καθαρά λαϊκής έμπνευσης. Το θέμα του νέου ο οποίος βρίσκει στο δρόμο του παιδιά και ρίχνει το λιθάρι το συναντούμε, στη Μαγνησία, εκτός από άλλα χωριά του Πηλίου και στην περιοχή του Αλμυρού.
Ο νέος, πηγαίνοντας για αρραβώνα, ξεπροβοδίζεται από διακόσιους (!) παραστάτες και καβαλικεύει άλογο πλούσια στολισμένο. Το ξεκίνημα ενός νέου ανθρώπου για την σπουδαιότερη στιγμή της ζωής του, το σμίξιμο με την αγαπημένη του, δεν μπορεί παρά να γίνεται με μεγαλοπρέπεια ανάλογη της σημασίας του επικείμενου γεγονότος αλλά και δεν μπορεί επίσης παρά να γίνεται και με την παρότρυνση και βοήθεια των άλλων ανθρώπων, οι οποίοι θέλουν το ζευγάρωμα των δύο νέων για το καλό της κοινότητας αλλά και της πλάσης ολόκληρης.
Ο πλούτος όμως και η ομορφιά του νέου δεν αρκούν. Ο λαός θέλει τον άντρα να είναι και λεβέντης, άξιος, επιτήδειος και δυνατός. Γι αυτό, μόλις βρήκε στο δρόμο άλλους νέους να αγωνίζονται στο λιθάρι (δηλαδή ποιος θα ρίξει πιο μακριά μια πέτρα), αμέσως θέλησε να δείξει και αυτός τις ικανότητές του, αμιλλώμενος τους συνομηλίκους του. Εδώ ακριβώς,
από τη φούγα την πολλή κι απ’ την πολλή τη φόρα
(παραλλαγή του τραγουδιού από την περιοχή Αλμυρού)
χαλάει η πλουμισμένη στολή του κι έτσι βρίσκει την κατάλληλη ευκαιρία να αναζητήσει την άξια και γρήγορη κοπέλα που θα του ξαναπλέξει το γαϊτάνι. Και βέβαια, το γαϊτάνι θα το πλέξει όχι κάποια κοπέλα αδιάφορη, αλλά η κόρη που τον αγαπά και τον έχει στην καρδιά της. Η ομορφιά της στολής του κάθε ανθρώπου δεν είναι λοιπόν Θέμα ατομικό. Ο άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να φτάσει στην ομορφιά και την τελειότητα. Χρειάζεται οπωσδήποτε και κάποιον ακόμη, κάποιον ο οποίος, έχοντας υπερβεί το τείχος του εγωισμού, θα τον αγαπήσει και Θα μοιραστεί την ζωή του μαζί του.
Το τραγούδι συνεχίζεται με πλούσιες ευχές προς τον νέο για μακροημέρευση και πλουτισμό και τελειώνει με ένα έξυπνα διατυπωμένο αίτημα για φιλοδώρημα.

[*] γαϊτάνι: σχοινοειδές μεταξωτό κορδόνι με το οποίο διακοσμούσαν τα ρούχα.
[**] δριμινίζω: κοσκινίζω (δριμόνι: κόσκινο με μεγάλες τρύπες)
-------------------------------------------------------------------------------------
[ Αντιγραφή (μουσική, κείμενο) από το CD «Παραδοσιακή μουσική και τραγούδια» 
Ηχογραφήσεις Αρχείου ραδιοφωνικού Σταθμού Βόλου. 
Παραγωγή ΕΡΑ Βόλου - ΕΚΠΟΛ - 2004 ]

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Τα δρακιώτικα κάλαντα των Φώτων (Α΄)

Για τα κάλαντα των Φώτων που ψάλλονται από παλιά στη Δράκια, έχουμε αναφερθει και παλιότερα. (ΕΔΩ)  κι (ΕΔΩ) 
Σήμερα θα τα ακούσουμε σε ζωντανή ηχογράφηση από όμιλο δρακιωτών τραγουδιστών. Περιλαμβάνονται στο cd ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ του Ραδιοφωνικού Σταθμού Βόλου του 2004. 
Εδώ είναι το θρησκευτικό κομμάτι. Υπάρχουν και τα "ξετραγουδίσματα" που εγκωμιάζουν αυτούς που απευθύνονται και που υποδέχονται τους τραγουδιστές. 
Όλα εξαιρετικά!! 

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Φώτα !

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ! σε όλες κι όλους.
Ένα επίκαιρο γλαφυρότατο και απολαυστικό κείμενο του Βαγγέλη Σκουβαρά από τα «ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΑ Α΄» σελ. 169-171, (αντιγραφή σε μονοτονικό) που δείχνει την καρμιριά και την κουτοπονηριά κάποιων συμπατριωτών μας. (του παλιού καιρού;)

Τα σα εκ των σων...
Παραμονή των Φώτων πρωί. Τυλιγμένος στο ράσα του ο παπα-Χαραλάμπης μ’ αναρριχτό στον ώμο το πετραχήλι και κρατώντας στο να χέρι την αγιαστούρα και στ’ άλλο το σταυρό με το ματσάκι του βασιλικού, άνοιξε την πόρτα του καφενέ κι άρχισε να ραντίζει γύρωθε μουρμουρίζοντας το απολυτίκι. Ήταν κουρασμένος απ’ τον ανήφορο και κοντανάσαινε.
Σηκωθήκαμε όλοι. Ο καφετζής ο χοντρο - Βλάσης μονάχα μαρμάρωσε πίσω απ’ το τεζάχι του. Στη φαλάκρα τον ανάβλυσαν πυκνές στάλες ιδρώτα, — αν κι ήταν καταχείμωνο — και μου φάνηκε το κούτελό του σαν κοιλιά νοτισμένη αιγινήτικου κανατιού. Κάτω από τις βούρτσες των μουστακιών τον κατρακύλησαν ψιθυριστά μερικά λόγια. Κι ωστόσο ο καφετζής ο χοντρο-Βλάσης δεν προσευχόταν· ούτε κι οι χυμοί του ίδρωτα ανέβηκαν ως τη φαλάκρα του κινημένοι από κατάνυξη κι ιερή θρησκευτική συγκίνηση. Ήταν ιδροκόπημα τσιγκουνιάς. Σκέφτηκε τη δραχμή που θάρριχνε στην αγιαστούρα κι ένιωσε να σύγκρυο να του πηρουνιάζει το κορμί. Και μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά άρχισε να ξορκίζει την κακιά ώρα με μουρμουριστές ακαταλαβίστικες φράσεις.
Το άγιασμα τέλειωσε κι όλοι οι χασομέρηδες κοντοσιμώσαμε τον παπά, ασπαστήκαμε το σταυρό και ρίξαμε στην αγιαστούρα τα πενηνταράκια και τις δραχμίτσες μας. Ύστερ’ ο παπά -Χαραλάμπης κατευθύνθηκε προς το τεζάχι κι άπλωσε το σταυρό στο αφεντικό, τον τσιγκούνη το χοντρο-Βλάση Τα μουστάκια τον γρατσούνισαν τη στιλπνή ασημένια επιφάνεια του σταυρού, κι η κούτρα του δέχτηκε την ολόδροση θωπεία του βασιλικού. (Δε χρειαζόταν — σκέφτηκα — την είχαν αγιάσει προηγουμένως οι υγροί κόμποι της τσιγκουνιάς του). Με τρεμάμενα χέρια ο καφετζής έσυρε το μπεζαχτά του κι άρχισε να ψάχνει... να ψάχνει και τελειωμό δεν είχε. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα αθόρυβα κοντά. Ήμουνα περίεργος να δω τι έκανε τόσην ώρα. Τα κέρματα στραφταλιστά και τσίλικα χοροπηδούσαν κάτω από τα χοντρά δάχτυλά του. Τέλος έπιασε κάτι στρογγυλό, κάτασπρο, το έσφιξε ανάμεσα στα τρία του δάχτυλα, άπλωσε σταθερή τώρα — κι όχι τρεμάμενη σαν και πρώτα — τη χερούκλα του και τόρριξε στην αγιαστούρα. Κοίταξα. Αυτό βαφτίστηκε για μια στιγμή στην αγκαλιά του νερού και γοργά τινάχτηκε ξανά στην επιφάνεια. Πρόσεξα καλύτερα τώρα. Ήταν ένα φιλντισένιο μεγάλο κουμπί που ασημοκοπούσε. Ανεπαίσθητα κοίταξα τον παπά. Το ύφος του έδειχνε ότι το παρατήρησε κι κείνος. Ύστερα προχώρησε προς την πόρτα κι έφυγε. Σαστισμένο τον παρακολούθησα με το μάτι από το τζάμι. Ατάραχος και γαλήνιος αυτός. πήρε το κουμπί άπ’ τη βρεχτούρα και το έχωσε στην τσέπη του. Παραμονή των Φώτων μεσημέρι.
Ο παπα-Χαραλάμπης άνοιξε την πόρτα του καφενείου. Ακούμπησε την αγιαστούρα του στο μάρμαρο ενός τραπεζιού, έβγαλε το πετραχήλι από το λαιμό του, το δίπλωσε προσεχτικά, έκρυψε το σταυρό μέσα στις πτυχές του και κάθησε κατάκοπος στην καρέκλα. Τα καλντιρίμια του χωριού τον είχαν σταλικοποδιάσει από το πρωί. Χτύπησε ανάλαφρα τις παλάμες του.
—«Κυρ - Βλάση! Έναν καφέ σε παρακαλώ. Μα ξέρεις! Σεχερλή – καϊμακλή».
 —«Αμέεεσσς...ς» αναφώνησε από το τεζάχι ο χοντρο -Βλάσης.
Ο παπάς έπινε τον καφέ του σιγανά. Ρουφούσε τις γουλιές του σφυριχτά, θορυβώδικα. πασάδικα, απολαυστικά.
Ύστερα μάζεψε τα σύνεργά του, σηκώθηκε, έβαλε το χέρι του στην τσέπη, απίθωσε με τελετουργική επισημότητα στο πιατάκι το στραφταλιστό κουμπί κι αλαφροπάτητος ξεπόρτισε. Ο χοντρο-Βλάσης κινήθηκε βαρύς με το σκεμπέ του προτεταμένο στο τραπεζάκι να μαζέψει τα φλιτζανοπότηρα και να εισπράξει το διφραγκάκι. Μα μόλις είδε το κουμπί κιτρίνισε. Σύγκαιρα έρριξε μια ματιά απ’ τη τζαμόπορτα. Ο παπα-Χαραλάμπης βρισκόταν στο πεζοδρόμι και τυλιγόταν κι όλο τυλιγόταν στο ράσο του. Θαρρούσες πώς επίτηδες αργοπορούσε.
Σα δαμάλι αγριεμένο ο καφετζής Βγήκε στο κατώφλι αγκομαχώντας και με σεινάμενο το κάτω χείλος του και κρατώντας στ’ ακροδάχτυλά τον το κουμπί, ρέκαξε:
—«Παπά - Χαραλάμπη, τι είν’ αυτό που μου άφησες; Λάθος έκανες...».
Ο παπάς γύρισε και τον κοίταξε περιγελαστικά και τον καλανάρχισε μισοψαλτικά:
-«Tα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν... Με τις υγείες σου, κυρ-Βλάση»!
Θυμηδία στο ακροατήριο.
*τεζάχι: πάγκος καφενείου, μακρύ τραπέζι μπακάλικου
σεκερλή(ς): γλυκός (τουρκ. σιεκέρ:ζάχαρη, γλύκα)

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Φωτοκάλαντα

Κάλαντα των Θεοφανείων από τα χωριά του Ανατολικού Πηλίου, που τα τραγουδούσαν το βράδυ της παραμονής (νυχτοκάλαντα). Επίσης κάλαντα από τη Σκιάθο.

1.  Θεοφανείων σήμερα ημέρα λαμπροτάτη
χρόνους πολλούς αφέντη μου και μην το πάρεις βάρος
γιατί τα φέρνει ο καιρός και τα γυρίζει ο χρόνος.
Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός κλπ

Υπάρχει κι αυτή η παραλλαγή:
-Καλησπερίτσα αφέντη μου
-Καλή σ’ εσπέρα γιε μου
-Απόψι(ε) ήρθα σ’τ’ν πόρτα σου
να σι(ε) καλησπερίσου,
να μη σι(ε) κακουφάνηκι(ε)
να μη σι(ε) πέσει βάρος.
Έτσι τα φέρνει ι κιρός
κι τα γυρίζ’ ι χρόνους.
-   -  -  -  -
Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός
και χαρά μεγάλη στον Κύρ(γ)ιο μας.
-   -  -  -  -
Για σφάξι μας κι τον πι(ε)τ’νό
σφάξι μας και την κότα
δώστι(ε) κι εμάς τουν κόπου μας
να πάμι(ε) σ’ άλλην πόρτα.

 2.   Παρακαλώ σας δώστι(ε)μι(ε) κι θέλου ν’ αρχινήσου   
τα Φώτα καλά να σας ειπώ να σας καλησπερίσου.
Μηνύματα χαρμόσυνα ήρθαμι(ε) να σας πούμι(ε)
πως είνι Θεουφάνεια αύριου να χαρούμι(ε).
Πως ι Χριστός βαφτίζι(ε)ται χουρίς να έχει χρεία
στη Γαλιλαία ήτανι(ε) κι ήρθι(ε) στουν Ιουρδάνη
δια να λάβει βάπτισμα από τουν Ιουάννη.
-  -  -  -  -  -         
Έχουμι(ε) κι άλλα να σας πούμ’ μα η ώρα δεν τα σών’
γιατί είν’ ι Αυγι(ε)ρινός ψηλά, κι η Πούλια βασιλεύει.
Καμπόσα ξηρουκύδουνα, καμπόσα λι(ε)φτουκάρυα
κι καναδυό γυαλιά κρασί να πιούν τα παλικάρια!

3.   Σκιαθίτικα ξετραγουδίσματα που απευθύνονται στον πόθο του ναυτικού να αποκτήσει δικό του καράβι, στη μάνα και στη φιλαρέσκεια της κυράς:
Σένα σου πρέπει αφέντη μου καράβι να σκαρώσεις
στην Εγγλιτέρα να το πας φλουρί να τ’ αρματώσεις.

-Κυρά μου τον υιόκα σου κυρά μ’ τον ακριβό σου
πέντε μικρές τον αγαπούν και δεκοχτώ μεγάλες.

-Κυρά μ’ τη θυγατέρα σου, κυρά μ’ την ακριβή σου
γραμματικός την εζητεί, γραμματικός την θέλει
αν είναι και γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει
γυρεύει σπίτια τρίπατα μ’ αυλές μαρμαρωμένες
γυρεύει και τη θάλασσα με ούλα τα καράβια
κι αν τα γυρεύει δος του, άξιος είν’ κι ας τα πάρει.

-Σήκω κυρά μ’ να στολιστείς να πας ταχιά στα Φώτα
στα Φώτα και στο φωτισμό και στον καλόν το χρόνο.
Βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι
και του κοράκου το φτερό βάλτο απανωφρύδι.

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Θεοφάνεια (3)

Τώρα που τελειώνουν οι γιορτινές μέρες, είπα να θυμίσω ένα ακόμα κατόρθωμα του δεσπότη Γερμανού, καθώς και ένα «ψάλμα» ...ως επιστέγασμα των ημερών!

Το γεγονός που χαρακτήρισε τη γιορτή των Φώτων στα 1908, ήταν η απαγορευτική εγκύκλιος, του -γνωστού μας από άλλες δημοσιεύσεις για την πολιτεία του- μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανού.
Απαγόρευσε την εθιμική «βουτιά» στη θάλασσα από κολυμβητές, για την ανάσυρση του Σταυρού που ριχνόταν χωρίς κορδέλα, όπως γίνεται ακόμα σήμερα σε κάποια νησιά! 
Τότε ήταν συνήθεια  να γυρνάει στα σπίτια της πόλης ή του χωριού με το Σταυρό, αυτός που τον είχε πιάσει απ' τον βυθό. Αυτός τον έβαζε πάνω σ' ένα δίσκο στολίζοντάς τον με λουλούδια και οι άνθρωποι τον τον φίλευαν. Η ωφέλεια ήταν διπλή: απ' τη μια η ευλογία κι απ΄την άλλη η συλλογή των οβολών! 
Ετούτο ο δεσπότης είπε να το καταργήσει και το έκανε με εγκύκλιο. Ο ίδιος όμως, δεν κατάργησε τα «τυχερά» των ιερέων της μητρόπολής του, ούτε και τα δικά του, ούτε και το «εν Ιορδάνη» στα σπίτια! Πήγε να απαγορεύσει ένα παλιό έθιμο, που αν μη τι άλλο έδειχνε και δείχνει την ευσέβεια του λαού!   
ΘΕΣΣΑΛΙΑ 5-1-1908
ΘΕΣΣΑΛΙΑ 7-1-1908
Κι η αναγκαστική εφαρμογή της στον πρώην δήμο μας:
Στα παλιότερα χρόνια οι ασχολούμενοι με την εκκλησιαστική μουσική με βάση τα «προσόμοια»(=αρχικοί ύμνοι που όμοιά τους ψάλλονται οι επόμενοι) έφτιαχναν σατιρικά ποιήματα και τα έψαλαν όπως τους ύμνους (βλ. Παπαδιαμάντη). Αυτό- μάλλον- ήταν κατάλοιπο από τους βυζαντινούς!
Πάνω λοιπόν, στο γνωστό απολυτίκιο των Φώτων «Εν Ιορδάνη…» σε ήχο α', από παλιούς πηλιορείτες ασχολούμενους με την ψαλτική, λεγόταν και το παρακάτω προσόμοιο.
Βέβαια, ήθελε να σατιρίσει τους τότε παπάδες, που «έλεγαν τον Ιορδάνη» στα σπίτια κι έπρεπε όλοι οι χωρικοί να τους φιλέψουν: 
«-Εν Ιορδάνη, πού είν’ η μάνα σου βρε Γιάννη,
πάει στον ποταμό ρούχα για να πλύνει.
-Βρε, την καταραμένη, τέτοια μέρα πάει να πλύνει,
-Έννοια σου, παπά και θα πέσει ο παράς.
-Α, τη βλογημένη, ας είν' καλά κι ας πλένει!»

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Θεοφάνεια (2)

Σε παλιότερη δημοσίευση (ΕΔΩ) είχαμε αναφερθεί στα «Νυχτοκάλαντα» των Φώτων που παραδοσιακά ψάλονται την παραμονή το βράδυ, από λεχωνίτες νεαρούς και άντρες. 
Το έθιμο αυτό επαναλήφτηκε και φέτος -συνεχίζεται αυτή τη στιγμή σ' όλο το χωριό μέχρι τα Πλατανίδια.
Με συνοδεία τις ευχές «να είναι πάντα καλά οι τραγουδιστάδες τού Αϊ-Θανάση», η φωτογραφική «απόδειξη» είναι εδώ:
"Καλησπέρα πάντες ω αδελφοί, ακούσατε την σήμερον εορτήν.
Ακούσατε την σήμερον την χαράν και την εορτήν την Δεσποτικήν .
Σήμερα βαπτίζεται ο Χριστός εις τον Ιορδάνην τον ποταμόν.
και τον Ιωάννην εζήτησε και το βαπτισμά του εκήρυξε.
Ο Θεός να δώσει έτη πολλά και ευτυχισμένα και αγαθά."
Μαζί με τα κάλαντα, τον αγιασμό-φωτισμό των σπιτιών, των νερών και των χριστιανών, θα φύγουν και τα «καρκατζούλια» που κι αυτά κατά παράδοση, συμβολίζουν το κακό! 
Να τι λέει για τα παραπάνω κι ο Κ. Λιάπης στο "ΠΗΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ":
Ας ελπίσουμε πως θα έχουμε μια χρονιά αγιασμένη και φωτισμένη !
Χρόνια Πολλά!

Υ.Γ. 1 Το παραπάνω βίντεο το ανέβασε απόψε η λεχωνίτισσα Ηλιάνα Φ. στο fb, απ' όπου το πήρα. Χρόνια της Πολλά!
Υ.Γ.  2 Η λήψη έγινε μέσα στο γνωστό καφενείο του Γιάννη Φουτζόπουλου, (παλιά του "Ηλία") ακριβώς πάνω απ' την πλατεία των Άνω Λεχωνίων. Ηλιάνα, ευχαριστώ! 

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Εις την εορτήν των Θεοφανείων

Ένα ποίημα από το δρακιώτη παπα-Κυρτσώνη του 1860 για τα Θεοφάνεια. 
Φαίνεται πως οι Δρακιώτες  ανέκαθεν εκτιμούν την ποίηση!!



Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Δρακιώτικα κάλαντα Φώτων(2)


Δρακιώτικα κάλαντα Φώτων

Εικόνα μικρών διαστάσεων στο τέμπλο 
της Αγίας Μαρίνας Μηλεών. 
Η επιγραφή έγινε από τον αγιογράφο 
με κόκκινα γράμματα. 
Κάτω, «Έργον Θεοφίλου Γ. Κ.»  «1897».
 (από εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ)

Δρακιώτικα κάλαντα  της γιορτής των Φώτων

1. Κάλαντα: 
Σήμερα τα Φώτα και φωτισμός / έρχονται στον κόσμο και στολισμός
ο Χριστός μας έρχεται με σκοπό / εις τον Ιορδάνη τον ποταμό
για να λάβει βάπτισμα δουλικό / ζωής αθανάτου παρεκτικό.
Παρευθύς ανοίγει ο ουρανός / και Θεός εφάνη τριαδικός.
Κι ο Χριστός στον Πρόδρομο ομιλεί. / Έλα, Ιωάννη παρακαλεί.
Άπλωσε με θάρρος και θάρρεψε / το Θεό και πλάστη σου βάπτισε.
Και το Πνεύμα έρχεται καθαρό / ωσάν περιστέρι ολόχρυσο.
Πλούσιοι, άρχοντες και φτωχοί / δώσετέ μας δώρα απ’ το πουγκί
δωσετέ μας δώρα τα εκλεκτά / όπου σας μιλούμε τα θεϊκά
έργα του Χριστού μας τα θαυμαστά.
Για να σας χαρίζει χρόνους πολλούς / ευτυχείς χαρούμενους και καλούς.

2. Άσματα εγκωμιαστικά: 

(λέγονται στη συνέχεια μετά τα παραπάνω-θρησκευτικά- κάλαντα.)

Στον πρόεδρο της κοινότητος

Εδώ έχουμε έναν πρόεδρο έναν τρανό αφέντη,
πρόεδρε, πρωτοπρόεδρε και πρωτοτιμημένε,
πρώτα σε τίμησε ο Χριστός και δεύτερον ο κόσμος,
όλοι εσένα χαίρονται και σ’ αγαπούνε όλοι.
Γιατί είσαι δίκαιος στη γη, σ’ όλη την οικουμένη.
Παράπονα δεν γίνονται κάν πρόκειται να γίνουν,
γιατί είσαι πρόεδρος καλός στον κόσμο ξακουσμένος.
Εσένα σου πρέπει άρχοντα και Δήμαρχος να γίνεις,
όλος ο κόσμος σ’ εκτιμά κι όλη η επαρχία,
πρέπει να είσαι πρόεδρος κι άλλη τετραετία.

Στον ιερέα του χωριού

Δέσποτα πρωτοδέσποτα και πρωτοτιμημένε,
πρώτα σε τίμησε ο Χριστός και δεύτερον ο κόσμος.
Όλες οι εκκλησιές σημαίνουν, σημαίνει κι η δική σου.
Σήκω να πάρεις τα κλειδιά την εκκλησιά ν’ ανοίξεις.
Να ρθούν ψαλτάδες και παιδιά παπάδες να διαβάσουν.
Να πούνε τον Απόστολο και τα’ Άγιο Ευαγγέλιο.

Στον επίτροπο της εκκλησίας

Επίτροπε, πρωτεπίτροπε και πρωτοτιμημένε,
σήκω απάνω επίτροπε και μη βαριοκοιμάσαι.
Ξύπνα, χτυπούν οι εκκλησιές, χτυπούνε οι καμπάνες.

Στο γιατρό

Εδώ έχουμε έναν δόκτορα έναν καλό λεβέντη
μόλις χαράξει η αυγή την μπλούζα του θα βάνει
και στους αρρώστους πρόθυμος θα τρέξει να τους γιάνει.
Η ύπουλη ασθένεια κρυφό γι’ αυτόν δεν έχει,
με δίαιτα και φάρμακα αυτός την καταστρέφει.
Σε σε πρέπει, λεβέντη μου, καθηγητής να γίνεις.

Στο δάσκαλο

Μέσα σε τούτες τις αυλές τις τσιμεντοκτισμένες,
εδώ έχουμε έναν δάσκαλο έναν επαγγελματία,
που στο Παρίσι σπούδασε και στην Ακαδημία.
Δάσκαλε, πρωτοδάσκαλε και πρωτοτιμημένε,
πρώτα σε τίμησε ο Χριστός και δεύτερον ο κόσμος.
Σ ε σένα πρέπει, δάσκαλε, στης πόλης τα σχολεία
να βγάνεις επιστήμονες να χαίρονται ο γονείς σου.

Σε παντρεμένον

Αητός την πέρδικα άδραξε απάνω στο φτερό του
κι έσπασε η φτερούγα του κι έσπασε το φτερό του.
Διαλαλητάδες έβαλε σ’ όλα τα κατηλίκια.
Ποια είν’ αψιά και γρήγορη να δέσει το φτερό του.
Κι η κόρη που τον αγαπά κι από καρδιά τον θέλει,
φέρνει καθάριο μάλαμα, φέρνει καθάριο ασήμι
και δένει τη φτερούγα του και δένει το φτερό του.

Σε αρραβωνιασμένο

Κίνησε ένας νιούτσικος να πάει ν’ αρραβωνιάσει,
παίρνει ασημένιο άλογο σέλα μαλαματένια,
βάζει ασημένια πέταλα καρφιά μαλαματένια.
Διακόσιοι παραστέκονται. Αφέντη καβαλίκα!
Κι ο αφέντης καβαλίκεψε, αστέρι τα’ άλογό του.
Στο δρόμο που επήγαινε στο δρόμο που πηγαίνει,
βρίσκει παιδιά που παίζανε που ρίχναν το λιθάρι.
Ξεπέζεψε κι ο νιούτσικος να ρίξει το λιθάρι.
Κόπηκε η φούντα τέσσερα και το γαϊτάνι πέντε.
Διαλαλητάδες έβαλε διαλαλητάδες βάνει.
-Ποια είν’ αψιά και γρήγορη να πλέξει το γαϊτάνι;
Η κόρη που τον αγαπά κι από καρδιά τον θέλει,
στους ουρανούς το ίδιασε, στο πέλαγος το υφαίνει.

Σε κοπέλα

Μία μικρούλα κάθεται σε πράσινο λιβάδι
κι απ’ το φλουρί δεν φαίνεται κι απ’ το μαργαριτάρι.
Έχει ομορφάδα περισσή, δεν θέλει άλλη χάρη.
Είναι ψηλή και λυγερή σαν νέο κυπαρίσσι
όλος ο κόσμος της μιλεί και την παρακαλούνε.
Κοπέλα, σύρε σπίτι σου ξένα να μην σε δούνε,
σύρε στο σπίτι το ψηλό και βγες στο παραθύρι,
να λάμψεις σαν τον ήλιο μας, καμάρι του χωριού μας.

Σε στρατιώτη

Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο,
η ξενιτιά σε χαίρεται κι η έρμη η στρατώνα.
Σε κάλεσε η πατρίδα σου να βάνεις την κορώνα.
Τιμή σε σένα φίλε μας, τιμή και στους δικούς σου,
που πολεμάς σαν ήρωας τους βάρβαρους εχθρούς σου.
Εδώ εμείς οι φίλοι σου για σένα τραγουδάμε.
Βόηθα Χριστέ και Παναγιά κοντά μας να σε δούμε.
Να ρθης οντά στη μάνα σου, που σ’ αγαπάει τόσο.

Σε παιδί

Εδώ έχουμε έναν νιούτσικο μικρόν και παιχνιδιάρη,
τον έλουζαν, τον χτένιζαν και στο σχολειό τον στέλναν,
να πάει να μάθει γράμματα να πάει να βάνει γνώση.
Κι απ’ τα πολλά τα γράμματα καθηγητής να γίνει.
Ο δάσκαλος τον έδερνε με μια χρυσή βεργίτσα,
δασκάλισσα τον μέρωνε με δυο κλωνάρια μόσχο.
-Μικρέ μου, που είν’ τα γράμματα, μικρέ μου, που είν’ ο νους σου;
-Τα γράμματα είναι στο χαρτί κι ο νους μου στα παιχνίδια.
Κι ο νους μου εσκορπίστηκε σ’ αυτές τις μαυρομάτες
π’ έχουν το μάτι σαν ελιά το φρύδι σα γαϊτάνι,
π’ έχουν το ματοτσίνορο σαν χιώτικο τσαμπάδι.

Στα Χάνια

Μέσα σ’ αυτό το μαγαζί που είν’ στο βουνό χτισμένο,
πρώτα σε τίμησε ο Χριστός και δεύτερον ο κόσμος. 
εδώ έχουμε έναν χατζή έναν καλόν αφέντη
που τάιζε και πότιζε του κόσμου τους διαβάτες.
Πόσες φορές ξενύχτησε θερμαίνοντας τη σόμπα
για να ζεστάνει τους καλούς και τους κακούς διαβάτες.
Χιλιάδες παραθεριστές σε σένανε θα ’ρθούνε
Μα συ ακόμα πριν τους δεις, πριν κάτσουν το τραπέζι
αμέσως θα αντιληφθείς τι θα τους μαγειρέψεις.
Είσαι τεχνίτης άριστος στον κόσμο ξακουσμένος.

Στο φούρναρη

Μέσα σ’ αυτό το μαγαζί το μαρμαροκτισμένο,  
εδώ έχουμε έναν φούρναρη έναν καλό τεχνίτη,
έχει σκάφες, πινακωτές και φτυάργια καρυδένια.
Ζυμώνει, ψένει το ψωμί με τέχνη και σβελτάδα
και οι καλοί πελάτες του περνούν με την αράδα.

Στον μπακάλη

Μέσα σ’ αυτό το μαγαζί τ’ ομορφοστολισμένο,  
πούχει την πόρτα τορνευτή με το ψηφί γραμμένη,
εδώ έχουμε έναν έμπορο, έναν καλόν μπακάλη,
που κάθε μέρα στη δουλειά κάθεται με καμάρι.
Έχει τσουβάλια ανοιχτά, τσουβάλια σφραγισμένα,
έχει πάγκο μαρμάρινο, παλάτζα ασημένια,
κουτιά πολλά με ψιλικά, μπουκάλια σφραγισμένα
και το ταμείο του καλά συγυρισμένο.
Γι’ αυτό και οι πελάτες σου πάντα σε πλησιάζουν,
γιατί είσαι ειλικρινής και δεν αλαφροζ’γιάζεις.

Στον καφετζή

Μέσα σ’ αυτό το μαγαζί το μαρμαροκτισμένο, 
πόχει τις πόρτες τορνευτές με το ψηφί γραμμένες
πόχει και ράδιο καλό, στον κόσμο ξακουσμένο,
εδώ έχουμε έναν καφετζή, έναν καλό λεβέντη,
φκιάνει καφέδες μέτριους, σε μπρίκια ασημένια,
έχει ποτήρια κρύσταλλα, φυλτζάνια φιρφιρένια,
έχει τραπέζια μάρμαρο, καρέκλες καρυδένιες,
έχει καράφες δώδεκα, μπουργούς μαλαματένιους,
έχει καθαριότητα, στον κόσμο ξακουσμένη.

Στον τσαγκάρη

Μέσα σ’ αυτό το μαγαζί το μαρμαροκτισμένο, 
πούχει την πόρτα κεντητή κι ομορφοστολισμένη,
εδώ έχουμε έναν μερακλή έναν καλό τεχνίτη,
π’ όταν καθίσει στη δουλειά, είν’ όλο μερακλίκι,
έχει πάγκο μαρμάρινο, κάθισμα καρυδένιο
και το αμόνι δίπλα του είναι μαλαματένιο.
Φαλτσέτι έχει ατσάλινο, ντανάλια ασημένια
και τα τσαγκαρασούλια του είναι μαλαματένια.
Φτιάνει παπούτσια κεντητά, παπούτσια όλο καμάρι,
που τον κάθε του πελάτη, τον κάνει να τα πάρει.

Στον κουρέα

Μέσα σ’ αυτό το μαγαζί το μαρμαροκτισμένο, 
εδώ έχουμε έναν μερακλή έναν καλόν κουρέα,
έχει καθρέφτη κρύσταλλο, τραπέζια μαρμαρένια,
έχει τη πολυθρόνα του βελονοκεντημένη,
έχει ξουράφια μάλαμα, ψαλίδια ασημένια,
έχει και χέρι ελαφρό, σαν της αυγής τ’ αγέρι
που σε ξυρίζει και θαρρείς οπού να σε χαϊδεύει.  

Στον χασάπη

Μέσα σ’ αυτό το μαγαζί το μαρμαροκτισμένο, 
πούχει τις πόρτες κεντητές τις ψηφοκεντημένες
εδώ έχουμε έναν μερακλή έναν καλόν χασάπη,
έχει μαχαίρια ατσάλινα φτυάργια μαλαματένια,
έχει τσιγκέλια μπρούτζινα κι αρνάκια κρεμασμένα
κι η ζυγαριά που τα ζυγεί είναι μαλαματένια.