Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Ο Αλιό-πασάς στο Πήλιο στα 1823

Ένα κείμενο (εδώ αντιγραφή) από «ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΚΗΣ», του Βαγγέλη Σκουβαρά, Βόλος 1959. Αναφέρεται στην καταστροφή της Συκής κλπ από τον τουρκαλβανό Αλιόπασα, αλλά και στον αγώνα των συμπατριωτών μας στα 1823. 
Σ' αυτά τα γεγονότα εντάσσεται κι η μάχη της Γατζέας (19-5-1823) (ΕΔΩ) που σκοτώθηκε ο "αιμοβόρος και θηριωδέστατος" όπως τον χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του "χρονικού" παπα-Γιώργης Ριματισόπουλος- (Ρηματισίδης).

[ Δεν είχε κλείσει ο χρόνος που είχαν κάπως ησυχάσει και ξεθαρρέψει οι Συκιώτες, όταν πλάκωσε στη Μαγνησία, ένας άλλος διοικητής ο Αλιό πασάς. Εγκαταστάθηκε κι αυτός στα Λεχώνια. 
Μόλις έμαθαν οι Συκιώτες τον ερχομό του, έστειλαν τους κοτζαμπάσηδες του χωριού γερο-Μανόλη και γερο-Διονύση να τον προσκυνήσουν και να ζητήσουν να επικυρώση και ν’ αναγνωρίση κι αυτός το μπουγιουρντί του Δράμαλη. 
Ο Αλιό-πασάς δέχτηκε τους πρωτόγερους καλομίλητα και γλυκά. Τους περιποιήθηκε με μια υποκριτική ευγένεια και τους είπε όπως γράφει το χρονικό: 

«Κύριοι, κοτσιαμπάσηδες της Συκής γνωρίσατε καλώς, ότι εγώ ήλθα να ειρηνεύσω τον κόσμον, διότι τοιούτον είναι το θέλημα του κυρίου μου. Σεις δε οι κοτσιαμπασήδες πρέπει να πηγαίνετε εις το χωρίον σας και αμέσως να συνάξετε εντός του χωρίου όλους, μικρούς τε και μεγάλους, άνδρας και γυναίκας και πάντα τα κινητά σας πράγματα, επειδή ο στρατός μου μέλει να περιέλθη όλα τα χωρία. Και όσοι άνθρωποι ευρεθώσι έξω των χωρίων σας ή πράγματα, θα τα πάρουν οι στρατιώται μου, τους δε ανθρώπους θα τους εννοήσωμεν ως κλέπτας και θα τους κόψωμεν όλους. Προσέχετε λοιπόν να μην αφήσετε τι να εξέλθη του χωρίου, διότι θα πάθουν και θα τους έχετε εις τον λαιμόν σας. Και διά περισσοτέραν ασφάλειάν σας, ιδού επικυρώνω καγώ το έγγραφον του Μαχμούτ πασιά, και αναγνωρίζω την υποταγήν σας, ραϊλίκι σας. Και πηγαίνετε να κοιτάξετε την δουλειά σας και μην φοβείσθε παντελώς. Πάρετε και μερικήν τροφήν να δώσετε εις τους πτωχούς και ησυχάσατε». 
Έτσι αποκοίμισε και τους Συκιώτες όπως και άλλους πηλιορείτες. Ο Αλιό -πασάς ήταν πετρόκαρδος και κρυφονούσης. Ύπουλος σαν το τσακάλι. «Αιμοβόρον και θηριωδέστατον» τον λέει ο χρονογράφος. Μπροστά του ο Δράμαλης φαινόταν άγιος.
Στις 2 του Μάη 1822, μέρα Δευτέρα, βγήκε ο πασάς παγάνα ν’ αφανίση τα χωριά. Πρωί-πρωί μπήκε στη Μπιστινίκα και την έκαψε. Το μεσημέρι έφτασε στη Συκή. Αλαλητό των εσκερλήδων, ποδοβολητό των αλόγων, βλαστήμιες και φωνές. Γιόμισαν οι ρούγες αγριόθωρες φάτσες και σαρίκια. Μάζεψαν όλους τους χωρικούς γυναίκες και παιδιά, στην εκκλησία και τους έζωσαν φυλάγοντάς τους. Άλλοι στρατιώτες ξεχύθηκαν στα σπίτια και τα λεηλάτησαν. Ήταν τόση η αρπαχτική τους μανία που δεν άφησαν τίποτε «…έλαβον οι αχρείοι Οθωμανοί όλα των τα υπάρχοντα, όχι μόνον τα άξια λόγου πράγματα, αλλά και τα πλέον ευτελέστερα πράγματα επήραν οι ασεβέστατοι, καθώς πυροστίας, ξύστρας κλπ.» 
Μια κόλαση φρίκης είχε απλωθή σ’ όλο το χωριό. Οι μαζωμένοι φώναζαν γοερά, τα παιδιά έκλαιγαν, οι γυναίκες λιποθυμούσαν. Κι οι τουρκαλάδες τους χτυπούσαν με τί κοντάκια των καριοφιλιών και τους κλωτσούσαν ασυμπόνετα. Μέσα στο σπίτι τού χρονογράφου -ο πατέρας του έλειπε απ’ το χωριό- γίνηκε μια άλλη τραγική σκηνή. Μια από τις αδερφάδες του η Ελένη, μαζί με τέσσερις άλλες γειτόνισσες κι ένα μικρό παιδί, δε βγήκαν να πάνε στη σύναξη. Κρύφτηκαν μέσα σε μια τεράστια κάδη. Από κει μέσα, πεθαμένες σχεδόν, άκουαν το κακό πού γινόταν έξω στο χωριό. Μια-δυο φορές μπήκαν τούρκοι μέσα στο σπίτι για να πλιατσικολογήσουν και προσπάθησαν ν’ αναποδογυρίσουν την κάδη. Δεν το κατάφεραν. Και καθώς ήσαν βιαστικοί την παράτησαν: 

«... η πρόνοια του Υψίστου δεν άφησαν, ώστε να φανώσι αι αθώαι εκείναι έξ ψυχαί, αι οποίαι από τον μέγαν φόβον όπου συνέλαβον ήτον σχεδόν νενεκρωμέναι». 
Όταν τέλειωσε η λεηλασία, άρχισε η μεγαλύτερη συμφορά. Οι Τούρκοι τα μοίρασαν μεταξύ τους Συκιώτας και τους πήραν σκλάβους. Σαν τα πρόβατα τούς ξεχώριζαν και τους ξεδιάλεγαν ανάλογα με την ηλικία τους, τη σωματική τους διάπλαση, την ομορφιά τους. Όσο καλύτεροι ήσαν τόσο μεγαλύτερη τιμή θα είχαν όταν θα τους πουλούσαν. Μέσα σ’ ανείπωτες σκηνές αλλοφροσύνης αποχωρίζονταν δικοί και συγγενείς. Κλωτσούσαν τα παιδιά για ν’ αφήσουν τα χέρια τού πατέρα που τα κρατούσαν μ’ απόγνωση, σέρνονταν απ’ τις κοτσίδες των κοπέλλες και κοπελλούδες για να ξεκολλήσουν από τον κόρφο της μάννας: 

«Τότε λοιπόν εξέβαλον τους υπό την διατήρησίν των (=φρούρηση) Συκιώτας, και τους διεμοίραζον ανάμεσόν τους, φευ, ως κτήνη. Φρικτόν θέαμα! Τότε εχωρίζετο πατήρ από τα τέκνα του και η μήτηρ ομοίως, αδελφός υπ’ αδελφού και φίλος από φίλον, γυνή από τον άνδρα της και ανήρ από την σύζυγόν του! Μέγας θρήνος έγινε την ημέραν εκείνην... Φρίξον ήλιε! Στέναξον, στέναξον η γη ..»
Τριακόσιες είκοσι τέσσερις ψυχές σκλαβώθηκαν και είκοσι τρεις σκοτώθηκαν. […]
Αφού τέλειωσε η μοιρασιά, τους σαλάγησαν μπροστά σαν κοπάδι οι Τούρκοι και τράβηξαν για την Αργαλαστή. Και για ν’ αποσώση ο χαλασμός, η οπισθοφυλακή τους έβαλε φωτιά στα σπίτια του χωριού. Οι φλόγες έγλειφαν τα πάντα. Μαύρος καπνός υψωνόταν και το θλιβερό μοιρολόι τού κοπαδιού των σκλάβων αναέριζε κι απλωνόταν στις πλαγιές. Στο δρόμο που τους πήγαιναν, είκοσι τρείς νομάτοι, πες οι πιο θαρραλέοι, πες οι πιο απελπισμένοι, ρίχτηκαν στα ρουμάνια και στις ρεματιές και γλύτωσαν. Με την ψυχή στα δόντια έφτασαν στο χωριό. Σίμωσαν στα σπίτια τους και προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά.
---------------------------------------------------
Στο μεταξύ ο πόλεμος συνεχιζόταν. Η αντίσταση βέβαια είχε λυγίσει σ’ όλα τα πηλιορείτικα χωριά, μα στο Τρίκερι τα επαναστατικά στρατεύματα βαστούσαν ακόμα. Οι καπεταναίοι Καρατάσος, Αγγελής Γάτζος, Μήτρος Λιακόπουλος, Μήτρος Μπασδέκης, όχι μονάχα δεν παραδίνονταν, μα πολεμούσαν με πείσμα. Σε πολλές μάχες οι απώλειες των τούρκων σε σκοτωμένους, λαβωμένους, αιχμάλωτους και πολεμοφόδια ήσαν σημαντικές. Ο Αλιόπασας είχε κυριολεκτικά λυσσάξει. Στάλθηκε για να υποτάξη τη Θεσσαλομαγνησία και δεν τόχε καταφέρει. Η βραχόσπαρτη άκρη της, το Τρίκερι, έμενε ανυπόταχτη. Τη στεριανή της πλευρά την κρατούσαν πηλιορείτες, μακεδόνες και κασσαντρινοί επαναστάτες. Απ’ τη μεριά της θάλασσας ήταν δύσκολο να πατηθή. 
Ο Αλιό-πασάς δεν είχε στόλο στη διάθεσή του. Ο Σουλτάνος στην Πόλη περίμενε αποτέλεσμα κι ο Αλιό-πασάς περνούσε τον καιρό του με το φόβο της ένοχής και το βραχνά της τιμωρίας. Όλη η μανία του ξεσπούσε στα πηλιορείτικα χωριά και στ’ ανυπεράσπιστα γυναικόπαιδά τους. Στο χέρι του ήταν να καίη, να σφάζη και νά σκλαβώνη. Είχε πάρει μια τρομερή απόφαση: Να ξεκληρίση όλον τον πηλιορείτικο πληθυσμό. Μα δεν πρόφτασε. 
Μια νύχτα ένα μπουλούκι του Καρατάσου ρίχτηκε ξαφνικά πάνω στο λόφο της Γατζέας, που είχε στρατοπεδέψει πασάς. Με ξεγυμνωμένα τα σπαθιά οι κλέφτες χύθηκαν μέσα στις σκηνές αλαλάζοντας και σφάζοντας. Ήταν ένα από τα πιο παράτολμα ρεσάλτα που έγιναν στη διάρκεια του πηλιορείτικου ξεσηκωμού. Αρκετοί τούρκοι σφάχτηκαν κι ο ίδιος ο Αλιόπασας δέχτηκε δυο-τρεις σπαθιές. Βαριά λαβωμένο τον κουβάλησαν το πρωί στο Κάστρο του Γόλου. Εκεί πέθανε. 
«Ο δε αιμοβόρος και των θηρίων ανημερώτερος Αλιό-πασάς… ο αλιτήριος… εις το κάστρον του Βώλου απέρριψε την μιαράν του και αχρειεστάτην ψυχήν.Ούτος ο πασιάς, ως λέγεται, αν δεν ήθελε φονευθή, όλα τα είκοσι τέσσαρα χωρία χωρία του Βώλου ήθελε εξ αποφάσεως τα χαλάσει. Αλλ’ έφθασεν η οργή του θεού εις την μιαράν του κεφαλή και εψόφησε χωρίς να βάλη εις πράξιν απόφασίν του. Και ούτως ελευθερώθησαν τα δυστυχή 24 χωριά από τον αναπόφευκτον κίνδυνον». […]

«Λόγος επικήδειος στον συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά»
από τον καθηγητή Φιλίππο Ιωάννου.
(εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ, Αθήναι 27-7-1871)

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Οι ευεργέτες του Πηλίου

 «Είναι πραγματικά τόση η φθορά που έκανε η υλιστική εποχή μας στις ηθικές αξίες της ζωής, ώστε για να μην κυλήσει ο κόσμος στο χάος του άγχους και της καταστροφής, να είναι ανάγκη όλοι μας, στον τομέα τους, στην πατρίδα τους, στον ιδιαίτερο τόπο όπου ο καθένας ζει, να συμβάλουμε στην διατήρηση των πνευματικών αξιών και στην ανύψωση της ανθρώπινης ζωής». 
                                                                                               Νικόλαος Πορφυρογένης


Οι ευεργέτες- δωρητές των χωριών του Πηλίου στα παλιότερα χρόνια: 
1.     ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ: Κων/νος Μουρογιάννης, Γεώργιος Καψαλάς.
2.     ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΗΛΕΙΑΣ: Χατζηευαγγελινός Διαμαντής, Γεώργιος, Νικολός και Ιωάννης Αναγνώστης, Νικόλαος Τζιωρτζής, Δημήτριος, Κων/νος και Αικατερίνη Καραγιαννοπούλου, Κωστής Κοντογιώργης, Κων/νος Βολιώτης, Αριστείδης Αποστολίδης, Κων/νος Δρόσος, Αικατερίνη Βογιατζοπούλου, Αικατερίνη Αρχιμανδρίτη, Βαρσαμή Γκιουζέλη, Νικόλαος Παυλόπουλος, Ιωάννης και Αυρηλία Βαφειάδη.
3.    ΑΓΙΟΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ: Δημήτριος Μουμτζής, Δημήτριος Γιαννόπουλος.
4.    ΑΓΡΙΑ & ΔΡΑΚΙΑ: Γεώργιος Σεϊτανίδης, Αντώνιος Καρτάλης, Ιωάννης Παπουτσής, Ευθύμιος Γκούνης, Ιωάννης Καραγιάννης, Περικλής Γεωργιάδης, Γεώργιος Τριανταφύλλου, Γεώργιος Μποϊδάνος, αδελφοί Κων/νος και Δημήτριος Κουταρέλλης, Νικόλαος Πορφυρογένης, Κων/νος Γιαϊμάνης, Τούλα Βέργου, Αθανάσιος Φιλιππίδης, Πηνελόπη Ζαμπαρδίκου και Απόστολος Λάμπης.
5.    ΑΛΛΗ ΜΕΡΙΑ: Ιωάννης Χατζηαργύρης, Κώστας Στούρνας.
6.    ΑΝΗΛΙΟ: Αθανάσιος Αρβανίτης.
7.    ΑΝΩ ΒΟΛΟΣ: Λεγαντής Πυργιαλής, Θεόδωρος Παπαγεωργίου.
8.    ΑΝΩ ΛΕΧΩΝΙΑ: Κων/νος Μουρογιάννης.
9.    ΑΡΓΑΛΑΣΤΗ: Θεόδωρος Γιωργαλάς, Θεμιστοκλής Σφίντης, Δημήτριος Γεωργατζής, Κων/νος Εκκλησίαρχος και Δημήτριος Κουτλάγκας.
10.   ΒΥΖΙΤΣΑ: Νικόλαος Τσιτσιλιάνος ή Τσιτσιλιανόπουλος, Κωστής Τσαρδίνης.
11.   ΖΑΓΟΡΑ: Ιωάννης Πρίγκος, Ευστάθιος και Γεώργιος Λαπάτες, Ηρακλής και Αλέξανδρος Βόλτου, Δημήτριος Πολυμέρης, Ιωάννης Κασσαβέτης, αδελφοί Μωυσής και Νικόλαος Κρίτσκης, Κίμων Πανταζόπουλος, Ευφροσύνη Κασσαβέτη, Αλέξανδρος Πάντος.
12.   ΚΑΛΑ ΝΕΡΑ: Νικόλαος Τσιτσιλιάνος ή Τσιτσιλιανόπουλος, Γεώργιος Σκαρίμβας.
13.   ΚΑΝΑΛΙΑ: Δήμος Χατζηδήμος, Ιωάννης Γαροφύλλου, Μαρία Σουρλίγκα, Αθανάσιος Βαβάτσικος.
14.   ΚΑΤΗΧΩΡΙ: Κων/νος Βουρβέρης.
15.   ΚΑΤΩ ΛΕΧΩΝΙΑ: Παναγής Τοπάλης και Δημήτριος Παπαδόπουλος.
16.   ΚΕΡΑΣΙΑ: Αδελφοί Αποστολίδη και Βασδέκη.
17.   ΚΙΣΣΟΣ: Ιωάννης Τριανταφύλλου, Κων/νος Χατζηγεωργαλάς, αδελφοί Ιωάννης, Επαμεινώνδας, Ευστάθιος Κυριαζής, Ιωάννης Αντωνόπουλος και Φιλίτσα Χριστοπούλου.
18.   ΛΑΥΚΟΣ  & ΜΗΛΙΝΑ: Αριστείδης Πολίτης.
19.   ΜΑΚΡΙΝΙΤΣΑ: Βασίλειος Σουλήνης, Χριστόδουλος Αγγελίδης, Παρίσης Χρυσοχού, Σταμούλης Βοϊβόνδας, Ζήσιμος Λιβανός, Δημήτριος Σισιλιάνος, Ανδρονίκη Μαυράκη-Βατσαρέα, Χατζηκωνσταντίνος Ουτσκούνης, αδελφοί Γεώργιος και Ελένη Βάκατου, Πολύδωρας Σφέτσος και αδελφοί Αλέξανδρος, Ιωάννης, Νικόλαος Τοπάλης.
20.   ΜΑΚΡΥΡΡΑΧΗ: Γεώργιος Κανισκέρης.
21.   ΜΗΛΙΕΣ: Κρυσταλλία Οικονομάκη, Ειρήνη Ρήγα, Γεώργιος Σκαρίμβας, Βασίλειος και Ιωάννης Σακελλαρίου, Νικόλαος Παυλόπουλος, Αυρηλία Βαφειάδη και Κώστας Γραμμενής.
22.   ΜΟΥΡΕΣΙ: Κων/νος και Ιωάννης Ρέτσος, αδελφοί Βεργόπουλοι, Γαρύφαλος Γαρυφάλου, Γεώργιος Πετρόχειλος και Αλέκος Δάμτσας.
23.   ΠΙΝΑΚΑΤΕΣ: Ιωάννης Σαραφόπουλος, αδελφοί Δημήτριος και Ιωάννης Τσιρογιάννης, Παρίσης Γεωργίου.
24.   ΠΟΡΤΑΡΙΑ: Δημήτριος Πλατυγένης, Αθανάσιος, Γεώργιος, Δημήτριος και Αλέξιος Αθανασάκης, Ιωάννης Σφογγόπουλος, Πανταζής Βασσάνης, Κωστής Τσιμώνος, Δήμος Ζούλιας, Νικόλαος Τσοποτός, Γεώργιος Τσαξίρης, Χαρίκλεια Καραγιάννη, Μαριγώ Μελάκη, Ιωάννης Χατζηιωάννου ή Χατζάκος, Δήμητρα Γόντικα, Χρυσούλα Ζώγια και Απόστολος Δράκος.
25.   ΠΡΟΜΥΡΙ: Κων/νος Κωνσταντινίδης, Δήμος Κουκουρέλος, Αλέκος Δάμτσας, Ιωάννης Μανωλίδης
26.   ΣΥΚΗ: Αναστάσιος Τουρλάκης, Γιαννακός ή Γιαννιός Ζαχαρού, Ευστάθιος Βαούτης και Jim Ηarris (Δημήτριος Ζαχαρός).
27.   ΤΡΙΚΕΡΙ: Ευάγγελος Καραβαγγέλης, Κων/νος Σαράντης και Ελένη Βλουχάκη. 
28.   ΤΣΑΓΚΑΡΑΔΑ: Ευάγγελος και Σοφοκλής Αχιλλόπουλος, Αριστείδης, Γεώργιος, Κων/νος, Ιωάννης και Θεμιστοκλής Καρτάλης, Νικόλαος Νανόπουλος, Νικόλαος Στακός, Αθανάσιος Φοινικόπουλος και Ρήγας Στυλιαράς.


Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

«Σοφίκα Τοπάλη-Θηλιά στη μνήμη»

Ένα βιβλίο για τις τραγικές γυναίκες Τοπάλη κι όχι μόνον...
[...] Η «Σοφίκα Τοπάλη» είναι μια ιστορία αληθινή που σημάδεψε τα Κάτω Λεχώνια και που κλόνισε το πανελλήνιο τις τελευταίες μέρες της Κατοχής των Γερμανών και τις πρώτες του Εμφυλίου. Μια ιστορία που αποσιωπήθηκε για το φόβο των Ιουδαίων, για να γίνει πολύ αργότερα γνωστή και στους ίδιους τους κατοίκους των Κάτω Λεχωνίων...
Φύγαν οι Γερμανοί, μαζί και οι Εασαδίτες κι αφήσανε το έργο τους ελεύθερο στην κοινή θέα. Με την ψυχή στο στόμα πλησίασαν δειλά οι Κατωλεχωνίτες. Ανάμεσά τους κι εσύ. Σήκωσες τα μάτια στα πρόσωπα των κρεμασμένων γυναικών. Δεν άντεξες. Πήγες παράμερα, σ’ απόσταση ασφαλείας, να μην τα ξεχωρίζεις. Να βλέπεις μόνο τις φιγούρες να λικνίζονται σ’ ένα αποτρόπαιο «λούνα-παρκ»: Τρεις γυναίκες κρεμασμένες σ’ ένα δέντρο, παγκόσμια «αποκλειστικότης» του χωριού μας! Σε πρώτο πλάνο τη Σοφίκα, αριστερά την Καλαβρού κι απέναντι τη Λουκία. Τρεις κούκλες παραμορφωμένες, να κρέμονται και να στριφογυρίζουν, δείχνοντας μια τις φριχτές μορφές τους και μια τους τσακισμένους τους λαιμούς, ανατριχιαστική σκηνή, σιωπηλή μαζί και κραυγαλέα, όσο κι αν μεσολάβησαν καιροί, δεκάδες χρόνια από τότε.
Από την τραγική εκείνη Παρασκευή της 7ης Ιουλίου του 1944... ]
(Από το εσώφυλλο του βιβλίου-έρευνα ζωής του λεχωνίτη Γιάννη Μαντίδη, που περιμέναμε και μόλις κυκλοφόρησε. Διατίθεται από τις εκδόσεις HISTORIA,Υψηλάντους 3, Αθήνα, τηλ. 2107255962 και από βιβλιoπωλεία του Βόλου.)

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Στον ...μαυροπίνακα !

Η οικογένεια Μιλάνου -από αριστερά Νίκος, 
Κάρ(ο)λος, μπαρμπα-Στέφανος & Στάθης.
(Από το Μουσείο της Πόλης του Βόλου)
Στη γνωστή παλιά (μουσική) ταβέρνα του Βόλου «Η ΣΚΑΛΑ» του Μιλάνου που τότε βρισκόταν στην πλατεία του Αγ. Νικολάου (Ερμού 174), στον τοίχο της αίθουσας υπήρχε ένας μαυροπίνακας. Είχε στην κορυφή του γραμμένον τον τίτλο «Ο αχάριστος κόσμος». 
Εκεί ο ιδιοκτήτης μπαρμπα-Στέφανος Μιλάνος (με τα παιδιά του) έγραφε κατά καιρούς αυτούς που είχαν περάσει από εκεί, έφαγαν κι ήπιαν και δεν πλήρωσαν! Και βέβαια ήταν συνήθης αυτή η πρακτική, λόγω έλλειψης χρημάτων. Όμως είχε τριπλό σκοπό αυτή η δημόσια «διαπόμπευση» (θα λέγαμε σήμερα). Πρώτον για να ξέρουν οι «μπαταχτσήδες» τι τους περιμένει αν δεν εξοφλήσουν τα χρέη τους, δεύτερον να το θυμούνται αν το «ξέχασαν και τρίτον «προς παραδειγματισμόν» άλλων!
Τα ονόματα άλλαζαν βέβαια και σβήνονταν όταν οι «έχοντες βερεσέδια» επενερχόμενοι πλήρωναν τα χρωστούμενα. Σταθερός μεγαλοφειλέτης ήταν ο μπουζουκτσής τότε και συνθέτης Γιώργος Μητσάκης με 150 δραχμές... 

Στις 16 Μαρτίου 1954 (χρονολογία της φωτογραφίας) στον «Αχάριστο κόσμο» γράφτηκαν άλλα ονόματα. Δυο απ’ αυτά ήταν από Καραμπασιώτες ( γνωστούς πότες). Πρώτο του Σαράντη Ανδρίτσου (μιναδόρος, φουρνελάς) και δεύτερο του Βλάση Κωστόπουλου (ράφτης).
Φαίνεται πέρασαν ήπιαν κι έφαγαν και άφησαν …για την επόμενη φορά την πληρωμή!
Δεν είναι γνωστό το πότε εξόφλησαν το λογαριασμό τους...
Πάντως στην επόμενη αναγραφή, δεν υπήρχαν τα ονόματά τους!
Άλλοι καιροί, άλλα ήθη!

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Κάηκε κι ένα σχολείο που 'ταν Παρθεναγωγείο…

«Εν Τσαγγαράδη του Πηλίου χθες, κατά τηλεγράφημα του νομάρχου Λαρίσσης, εγένετο παρανάλωμα του πυρός το Τζεβοπούλειον παρθεναγωγείον, μόλις σωθείσης της διευθυντρίας. Άγνωστον πόθεν προήλθεν το πυρ». 
Αυτά έγραφε η αθηναϊκή εφημερίδα (ΝΕΑ ΕΦΗΜΕΡΙΣ, Αθήναι, Δευτ. 25-12-1889) για τη φωτιά που κατέστρεψε το «Παρθεναγωγείο»(=σχολείο θηλέων) στην Τσαγκαράδα.
Δυο βδομάδες αργότερα στις 8-1-1890, στέλνει στην ίδια εφημερίδα επιστολή ο (από άλλα γραπτά του γνωστός μας) τσαγκαραδιώτης λόγιος Γεώργ. Αδρακτάς που διορθώνει την είδηση δίνοντας τις παρακάτω πληροφορίες :
1. Το παρθεναγωγείο δεν είναι Τζεβοπούλειο(!) αλλά «Ρήγειο», καθότι αυτό ήταν δωρεά από την κληρονομιά του Ρήγα Πέτρου Στυλιαρά και χτίστηκε μόλις τέσσερα χρόνια πριν, στα 1885.
2. Το παρθεναγωγείο «ήτο μέγαρον ωραίον και μεγαλοπρεπές εκ των λαμπροτέρων της κωμοπόλεως». Χτίστηκε σε σχέδια Γάλλου μηχανικού και κόστισε πάνω από 1500 λίρες.
3. Ήταν στην συνοικία της Αγ. Παρασκευής «επί λαμπράς θέσεως».
4. Την εποχή εκείνη υπήρχε και άλλο Παρθεναγωγείο στην Τσαγκαράδα στη συνοικία των Ταξιαρχών, δωρεά των αδελφών Καρτάλη.
5. Η πυρκαγιά ξεκίνησε από φωτιά που είχαν ανάψει εργάτες που εκτελούσαν εργασίες στο κτίριο για να ζεσταθούν -επειδή έκανε πολύ κρύο- στις 23 Δεκεμβρίου 1889. Η μετάδοση έγινε από πριονίδια που υπήρχαν στο δάπεδο.
6. Οι εργάτες κοιμήθηκαν και δεν κατάλαβαν τη φωτιά, παρά μόνον όταν αυτή πήρε διαστάσεις βγήκαν έξω φωνάζοντας.
7. Ειδοποιήθηκε η συνοικία με χτύπημα της καμπάνας, αλλά λόγω της προχωρημένης νύχτας και της απόστασης των σπιτιών δεν πρόφτασαν να τη σβήσουν οι προστρέξαντες κάτοικοι.
8. Στο διπλανό δωμάτιο κοιμόταν με τη μητέρα της η δασκάλα –η οποία και δίδασκε για πρώτη φορά. Έντρομες πετάχτηκαν έξω, ευτυχώς σώες και αβλαβείς.
9. Η πυρκαγιά έκαψε ολοσχερώς το κτίριο λόγω του δυνατού βοριά που επικρατούσε.
10. Η δημοτική αρχή «επελήφθη ανακρίσεων» για τα αίτια, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
11. Οι εργάτες αρχικά συνελήφθηκαν, αλλ’ αργότερα αφέθηκαν ελεύθεροι.
12. Το κτίριο δεν ήταν ασφαλισμένο «διά το απίθανον και το σπάνιον πυρκαϊάς εν τοις χωρίοις».

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Ατμοπλοΐα Στακού-Νανοπούλου

Μια διαχρονική ιστορία…
(χωρίς σχόλια !)
Εφημ. ΚΗΡΥΞ, Βόλος 6 Μαρτίου 1912
Η Ατμοπλοΐα Στακού- Νανοπούλου
[ ΙΔΡΥΘΗ μία ατμοπλοΐα Βολιώτικη διά του ενθουσιασμού και της επιχειρηματικότητος δύο Πηλιορειτών. Των κ. κ. Στακού και Νανοπούλου.
Η ίδρυσις της ατμοπλοΐας δια κεφαλαίων τοπικών, και με υπηρεσίαν εντελώς Βολιώτικην, έπρεπε  να υπακούση την υπερηφάνειαν του τόπου. Και όλοι μικροί και μεγάλοι να σπέυσουν προτιμώντες και υποστηρίζοντες τα Βολιώτικα ατμόπλοια. Δεν είνε έτσι ;
ΑΥΤΟ κάμνουν οι Συριανοί ! οι οποίοι επ’ ουδενί λόγω ταξιδεύουν ή φορτώνουν με άλλο βαπόρι ! Αυτό κάμνουν οι Άνδριοι ! Αυτό κάμνουν  οι Πειραιώτες οι φυσικοί εμπορικοί αντίπαλοι του Βώλου ! Μόνον οι Βολιώται δεν εννοούν το αίσθημα της τοπικής υπερηφανείας να το σπρώξουν μέχρις υποστηρίξεως της ατμοπλοΐας του τόπου των.
Και δι’ αυτό η Πηλίου με ατμόπλοια άριστα, τα καλλίτερα, τα μεγαλείτερα, με την άνεσιν, την περιποίησιν κι επιτέλους με τας χαμηλωτάτας τιμάς δεν κάμνουν τίποτα.
Ο ΛΑΟΣ, ο αισθηματικός λαός του Βόλου, ο αισθανόμενος καλλίτερα από τους μεγάλους τα καθήκοντά του, έχει κηρυχθή εκθύμως υπέρ της ατμοπλοΐας Πηλίου. Οι μεγάλοι όμως, οι ισχυροί, οι φορτωταί εκείνοι επί των οποίων θα επερίμενε να στηριχθή η  ατμοπλοΐα τού τόπου, την πολεμούν αλύπητα.
Προτιμούν να φορτώνουν εις όλας τας άλλας εταιρίας, τας Πατρινάς, τας Κερκυραϊκάς, τας Κινεζικάς ακόμη, όχι όμως εις την ατμοπλοΐαν Πηλίου!  Α μπα, αυτή δεν συμφέρει διότι ενισχύει τον τόπον ! Δεν τον αφήνει να γίνη νεκροταφείον !  
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΝ αναφέρομεν τούτο:
Την ημέραν καθ’ ήν επρόκειτο να αναχωρήση ο κ. Βενιζέλος διά Βόλον, έφευγον εκ Πειραιώς δύο άλλα ατμόπλοια εκτός του «Βόλου». Δύο δε έτεροι διευθυνταί ατμοπλοϊών παρουσιάσθησαν θέτοντες εις την διάθεσιν του κ. Πρωθυπουργού τα ατμόπλοιά των.
-Ευχαριστώ. Θα προτιμήσω το ατμόπλοιον το Βολιώτικον!
Οι Βολιώται όμως δεν σκέπτονται ούτω. ]
                                                              (εφημερίδα ΚΗΡΥΞ, Βόλος, 27 Απριλίου 1912)

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Το μαρτυρικό Καραμπάσι (3)

Φορτώσαμε, λοιπόν εις τα αυτοκίνητα συνεχίζει την αφήγησι του ο κ. Βολιώτης για την καταστροφή του Αγίου Βλασίου- και σε Γερμανοί μάς έφεραν πάλι εις το σχολειό μαζί με τους άλλους. Λίγο αργότερα μας διάταξαν να κατεβούμε στο προαύλιο. Βγαίνοντας από το σχολείο αντικρίσαμε καπνούς και φλόγες. Το χωρίο εκαίετο. Οι Γερμανοι έβαζαν φωτιά από σπίτι σε σπίτι. Σφίκτηκε η καρδιά μας. Πολλοί άρχισαν να κλαίνε. 
Οι Γερμανοί έδωσαν εντολή να ανεβούμε εις τα αυτοκίνητα, που ανέμεναν. Πού θα μας πήγαιναν άραγε; Είμασταν πολλοί και δεν χωρούσαμε όλοι.  Όσοι  έμειναν θα πήγαιναν πεζοπορία υπό συνοδείαν, φυσικά. Εγώ βρέθηκα μεταξύ των πεζών. Η κατεύθυνσίς μας ήταν προς Λεχώνια. Είχα την ετοιμότητα εις τον δρόμο να ρωτήσω έναν από τους Γερμανούς στρατιώτας για την τύχη μας. Αφελέστατα αυτός απήντησε. μου έδωσε δηλαδή να καταλάβω, ότι μας πήγαιναν εις τα Λεχώνια, όπου θα εκτελούσαν πενήντα. Αύτονοητη η λαχτάρα που δοκιμάσαμε πρώτος εγώ και ύστερα οι άλλοι όταν το επληροφορήθησαν.
Κάποτε, είχε πια μεσημεριάσει, φθάσαμε εις τα Λεχώνια. Μας συγκέντρωσαν εις την πλατεία. 'Ηρθε ένας γερμανός λοχαγός, ο διοικητής της μονάδας, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο επιβεβαίωσε την είδησι, ότι θα εκτελούσαν πενήντα από μας. 
Κατά καλήν τύχην ο τότε πρόεδρος της κοινότητας Αγίου Βλασίου Παχιός, ήξερε γερμανικά, διότι έμεινε ως αιχμάλωτος εις το Γκαίρλιτς της Γερμανίας. Συνεννοήθηκα λοιπόν μαζί του και με το θάρρος τού επεβάλετο από την περίστασι μιλήσαμε εις τον γερμανό λοχαγό. Του είπαμε, ότι άδικος υπήρξε η πυρπόλησις του Αγίου Βλασίου, και άδικος και η δική μας σύλληψις, ακόμη δε περισσότερο άδικος η ληφθείσα απόφασις περί εκτελέσεως πενήντα αθώων, διότι το επεισόδιο μεταξύ του γερμανού στρατιώτου και των εφεδροελασιτών δεν έγινε εις τον Άγιο Βλάση. Ο Γερμανός όμως άντεταξε το επιχείρημα ότι οι δύο νεαροί που ηλέχθησαν από τον στρατιώτην εις Άγιον Γεώργιον, έφερον ταυτότητας εκδόσεως Αγίου Βλασίου και ήταν αντάρτες. Εν πάση περιπτώσει από την επιμονή μας και τα λογικά επιχειρήματά μας εκάμφθη ο λοχαγός και χωρίς να πη λέξι ανέβηκε εις το αυτοκίνητό του και πήγε εις τον Άγιο Βλάσιο, όπου διέταξε να σταματήσουν οι καταστροφές και να σβήσουν αι πυρκαϊές. Ήταν όμως πλέον αργά αφού τα περισσότερα σπίτια και καταστήματα του χωριού εκάησαν. Εντελώς ελάχιστα εγλύτωσαν από την παρέμβασι αυτή του γερμανού λοχαγού, ο οποίος ύστερα από λίγη ώρα επέστρεψε εις τα Λεχώνια και ανήγγειλε ότι δεν θα εγίνoντο και αι εκτελέσεις. Αναπνεύσαμε άλλα τα βάσανα των αθώων Αγιοβλασιτών επέπρωτο να μην τελειώσουν ακόμη. 
Ο λοχαγός διέταξε, να χωρισθούν οι άνδρες από τα γυναικόπαιδα,  πράγμα που έγινε φυσικά, θέλοντας και μη, γρήγορα. Κατόπιν τα μεν γυναικόπαιδα και οι γέροι αφέθησαν ελεύθεροι να γυρίσουν εις το χωριό. Τους άνδρες οι Γερμανοί τους έβαλαν εις τα αυτοκίνητα και τους ωδήγησαν εις Βόλον όπου τους έκλεισαν εις την Κίτρινη Αποθήκη. Πολλών εξ αυτών η μοίρα υπήρξε φοβερή. Εξετελέσθησαν από τους Γερμανούς ή εστάλησαν εις τα στρατόπεδα της Γερμανίας. Κατά καλήν μου τύχη οι Γερμανοί με αφήκαν να συνοδεύσω τον εγχειρησμένον εις το μάτι πατέρα μου, μη δυνάμενον να βαδίζη. Έτσι εγλύτωσα και επέστρεψα και εγώ την ίδια ημέρα εις το χωριό.
Τι ήταν όμως εκείνο το οποίον μας ανέμενε; Καμμένος ο άλλοτε ωραίος Άγιος Βλάσιος, κατεστραμμένα εντελώς όλα σχεδόν τα μαγαζιά μας, ερείπια, οι περιουσίες μας αγρίως λεηλατημένες. Συμφορά άνευ προηγουμένου.
Αλλά το χειρότερο που ανέμενε εμένα ήταν κάτι άλλο: Ο θάνατος του αδελφού μου Βλάση Βολιώτη, 16 ετών, οποίος κρύφτηκε εις το ταβάνι τού σπιτιού όταν ήρθαν οι Γερμανοί και δεν κατώρθωσε να διαφύγη. Τον πυροβόλησαν και του άνοιξαν το κεφάλι. Ύστερα πήραν το πτώμα, το έριξαν επάνω σε ξερά ξύλα και προσανάμματα, το έβρεξαν με βενζίνη και έβαλαν φωτιά. Βρήκαμε τον αδελφό μου ημιαπηνθρακωμένο.
Ήταν και άλλοι οι φονευθέντες. Δώδεκα εν όλω εκείνη την ημέρα. Μαζέψαμε τους νεκρούς και τους μεταφέραμε εις το νεκροταφείο. Τους θάψαμε την επομένη.
 Ύστερα, με την πάροδο τού χρόνου, αφού εν τω μεταξύ απελευθερώθησαν και αρκετοί από τους  συλληφθέντες άνδρες του χωριού, προσπαθήσαμε να ξαναφτιάσουμε τη ζωή μας.  Ήταν εν τούτοις αυτό τόσο εύκολο; Όχι γιατί αι ψυχές μας γέμισαν από πένθος και πικρία, γιατί αι περιουσίες μας χάθηκαν μέσα σε λίγες ώρες, περιουσίες γερές που αντιπροσώπευαν αγώνες και ιδρώτα τόσων και τόσων χρόνων».
Ιδού τώρα ένας κατάλογος νεκρών κατοίκων του Αγίου Βλασίου, φονευθέντων κατά την Κατοχήν:
Βλάσ. Αρ. Βολιώτης, Μιχ. Δημ. Βολιώτης, Νικ. Κ. Κοψιαλής, Δημ, Λούκας, Ιω. Άλ. Τζαβέλας, Βλασ. Ν. Στανιός, .Κων. Φτελιανός. Βάιος Κ. Κλειτσογιάννης, Δημ. Αν. Κούτριας, Ιω. Σ. Παναγιώτου, Αγγελική Απ. Πολυχρόνου, Ευάγγελος Δ. Κούτριας, Κυρατσώ Δ. Πριάμου, Ευφροσύνη Ι. Κουκουβίνου, Ιωάν. Άγγ. Σταματόπουλος, Νικ. Δ. Τσιπαράς. Βασ. Κ. Καραγιάννης, Δημ. Κ. Καραγιάννης, Δ. Τρ. Βολιώτης, Κων. Ν. Κουτσουβέλης, Βασ. Γ. Βολιώτης, Ιω. Κ. Αργυρογιάννης, Κων. Γ. Κωστόπουλος, Βαρβάρα Απ. Κοσμά, Χρίστ. Ι. Αντωνόπουλος, Ανασ. Ράπτης, (Παντελ. Φιλ. Σπύρου,  Ιω. Β. Σαμαράς, Αδελφοί Κ. Ζησοπούλου κλπ).

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Το μαρτυρικό Καραμπάσι στα 1944 (2)

ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, Βόλος 8-7-1961
Διά να γίνη αντιληπτό πόσον φρικτό υπήρξε το δράμα του Αγίου Βλασίου αρκεί η κατωτέρω αφήγησις του κ. Ιω. Βολιώτη, του γνωστού καταστηματάρχου τροφίμων της οδού Κ. Καρτάλη, ο οποίος καταγόμενος από τον Άγιο Βλάσιο, έζησε κατά την περίοδο εκείνην εις το χωριό και υπήρξε αυτόπτης μάρτυς όλων:
 «Ένα ασήμαντο περιστατικό υπήρξε η αφορμή για να καή ο Άγιος Βλάσιος και να σκοτωθούν τόσοι συγχωριανοί μας από τους Γερμανούς. Συγκεκριμένως, λίγες ημέρες προ της καταστροφής ήλθε εις τον Άγιο Βλάσιο από τα Λεχώνια ένας γερμανός στρατιώτης, ο οποίος κρατώντας ένα τσουβάλι γύριζε από σπίτι σε σπίτι και μάζευε πίτυρα και καλαμπόκι για τις κόττες, που είχαν όπως έλεγε εις τα Λεχώνια αυτές και οι άλλοι στρατιώτες. Του δώσαμε τέλος πάντων αυτά που ζήτησε και έφυγε ανενόχλητος. Την άλλη ημέρα ο ίδιος Γερμανός πήγε εις τον Άγιο Γεώργιο, γιο να μαζέψη πάλι πίτυρα και καλαμπόκι. Εις την πλατεία του χωριού, μεταξύ άλλων αντελήφθη και δύο νέους, τους οποίους εθεώρησε υπόπτους. Τους επλησίασε και τους ζήτησε τις ταυτότητες. Οι δύο αυτοί νέοι δεν ήσαν από τον Άγιο Γεώργιο, αλλά από τον Αγιο Βλάσιο. Ο Γερμανός δεν είπε τίποτε, αλλά κράτησε τις ταυτότητες.
Τότε ειδοποιήθη το τοπικό τμήμα του εφεδρικού ΕΛΑΣ και σε λίγο εγένετο επίθεσις κατά του Γερμανού. Αυτός όμως κατόρθωσε να διαφύγη αμυνόμενος και να επανέλθη εις τα Λεχώνια, όπου ανέφερε τα διατρέξαντα εις τον διοικητή του.
Δύο ημέρες μετά ήλθαν εις τον Άγιο Βλάσιο μερικοί Γερμανοί με επικεφαλής ένα λοχία. Επεσκέφθησαν και το σπίτι μου. Δεν πείραξαν κανένα, τους δώσαμε μερικά αυγά πασχαλιάτικα και έφυγαν. Ο ίδιος λοχίας με στρατιώτες ξανάρθε εις το χωριό, αλλά πάλι δεν έγινε τίποτε το κακό. Θυμούμαι μόνον πως του άρεσε πολύ ένα καινούργιο σαλονάκι που είχαμε και υποπτευθήκαμε πως θα το έπαιρνε σε δεδομένη στιγμή. Εν τω μεταξύ είχε γνωσθή το επεισόδιο που συνέβη με τον γερμανό στρατιώτη και τους εφεδροελασίτες εις τον Άγιο Γεώργιο και οι συχνές αυτές επισκέψεις των Γερμανών εις τον Άγιο Βλάσιο μας ενέβαλαν σε υπόνοιες, που δυστυχώς απεδείχθησαν βέβαιες ύστερα από λίγες ημέρες, δηλαδή το Σάββατο 13 Μαΐου 1944.
Χαράματα, λοιπόν, του Σαββάτου ξυπνήσαμε ξαφνικά από ισχυρά κτυπήματα εις την πόρτα του σπιτιού. Κατέβηκα γρήγορα-γρήγορα και άνοιξα. Ήταν ο ίδιος, ο γνωστός πλέον γερμανός λοχίας, πανύψηλος και φοβερός, συνοδευόμενος από αρκετούς στρατιώτες. Είπε να κατεβούμε όλοι από το σπίτι και να των ακολουθήσουμε το ταχύτερον. Κατάλαβα πως κάτι το κακό συνέβη και χωρίς χρονοτριβή κατεβήκαμε όπως-όπως εγώ, η γυναίκα μου και ο μικρός τότε γιος μου και ακολουθήσαμε τους Γερμανούς. Μας οδήγησαν εις την πλατεία του χωριού, όπου εν τω μεταξύ συνεκεντρούντο και οι άλλοι κάτοικοι του Αγίου Βλασίου, άνδρες, γυναίκες και παιδιά αδιακρίτως ηλικίας.
Δεν μας άφησαν όμως εις τον ελεύθερο χώρο της πλατείας. Μας ενέκλεισαν εντός του σχολείου όλους, τετρακόσιους και πλέον ανθρώπους και ο κίνδυνος να καταρρεύσουν τα παλαιά πατώματα από το βάρος, ήταν μεγάλος.
Μαζεμένοι όπως ήμαστε μέσα εις το σχολείο όλοι οι κάτοικοι κάναμε διάφορες υποθέσεις για το τι μας περίμενε. Είχαμε οπωσδήποτε αντιληφθή ότι οι Γερμανοί αυτήν την φορά ήλθαν εις τον Άγιο Βλάσιο για μεγάλο κακό και η αγωνία μάς έπνιγε.
Σε λίγο οι Γερμανοί διέταξαν δέκα από μας να τους ακολουθούσουν. Μεταξύ των δέκα βρέθηκα και εγώ. Όλοι πίστεψαν και φυσικά εμείς οι δέκα περισσότερο, ότι θα μας πήγαιναν για εκτέλεσι. Ευτυχώς όμως οι φόβοι μας δεν βγήκαν αληθινοί.
Διότι, οι Γερμανοί μάς ήθελαν για αγγαρεία μόνον, δηλαδή για να μεταφέρουμε τι πράγματα που λεηλατούσαν από τα σπίτια και τα καταστήματα και να τα φορτώσουμε εις τα αυτοκίνητά των.»
                                                  (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ στο επόμενο και τελευταίο μέρος)

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

Το μαρτυρικό Καραμπάσι (Άγιος Βλάσιος) στα 1944 (1)

Στον βολιώτικο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ" της 8ης Ιουλίου 1961, δημοσιεύτηκε το παρακάτω κείμενο που αναφέρεται στις βαρβαρότητες των Γερμανών κατακτητών, που συνέβηκαν στο μαρτυρικό Καραμπάσι: 
Τον Μάρτιον του 1944 οι Γερμανοί, ως εγράφη, προέβησαν εις ευρείας εκτάσεως εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εις το Πήλιον εναντίον των ανταρτικών τμημάτων. Δεν αφήκαν περιοχήν, εις την οποίαν να μη διεισδύσουν. Όλα σχεδόν τα χωριά εδέχθησαν επιδρομές των Ες-Ες και υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Τα αποτελέσματα εκ των εκκαθαριστικών αυτών επιχειρήσεων δεν υπήρξαν τα αναμενόμενα διά τους Γερμανούς, οι οποίοι μάλιστα υπέστησαν σοβαρές απώλειες κατά την διάρκειαν των επιχειρήσεων αυτών, συγκρουσθέντες επανειλημμένως με τους αντάρτες. 
Ολόκληρος ο Απρίλιος του 1944 διέρρευσε με τούς Γερμανούς διατρέχοντας το Πήλιον, πολλοί δε Πηλιορείτες επλήρωσαν με την ζωήν και τις περιουσίες των την θηριωδία των Ες -Ες. 
Αρχάς Μαΐου και ολίγον πριν τερματισθή άνευ ουσιαστικών αποτελεσμάτων το «Κτένισμα» του Πηλίου, οι Γερμανοί, απογοητευμένοι και περισσότερον εξαγριωμένοι έστρεψαν την μήνιν των εναντίον του αμάχου πληθυσμού. Ούτω την 13ην Μαΐου ομάδες Ες-Ες επέδραμον εις τον συνοικισμόν του Αγ. Βλασίου Στρόφυλλον, τον οποίον και ελεηλάτησαν αγρίως. Επυρπόλησαν ακολούθως δέκα τρία σπίτια και εφόνευσαν εξ άτομα, μεταξύ των οποίων και μίαν γυναίκα αποτεφρωθείσαν εντός της οικίας της. Συνέλαβον εξ άλλου περί τους εβδομήκοντα κατοίκους τους οποίους μετέφεραν εις Βόλον και ενέκλεισαν εντός της «Κίτρινης Αποθήκης». Μετά πολλές παραστάσεις και παρακλήσεις οι συλληφθέντες αφέθησαν ελεύθεροι. 
Μετά τριήμερον, δηλαδή την 16 Μαΐου 1944, οι Γερμανοί επέδραμον εκ νέου εις τον συνοικισμόν και προεκάλεσαν και άλλες καταστροφές.
Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ
Την ιδίαν αυτήν ημέραν, δηλαδή την 16 Μαΐου οι Γερμανοί κατέστρεψαν τον Άγιον Βλάσιον (Καραμπάσι). Συγκεκριμένως οι Γερμανοί επυρπόλησαν 144 οικίες του χωρίου, τις οποίες προηγουμένως ελεηλάτησαν αγρίως. Μεγάλην δοκιμασίαν υπέστησαν οι κάτοικοι του Αγίου Βλασίου. Συλληφθέντες οι περισσότεροι από τους Ες-Ες οδηyήθησαν εις τα Λεχώνια. Εκείθεν μετεφέρθησαν οι όμηροι εις Βόλον και εφυλακίσθησαν εις την «Κίτρινη Αποθήκη». Εξ αυτών απηλευθερώθησαν οι περισσότεροι, αλλ' αρκετοί δεν εγύρισαν ποτέ εις το χωριό των. Εξετελέσθησαν υπό των Ες-Ες. Τρεις εις Λεχώνια, επτά άλλοι εις  Άγιον  Ιωάννην Κισσού και μερικοί ακόμη εις Βόλον. 
Τα θύματα εν τούτοις των Γερμανών εις Άγιον Βλάσιον υπερέβησαν συνολικώς τα σαράντα, δηλαδή το Καραμπάσι, όπως συνήθως λέγεται ο Άγιος Βλάσιος, επλήρωσε με πολύ αίμα αθώων και με ολοσχερή σχεδόν καταστροφή την εγκληματική μανία των Γερμανών επιδρομέων.
ΚΑΙ ΝΕΑ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΕΙΣ ΤΙΣ ΜΗΛΙΕΣ
Ας σημειωθή επ’ εύκαιρια κατά το χρονικόν αυτό διάστημα επλήγησαν για άλλη μια φορά και αι Μηλιές. Την 2Οην Μαρτίου 1944 οι Γερμανοί είσεβαλον εις Μηλιές και συνέλαβαν εξήντα τέσσερες κατοίκους τους οποίους μετέφεραν εις Βόλον. Εξ αυτών εξετέλεσαν τέσσερες, επτά απέστειλαν εις Γερμανίαν και τους ενέκλεισαν εις το φοβερό στρατόπεδο Νταχάου, ενώ είκοσι πέντε έπεσαν από τις σφαίρες των γερμανικών πολυβόλων την 2 και 3  Απριλίου 1944 εις την περιοχήν Λαρίσης. 
                                                                                       (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ στο 2ο μέρος)

Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Η σφαγή του Προμυρίου

 Στα 1823 οι Τούρκοι περνώντας απ' όλα τα χωριά του Κεντρικού Πηλίου και φτάνοντας στο Νότιο, αντιμετωπίστηκαν απ' τους επαναστάτες που ανασυντάχτηκαν πολεμώντας τους στις περιοχές αυτές.  Στις 8 Μαΐου κατέστρεψαν το χωριό του Προμυρίου, αλλά και τα χωριά Λαύκου και της Αργαλαστής σε μικρότερη έκταση. 
Η σφαγή του Προμυρίου είναι μια θλιβερή ιστορία, που έμεινε στην Ιστορία σαν την μεγαλύτερη θηριωδία των Τούρκων στο Πήλιο. 
Προχθές λοιπόν, ήταν η θλιβερή επέτειος της καθολικής καταστροφής του Προμυρίου. Ο Νικ. Ι. Δάμτσας- μαθ. Γυμνασίου, έγραψε το παρακάτω ποίημα και δημοσιεύτηκε στο 
Περιοδικό (του Ζωσιμά Εσφιγμενίτη) ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, Βόλος, Μάιος 1896, έτος Η΄,αριθ.94  
(Εδώ αντιγραφή σε μονοτονικό)

Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΠΡΟΜΥΡΙΟΥ ΤΩ  1823

Ω, του Μαΐου θλιβερά, ημέρα απαισία
μηνός ογδόη ανθηρού, καθ’ ην η πανδαισία,
Η στυγερά και απεχθής  των αρπαγών και φόνων
έλαβε χώραν εις μικρόν της Θεσσαλίας κλώνον,
Ημέρα καθ’ ην έρρευσε τόσον αθώον αίμα
και κατεστράφη άσπλαχνα αγνόν Πηλίου θρέμμα,
Ημέρα απηνής, σκληρά αιμόφυρτος αγρία,
καθ’ ην της Θέτιδος την γην, τα φοβερά θηρία,
Οι του Μωάμεθ οπαδοί και του αισχρού λαβάρου
επότισαν αίμα αγνόν τα τέκνα του βαρβάρου,
Ημέρα ερημώσεων πυρκαϊών αθλίων
καταστροφής ανηλεούς παρά χειρών δολίων,
Είθε να μη υπέφωσκε να μη υπήρχεν όλως
εις τον λαμπρόν ορίζοντα της άκρας, ένθα στόλος,
Πέρσου πλουσίου ισχυρού κ’ ενδόξου βασιλέως
κοινής Ελλάδος  ποτ’ εχθρού απώλετο τελέως,
Είθε να μην εφώτιζεν ο ήλιος εκτείνας 
τότε την χλοεράν ακτήν τας αργυράς ακτίνας,
Ότε πεντακισχίλιοι Τούρκοι απροσδοκήτως
εκύκλωσαν  ως φοβερόν την Σηπιάδαν κήτος,
Οι κάτοικοι δε ήρεμοι ηγείροντ’ ως συνήθως
αλλ’ έτριψαν τους οφθαλμούς ιδόντες τόσον πλήθος,
Το μεν  κακόν εννόησαν οι δυστυχείς αγρόται
αλλ’όμως τι ηδύναντο να κάμουν ούτοι τότε;
Εξήλθον εις απάντησιν των φοβερών θηρίων
και άσυλον τοις έδωκαν όλον των το χωρίον.
Οι άπιστοι Οθωμανοί τότε μετά φιλίας
διώρου προσεφέρθησαν υπούλου και δολίας,
Αλλά κρυφίως έβραζε δίψα πολλής σφαγής
αιχμαλωσίας, εμπρησμών, βίας και αρπαγής,
Όθεν δεν διετήρησαν πολύ αλωπεκήν
και ήρχισαν μ’ εκβιασμόν και απειλήν κακήν,
Να απαιτώσι χρήματα ειδ’ άλλως να τους σφάξουν
ή αιχμαλώτους στον Μαχμούτ όλους να τους απάξουν.
Αλλ’ ότε πλέον ο θυμός πλέον εκορυφώθη
σύνθημα γενικής σφαγής αμέσως τότ’ εδόθη,
Κ’ ευθύς αφού αντήχησαν τρεις τυφεκίου κρότοι
έγινε δε ο βιασμός και απειλή η πρώτη,
Εφώρμησαν ως άγριοι και λυσσαλέοι λύκοι
κατά αόπλων ατυχών, ω! ποία τότε φρίκη!
Ω! τότε πλέον φοβερός όλεθρος επετέθη
ο σίδηρος και πυρ ομού, ευρίσκοντο εν μέθη,
Η άσπλαγχνος η μυρμηγκιά  των τρομερών Βανδάλων
των του Χριστού ημών εχθρών, του κόσμου των σκανδάλων.
Αγρίως και ανηλεώς κατά απλών ανθρώπων
ερρίφθη κατασφάζουσα μετά αγρίων τρόπων,
Ενώπιον των οφθαλμών των τέκνων των συζύγων
αίτινες ως αιχμάλωτοι τρέμουσαι τότ’ εσίγων,
Εσφάζοντο ανηλεώς γονείς και σύζυγοί των
στου γείτονος δ’επέπλε το αίμα, άλλος γείτων.
Οικίαι αι καλλίτεραι και πτωχικαί συγχρόνως
παρά των Τούρκων των σκληρών εκαίοντο αφρόνως.
Σύζυγοι προσφιλών ανδρών μητέρες οιμωζόντων
τέκνων μικρών ηρπάζοντο, νεκροί μετά των ζώντων
Εις αίμα εκυλίοντο, και μη εις ηλικίαν 
παίδες, εισέτι νεαροί δι’ άπιστον θρησκείαν,
Προωρισμένοι του Ισλάμ ως άκακα αρνία
συνελαμβάνοντο αισχρώς. Ω! Τουρκική μανία! 
Ω! ποίος όλεθρος δεινός, καταστροφή μεγάλη!
των Κορανίου οπαδών αγρία παραζάλη!
Αθώων δυστυχών τινών ότε πλέον εμάνη
το στίφος το απάνθρωπον αχρείοι Μουσουλμάνοι,
Μη αρκεσθέντες ς’ των λοιπών τον βιασμόν και φόνον
υπολειφθέντων ζωντανών τριάκοντα και μόνον,
Απέκοψαντας κεφαλάς αυτών υπό τον όρον
να φέρωσιν εις τον Πασσάν θηριωδίας δώρον.
Ως δήθεν επαναστατών κατά του καθεστώτος
και την απελευθέρωσιν ζητούντες ανενδότως.
Οι Τούρκοι οι επίλοιποι ζηλεύσαντες τους άλλους
ήλθων προς λείαν και αυτοί εις ολεθρίους σάλους,
Και ούτω επεσφράγισαν το της σφαγής των τέλος
μεταβαλλόντες άπαντα εις αιματώδες έλος.
Οι ατυχείς δε κάτοικοι έξαφνα προ του δείπνου
ς’ τους κόλπους παρεδώθησαν του αιωνίου ύπνου.
Το δύστηνον Προμύριον ούτως απενθρακώθη
κ’ εις ερειπίων άμορφον σωρόν μεταμορφώθη,
Μόνον δε τεσσαράκοντα εξ όπλων ανοσίων
εκ των χιλίων αρχικώς  και των πεντακοσίων,
Διέφυγον τον θάνατον, εις δάση και κρυψώνας
κρυφθέντες, και εις φάραγγας βαθείας κ’ εις αυλώνας,
Έτι τινές αιχμάλωτοι δια πολλών χρημάτων
σωθέντες επανέθεσαν στον πλήρη εκ πτωμάτων,
Κατάκαυστον, αιμοβαφή χώρον του Προμυρίου,
μετ’ άλλων τα θεμέλια έπειτα του χωρίου.
Ω! ευκλεής επίσημος γωνία της Ελλάδος
Τρίτης μιας ο όλεθρος  ημέρας αποφράδος,
Σ’ ερήμωσεν ολοτελώς όλων των σων κατοίκων
ανδρών παιδίων γυναικών και καλυβών και οίκων,
Ω! άκρα περιώνυμος του ευκλεούς Πηλίου
παρηγκωνίσθης εκ παντός ιστορικού βιβλίου,
Πάντες την σην παρέλιπον ανδρείαν του αγώνος,
να περιγράψη τας σφαγάς  είς δεν ευρέθη μόνος.
Υπέμενας τα πάνδεινα, καταστροφήν κινδύνους,
μετά καρτερικότητος και ταύτην και εκείνους,
Οι άνδρες σου εσφάγησαν  και έπεσαν γενναίως
υπό μαχαίρας απηνούς του φοβερού φονέως,
Γυναίκες δε και τέκνα σου απήχθησαν ως λεία
και θύματα κατέστησεν αυτά αισχρά δουλεία.
Αλλά και σε Αλιό Πασσά η των ποινών εσχάτη
εις τέλος σ’ επερίμενε μάχαιρα αισχροτάτη.
Έπεσεν το Προμύριον, ναι, όλως κατεσφάγη
αλλ’ εις την ημισέληνον ουδόλως υπετάγη.