Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Κάτω Λεχώνια (3)

Συνέχεια από Κάτω Λεχώνια (2)
Στον ίδιο χώρο επί τουρκοκρατίας, υπήρχε
το δεύτερο τζαμί των Λεχωνίων.
VΙΙ  Ήθη και έθιμα.
Τα πανηγύρια και ονομαστικές γιορτές, τ’ αρραβωνιάσματα και οι γάμοι, οι γεννήσεις και τα βαφτίσια ήταν και είναι μέχρι σήμερα οι πιο χαρούμενες εκδηλώσεις της ζωής των κατοίκων. Παίρνουν όψιν πανηγυρικών τελετών και συνοδεύονται από ένα σωρό τύπους, συνήθειες, ήθη και έθιμα.
Τ'  Α ρ ρ α β ω ν ι ά σ μ α τ α.
Ο πρώτος ευτυχισμένος σταθμός στη ζωή των νέων. Απαραίτητος ο προξενητής που γινόταν τόσο συμπαθής και στις δύο οικογένειες ώσπου να τελειώση το συνοικέσιο. Αυτός θα μεσολαβούσε για να μεταβιβάση την επιθυμία του γαμβρού γύρω από την προίκα και άλλα ζητήματα. Κι όταν οι διαπραγματεύσεις κατέληγαν σε συμφωνία των συγγενών και του παπά, θα γινόταν οι επίσημες αρραβώνες. Στο διάστημα που μεσολαβούσε ως το γάμο η παρέα του γαμβρού και της νύφης ήταν ηπαγορευμένη.
Ο  Γ ά μ ο ς.
Το πιο χαρμόσυνο γεγονός που σκορπούσε στις ψυχές μελλονύμφων και πεθερικών ανείπωτη χαρά και ευτυχία. Η αυστηρότης των ηθών και η άγνοια από τους νέους της υποσχόμενης ευτυχίας προσέδιδε στο γάμο ξεχωριστή αίγλη. Ήταν η στιγμή που θα πραγματοποιούνταν το ωραιότερο νεανικό όνειρο. Δύο εβδομάδες νωρίτερα από το γάμο στο σπίτι τής νύφης μαζεύονταν οι φίλες και έκοβαν το νυφικό φόρεμα. Μια  εβδομάδα πριν από το γάμο αρχίζανε οι προετοιμασίες τον και από τις δύο οικογένειες. Την Τετάρτη ετοίμαζαν τα λεγόμενα προζύμια και έκαμαν μια κουλούρα στου γαμβρού το σπίτι. Την Πέμπτη έφκιαναν τον μπακλαβά, τον έψηναν και τον έκοβαν κομμάτια. Στη μέση έκοβαν ένα μεγάλο κομμάτι που το έλεγαν πεντάλφα. Στο σπίτι της νύφης άπω την Τετάρτη γέμιζαν τα μαξιλάρια της προίκας, την Πέμπτη ο γαμβρός με τους μπράτιμους έπαιρνε μια γαράφα με τσίπουρο και πήγαινε να καλέση το νουνό. Μετά γυρίζανε στο σπίτι της νύφης όπου μαζευότανε οι γειτόνισσες και έκαναν τα αλευρώματα. Βάζανε την νύφη και κοσκίνιζε τδ αλεύρι και μετά αλευρώνανε τον γαμβρό και την νύφη κι άρχιζε το γλέντι. Την Κυριακή έφτιαχναν ένα στεφάνι με λουλούδια, έβαζαν επάνω το ταψί με τα γλυκά και ξεκινούσαν ο γαμβρός, ο κουμπάρος και οι καλεσμένοι να πάνε να πάρουν τη νύφη. Μετά τη στέψη γυρνούσαν στο σπίτι τού γαμβρού όπου γινόταν γλέντι ως το πρωί. Πριν να μπη στα καινούργιο της σπίτι ή νύφη έπρεπε να πατήση επάνω στο κλειδί της εισόδου που το έβαζαν στο κατώφλι. Τη Δευτέρα το πρωί έβαζαν τη νύφη να σκορπίση, όταν σκούπιζε έπαιρναν τα σκουπίδια και τα σκόρπιζαν πάλι στο πάτωμα. Στη σκούπα τότε της βάζανε και φλωριά. Μετά παίρνανε την νύφη με τα όργανα και τους συμπεθέρους και πήγαιναν στη βρύση να πάρουν νερό, όπου και έσπαζαν το κανάτι. Μετά γύριζαν στο σπίτι κι έβαζαν τη νύφη να φτιάξη φαγητό και να υπηρετήση όλο το συμπεθεριό. Έτσι τελείωνε ο γάμος. Σήμερα οι γάμοι γίνονται όπως και εις τας πόλεις. Η στέψη γίνεται στην εκκλησία και οι νεόνυμφοι άλλοι, μεν φεύγουν για το ταξείδι του γάμου, άλλοι γυρίζουν στο σπίτι οπού γλεντούν με τους συγγενείς των μέχρι το πρωί. Οι στενοί συγγενείς και φίλοι της νύφης και του γαμβρού άλλοτε και τώρα προ του γάμου τους προσφέρουν διάφορα χρήσιμα δώρα για τα καινούργιο νοικοκυριό τους.
Τ ρ α γ ο ύ δ ι  τ ο υ  γ ά μ ο υ.
Απόψε, μανούλα μου,
Απόψε που κοιμόμουνα
ονειρευόμουνα,
σε ψηλόνε πύργο ανέβαινα
σε περιβόλι έμπαινα,
και δυο, λέει, μανούλα μου,
και δυο ποτάμια με νερό,
κρασί για το συμπεθεριό.
Ο πύργος είναι ο άντρας μου,
το περιβόλι ο γάμος μου
και δυο ποτάμια με νερό
τα δάκρυα που θα χύσω εγώ.
Γ έ ν ν η σ ι. 
Δύο  τρεις μέρες μετά τη γέννησι του βρέφους γίνονται τα λεγόμενα κολυμπίδια. Έρχονται στο σπίτι της μητέρας του παιδιού η νοννά και η μαμή, οι γιαγιάδες του μωρού και το πλένουν και το αλείφουν με λάδι.
Τα αγόρια τα περιμένουν να γεννηθούν με πια μεγάλη χαρά. Και δω όπως και στο γάμο τώρα και στα παλιά, προσέφεραν στο νεογέννητο διάφορα δώρα και το ασημώνουν με λεπτά.
Ν α ν ο υ ρ ί σ μ α τ α.
Νάνι νάνι, κι όπου το πονεί να γιάνη
Έλα, ύπνε, ύπνωσέ το και γλυκά αποκοίμησέ το,
Να κοιμάται να μερώνη, να ξυπνά να μεγαλώνη,
Να κοιμάται σαν τ’ αρνάκι, να ξυπνά σαν κατσικάκι.
Νάνι, νάνι, νάνι, νάνι,
Να κοιμάται να μερώνη,
Να ξυπνά να μεγαλώνη,
Κοιμήσου, αγόρι μου (ή μπεμπέκα μου),
κοιμήσου και η Παναγιά μαζί σου.
Νάνι, νάνι, το μικρό θέλει σεργιάνι,
κοιμήσου, μπέμπη μου, κοιμήσου
κι εγώ την κούνια σου κουνώ
γλυκά να σε κοιμήσω.
Νάνι, νάνι, νάνι,
κι όπου το πονεί να γιάνη.
νάνι, νάνι το καημένο,
το μικρό το χαϊδεμένο,
ώσπου νάρθη η μάνα του
απ’ τ’ αμπέλι
κι ο μπαμπάς του απ’ το χωράφι
να του φέρη κάτι κάτι,
του λαγού το ποδαράκι.
Β α φ τ ί σ ι α.
Στα βαφτίσια ο νουνός προσφέρει δώρο στο νεογέννητο πλήρες μικρό κουστουμάκι και μοιράζει στους παρευρεθέντας αναμνηστικά σταυρουδάκια  ή λεπτά.
Οι μικροί αμέσως με την εκφώνησιν του ονόματος τού μικρού τρέχουν να το αναγγείλουν στους γονείς, οι όποιοι τους δίδουν τα λεγάμενα σχαρίκια (χρήματα).
Γ ι ο ρ τ έ ς.
Έστρωναν κάτω ψάθες και γύρω γύρω μαξιλάρια. Στη μέση έβαζαν ένα ταψί όπου είχαν σύκα, καρύδια κ.λ.π. Ο νοικοκύρης πού γιόρταζε γυρνούσε με το παγούρι γεμάτο τσίπουρο και κερνούσε τους επισκέπτες, οι οποίοι του εύχονταν για τη γιορτή του. Σήμερα προσφέρονται εις τους επισκέπτες γλυκά ταψιού και ποτά, ο εορτάζων δε δέχεται δώρα από τους πιο στενούς συγγενείς και φίλους.
Κ η δ ε ί ε ς.
Η θλιβερά είδησι του θανάτου άλλοτε και τώρα ακόμη γνωστοποιείται σ’ όλο το χωριό με πένθιμες κωδωνοκρουσίες. Ύστερα από το άλλαγμα του νεκρού, γυναίκες καθότανε και τον μοιρολογούσαν. Φέρετρο δεν έφκιαναν τα πολύ παλιά χρόνια, είχε στην εκκλησία ένα ξυλοκρέββατο. Επάνω σ’ αυτό έβαζαν το νεκρό τυλιγμένο με σενδόνι και πήγαιναν και τον έθαβαν. Το ξυλοκρέβατο το γύριζαν στην εκκλησία για να χρησιμοποιηθή σ’ άλλη περίπτωσι. Μετά την κηδεία γύριζαν στο σπίτι όπου παρέθεταν στους συγγενείς και φίλους φαγητό φασόλια ή ρύζι. Μετά τριήμερον βράζουν σιτάρι και πηγαίνουν στην εκκλησία για να διαβάση ο παπάς για την ανάπαυσι της ψυχής του νεκρού. Το ίδιο και στις εννέα μέρες και στις σαράντα. Στα τρία χρόνια ξεθάβουν το νεκρό και εναποθέτουν τα οστά του στο κοιμητήρι.
Π α ρ ο ι μ ί ε ς.
Κάθε τόπος και ζακόνι κάθε μαχαλάς και τάξι. Λέγεται σε περιπτώσεις που παρατηρείται διαφορά εθίμων.
Οι ακαμάτες και οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές. Λέγεται όταν η τύχη ευνοεί τις ανοικοκύρευτες γυναίκες.
Ο λύκος με μηνύματα ποτέ αρνί δεν τρώει Λέγεται γι' αυτούς πού περιμένουν να τους τελειώσουν άλλοι τις δουλειές τους.
 Όταν ρωτάς δεν χάνεις.
Καινούργιο είναι το κόσκινο, ψηλά θα το κρεμάμε. Τη λένε για το ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε καινούργια πρόσωπα ή πράγματα.
Απ’ όλα τα μυρωδικά κάλλιο μυρίζει η μάνα.
Φύλαξε το φίδι το χειμώνα, να σε φάη το καλοκαίρι. Λέγεται για τους ευεργετηθέντες οι οποίοι δείχνουν αχαριστίαν.
Γάτα που κοιμάται ποντικούς δεν πιάνει.
 Όποιος λυπάται το φτωχό θα το βρη απ’ το Θεό.
 Όποιος κάνει το σταυρό του, έχει όπλο στο πλευρό του.
Α ι ν ί γ μ α τ α.
Τριχιές άπλώνουν, κουβάρια μαζεύουν (κολοκυθιά). 
Χιλιότρυπος, χιλιόκομπος, χιλιοκομποδεμένος, χίλια να πης δεν το πετυχαίνης (το δίχτυ).
                                                                                                          ΤΕΛΟΣ

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Κάτω Λεχώνια (2)

Συνέχεια από Κάτω Λεχώνια (1)
ΙV Ιστορικά μνημεία, τοπωνύμια.
Εις το μέσον των Κάτω Λεχωνίων και Άνω Λεχωνίων κοντά στο λόφο Νεβεστίκι πολλές φορές οι κάτοικοι βρίσκουν αρχαία θεμέλια και τάφους. Στο μέρος αυτό λέγεται ότι ευρίσκετο η αρχαία κωμόπολις της Θεσσαλικής Μαγνησίας του Νηλίου ή Νηλεία ή Νήλεια. Άλλοι όμως έχουν την γνώμην ότι ήτο η Μεθώνη την οποίαν αναφέρει ο Όμηρος, ο Σκύλαξ, ο Ρήγας Φεραίος και άλλοι. Πότε ακριβώς κατεστράφη η Νηλεία ή Μεθώνη δεν είναι ακριβώς γνωστό. Είναι όμως γεγονός ότι από τους πιο αρχαίους χρόνους ο τόπος αυτός ήταν γνωστός σ’ όλη την Ελλάδα και πολλές φορές αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς.
Πιο πάνω από τα Άνω Λεχώνια, μέσα σε απότομα βράχια με γκρίζες και γυμνές κορυφές, σώζονται ερείπια από πύργους και τείχη Ρωμαϊκής ή Βυζαντινής εποχής.

V  Ονομασία και τοπωνυμία του χωριού.
Αναζητώντας να βρη κανείς από πού προήλθεν η ονομασία του χωριού έρχεται να πιστέψη ότι τούτο πρέπει να έχη σχέσι με την γονιμότητα, την καρποφορίαν και γενικά με την ευφορίαν της γεννήτρας (λεχούς) γης των Λεχωνίων. Άλλη εκδοχή είναι ότι η ονομασία τον προέκυψε από την λέξιν λεώνια όπως ονομάζουν οι Τούρκοι τους Ελαιώνας του χωριού. Τρίτη εκδοχή είναι ότι, επειδή παλαιότερα το χωριό εμαστίζετο από ελονοσία μεγάλος αριθμός των κατοίκων αρρωστούσε και κάθονταν στο κρεββάτι για πολλές μέρες σαν τις λεχώνες γυναίκες. Τέλος τετάρτη εκδοχή είναι ότι έλαβεν την ονομασία εκ των πρώτων κατοίκων, οι οποίοι λέγεται ότι ονομάζονταν Λέχοι. Πάντως τίποτε το βέβαιον και ιστορικά εξηκριβωμένον δεν υπάρχει που να εξηγή την προέλευσι της ονομασίας του χωριού. Όλα τα ανωτέρω δεν είναι παρά εκδοχές.
Βορείως των Κάτω Λεχωνίων ευρίσκεται ένας μικρός βραχώδης λοφίσκος σκεπασμένος με θυμάρια και άλλους θάμνους, που από το άρωμα που σκορπούν πήρε το όνομα Μυροβίλι.
Ανατολικά του λόφου αυτού ευρίσκεται άλλος λοφίσκος με την ονομασίαν Νεβεστiκι, χωρίς να είναι γνωστό από πού πήρε την ονομασία αυτή.
Νοτίως των Κάτω Λεχωνίων υπάρχει τοποθεσία Κάραβος, που πήρε το όνομα από τα νερά του Βρύχωνος που πλημμυρίζουν το μέρος αυτό.
Νοτιοδυτικώς από τα Άνω Λεχώνια άλλη τοποθεσία έχει το όνομα Λωτός από το ομώνυμο δέντρο που φκιάνει τον καρπό που λέγεται λωτός. Νοτίως των Άνω Λεχωνίων και σε απόστασι ενός χιλιομέτρου ευρίσκεται ο παραθαλάσσιος συνοικισμός Πλατανίδια, επίνειον και παραθεριστικόν κέντρον, που πήρε αυτό το όνομα από τα πολλά πλατάνια που υπάρχουν.
VΙ Ασχολίες των κατοίκων.


Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργειαν και το εμπόριο της ελιάς και των φρούτων. Η καλλιέργεια γίνεται με επιστημονικό τρόπο, τα δε κτήματα αυτών είναι πρότυπα κτημάτων διά τα άλλα χωριά του Πηλίου. Βλέπει κανείς παντού γύρω του περιβόλια περιφραγμένα και φυτεμένα με οπωροφόρα δένδρα, όλα σε κανονικές σειρές. Ελαιώνες με τις ελιές καθαρισμένες, κλαδεμένες, περιποιημένες με ξεχωριστή φροντίδα. Πολύ λίγο ασχολούνται με την κτηνοτροφία, γιατί δεν υπάρχουν βοσκοτόπια. Στα παλαιότερα χρόνια έτρεφαν και μεταξοσκώληκες. Εργοστάσιον επεξεργασίας του βρίσκεται μέχρι σήμερα. Επίδοσις στα γράμματα, τις τέχνες και τις επιστήμες δεν παρατηρείται, ούτε άτομα που να διέπρεψαν σ’ αυτές αναφέρονται. Η γονιμότης του εδάφους η οποία παρέχει τα μέσα τα υλικά της ζωής δεν δημιούργησε σ’ αυτούς την ανάγκη να τραπούν σ’ άλλους τομείς της ανθρωπίνης δραστηριότητος. 
                                                                              [ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ στο Κάτω Λεχώνια (3)]

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Κάτω Λεχώνια (1)

Μια όμορφη δημοσίευση στα επετειακά ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ του 1961, σελ. 721-723: 
ΑΠΟ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ
ΚΑΤΩ ΛΕΧΩΝΙΑ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΑΕΝΑ (Λαογράφου- Συγγραφέως)

«Λεχώνια μου πανέμορφα, χωριό μου αγαπημένο,
η φύση μ’ αγαθά πολλά σ' έχει προικισμένο.»
Πολλές είναι πράγματι οι ομορφιές που έχουν τα Λεχώνια και μ’ αγαθά πολλά η φύσις τα έχει προικισμένα. Δέκα χιλιόμετρα Ν.Α. του Βόλου εκτείνεται η πιο εύμορφη κοιλάδα του Πηλίου που βρίσκονται κτισμένες οι δύο κοινότητες των Άνω και Κάτω Λεχωνίων, σε απόσταση ενός χιλιομέτρου η μία από την άλλη. Ένας καταπράσινος κάμπος απλώνεται από τους πρόποδες της δυτικής πλευράς του ξακουσμένου βουνού των Κενταύρων και φθάνει ως τις όμορφες ακρογιαλιές του Παγασιτικού που απέχουν από τα δύο χωριά από 500 - 2000 μέτρα. 
Ασημόφυλλες ελιές με τον ευλογημένο τους καρπό, λογής λογής οπωροφόρα δέντρα, φορτωμένα με γλυκόχυμα, λαχταριστά φρούτα σκεπάζουν όλη την έκτασιν και της δίδουν όψι παραδεισένια. Όμορφα κάτασπρα σπίτια ξεπροβάλλουν εδώ κι εκεί μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων μέσα από πορτοκαλιές και λεμονιές με τούς κατάλευκούς ανθούς την άνοιξι και με τους ολόχρυσους καρπούς αργότερα, σαν αρχίσουν να ωριμάζουν. Πολύχρωμα λουλούδια πλημμυρίζουν τις αυλές, σκαρφαλώνουν στις πόρτες, στα παράθυρα τα κάγκελα και συνθέτουν την εικόνα ενός απέραντου ανθοστόλιστου κήπου. Ανοιχτός, ολοφώτιστος ο ορίζοντας προς τη Δύσι και το Νότο φθάνει ως τις κορφές της Όθρυος και τις ακτές των Τρικέρων. Κι ο Παγασητικός, σαν μια πανώρια λίμνη, γεμίζει με τα αστραφτερά ασήμια που σκορπάει ο λαμπερός ήλιος την ημέρα και με τις όμορφες πορφύρες του γλυκού δειλινού. Ανατολικά και βόρεια κατηφορίζουν οι δασωμένες πλαγιές του Πηλίου, στολισμένες με τα κάτασπρα σπίτια πολλών γειτονικών χωριών. Ένδεκα χιλιόμετρα από τα Κάτω Λεχώνια φαίνεται σκαρφαλωμένος στην πλαγιά του βουνού ο Άγιος Λαυρέντιος. Τέσσαρα και μισό (4 1/2) χιλιόμετρα από τα Άνω Λεχώνια είναι ο Άγιος Βλάσιος ή Καραμπάτσι και δέκα χιλιόμετρα ο Αγίας Γεώργιος Νηλείας. Δύο χιλιόμετρα από τα Κάτω Λεχώνια και στον αμαξόδρομο που πηγαίνει για το Βόλο βρίσκεται το γραφικό παραθαλάσσιο χωριό Αγριά.
Ι  Έκτασι, έδαφος, προϊόντα.
Τα Κάτω Λεχώνια περιλαμβάνουν έκτασι 2.887 στρεμμάτων και τα Άνω 4.000 στρέμματα. Το έδαφος, πεδινό και εύφορο, καλύπτεται περισσότερο από αειθαλή δένδρα, ελιάς και εσπεριδοειδή και ολιγώτερον από άλλα οπωροφόρα. Τα κυριώτερα προϊόντα είναι ελιές, πορτοκάλια, λεμόνια, μανδαρίνια και φρούτα από όλα τα είδη και όλες τις ποικιλίες (μήλα, αχλάδια, βερύκοκα, κεράσια κ.τ.λ.). Το υψόμετρο κυμαίνεται από 0 - 100 μέτρα. Το κλίμα είναι εύκρατο και ήπιο, γλυκύ το χειμώνα, λίγο ζεστό το καλοκαίρι. Η μεγαλύτερη θερμοκρασία το θέρος φθάνει τους 35° Κελσίου και η χαμηλότερη τον χειμώνα 14°. Παγωνιές παρατηρούνται πολύ αραιά, κάθε δέκα χρόνια περίπου και τότε η θερμοκρασία κατεβαίνει 3° κάτω του μηδενός. Βροχές πέφτουν περισσότερες το φθινόπωρο ως την άνοιξι, χιόνια πολύ αραιά επίσης πέφτουν χωρίς να υπερβαίνουν τα 0,20 του μέτρου. Άνεμοι συνήθως πνέουν ανατολικοί και νότιοι και κάποτε από βορρά.
ΙΙ Κάτοικοι.
Ο πληθυσμός των Κάτω Λεχωνίων φθάνει τα 1260 άτομα και των Άνω Λεχωνίων στα 1245. Οι περισσότεροι τούτων είναι εντόπιοι, υπάρχουν όμως και πολλές οικογένειες που ήλθαν από άλλες Κοινότητες του Πηλίου, ιδίως από τα γειτονικά χωριά και από το έτος 1920 και εντεύθεν. Επίσης πολλές οικογένειες ήλθαν από την ορεινή δυτική Θεσσαλία από την νήσον Εύβοια, τις Κυκλάδες και τη Στερεά Ελλάδα. Η προσέλευσις των ξένων στοιχείων και η μόνιμος εγκατάστασίς των στα Λεχώνια μπορεί να αποδοθή εις την ευφορίαν του εδάφους.
ΙΙΙ Ιστορία του χωριού.
Πότε ακριβώς κτίστηκαν τα Λεχώνια δεν είναι γνωστό. Πάντως στην Ιστορία αναφέρονται από τις αρχές του 13ου αιώνα. Εκτείνονται από τον χείμαρρο Βρύχωνα ως τον άλλον χείμαρρο Κουφάλα κι αποτελούσαν μίαν μικρή πόλι και λέγονταν Λεχώνια και σπανιώτερον Λεκώνια. Στα μισά του 14ου αιώνα (1378) φαίνονται σαν ηγεμόνες των Λεχωνίων οι Μελισσηνοί, αρχοντική 'Ελληνική οικογένεια που έδρασε στην Κωνσταντινούπολι, Ήπειρο, Στερεά, Ελλάδα, Θεσσαλία και Πελοπόννησο επάνω από χίλια χρόνια από τον 8ο έως τον 18° αιώνα  μ.Χ. Ο πιο ονομαστός από την οικογένειαν των Μελισσηνών των Λεχωνίων ήταν ο Στέφανος Μελισσηνός, ισχυρότατος ηγεμών που είχε στην κυριότητά του το μεγαλύτερον μέρος του λεκανοπεδίου των Λεχωνίων και μεγάλες κτήσεις στην Φωκίδα και στους Δελφούς. Στο τέλος του 14ου αιώνα τα Λεχώνια τα κατέλαβον και τα κατείχαν οι Ενετοί. Στα χρόνια της Ενετοκρατίας εζήτησαν την παραχώρησιν των Λεχωνίων εις το Δουκάτον Αθηνών οι Ατζαγιόλοι, μεγάλη Ιταλική οικογένεια, δούκες των Αθηνών. Την πρότασιν την έκαμε ο Αντώνιος Ατζαγιόλος Α' δούκας των Αθηνών κατά τα έτη 1405 - 1435 και κύριος των Θηβών και της Λειβαδειάς.
Οι Ενετοί όμως δεν δέχθηκαν και εξηκολούθησαν να κατέχουν τα Λεχώνια μέχρι τα 1423 μ.Χ. που τα κατέλαβε ο Τούρκος Πασάς Τουραχάν ή Τουραχάνης, στα χρόνια του Μουράτ του Β΄. Από τους κατοίκους άλλοι τότε εσφάγησαν, άλλοι έφυγαν και ολίγοι παρέμειναν σαν δούλοι και ραγιάδες των Τούρκων. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας τα Λεχώνια κατοικούνται περισσότερο από Τούρκους που δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την πρόοδο, αλλά περιορίζονται εις το να καρπούνται τα προϊόντα και να ζουν καλύτερα. Έτσι παρακμάζουν και διχοτομούνται και εκεί που άλλοτε άνθιζε η πόλι των Λεχωνίων δεν απομένουν παρά μόνον δύο χωριά τα σημερινά Άνω και Κάτω Λεχώνια. Οι κάτοικοι όμως δεν λησμονούν την παλιά δόξα των Λεχωνίων και παρά τον χωρισμόν αυτών εξακολουθούν να έχουν μία Κοινότητα μέχρι του 1914, οπότε σύμφωνα με τον Νόμον ΔΩΖ (Περί Δήμων και Κοινοτήτων) τα δύο χωριά απετέλεσαν ξεχωριστή Κοινότητα το καθένα. Η μεγάλη Ελληνική Επανάστασις που κηρύχθηκε το 1821 δεν άφησε ασυγκίνητο και το Πήλιο. Ο Κυριάκος Βασδέκης που έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας από τον Άνθιμο Γαζή και ήταν τρίτος αρχηγός στο αρματολίκι Πηλίου εκήρυξε την επανάστασι στις 7 Μαίου 1821 και ανέλαβε την στρατιωτική αρχηγία αυτής. Αμέσως εστράφη κατά των Λεχωνίων, τα οποία επολιόρκησε και κατόπιν φονικής μάχης στην οποία έπεσαν πολλοί Έλληνες και Τούρκοι, κατέλαβε τα Λεχώνια και εγκατέστησε το πολεμικό κέντρο των Επαναστατών του Πηλίου. Έτσι τα Λεχώνια, έστω και για λίγο χρονικό διάστημα, έμειναν ελεύθερα επί δύο χρόνια είδαν, μέρες δόξας και ξανάζησε η παλαιά αίγλη αυτών. Αργότερα έρχεται εναντίον των επαναστατών στην αρχή ο μεν  Μαχμούτ Δράμαλης, Πασάς της Λαρίσης από του 1820 και γενικός διοικητής της Χωροφυλακής της Ρούμελης, ο οποίος κατέπνιξε την Επανάστασι στο Πήλιο. Οι Έλληνες όμως επαναστάται παρέμειναν εις τα Λεχώνια επί ένα έτος, χωρίς να ένοχλούνται από τους Τούρκους, οι οποίοι δεν είχαν την δύναμιν να επιτεθούν εναντίον των. Τον Μάιον όμως του 1823 ο Μεχμέτ Ρεσίτ Πασάς, ο αποκαλούμενος και Κιουταχής, διοικητής των Τρικάλων από το 1821, κατεδίωξε τους επαναστάτας των Λεχωνίων μέχρι των Τρικέρων. Ο Κυριάκος Βασδέκης, που επολέμησε ηρωικά, ετραυματίσθηκε βαρειά εις τα Τρίκερι και αναγκάστηκε να περάση στην Εύβοια όπου και απέθανε. Μετά την καταστολή της Επαναστάσεως αυτής, όσοι από τους Έλληνες κατοίκους των Λεχωνίων έζησαν και διέφυγαν την σφαγήν που επικολούθησε, κατέφυγαν στην Αργαλαστή, το Μετόχι και προπαντός εις τον Λαύκον. Ύστερα από δύο χρόνια, στις αρχές του 1825, μερικοί από τους κατοίκους αυτούς των Λεχωνίων που εξεπατρίσθησαν, έρχονται κατά διαστήματα στα Λεχώνια ως πλανόδιοι έμποροι. Στο τέλος του 1825, κατόπιν επιμονής των γυναικών των Τούρκων, επιτυγχάνουν πολλοί από αυτούς να επανέλθουν και εγκατασταθούν στο χωριό τους. Από όλες τις παλιές οικογένειες των Λεχωνίων πρώτες επανέρχονται εις τα Κάτω Λεχώνια του Παπασακελλαρίου, που είχεν πρώτα το όνομα Σαριστάθη και του Κουρούπη. Άλλες απ’ αυτές ασχολήθηκαν με την αλιεία και την γεωργία, άλλες δε βοηθούσαν τους Τούρκους εις τας εργασίας των και ζούσαν σαν ραγιάδες αυτών. Μόλις έγινε η απελευθέρωσις της Θεσσαλίας το 1881 όλοι οι Τούρκοι έφυγαν από τα Λεχώνια και εγκαταστάθησαν στη Μ. Ασία.
Παρέμεινε μόνον μία οικογένεια του Σουλεϊμάν εις τα Άνω Λεχώνια οπού είχε μεγάλην ακίνητον περιουσίαν, αλλά και αυτή έφυγε αργότερα εις την Μ. Ασίαν κατά το έτος 1924 με την συνθήκην της Λωζάνης «περί ανταλλαγής των πληθυσμών». Τότε οι κάτοικοι των Λεχωνίων και των γειτονικών χωρίων, Αγ. Λαυρεντίου, Αγ. Βλασίου και Αγ. Γεωργίου ηγόρασαν κτήματα των Τούρκων, αρκετοί δε και των κατοίκων των ξένων αυτών χωριών εγκατεστάθησαν μονίμως εις τα Λεχώνια. 
                                                                         [ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ στο Κάτω Λεχώνια (2)]