Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Τα κάλλη του Πηλίου

Η κρητικής καταγωγής δασκάλα, δημοσιογράφος και εκδότρια, φεμινίστρια και ιδρυτικό μέλος του Λυκείου Ελληνίδων Καλλιρρόη Παρέν-Σιγανού (1861 ή 1859-1940),  είχε επισκεφτεί το Βόλο και το Πήλιο.
Σε παλιότερη ανάρτηση είχαμε αναφερθεί σ’ αυτήν και στην επίσκεψή της στα Λεχώνια και το σχολείο τους.
Σήμερα μπορούμε να διαβάσουμε ένα όμορφο κείμενο για το Πήλιο και την Πορταριά με τίτλο «ΤΑ ΚΑΛΛΗ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ».

[Δεν γνωρίζω σε ποιο βιβλίο ή περιοδικό της εποχής (1900;) έχει δημοσιευτεί
(Όποια/ος γνωρίζει ας μας διαφωτίσει) 
Είναι από το αρχείο του φίλου Νικ.Μαστρογιάννη που τον ευχαριστώ/ούμε!]

Διαβάστε (ΕΔΩ) ή (ΕΔΩ) 

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Βιβλιοθήκη Ζωσιμά

[ Η πρώτη Βιβλιοθήκη που λειτούργησε στο Βόλο, στις αρχές ακριβώς του αιώνα μας, ήταν το «Αναγνωστήριον Κοινόν» που σύστησε ο κοσμοκαλόγερος του Βόλου Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, μια από τις εξέχουσες πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής.
Εκδότης ο ίδιος τον περιοδικού «Προμηθεύς» είναι ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου, αναγγέλλει στο τεύχος Νοεμβρίου 1900 του περιοδικού, την απόφασή του να ιδρύσει «Αναγνωστήριον Κοινόν», όπου θα μπορούσαν να προσέρχονται οι φιλαναγνώστες και να μελετούν τα βιβλία του. Ο Τύπος της εποχής επικρότησε και εγκωμίασε την απόφαση αυτή του Εσφιγμενίτη, ενώ το κοινό επισκεπτόταν με προθυμία τη μοναδική αυτή βιβλιοθήκη. 
Το «Αναγνωστήριο» λειτουργούσε επί της οδού Αλεξάνδρας 123 από τις 15 Οκτωβρίου 1900, και στις ώρες 10-12 το πρωί και 5-8 το απόγευμα.
Προμηθεύς, Νοέμβριος 1900
Η σπάνια βιβλιοθήκη του Εσφιγμενίτη, που συνεχώς εμπλουτιζόταν, διέθετε βιβλία παλιά, εκδόσεις Ευρώπης και ξενόγλωσσα, καθώς και το σύνολο των δικών του εκδόσεων που έφταναν τις είκοσι τρεις. Ο εμπλουτισμός της γινόταν είτε με δωρεές, όπως εκείνη τον τυπογράφου της Αθήνας Σπυρ. Κουσουλίνου, τον Δεκέμβριο του 1900 με 110 τόμους, είτε με αγορές που πραγματοποιούσε ο ίδιος, -240 τόμους αναφέρει τον Ιανουάριο τον 1901- με αποτέλεσμα αρχές Φεβρουαρίου να ανέρχονται σε 2.850 τόμους.
 Ένα χρόνο αργότερα ο Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, άρρωστος ο ίδιος πρότεινε να παραχωρήσει την βιβλιοθήκη του στο Δήμο Παγασών (Βόλου σήμερα), με σκοπό να την οργανώσει και να την λειτουργήσει πλέον ως δημοτικό ίδρυμα. Η Δημοτική Αρχή αρνήθηκε κατηγορηματικά να αποδεχθεί την προσφορά αυτή του Εσφιγμενίτη, μ’ αποτέλεσμα να χάσει ο Βόλος την ευκαιρία να διαθέτει από το 1902 οργανωμένη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Η απαράδεκτη αυτή άρνηση των δημοτικών αρχόντων, εξόργισε τον αρχαιολόγο Νικ. Γιαννόπουλο που με μια του επιστολή στην εφημερίδα τους κατακεραυνώνει». Λίγους μήνες αργότερα ο Εσφιγμενίτης πέθανε. 
Στη διαθήκη του, με ημερομηνία 5/11/1902, αφήνει τη βιβλιοθήκη του, με 3.200 πλέον τόμους, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος «όπως τοποθετηθή εν ιδίω διαμερίσματι και χρησιμεύση δια τους φιλαναyνώστας της πόλεως Βόλου προς ους θέλει είσθαι προσιτή τουλάχιστον τρις της εβδομάδος». Αλλά και η κληροδοσία αυτή δεν ευδοκίμησε. Με τα βιβλία δεν ασχολήθηκε κανείς, ώσπου το 1908 περιήλθαν στο νεοσύστατο τότε Θρησκευτικοφιλολογικό Σύλλογο «Τρεις Ιεράρχαι» που εντόπισε τη Βιβλιοθήκη «ως άχρηστον ερριμένη εις τινά αίθούσα της Α' Δημοτικής Σχολής», και η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα των σπάνιων βιβλίων της Βιβλιοθήκης που ίδρυσε ο σύλλογος. [...]
(Το παραπάνω κείμενο είναι ακριβής αντιγραφή από το βιβλίο ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΒΟΛΙΩΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 1940-1990, Βόλος 1992, του Γιάννη Μουγογιάννη, σελ.116-170

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Η Επανάσταση στο Πήλιο το 1854

Άνοιξη 1854: Το Πήλιο και πάλι ξεσηκώνεται! 
Πρώτος ο Νικόλαος Φιλάρετος ξεσήκωσε το Πήλιο και μετά από ένα ενθουσιώδη του λόγο οι πρόκριτοι δημοσίευσαν την παρακάτω προκήρυξη:
«Οι υποφαινόμενοι πρόκριτοι των χωρίων Λαύκου και Προμυρίου μη δυνάμενοι πλέον να υποφέρωμεν τον προ τεσσάρων αιώνων δουλικόν ζυγόν και τας φρικτάς συνεπείας του.
Μη ανεχόμενοι πλέον να βλέπωμεν την μεν ιεράν ημών θρησκείαν εμπαιζομένην, την δε τιμήν εξυβριζομένην και την περιουσίαν ληστευομένην δια διαφόρων διαρπαγών ανηκούστων και συνεχών ως και την ζωήν ημών αυτήν κινδυνεύουσαν καθ’ εκάστην. Ακούσαντες δε ότι και οι λοιποί αδελφοί μας Ηπειρώται, Θεσσαλοί και Μακεδόνες έδραξαν τα όπλα κατά της ανόμου Τουρκίας, δράττομεν και ημείς αυτά επίσης και κηρύττομεν ενώπιον θεού και ανθράκων και εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, ότι είμεθα αποφασισμένοι να πολεμήσωμεν μέχρι τελευταίας πνοής, υπέρ της θρησκείας, της πατρίδος και της ελευθερίας μας.Εγειρόμενοι αυθορμήτως, καταβαίνομεν εις τον βαρύν μεν αλλ’ ένδοξον αγωνα».
Τα χωριά επαναστατούν το ένα κατόπι του άλλου και πουθενά δεν φαινόταν ο εχθρός.
Ο αρχηγός Φιλάρετος βρισκόταν μια απ’ τις ημέρες εκείνες έξω απ’ την Αργαλαστή με τους συμπολεμιστές του, όταν από μακριά φάνηκε ερχόμενη μια συνοδεία. Το καραούλι σφύριξε και όλα τα παλληκάρια έπιασαν τα όπλα. Αμέσως ειδοποιήθηκε ο αρχηγός από έναν επαναστάτη ότι μια συνοδεία με κάποιον ιερέα και μερικούς γέροντες θέλει να τον δει.
-Ας έλθουν, είπε ο αρχηγός.
Αμέσως  οδηγήθηκε μπροστά του η μικρή και πένθιμη συνοδεία της οποίας προηγούνταν ο ιερέας. Ήταν λαός σκλάβων απ’ το Βόλο, γέροντες, γυναίκες και παιδιά με φοβισμένα πρόσωπα.
- Η ευλογία του Θεού σε σένα και στα παλληκάρια σου, είπε ο ιερέας.
Όλοι αυτοί, που βλέπεις εδώ έρχονται να σου μαρτυρήσουν το τρομερό κακό, που κρέμεται στα κεφάλια μας. Αυτουνού εδώ του γέροντα, είναι από τους Μπαχτσέδες, τούχουν στη φυλακή τρία παλικάρια των γηρατειών του στήριγμα.
 -Ναι καπετάνιο, είπε δειλά ο γέροντας. Όπως σου λέει ο δέσποτας είναι. Κι ακόμα τη θυγατέρα μου ψες την ατίμασαν οι Αρβανίτες.
-Κι αυτή εδώ, είπε ο ιερεύς, με θρηνώδη τόνο και τα δάκρυα στα μάτια, έχουν τον άντρα της και τα δύο παιδιά της στη φυλακή και φοβερίζουν οι Αγάδες πως θα τους περάσουν στη σούβλα σαν αρνιά του Πάσχα. Κι ακόμα της κάψανε το σπίτι και της πήρανε και το βιος. Βασανιστήρια υποφέρουν στην Λάρισα και στον κάμπο οι άνθρωποι.
 - Κάθε μεγάλη πράξη, χρειάζεται και θυσίες, ειπώ ο αρχηγός. Θυμηθείτε τον Πατριάρχη και το Ρήγα που τους έπνιξαν οι Τούρκοι και τόσους άλλους μάρτυρες της επαναστάσεως και κάνετε υπομονή. Σε λίγο θα ανάψει η φωτιά, που θα λάμψει και θα θαμπώσει τον κόσμο όλο.
- Και ο αρχιερέας Γαβριήλ πώς είναι ; Εργάζεται για το σκοπό μας ;
-Απελπισμένος, καπετάνιο μου, κάμει και άλλους να δειλιάζουν.
- Τι; Τον διέκοψε ο αρχηγός
Αλήθεια. Εδώ και τρεις μέρες μας φώναξε στην Επισκοπή και μας είπε : Οι Τούρκοι παντού νικούν. Είναι απειράριθμοι. Να πείτε, ότι οι χωρικοί οφείλουν να στείλουν από δύο νοικοκυραίους, τους καλυτέρους στο Βόλο να προσκυνήσουν τον Πασά .
-Αυτό να μη γίνει ποτέ -διέκοψε και πάλι ο αρχηγός.
- Και άλλο ακόμα. Αφού μας είπε πολλά μας έδωσε από ένα γράμμα να το διαβάσουμε σε όλες τις εκκλησίες των χωριών.
-Πού τόχετε ;
-Εδώ καπετάνιο μου, εγώ το κράτησα και δεν το διάβασα. Πάρτο... Και έβγαλε από το ράσο του ένα χαρτί και το τόδωσε.
Ο αρχηγός το άρπαξε με οργή, το άνοιξε και διάβασε. 
«Σπεύσατε λοιπόν και πληροφορήσατε τον λαόν να μην απατηθή από ψευδείς λόγους. Πασχίσατε, ας φανούν αντάρται. Να τους πείσητε ν’ αποχωρήσουν, διότι θα γίνουν αιτία καταστροφής σας. Αν σας παραβιάσουν καλέσατε απ’ εδώ στρατεύματα και χτυπήσατέ τους κι εσείς. Να βάλετε εις τα οσπίτιά σας επάνω, ήτοι να υψώσητε, από ένα μανδύλι κόκκινο, δια να γνωρίζουν, ότι είναι εκεί πιστοί υπήκοοι.»
— Κατάρα ! Φώναξε γεμάτος οργή ο αρχηγός κι αφού τσαλάκωσε το χαρτί το πέταξε κάτω και το ποδοπάτησε, με τόση μανία, που αυτό καταξεσκίστηκε.
-Υπάρχουν λοιπόν και Έλληνες, που δεν έχουν ελληνική καρδιά. Αυτό θα το μάθουμε!
Και αφού στράφηκε στον ιερέα είπε:
-Πηγαίνετε κι έχετε θάρρος!

Στο Πήλιο
Όταν έφυγε ο ιερέας και οι άλλοι κάτοικοι του Βόλου και ο Φιλάρετος έμεινε μόνος, βυθίσθηκε σε συλλογισμούς για το πραξικόπημα του Αρχιερέως του Βόλου, Γαβριήλ.
-Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός -έλεγε και δεν θέλει να αισθανθεί τον ίδιο εθνικό παλμό τον οποίο αυτές τις ημέρες αισθάνονται όλοι; Ποια αίτια τον αναγκάζουν ν’ αποκηρύσσει τον ιερόν αγώνα του Έθνους και να συνιστά στους Χριστιανούς να μεταβούν να προσκυνήσουν τους  αγρίους και αιμοβόρους Τούρκους; Ποιες αφορμές τον παρακινούν, ή ποιες αιτίες τον εξαναγκάζουν σ’ αυτό;
Με τις σκέψεις αυτές σηκώθηκε και βάδιζε. Σφύριγμα ακούστηκε και ένας των ανδρών του σώματός  του παρουσιάστηκε.
- Αρχηγέ -είπε- από τις Πινακάτες, Μηλιές, Βυζίτσα, Νιάου, Καραμπάσι (Άγιος Βλάση), Άγιο Λαυρέντη και Δράκια, ήλθαν προεστοί και θέλουν να σας μιλήσουν.
-Ας έλθουν, είπε ο αρχηγός.
Σε πολύ λίγο - οι προεστοί των παραπάνω χωριών συνομιλούσαν με τον αρχηγό. Ήλθαν για να συνεννοηθούν για να κηρύξουν την επανάσταση και στα χωριά τους.
Και πράγματι την 25η Απριλίου οι κάτοικοι Πινακατών, Μηλεών, και Βυζίτσας, δημοσίευσαν επαναστατική προκήρυξη όμοια με των κατοίκων Προμυρίου και Λαύκου. Την 26η η Νιάου. Την 27η το Καραμπάσι(Άγιος Βλάση), την 28η ο Άγιος Λαυρέντης και την 29η οι κάτοικοι της Δράκιας.
Ενώ στο Πήλιο εξαπλωνόταν η επανάσταση,  οι Γ. Γριζάνος, Χρόνης Βασδέκης καί Β. Βασδέκης μπαίνανε στα δυτικά του Παγασητικού. Οι Τούρκοι τους χτύπησαν και ανάγκασαν, λίγους απ’ αυτούς, να μπουν στο χωριό Άκετσι.
Από εκεί περπατώντας νύχτα φτάσανε στο  χωριό Μελισσιάτικα Καλύβια, που απείχαν μισή ώρα από την πόλη και ετοιμάζονταν να πολιορκήσουν το φρούριο του Βόλου.

Η πολιορκία του Βόλου
Ενώ ο στρατηγός Χατζηπέτρος συγκέντρωνε τις δυνάμεις του στο Λουτρό κι ετοιμαζόταν να πολιορκήσει την Καρδίτσα, οι ντόπιοι Μπασδέκης, Γριζάνος και υπόλοιποι αρχηγοί, ετοιμάζονταν στα  Μελισσιάτικα Καλύβια για την πολιορκία του Βόλου. Οι Τούρκοι όμως του Βόλου δεν τους άφησαν να συνταχτούνε και αποφάσισαν βγαίνοντας εκείνη τη στιγμή από το Φρούριο να χτυπήσουν την ομάδα του Μπασδέκη. Πράγματι 400 Τούρκοι στρατιώτες, 50 Αλβανοί και 40 ιππείς σέρνοτας και δύο πυροβόλα επιτέθηκαν κατά των επαναστατών. Μάχη πεισματώδης έγινε που κράτησε μέχρι τη νύχτα, όπου σκοτώθηκαν  πολλοί απ’ τους Τούρκους. Οι  Ελληνες που επωφελήθηκαν του σκοταδιού  αποσύρθηκαν προς τους Μπαχτσέδες του Άνω Βόλου, για να περιμένουν εκεί βοήθεια και γιατί πληροφορήθηκαν πως το πρωί φτάνουν για ενίσχυση των Τούρκων πάνω από χίλιους στρατιώτες με τρία πυροβόλα.
 Όταν ο Μπασδέκης και η ομάδα των επαναστατών  βρίσκονταν στους Μπαχτσέδες και ζητούσαν με προκηρύξεις και αγγελιοφόρους να τρέξουν σε βοήθειά τους οι Πηλιορείτες, τους κατοίκους του Βόλου τους είχε πιάσει πανικός. Τον πανικό κυρίως προκάλεσε ο επίσκοπος Δημητριάδος Γαβριήλ. Αυτός έβγαλε εγκύκλιο προς τους ιερείς, πρόκριτους και προεστώτες κι όλους τους χριστιανούς, με την οποία έλεγε, ότι οι Τούρκοι κατατροπώνουν τους επαναστάτες γύρω απ’ το Βόλο:

Μάχη Μπακτσέδων
 Φανερό ήταν ποιο αποτέλεσμα είχε η εγκύκλιος! Κανένας δεν βοήθησε τους αντάρτες του Μπασδέκη, που αποφάσισαν μόνοι τους να επιτεθούν κατά του Βόλου και που δεν ήταν περισσότεροι από 900.
Οι Τούρκοι και πάλι δεν περίμεναν την επίθεση αλλά εφόρμησαν κατά των επαναστατών και δόθηκε σκληρή μάχη.
Οι αντάρτες μάχονταν απεγνωσμένα. Επειδή και  τα πολεμοφόδιά τους ήσαν ελάχιστα, έκαναν οικονομία και ορμούσαν με τα γιαταγάνια τους εναντίον του εχθρού, καταφέρνοντας μεγάλες απώλειες και σπέρνοντας τον πανικό.
Οι Τούρκοι κλονίζονται. Νέες όμως ενισχύσεις ατελείωτες στέλνονται από το Φρούριο.
Κατά την μάχη αυτή που κράτησε μέχρι το βράδυ φονεύθηκαν 137  Τούρκοι και τραυματίστηκαν 29. Από τους επαναστάτες φονεύτηκαν 15, και τραυματίστηκαν 6.
Λόγω της μεγάλης δυνάμεως των Τούρκων, οι επαναστάτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφού είδαν ότι παρόλο τον ηρωισμό τους δεν θα είχαν θετικό αποτέλεσμα. Ανέβηκαν στη μονή του Αγ. Ιωάννη της Πορταριάς και από εκεί πέρασαν στον Αγ. Λαυρέντη, γιατί μάθανε πως Τούρκοι στρατιώτες επρόκειτο ν’ αποβιβαστούν  στην Αργαλαστή ή στο Λαύκο και προσβάλουν από πίσω το. Ν. Φιλάρετο.
Η πληροφορία δεν αυτή δεν ήταν αληθινή για τούτο και επέστρεψαν, προσβάλλοντας τα χωρία του δήμου Αρμενίου, Ριζόμυλο, Χατζήμισι (Στεφανοβίκειο), Γκερλή(Αρμένιο), και ξαναγύρισαν σε Κανάλια Κερασιά, μονή Καμπάνας, Βουλγαρινή(Έλαφος) και Κισσό.
Τότε  επήλθε διάσταση μεταξύ του Γ. Γριζάνου και Χρόνη Μπασδέκη και επειδή έμειναν και από πολεμοφόδια οι επιχειρήσεις ατόνησαν. Καθένας τραβούσε το δρόμο του και υπονομεύονταν μεταξύ τους.
Η εξέγερση τότε τερματίστηκε και με απόφαση της κεντρικής κυβέρνησης.
Ακόμη ο Παπακώστας Τζαμάλας (μαζί με τους Ιωάννη και Αχιλλέα Βελέντζα είχαν κάποιες αψιμαχίες στον Πλάτανο και τον Αλμυρό) είχε κάνει μια συνεννόηση για βοήθεια στους Πηλιορείτες για την κατάληψη του Βόλου. Αυτό όμως δεν ευοδώθηκε γιατί (όπως λέγεται) οι συμφωνημένες χρηματικές παροχές προς τον Τζαμάλα δεν τον ικανοποίησαν! 
Οι αρχηγοί του Πηλίου και οι επαναστατικές ομάδες τους δεν υπήρξαν ευτυχέστεροι του Χατζηπέτρου που αρχικά είχε και αυτός στη Θεσσαλία νίκες.  
Η επανάσταση είχε αρχίσει να ψυχορραγεί.
Και είναι αληθινό, πως κάποιοι Πηλιορείτες βοήθησαν τον αγώνα, αλλ’ η μεγάλη πλειονότητα εμεινε απαθής. Μεταξύ των αρχηγών Πηλιορειτών ήταν κι ο Χατζηαντώνης Καρτάλης, αρχηγός της μεγάλης οικογένειας των Καρταλαίων. Το σώμα του Καρτάλη που συντηρούνταν με έξοδα του αρχηγού, ήταν εφοδιασμένο και μ’ ένα πυροβόλο το οποίο μεταφερόταν  στις μάχες μ’ ένα μουλάρι. Παρόλες όμως τις θυσίες κάποιων αγωνιστών του Πηλίου, η έλλειψη ενισχύσεων, η έλλειψη πολεμοφοδίων και η αδιαφορία των περισσότερων κατοίκων, έκαναν δύσκολη τη θέση των επαναστατών.

 Έτσι τελείωσε άδοξα αυτό κι αυτό το επαναστατικό κίνημα της Άνοιξης του 1854.

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Μια ιστορία για το τρενάκι


Ο Charles-Eugène Coustenoble (1861-1895) (Κούστενομπλ) και η γραμμή του τρένου Πηλίου των 60 εκατοστών!

Η Εταιρεία των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων για ν’ αυξήσει τα έσοδά της, αποφάσισε την επέκταση της γραμμής από την πόλη του Βόλου, στα Λεχώνια κατά μήκος της θάλασσας που θα κάλυπτε 12,430 χλμ.
Αυτή η επέκταση που αποφασίστηκε στα 1893, άνοιξε στις 12 Οκτωβρίου 1895, με μικρή διάρκεια εργασιών από το Μάρτιο του 1984.
Έτσι το «τρενάκι του Βόλου» αρχικά (1895) έφτανε ως τα Άνω Λεχώνια. Το 1900 αποφασίστηκε προέκταση και μετά τρία χρόνια εργασιών το 1903, ξεκίνησε η γραμμή ως τις Μηλιές. Υπήρξαν τότε συζητήσεις και σχέδια για την επέκτασή της μέσω Νεοχωρίου ως Τσαγκαράδα και Ζαγορά!  Έγινε μάλιστα συζήτηση μεταξύ βουλευτή Γ. Φιλάρετου και Εβαρίστο Ντε Κίρικο και για άλλη προέκταση ως τα Καλά Νερά και …τη Μηλίνα!
Η γραμμή έχει ολικό μήκος -ως τις Μηλιές- 29 χλμ. και εύρος 0,60 μ. Το πλάτος-εύρος- αυτής της γραμμής είναι το μικρότερο των σιδηρόδρομων της χώρας μας [1,00 μ. (μετρική) ήταν το πλάτος των Θεσσαλικών γραμμών και 1,435 (κανονική) των ΣΕΚ-ΟΣΕ].
Την περίοδο των συζητήσεων μεταξύ μηχανικών-συμβούλων εκπροσώπων του Δημοσίου και της Εταιρείας, έγινε επεισόδιο μεταξύ του Δ/ντή και των συμβούλων για το εύρος της γραμμής:
Το επεισόδιο αυτό έγινε όταν Γενικός Δ/ντής των Θεσ. Σιδηροδρόμων ήταν ο Γάλλος μηχανικός απόφοιτος του Institut Ιndustriel du Nord de la France και συνταγματάρχης Charles-Eugène Coustenople, βετεράνος πολέμου, με αρειμάνια εμφάνιση! Ήταν νευροπαθής και ευερέθιστος και δε σήκωνε πολλές κουβέντες...
Φαίνεται, πως ο Coustenople , για λόγους οικονομίας αλλά και ευελιξίας στις πλαγιές του βουνού, διέπραξε το σφάλμα να κάνει τις γραμμές στενότερες από το υπόλοιπο θεσσαλικό δίκτυο. 
Όταν οι Έλληνες σύμβουλοι τού υπέδειξαν με τρόπο το λάθος αυτό, θύμωσε και τους είπε ότι το λάθος οφειλόταν στις καταχρήσεις των Ελλήνων τεχνικών!  Οι Έλληνες θίχτηκαν και απάντησαν ότι είναι έντιμοι και δεν μοιάζουν στους Γάλλους που... έφαγαν τον Παναμά (είχαν βγει την εποχή εκείνη (1890) στο φως τα σκάνδαλα της διώρυγας του Παναμά). Ακόμα πρόσθεσαν πως το λάθος (να έχει άλλο πλάτος η γραμμή Πηλίου κι άλλο οι συνεχιζόμενες θεσσαλικές γραμμές –Βόλος-Βελεστίνο-Λάρισα, Βελεστίνο-Παλιοφάρσαλα-Καλαμπάκα) οφείλεται στην...ανισορροπία του διευθυντή!
Τότε ο Coustenople έγινε έξαλλος και «φέρων βαρέως την υβριν» ...τρελάθηκε!
Κλήθηκαν αμέσως γιατροί και διαπίστωσαν την τρέλα του.
Όμως τα σχέδια παρέμειναν και κατασκευάστηκε η γραμμή!
Τη θέση τού Coustenople που «απεσύρθη λόγω διανοητικής  κοπώσεως» πήρε προσωρινά ο Εβαρίστο Ντε Κίρικο στα 1895. 
Ο Γ. Σακελλαρίδης γράφοντας ένα εκτεταμένο κείμενο στη ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΕΞΩ ΕΛΛΗΝΩΝ για τις επιλογές προσωπικού της Εταιρείας Θεσ. Σιδηροδρόμων, λέει χαρακτηριστικά:
Ο  Coustenople πήγε στο Παρίσι όπου και αυτοκτόνησε. Τον Απρίλιο του 1895 η Διοίκηση των Θεσ. Σιδηροδρόμων του κάνει μνημόσυνο στο Βόλο.
Τελικά η γραμμή έμεινε στενή στα 60 εκατοστά, κάνοντας (τότε) τα 29 χλμ της διαδρομής Βόλου -Μηλεών σε 2 περίπου ώρες!
*** Ευχάριστος ΚηρύκοςEvaristo de Chirico (γέννηση Παλέρμο12 -3-1841,θάνατος  Αθήνα 8-9-1905)

ΠΗΓΕΣ:
-Εφημερίδες
-«Βόλος 1881-1955, ο χώρος και οι άνθρωποι» -Συλλογικό έργο- ΔΗΚΙ Βόλου -2004 (Οι Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι, Χρήστος Φώτου)
-«Στη χώρα των Αργοναυτών και των Κενταύρων» Στ. Βασαρδάνης – Βόλος - 1978

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Η σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Βόλου-Λεχωνίων

Μία μέρα πριν τα εγκαίνια της σιδηροδρομικής γραμμής Βόλου -Λεχωνίων η αθηναϊκή εφημερίδα ΤΟ ΑΣΤΥ -11 Οκτωβρίου 1895- είχε την παρακάτω δημοσίευση. 
Αξίζει τον κόπο να τη διαβάσουμε και να χαρούμε τις «περιγραφές» του τοπίου, αλλά και τα ιστορικά πια στοιχεία για το τραινάκι μας!                                
             Ο ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ ΛΕΧΩΝΙΩΝ
ΒΟΛΟΣ, τῆ  9 Ὀκτωβρίου 1895 
Ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Βόλου-Λεχωνίων, ὡς ἐπωνομάσθη, συντελεσθεῖσα, προσεχῶς παραδίδεται εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ. Ἐπιτροπὴ ἀντιπροσωπεύουσα τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων καὶ ἀποτελουμένη ἐκ τῶν κ.κ. Λαχανιώτου, Μαρκοπούλου, Καμπάνη καὶ Καντᾶ, ἀπὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ἐνεργεῖ τὰς ἀπαιτουμένας ἐρεύνας καὶ δοκιμάς ὡς πρὸς τὴν στερεότητα καὶ τὴν ἀντοχὴν τῆς γραμμῆς, ἐξετάζουσα ἐν ταυτῶ καὶ ὅλα τὰ λοιπὰ συμφυῆ ζητήματα διὰ τὴν εἰς τὸ μέλλον ἀκίνδυνον καὶ ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς σιδηροδρομικῆς αὐτῆς γραμμῆς.
Ἡ γραμμὴ αὔτη ἐκτάσεως μήκους χιλιομέτρων δώδεκα καὶ πλάτους μόνον ἑξήκοντα ἑκατοστῶν του μέτρου, εἶναι ἡ πρώτη καὶ μόνη γραμμὴ τοιαύτη στενῆς διαστάσεως ἡ κατασκευασθεῖσα παρ’ ἡμῖν. Δι’ ὃ καὶ πολλοὶ ἐνδοιασμοὶ εἶχον γεννηθῆ κατὰ πόσον ἡ γραμμή, καίτοι εἰς ἄλλα κράτη κατεσκευάσθησαν πολλῶν χιλιομέτρων ἐκτάσεως ὅμοιαι, θὰ παρεῖχεν ὅλην τὴν δυνατὴν εὐρυχωρίαν καὶ ἀνάπαυσιν εἰς τοὺς ταξειδεύοντας. Πιστεύω δὲ ὅτι οἱ πρῶτοι ταξειδεύσαντες δι’ αὐτῆς θέλουσι πεισθῆ ὅτι οἱ ἐνδιοιασμοὶ ἤσαν ἀνυπόστατοι καὶ ὅτι ἡ διὰ τῆς γραμμῆς αὐτῆς συγκοινωνία παρουσιάζει πάντα τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰς εὐκολίας τῶν ἐν Ἑλλάδι σιδηροδρομικῶν γραμμῶν. Ἴσως μάλιστα νὰ ὑπερτερεῖ ὡς πρὸς τὸ τροχαῖον ὑλικόν, μηχανάς ἁμάξας κ.τ.λ. 
Ἡ γραμμὴ αὔτη, ὡς προεῖπον, ἐκτάσεως χιλιομέτρων δώδεκα, ἔχει ὡς ἀφετηρίαν τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν τῆς πόλεώς μας τῶν θεσσαλικῶν γραμμῶν. Ἐκεῖθεν τέμνει τὴν πλατείαν Ρήγα Φεραίου, ἀκολουθοῦσαν τὴν ἀρτηρίαν, τὴν συνδέουσαν τὴν νέαν μετὰ τῆς παλαιᾶς συνοικίας τῆς πόλεώς μας, διέρχεται δὲ εἰς τὸ μέσον της ὡραίας λεωφόρου Δημητριάδος, μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁποίας παρακολουθεῖ τὴν καμπύλην παραλίαν τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸν λόφον τῆς Δημητριάδος, παραλίαν ἢς τὴν γραφικότητα, διὰ στίχων ἑρμηνεύων, περιέγραψεν ὁ ποιητὴς τῶν «Ἀττικῶν Νυκτῶν». Κατόπιν διασχίζει τὴν βραχώδη ἀκτὴν τοῦ λόφου τῆς πρωτευούσης τῶν Μαγνήτων καὶ ἠρέμα, ἄνευ κλίσεως σχεδόν, κατέρχεται, ἢ μᾶλλον εἰσέρχεται εἰς τὴν ἀκτὴν τοῦ Πηλίου, ἢν πλήττει τὸ κύμα τοῦ Παγασαίου, τὴν ἐλαιόφυτον ἀκτήν, ἤτις ἐν ἐπιπέδω ὡραίω ἐκτείνεται μέχρι τῶν προπόδων τῆς ὁροσειρᾶς τοῦ Πηλίου, ἐπὶ τῶν πολυσχήμων δειράδων καὶ δασοφύτων φαράγγων τοῦ ὁποίου διορῶνται αἳ λευκάζουσαι ἀγροκατοικίαι τῶν Πηλιορειτῶν. 
Ἐδῶ, παρὰ τὴν πρώτην καμπὴν τῆς πολυσχιδοῦς ἀκτῆς, θὰ κατασκευασθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐταιρίας τὰ διὰ θαλάσσια λουτρὰ παραπήγματα, ἁτινα ἀφεύκτως ὡς ἐκ τῆς κατὰ τὴν ὥραν τοῦ θέρους ὑπὸ πάσαν ἔποψιν καταλληλότητος, πολλούς τούς θαμώνας θὰ προσελκύουν, καὶ ἡ ἀκτὴ αὔτη ἡ νῦν μὴ ἀπηχοῦσα ἢ ἀπὸ τὰ ἄσματα και τας φωνὰς τῶν ἁλιέων, τὶς εἶδε τί γέλωτας θὰ ἀντηχῆ, καὶ τί κόσμον εὐθυμίας καὶ διασκεδάσεων θὰ συγκεντροῖ.
Μετὰ τὴν καμπὴν αὐτὴν ἄρχονται αἳ πρῶται οἰκίαι τοῦ ἐπινείου τῶν πρὸς τὸ μέρος αὐτὸ γειτνιαζουσῶν κωμῶν τοῦ Πηλίου, αἳ Ἀγριαί, κέντρον ἀνέκαθεν καὶ νῦν τῆς ἐμπορίας τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν, τῶν ἀποστελομένων πανταχοῦ τῆς γῆς. Σταθμὸς γραφικός, παρὰ τὴν ἱστορικὴν πλάτανον, εἰς τὴν σκιὰν τῆς ὁποίας ἀνεπαύθη ὁ κατὰ τὸν παρελθόντα αἰώνα ἐπισκεφθεὶς καὶ περιγράψας τὸν Παγασαῖον Γάλλος ναύαρχος. Ἀπέδωκεν ἤδη εἰς τὸ ἐπίνειον τὸ ἐπίχρισμα εὐρωπαϊκοῦ συνοικισμοῦ, συνδυαζόμενος δὲ ὁ σταθμὸς μὲ τὰς διεσπαρμένας ἀνὰ τὴν ἀκτὴν διαφόρου ἀρχιτεκτονικῆς κατασκευῆς οἰκοδομὰς, μὲ τὴν θαλερότητα τῶν πέριξ λόφων, καὶ μὲ τὸν εἰς τὸ βάθος ὡς ἐν σκηνογραφία τεφρόχρουν ἐλαιώνα, ἀληθῶς παριστᾶ τοπίον, ἀντάξιον πίνακος γραφέντος ὑπὸ τινὸς μεγάλου καλλιτέχνου.
Μετὰ τὸν σταθμὸν ἡ γραμμὴ διασχίζει τὸν ἀμπελόφυτον ἐκεῖνον λειμώνα, οὗτινος ἡ ἔκτασις φθὰνει μακρὰν μέχρι τοῦ Παγασαίου, ἀμπελώνα πλουτοφόρον, ἀμπελώνα ἐξ οὗ παράγεται ὁ γενναῖος ἀρωματώδης καὶ εὔγευστος τῶν Πηλιορειτικῶν κωμῶν οἶνος, ἀμπελὼν ὅστις κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ τρυγητοῦ οὐδὲν διαφέρει ὡς πρὸς τὴν κίνησιν καὶ τὴν πληθὺν τῶν ἐν αὐτῶ διεσκορπισμένων τρυγητῶν τῶν ἐν Γαλλία οἰνοφόρων ἀμπελώνων, καὶ τὶς οἶδε ἂν διὰ τοῦ χρόνου δὲν ἀποκατασταθῆ καὶ ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ οἴνου ὅμοιος ἐκείνου.
Μετὰ τὸν πρῶτον αὐτὸν λειμώνα τὸν εὐθαλῆ καὶ συνδένδρον, ὅν περιστέλλει πρὸς ἀνατολᾶς ὁ χείμαρρος Βρύχων ἡ γραμμὴ διερχομένη τὸν ἐπὶ τοῦ χειμάρρου αὐτοῦ, χειμάρρου σχεδὸν ἀειρρόου, ὡς καὶ τῶν πηγαίων ὑδάτων, ἁτινα διὰ τῆς κοίτης αὐτοῦ διοχετεύονται πρὸς τὴν παραλίαν, εἰσέρχεται εἰς τὸν ἄλλον λειμώνα τὸν τῶν Λεχωνίων. Τί εἶνε ὁ λειμὼν οὗτος, τί πλοῦτον καρπῶν παράγει, τί συστάδας ὀπωροφόρων δένδρων ἀνὰ πᾶν αὐτοῦ βῆμα παρουσιάζει, ἀδύνατον ἀληθῶς νὰ περιγραφῆ. Συνδυάσατε τὴν γονιμωτέραν θαλερότητα, ἀναπαραστήσατε διὰ τῆς φαντασίας ὅλας τὰς ἀποχρώσεις τοῦ πρασίνου χρώματος, φανταστεῖτε λόχμας συνδένδρους, συστάδας καρποφόρων δένδρων, βότρυς εὐχρώμους καὶ εὐγεύστους ὀπώρας, ὅλα ταῦτα ἐκτεινόμενα καὶ πολλαπλασιαζόμενα καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις, καὶ ἴσως ἀμυδρᾶν ἰδέαν θέλετε σχηματίσει τοῦ θαλεροῦ καὶ πλουτοφόρου αὐτοῦ ἀπειρομεγέθους κήπου τοῦ Πηλίου, οὗτινος τὰ προϊόντα δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι σὺν τῷ χρόνω θέλουσιν ἀποκατασταθῆ περιζήτητα οὐχὶ ἀνὰ πάσαν τὴν Ἑλλάδα πλέον, ἀλλὰ ἀνὰ πάσαν τὴν Εὐρώπην.
Ἡ γραμμὴ ἡ διατέμνουσα τὴν περικόσμον αὐτὴν ἔκτασιν, σταματᾶ εἰς τὰ Ἄνω Λεχώνια, ἐκεῖ ἔνθα λέγεται ὅτι διὰ νὰ γείνη ἡ παρέκλισις τῆς γραμμῆς συνήργησε μᾶλλον ἡ πολιτική, δηλαδὴ ἡ πολιτικὴ τῆς συναλλαγῆς  καὶ οὐχὶ τὰ συμφέροντα τοῦ κοινοῦ, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη.
Ἡ γραμμὴ αὔτη τοῦ σιδηροδρόμου, ἡ ἐπὶ τὲ τοῦ παρόντος ὡς καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Πηλιορείτιδος χώρας, κατὰ πολὺ μέλλουσα νὰ συμβάλλη διὰ τῆς πιθανολογουμένης προεκτάσεώς της, γραμμὴ διὰ τὴν ὁποίαν δικαίως θὰ ὑπερηφανεύεται ἡ πόλις μας, διὰ τὴν ἐξ αὐτῆς προσδωκομένην ἀνάπτυξιν τοῦ ἄλλου κόσμου της, σχεδιασθεῖσα κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ τοῦ τόσον ἀτυχήσαντος διευθυντοὺ τῶν θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων μακαρίτου Κοστονόβλ, διέτρεξε τὸν κίνδυνον νὰ μείνη ἴσως ἐπὶ πολὺ ἡμιτελὴς ὡς ἐκ τοῦ ἀλλοφρονήσαντος Κοστονόβλ, ἂν τὸ συμβούλιον τῶν Θεσσαλικῶν Σιδηροδρόμων, κατιδὸν καὶ ἀναγνωρίσαν τὸν κίνδυνον, δὲν διεπιστεύετο τὰς τύχας αὐτοῦ ὡς καὶ ὅλης της γραμμῆς εἰς τῶν ἐκ τῶν συμβούλων τῆς Ἐταιρίας κ. Εὐχάριστον Κηρύκον, τὸν γνωστὸν πρωτοεργάτην  τῆς κατασκευῆς τῶν θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων.
Ἐχρειάσθη τῆ ἀληθεία ὁ δεξιὸς νοῦς τοῦ κ. Κηρύκου, ἡ παροιμιώδης φιλεργία τοῦ μεθ’ ὅλον τὸν κίνδυνον, εἰς ὅν ἐξέθεσε τὴν πολύτιμον ὑγείαν του, ὅπως ἀποκαθάρη ὅλην τὴν ἰλύν, ἡν ἡ ἀλλοφροσύνη τοῦ οἰκτρῶς τερματίσαντος τὸν βίον Κοστονόβλ εἶχεν ἐπισωρεύσει εἰς τὲ τὰς λεπτομερείας τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς αὐτῆς, ὡς καὶ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῶν θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων, ἴνα ἡ γραμμὴ αὔτη τόσον ἐντελὴς καὶ εὐπαρρησίαστος παραδοθῆ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ.
Φόρον εὐγνωμοσύνης τοῦ Πηλιορειτικοῦ λαοῦ ἀποτίοντες, μνημονεύομεν μεθ’ ὅσης ἠμὶν δυνάμεως τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Κηρύκου, ὅστις κατὰ τὸ πεντάμηνον διάστημα τῆς ἐδῶ διαμονῆς του, τόσον τελεσφόρως καὶ τόσον φιλοπόνως εἰργάσθη. Εἰς ἄλλους βέβαια ἐναπόκειται νὰ ἀποδώσωσιν αὐτῶ τὴν ὀφειλομένην ἠθικὴν ἀμοιβήν. Εἰς ἡμᾶς δὲν μένει ἢ ἐξαίροντες τὸ συντελεσθὲν ἔργον νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην μας ἐπὶ τῆ ἐκ τῆς πόλεώς μας καὶ τῆς διευθύνσεως τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων ἀποχωρήσει του, λύπην, ἢν ἐκτὸς ἡμῶν ἐξεδήλωσε καὶ ὅλη ἡ ἔγκριτος ἐνταῦθα κοινωνία, καὶ ἰδίως τὸ προσωπικὸν ὁλόκληρόν της ἐταιρίας, ὅπερ κατὰ τὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀναχώρησιν τοῦ κ. Κηρύκου ἀθρόον προέπεμψεν αὐτὸν μέχρι τοῦ ἀτμοπλοίου, ἐκδηλοῦν λύπην τέκνων ἀποχωριζομένων φιλοστόργου καὶ πολυφιλήτου πατρός.        

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Απόκριες

Απόσπασμα για τις μέρες της Αποκριάς στο Πήλιο, 
από το βιβλίο  «ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ»,του Κώστα Π. Καρυδάκη Βόλος 1968:

[...] Μετά τις μεγάλες αυτές γιορτές ερχόμεθα στην περίοδο της αποκρηάς και ιδιαίτερα την τελευταία Κυριακή της Τυρινής. Την ημέρα αυτή μπουλούκια-μπουλούκια οι αυτοσχέδιοι μασκαράδες πάσης ηλικίας με προσωπίδες από προβιές, με κουδούνια στο λαιμό και λογής-λογής παράξενα εξαρτήματα σαν τους αρχαίους σειληνούς γυρνούσαν από γειτονιά σε γειτονιά πηδώντας τους φράχτες και τρέχοντας στις αυλές, όπου οι νοικοκυρές τούς κερνούσαν κρασί με μεζέδες από πίτες και τυρί. Ανάμεσα στα κεράσματα και τις ευχές έδιναν και έπαιρναν τα χωρατά και τα αθώα πειράγματα των μασκαράδων ανάμικτα με φανταστικές ιστορίες γεμάτες αφέλεια.
Το βράδυ της αποκρηάς συγκεντρωνόντουσαν στα συγγενικά σπίτια οι συντροφιές, όπου επεδίδοντο σε γερό φαγοπότι μέχρι να αδειάσουν εντελώς οι «τζάρες» με το τυρί, για να μην τις βρη η Καθαρά Δευτέρα. Το φαγοπότι τελείωνε με το γουστόζικο παιγνίδι της συντροφιάς «Χάσκα» και την ευχή «Καλό Πάσχα».
Το χάσκα είχε προφανώς την σημασία της μελλοντικής υποδοχής της Πασχαλιάς και επαίζετο ως εξής: Εις το τέλος τού δείπνου η οικοδέσποινα καθάριζε ένα επίτηδες βαμμένο κόκκινο αυγό (όπως το αυγό του Πάσχα), το οποίον αφού το έδενε με ένα ανάλογο εις μήκος σχοινί το προσέδενε μετά στην άκρη ενός ραβδιού ή «τλυγαδιού». Έπειτα με αρκετή προσπάθεια περιέφερε το εκκρεμές αυτό κυκλικά και εν επαφή μπροστά από όλα τα ανοικτά στόματα των παρακαθημένων, οι οποίοι προσπαθούσαν με τη σειρά να το χάψουν χωρίς να το αγγίζουν με τα χέρια. Όποιος δε το επετύγχανε ανεδεικνύετο ο τυχερός της βραδυάς. Έτσι το παιγνίδι εξελίσσετο αναμεσα στις κωμικές κινήσεις των προσκεκλημένων στην προσπάθεια να χάψουν τ’ αυγό χωρίς φυσικά να αποφεύγωνται και τα μοιραία ελαφρά τσουγκρίσματα των κεφαλιών με συνέπεια τα ακράτητα γέλια.
Το αποκρηάτικο τραπέζι έπρεπε σύμφωνα με το έθιμο να «ξεπαστρευτή» από τα φαγητά, αφού άλλωστε θα ξημέρωνε η νηστεία της Καθαράς Δευτέρας. Τα κορίτσια όμως εφρόντιζαν να κρύψουν την τελευταία «μκουσιά» από το ψωμί τους για να την τοποθετήσουν το ίδιο βράδυ κάτω από το μαξιλάρι τους με την βεβαιότητα ότι θα ωνειρεύοντο τον υποψήφιο γαμβρό. Επίσης και τα αγόρια το ίδιο έκαμναν με την διαφοράν όμως ότι αυτά ήλπιζαν να ονειρευτούν το μέρος, εις το οποίον την Άνοιξη θα εύρισκαν την περδικοφωλιά με τα περδίκια, που ήταν η χαρά των παιδιών.
Τέλος η αποκρηά έκλεινε με το έθιμο του πηδήματος της φωτιάς, πανάρχαιο και αυτό έθιμο από την εποχή προφανώς της πυρολατρείας. Για το άναμμα της φωτιάς χρησιμοποιούσαν ξερά φρύγανα (κατσίποδα) που από ενωρίς τα συνεκέντρωναν  εις μέσον της αυλής ή εις τα σταυροδρόμια, όπου ανάμεσα από τις τεράστιες φλόγες έβλεπες εν ριπή οφθαλμού να πηδούν μικροί και μεγάλοι. Ίσως το έθιμο αυτό, επειδή άρχιζε ή περίοδος της τεσσαρακοστής, να υποδηλούσε και τον καθαρμό διά του πυρός από τα αμαρτήματα.
Την Καθαρά Δευτέρα σύμφωνα με το έθιμο έπρεπε σύσσωμο το χωριό να κατεβή στο γυαλό, όπου περνούσαν την ημέρα τους στον καθαρό αέρα βγάζοντας μόνοι τους και τρώγοντας νηστίσιμα θαλασσινά, όπως αχινούς, γαλίπες, πεταλίδες, κοργιαλούς κ. ά., ενώ διάφορα λιανοτράγουδα ήσαν στην ημερησία διάταξη της εκδρομής.
Συνήθως για να διακωμωδήσουν τη φτώχεια ωρισμένων που μετείχον της εκδρομής έλεγαν:
«Τις μιγάλις αποκρηές
φάγανι ψουμί κι έληές
κι' την Καθαρή Διφτέρα
ήρθαν στου γυαλό γι' αέρα».
Οι άλλοι δε απαντούσαν στα πειράγματα:
«Ας μ' λένει βουϊβουδίνα
κι' ας ψουφώ από την πείνα». 

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Απόκρηες

Ο Λαυκιώτης εκπ/κός Δημήτρης Ε. Λαμπαδάρης γράφει για τα έθιμα της Αποκριάς, στο βιβλίο του "ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΠΗΛΙΟΥ" Βόλος 1966:

" Στα παληά τα χρόνια, όπως και σήμερα οι απόκρηες σημαίνουν  το τέλος των γιορταστικών εκδηλώσεων γενικά, γιατί άρχιζε η μεγάλη Σαρακοστή, η προσευχή και η νηστεία για το Πάσχα. Και επειδή η Σαρακοστή αυτή ήταν μεγάλη, ανάλογο ήταν και το γλέντι, που αποτελούσε τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ευωχίας και νηστείας.
Από καιρό οι νοικοκυρές ετοίμαζαν την κόττα που έπρεπε να θυσιαστή στον αποκρηάτικο βωμό. Σε μερικά μέρη ετοίμαζαν ένα μικρό γουρουνόπουλο, το οποίον υποβάλλονταν σε ανάλογη δίαιτα, για να γίνη κατάλληλο για το αποκρηάτικο τραπέζι. Τα αυγά μαζεύονταν και η χρυσοχέρα νοικοκυρά σκάρωνε γρήγορα - γρήγορα την απαραίτητη αυγόπιττα.
 Έτσι το βράδυ της αποκρηάς στενοί συγγενείς και φίλοι συγκεντρώνονταν επί «το αυτό» και άρχιζε το γλέντι. Τα φαγητά πάρα πολλά και καλομαγειρεμένα. Το κοκκινέλι, αγνό, ντόπιο, έρρεε άφθονο. Οι μεταμφιέσεις επιτρέπονταν και το «ξεφάντωμα» έπαιρνε μια ξεχωριστή φαιδρότητα.
Τον ξεχωριστό όμως ευχάριστο τόνο στην συντροφιά τον έδιναν τα αποκρηάτικα τραγούδια. Τα σοβαρά εναλλάσσονταν με τα σκωπτιπιά και έφταναν στο ξεφάντωμα κι αυτών των γρηών ακόμη, όπως λέγει και το τραγούδι :
Γέλια ξεκαρδιστικά διαδέχονταν το τέλος του σκωπτικού αυτού τραγουδιού. Το πράγμα όμως αρκετά εσοκάρισε και πρέπει να σοβαρευτούμε. Φυσική κι αβίαστη έρχεται η σοβαρότητα με το όμορφο συρτό που τραγουδάει ένας και επαναλαμβάνουν όλοι εν χορώ:
Το πράγμα επανέρχεται στην εύθυμη πλευρά. Την φορά αυτήν τα βέλη στρέφονται εναντίον των ιερωμένων. Οι παπάδες έχουν την τιμητική τους με το εξής:
Στην κοινή ευωχία δεν λείπει και το ομαδικό τραγούδι με τις ευχαριστίες όλων για όλα. Είναι το παρακάτω:
Αν κατά τύχη στην συντροφιά είναι ζεύγος νεοπαντρεμένων τραγουδούν γι’ αυτούς το εξής :
Έτσι τα πατώματα τριζοβολούν και τα τραγούδια ανάμικτα με ξεφωνητά γέλιου και χαράς δονούν τον αέρα και αντηχούν σ’ όλο το χωριό μέχρι τις πρωινές ώρες.

Με το χάραμα της Καθαρής Δευτέρας μια νεκρική σιγή απλώνεται σ’ ολόκληρο το χωριό.  Η νηστεία έχει αρχίσει."

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Προσφυγιά


Σὰν νά ᾽χαν ποτὲ τελειωμὸ

τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.

(Παπαδιαμάντης-Το μοιρολόγι της φώκιας-1908)

Δεν υπάρχει σελίδα στην ελληνική Ιστορία που να μην έχει καταγράψει στις σελίδες της τέτοια προσφυγικά δράματα… Ψαρά, Μεσσολόγι, Πήλιο και ξανά Πήλιο, Ανατ. Ρωμυλία, Πόντος, Μ. Ασία, Κύπρος…
Σήμερα θα δούμε την προσφυγιά στον τόπο μας στην τουρκοκρατία:
1.   Στα 1823 μετά τον ερχομό του Κιουταχή στο Πήλιο και την καταστροφή και πυρπόληση των χωριών Αγίου Λαυρεντίου, Αγίου Γεωργίου, Πινακατών και Βυζίτσας.
Η Αγιολαυρεντίτισσα μάνα του Ζωσιμά λέει: […]  Απόψε θα φύγωμε, γιατί έρχονται οι Τούρκοι να μας κόψωνε  […] φόρτωσε πάλιν και πήγαμε στην Αγριά απάν’ στα ξημερώματα και εμπήκαμε στη βάρκα και τότες φάνηκαν οι Τούρκοι αποπέρα απ’ το μαγαζί του Χατσηρήγα και έτρεχαν και έρριχναν τουφέκια […] μπήκαμε στο καράβι κρυγιόσαμε […] και δεν ξέρω πούπήγαμε. Ύστερα από δυο μέρες βγήκαμε έξω στις Κόττες και εκάναμε πολύν καιρό εκεί και ήτανε ακρίβεια πολλή […]
(ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, Μάιος 1896)
2.  Στα 1878 μετά την ήττα στη μάχη της Μακρινίτσας (το Μάρτιο σαν τέτοιες μέρες):

εφημερίδα ΩΡΑ, Αθήναι, 21 Μαρτίου 1878
[…] χιλιάδες γυναικόπαιδα από τα γύρω χωριά του Βόλου κατέβηκαν στα Λεχώνια, όπου εκτεθειμένα και πεινασμένα διατρέχουν τον τελευταίο κίνδυνο της σφαγής και της ατίμωσης  […]  Όχι μόνον τα Λεχώνια, αλλά και όλα τα παραλιακά  χωριά  της Μαγνησίας είναι γεμάτα έντρομων γυναικών και παιδιών που καρτερούν την εμφάνιση πλοίων των χριστιανικών δυνάμεων για τη σωτηρία τους […]