Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Τρίκερι

Φωτογραφία Θεόδωρος Γκαβαρδίνας
 Ένα όμορφο κείμενο του Γιάννη Μουγογιάννη από το βιβλίο του ΟΔΟΙΠΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ-Ταξιδιωτικά, ΠΥΛΗ Αθήνα 1979: 
Το Τρίκερι είναι μια αγάπη. Αγάπη και γοητεία, νοσταλγία και καημός, συνταίριασμα γαλήνης κι ονειροπολήματος που δένεται με το παρόν και χωνεύει την ύπαρξή του στα βάθη του χρόνου. Καμάρι κι αφέντης τον τόπου, βιγλάρει απ’ την ψηλόθρονη θέση τον τα πλάνα των βουνοκορφών που ορθώνονται ενάγνρα και στεφανώνούν το περίγραμμά του. Κι αυτό στη μέση, ζωσμένο από θάλασσα κι αλμύρα γίνεται ανεμοπέρασμα κι αφουγκράζεται το παραμύθι της θάλασσας.
Λαμποκοπάει το Τρίκερι στο πρωινό. ηλιοφώτισμα κι αστράφτει στην κορφή του βράχου. Ο πειρασμός να το επισκεφτείς είναι μεγάλος. Μια γεύση αιωνιότητας κι ένα αναβάπτισμα στη συντηρημένη παράδοση, θα σου δώσει φτερά και θ’ αλαφρύνει της ψυχής σου το πέταγμα. Ανήμερα την Κυριακή του Θωμά βρίσκεσαι, κάθε χρόνο, στο γραφικό τούτο απομεινάρι των περασμένων καιρών. Από το Βόλο, μόνο με καράβι φτάνεις εκεί, και ξεμπαρκάρεις στην 'Αγια Κυριακή, επίνειο τον χωριού. Στα ψαράδικα καπηλειά θα πιείς ένα ποτήρι ντόπιο ρακί και θα κουβεντιάσεις με μορφές χαραγμένες απ’ το χρόνο και τυλιγμένες μ’ αλμυρούς θρύλους. Ζαρωμένα πρόσωπα, βαθιά ρυτιδιασμένα, που όργωσαν και δάμασαν τις θάλασσες. Το πάλαιμα με τα στοιχειά και τις γοργόνες σου διηγούνται κι η ματιά τους παίρνει μιαν έκφραση απόκοσμη, λες κι οραματίζονται θεριά που σπαρταρούν κάτω απ’ τη δύναμή τους. Χαροπαλαίματα και μπουνάτσες, πελώρια κύματα που ρουφούσαν στα σπλάχνα τους τα ξύλινα σκαριά κι ύστερα τα τίναζαν στην ασπρόκορφη αιχμή τους. Γαληνεμένα ηλιοβασιλέματα αντάμα με το ζεστό αέρα της Μπαρμπαριάς. Κι ύστερα, τον κόσμο τον βυθού. Εκείνο το γοητευτικό κι άγνωστο βασίλειο με τους δικούς του νόμους, τα παράξενα χρώματα, την ήρεμη κίνηση και τη γαλήνη της σιωπής του. Η αναζήτηση του σφουγγαριού, η αγαλλίαση απ’ την καλή σοδειά, το νικηφόρο ανέβασμα στην κουπαστή του καραβιού. Κι ακόμα ο ψαράδικος στόλος που θερίζει τα θαλασσινά γεννήματα. Τα διηγιέται ο καπετάν Κωνσταντής κι αλλάζει χίλια πρόσωπα. Πότε πλαταίνει το χαμόγελό του και πότε σκυθρωπιάζει η μορφή του. Βιώματα μιας ολάκερης ζωής αποτυπωμένα στην κουρασμένη έκφρασή του. Κι εκείνο το βλέμμα του; Καθώς κοιτάζει τη γαλάζια αγκαλιά, που μαζί της ζύμωσε το αλμυρό ψωμί της φαμίλιας του, αλλάζει χίλια χρώματα. Θαρείς πως σκίζει τον ορίζοντα αναζητώντας μια φούχτα γης ν’ αναπαυτεί, κι άλλοτε πως ψάχνει το βυθό για μαργαριτάρια και κοχύλια. Αγέρωχες κι αδάμαστες μορφές θαλασσινών, λευτερωμένες απ' το αίσθημα τον φόβου, συμπυκνώνουν μέσα τους την υπαρξιακή συνέχεια της ναυτικής ψυχής του λαού μας.
Πιο πέρα λίγο, δικάταρτα καράβια αραγμένα, κι έξω απ’ το νερό πολλά σαπισμένα σκαριά. Στο τρικεριώτικο καρνάγιο σκαρώθηκαν τα μπουρλοτιέρικα του ‘21 κι οι γολέτες που πρόσφεραν πολλά στον αγώνα. Τώρα ανάμνηση και θάμπος. Απ’ την αχλύ του θρύλου προβάλλουν τα ηρωικά τρικεριώτικα πλεούμενα που αυλάκωναν τις τρικυμισμένες θάλασσες, μεταφέροντας σ’ όλη τη Μεσόγειο τα γεννήματα της πηλιορείτικης γης.
Η ανάσα, στ’ ανέβασμά σου για το χωριό, μυρώνεται απ’ τους νιόβγαλτους εαρινούς ανθούς. Η πράσινη γη στολίζεται μυριόχρωμα κι η αύρα της θάλασσας φτάνει δω πάνω ευωδιαστή και φιλτραρισμένη απ’ τους ζωογόνους παλμούς της άνοιξης. Το χωριό σιμώνει, τ’ αρχοντικά ξεχωρίζουν, η θωριά τους χώνεται βαθιά στο γαλάζιο τ’ ουρανού. Περήφανα πυργόσπιτα που μέσα τους φώλιαζε ο πλούτος κι η αντρεία, ηημεράδα κι η καλοσύνη. Εκεί υφαίνονταν οι μεταξόχρυσες στολές των γυναικών, έργο υπομονής κι αγάπης στη μακριά χειμωνιάτικη νύχτα. Εκεί κούρνιαζε η καρδιά τον θαλασσοδαρμένον καραβοκύρη κι αλάφρωνε. Σοκάκια πεντακάθαρα που ασπροβολούν απ’ τη φροντίδα της τρικεριώτισσας κυράς. Παιδάκια καλοντυμένα πλημμυρίζουν τα φιδόστριφτα περάσματα από μηνύματα αισιοδοξίας. Κυρτωμένες γριούλες στα κατώφλια των σπιτιών με το πλατύ χαμόγελο της αγάπης. Δυο παλμοί, δύο κόσμοι, μια ουσία. Και πάντα ένας λόγος καλός για τον επισκέπτη, ένα γλυκό κι ένα νερό απ’ το σταμνί για να ξαποστάσει.
Η διατήρηση της παράδοσης και της αυθεντικής ηθογραφικής ιστορίας, είναι δυο πράγματα σημαντικά που τιμούν τους Τρικεριώτες. Το πασχαλινό πανηγύρι αρχίζει απ’ τη Μεγαλοβδομάδα. Οι ταξιδεμένοι άντρες όλοι βρίσκονται στο χωριό και γλεντοκοπούν. Και σαν τ’ απόγευμα του Θωμά ντυθούν οι ψηλόκορμες κυράδες με τις βαριές κι αστραφτερές στολές τους, τ’ ανοιξιάτικο πανηγύρι κορυφώνεται. Η πλατεία φεγγοβολά απ’ το χρυσάφι και το μετάξι. Κάθε λογής χρώματα πάνω στις φορεσιές. Ποδόγυροι χρυσοκέντητοι, κλειδωτάρια αστραφτερά, πλουμίδια ολόχρυσα στο λαιμό, ντούμπλες, πεντόλιρα, ναπολεόνια. Μαντήλι κίτρινο στο κεφάλι, που φωτοστεφανώνει τη γλυκειά μορφή της τρικεριώτισσας κόρης, και στη μέση φαρδιά χρυσοστόλιστη ζώνη, που λαμπυρίζει στις στερνές ηλιαχτίδες. Κι όλη αυτή η πολύχρωμη ομορφιά χορεύει ρυθμικά στο πλακόστρωτο της πλατείας. Κι ο κόσμος θαυμάζει κι η καρδιά του σκιρτά απ’ το κάλλος της αφτιασίδωτης κληρονομιάς του λαού μας. Να εύχεσαι να μην τελειώσει ποτέ η μυριόχρωμη και ρυθμική αυτή πανδαισία. Γίνεσαι νοσταλγός κι ονειροπόλος της παράδοσης, που συντηρείται ακόμα στον τρικεριώτικο χώρο, και που σέρνει κάθε χρόνο τα βήματά σου στον υμνημένο τόπο, εκεί που ακούμπησες ένα κομμάτι απ’ τη ζωή σου.
Να πέφτει το σούρουπο και να ξεμακραίνεις απ’ το χωριό, ακούγοντας όλο και πιο μακριά τη μουσική της χαράς. Πανηγύρι μαζί κι αναβάπτισμα στις υγιέστερες ανθρώπινες δημιουργίες. Το Τρίκερι κι ο κόσμος του είναι πάντα μια νοσταλγία και μια μονάκριβη αγάπη.

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Ιωάννης Τασσαίος

Ένας άγνωστος Αγιολαυρεντίτης γιατρός, πατριώτης και γερουσιαστής.
Ο Ιωάννης Τασσαίος, γεννήθηκε στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου στα 1809. Ήταν γιος του Αναστασίου και είχε μικρότερο αδελφό τον Νικόλαο και αδελφή την Ελένη σύζυγο του Ιωάννη Αγγ. Κώτου από τα 1824 . Το πατρικό σπίτι του βρισκόταν στο δρόμο που ξεκινά δυτικά από την πλατεία του χωριού προς τη Δράκια περιοχή όπου υπήρχαν δύο αρχοντκά της οικογένειας γνωστά ως «Τασσέικα». Απέναντι υπήρχε και το σπίτι της αδελφής του, του Γιάννη Κώτου.
Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ -1901 
Τα πρώτα του γράμματα τα διδάχτηκε από τον Ζήση Θεοδοσιάδη-Παχάρνικο (ΕΔΩ) στο μοναστήρι του Αγ. Λαυρεντίου. Ίσως να πήγαινε στο «κρυφό σχολειό» που υπήρχε παλιά πίσω και στα δεξιά της μονής, που τα χρόνια εκείνα είχε περίπου εξήντα καλογέρους. Φαίνεται πως ήταν επιμελής και καλός μαθητής για αυτό και ενδιαφέρθηκε για τη μόρφωσή του, ο θείος του Ευστάθιος Νικολαΐδης , μεγαλέμπορας στην Πόλη.  Γι’ αυτόν αναφέρει ο Ν. Γούδας:
Αυτός ο Ευστάθιος Νικολαΐδης πήρε στην προστασία του τον ανιψιό του Ιωάννη κι έτσι στα χρόνια μετά την Επανάσταση τον στέλνει στην Πίζα της Ιταλίας να σπουδάσει γιατρός. Ίσως είναι ο πρώτος Πηλιορείτης σπουδαγμένος γιατρός. Ήταν πολύ μορφωμένος αν κρίνουμε από την ποικιλία των θεμάτων των βιβλίων του, που δώρισε στην πόλη του Βόλου.
Το πότε γύρισε στην Ελλάδα δεν είναι γνωστό.  Όμως στα 1835 αγόρασε στη Βόρεια Εύβοια το χωριό Ελληνικά από τον Σεκήρ Εφένδη.  Αυτό το χωριό κατά την Τουρκοκρατία, αλλά και αμέσως μετά την απελευθέρωση, είχε αρκετές περιπέτειες σχετικές με το ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Μετά την αντιδικία που είχαν οι Τούρκοι μεταξύ τους (Σουλτάνος και Αλήπασας), το χωριό πέρασε στην ιδιοκτησία του Ιωάν. Τασσαίου, ο οποίος από το 1848 και μετά το πούλησε σε τρεις δόσεις στους κατοίκους των Ελληνικών. Ωστόσο έκανε πολλούς  δικαστικούς αγώνες για να αποδείξει πως το τσιφλίκι που αγόρασε ήταν ιδιωτικό κι όχι του Οθωμανικού Κράτους.
Την ίδια εποχή  (28 Ιουλίου 1847 – 22 Ιουλίου 1850 -Περίοδος Β΄) εκλέγεται βουλευτής Ξηροχωρίου (Ιστιαίας) και μετά γερουσιαστής.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
Σαν γιατρός εργάζεται στην Αθήνα και είναι γιατρός του Όθωνα και της Αυλής.
Είναι μέλος της Φιλεκπαιδευτικής και της Αρχαιολογικής Εταιρείας και φίλος του καθηγητή Φιλίππου Ιωάννου. Συγχρόνως σχετίζεται και με ανθρώπους του πνεύματος. 
Ο πόθος του για την ελευθερία της πατρίδος του Θετταλομαγνησίας, τον οδήγησε στη δωρεά μεγάλου χρηματικού ποσού για την αγορά οπλισμού και στρατιωτικού υλικού το 1846 και την οργάνωση νέας επανάστασης. Τότε δανείστηκε από την Εθνική Τράπεζα ποσό 30.000 δραχμών αρχικά και μετά άλλων 10.000 για την χρηματοδότηση, με υποθήκη των κτημάτων του.
Αγόρασε το υλικό που μεταφέροντάς το στο Πήλιο από τον Πειραιά με το μπρίκι η «ΘΕΣΣΑΛΙΑ» και μια σακολέβα η «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ», τον σταμάτησε κοντά στην Άνδρο το γαλλικό ατμόπλοιο ο «ΚΑΤΑΧΘΟΝΙΟΣ» και του κατασχέσαν τα πλοία με τα πολεμοφόδια κι ο ίδιος συνελήφθη. Μετά οι Γάλλοι τον πέρασαν δικαστήριο, τον φυλάκισαν, τον καταδίκασαν και μετά αμνηστέυστηκε. 

Σωκρ. Βαμβάκος- ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΑΓΙΟΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ κλπ- 1927
Το δάνειο όμως έτρεχε!  Έτσι αναγκάστηκε να πουλήσει στα 1855 ο τελευταίο κομμάτι γης του, για να εξοφλήσει τα χρέη του στην Τράπεζα.
Μετά ζούσε κατά καιρούς στην Αθήνα και στη Χαλκίδα. 
Πριν το θάνατό του δώρισε στην πόλη του Βόλου την πολύτιμη βιβλιοθήκη του για εκείνην την εποχή, όπως και πάλι μας λέει ο Ζωσιμάς : […] αν τα βιβλία μένωσιν ως έμενον από της θανής του αοιδίμου Κωνσταντά μέχρι σήμερον κεκλεισμένα και καθειργμένα είναι ως να μη είναι έγραψα ίνα τα πάρη ουχί η πόλις Γόλος ως λέγει ο γεννάδας, αλλ’ η εν δυνάμει βιβλιοθήκη του Πηλίου, διότι αν τα πάρη η πόλις Βώλος ή Γόλος ως γράφει, και τα κλείση ως έκλεισε και τα αφιερωθέντα παρά των μακαρίων Ι. Τασαίου του αποβιώσαντος ενταύθα κατά το έτος 1869 […]τότε είναι προτιμότατον να μένωσιν […]  
Πέθανε στο Βόλο το 1869, πριν προφτάσει να δει τη γενέτειρά του ελεύθερη.

ΠΗΓΕΣ:
-ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΑΓΙΟΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ κλπ- Σωκρ. Βαμβάκος- 1927
-ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
-ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ -Ν. Γούδας- τομ. Α΄-1869
-ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΑΓ. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ -Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης-1901
-Εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ Απρίλιος 1961
-ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ, Απόστ. Παπαθανασίου, Αθήνα 2006.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Τα κάλλη του Πηλίου

Η κρητικής καταγωγής δασκάλα, δημοσιογράφος και εκδότρια, φεμινίστρια και ιδρυτικό μέλος του Λυκείου Ελληνίδων Καλλιρρόη Παρέν-Σιγανού (1861 ή 1859-1940),  είχε επισκεφτεί το Βόλο και το Πήλιο.
Σε παλιότερη ανάρτηση είχαμε αναφερθεί σ’ αυτήν και στην επίσκεψή της στα Λεχώνια και το σχολείο τους.
Σήμερα μπορούμε να διαβάσουμε ένα όμορφο κείμενο για το Πήλιο και την Πορταριά με τίτλο «ΤΑ ΚΑΛΛΗ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ».

[Δεν γνωρίζω σε ποιο βιβλίο ή περιοδικό της εποχής (1900;) έχει δημοσιευτεί
(Όποια/ος γνωρίζει ας μας διαφωτίσει) 
Είναι από το αρχείο του φίλου Νικ.Μαστρογιάννη που τον ευχαριστώ/ούμε!]

Διαβάστε (ΕΔΩ) ή (ΕΔΩ) 

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Βιβλιοθήκη Ζωσιμά

[ Η πρώτη Βιβλιοθήκη που λειτούργησε στο Βόλο, στις αρχές ακριβώς του αιώνα μας, ήταν το «Αναγνωστήριον Κοινόν» που σύστησε ο κοσμοκαλόγερος του Βόλου Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, μια από τις εξέχουσες πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής.
Εκδότης ο ίδιος τον περιοδικού «Προμηθεύς» είναι ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου, αναγγέλλει στο τεύχος Νοεμβρίου 1900 του περιοδικού, την απόφασή του να ιδρύσει «Αναγνωστήριον Κοινόν», όπου θα μπορούσαν να προσέρχονται οι φιλαναγνώστες και να μελετούν τα βιβλία του. Ο Τύπος της εποχής επικρότησε και εγκωμίασε την απόφαση αυτή του Εσφιγμενίτη, ενώ το κοινό επισκεπτόταν με προθυμία τη μοναδική αυτή βιβλιοθήκη. 
Το «Αναγνωστήριο» λειτουργούσε επί της οδού Αλεξάνδρας 123 από τις 15 Οκτωβρίου 1900, και στις ώρες 10-12 το πρωί και 5-8 το απόγευμα.
Προμηθεύς, Νοέμβριος 1900
Η σπάνια βιβλιοθήκη του Εσφιγμενίτη, που συνεχώς εμπλουτιζόταν, διέθετε βιβλία παλιά, εκδόσεις Ευρώπης και ξενόγλωσσα, καθώς και το σύνολο των δικών του εκδόσεων που έφταναν τις είκοσι τρεις. Ο εμπλουτισμός της γινόταν είτε με δωρεές, όπως εκείνη τον τυπογράφου της Αθήνας Σπυρ. Κουσουλίνου, τον Δεκέμβριο του 1900 με 110 τόμους, είτε με αγορές που πραγματοποιούσε ο ίδιος, -240 τόμους αναφέρει τον Ιανουάριο τον 1901- με αποτέλεσμα αρχές Φεβρουαρίου να ανέρχονται σε 2.850 τόμους.
 Ένα χρόνο αργότερα ο Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης, άρρωστος ο ίδιος πρότεινε να παραχωρήσει την βιβλιοθήκη του στο Δήμο Παγασών (Βόλου σήμερα), με σκοπό να την οργανώσει και να την λειτουργήσει πλέον ως δημοτικό ίδρυμα. Η Δημοτική Αρχή αρνήθηκε κατηγορηματικά να αποδεχθεί την προσφορά αυτή του Εσφιγμενίτη, μ’ αποτέλεσμα να χάσει ο Βόλος την ευκαιρία να διαθέτει από το 1902 οργανωμένη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Η απαράδεκτη αυτή άρνηση των δημοτικών αρχόντων, εξόργισε τον αρχαιολόγο Νικ. Γιαννόπουλο που με μια του επιστολή στην εφημερίδα τους κατακεραυνώνει». Λίγους μήνες αργότερα ο Εσφιγμενίτης πέθανε. 
Στη διαθήκη του, με ημερομηνία 5/11/1902, αφήνει τη βιβλιοθήκη του, με 3.200 πλέον τόμους, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος «όπως τοποθετηθή εν ιδίω διαμερίσματι και χρησιμεύση δια τους φιλαναyνώστας της πόλεως Βόλου προς ους θέλει είσθαι προσιτή τουλάχιστον τρις της εβδομάδος». Αλλά και η κληροδοσία αυτή δεν ευδοκίμησε. Με τα βιβλία δεν ασχολήθηκε κανείς, ώσπου το 1908 περιήλθαν στο νεοσύστατο τότε Θρησκευτικοφιλολογικό Σύλλογο «Τρεις Ιεράρχαι» που εντόπισε τη Βιβλιοθήκη «ως άχρηστον ερριμένη εις τινά αίθούσα της Α' Δημοτικής Σχολής», και η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα των σπάνιων βιβλίων της Βιβλιοθήκης που ίδρυσε ο σύλλογος. [...]
(Το παραπάνω κείμενο είναι ακριβής αντιγραφή από το βιβλίο ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΒΟΛΙΩΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 1940-1990, Βόλος 1992, του Γιάννη Μουγογιάννη, σελ.116-170

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Η Επανάσταση στο Πήλιο το 1854

Άνοιξη 1854: Το Πήλιο και πάλι ξεσηκώνεται! 
Πρώτος ο Νικόλαος Φιλάρετος ξεσήκωσε το Πήλιο και μετά από ένα ενθουσιώδη του λόγο οι πρόκριτοι δημοσίευσαν την παρακάτω προκήρυξη:
«Οι υποφαινόμενοι πρόκριτοι των χωρίων Λαύκου και Προμυρίου μη δυνάμενοι πλέον να υποφέρωμεν τον προ τεσσάρων αιώνων δουλικόν ζυγόν και τας φρικτάς συνεπείας του.
Μη ανεχόμενοι πλέον να βλέπωμεν την μεν ιεράν ημών θρησκείαν εμπαιζομένην, την δε τιμήν εξυβριζομένην και την περιουσίαν ληστευομένην δια διαφόρων διαρπαγών ανηκούστων και συνεχών ως και την ζωήν ημών αυτήν κινδυνεύουσαν καθ’ εκάστην. Ακούσαντες δε ότι και οι λοιποί αδελφοί μας Ηπειρώται, Θεσσαλοί και Μακεδόνες έδραξαν τα όπλα κατά της ανόμου Τουρκίας, δράττομεν και ημείς αυτά επίσης και κηρύττομεν ενώπιον θεού και ανθράκων και εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, ότι είμεθα αποφασισμένοι να πολεμήσωμεν μέχρι τελευταίας πνοής, υπέρ της θρησκείας, της πατρίδος και της ελευθερίας μας.Εγειρόμενοι αυθορμήτως, καταβαίνομεν εις τον βαρύν μεν αλλ’ ένδοξον αγωνα».
Τα χωριά επαναστατούν το ένα κατόπι του άλλου και πουθενά δεν φαινόταν ο εχθρός.
Ο αρχηγός Φιλάρετος βρισκόταν μια απ’ τις ημέρες εκείνες έξω απ’ την Αργαλαστή με τους συμπολεμιστές του, όταν από μακριά φάνηκε ερχόμενη μια συνοδεία. Το καραούλι σφύριξε και όλα τα παλληκάρια έπιασαν τα όπλα. Αμέσως ειδοποιήθηκε ο αρχηγός από έναν επαναστάτη ότι μια συνοδεία με κάποιον ιερέα και μερικούς γέροντες θέλει να τον δει.
-Ας έλθουν, είπε ο αρχηγός.
Αμέσως  οδηγήθηκε μπροστά του η μικρή και πένθιμη συνοδεία της οποίας προηγούνταν ο ιερέας. Ήταν λαός σκλάβων απ’ το Βόλο, γέροντες, γυναίκες και παιδιά με φοβισμένα πρόσωπα.
- Η ευλογία του Θεού σε σένα και στα παλληκάρια σου, είπε ο ιερέας.
Όλοι αυτοί, που βλέπεις εδώ έρχονται να σου μαρτυρήσουν το τρομερό κακό, που κρέμεται στα κεφάλια μας. Αυτουνού εδώ του γέροντα, είναι από τους Μπαχτσέδες, τούχουν στη φυλακή τρία παλικάρια των γηρατειών του στήριγμα.
 -Ναι καπετάνιο, είπε δειλά ο γέροντας. Όπως σου λέει ο δέσποτας είναι. Κι ακόμα τη θυγατέρα μου ψες την ατίμασαν οι Αρβανίτες.
-Κι αυτή εδώ, είπε ο ιερεύς, με θρηνώδη τόνο και τα δάκρυα στα μάτια, έχουν τον άντρα της και τα δύο παιδιά της στη φυλακή και φοβερίζουν οι Αγάδες πως θα τους περάσουν στη σούβλα σαν αρνιά του Πάσχα. Κι ακόμα της κάψανε το σπίτι και της πήρανε και το βιος. Βασανιστήρια υποφέρουν στην Λάρισα και στον κάμπο οι άνθρωποι.
 - Κάθε μεγάλη πράξη, χρειάζεται και θυσίες, ειπώ ο αρχηγός. Θυμηθείτε τον Πατριάρχη και το Ρήγα που τους έπνιξαν οι Τούρκοι και τόσους άλλους μάρτυρες της επαναστάσεως και κάνετε υπομονή. Σε λίγο θα ανάψει η φωτιά, που θα λάμψει και θα θαμπώσει τον κόσμο όλο.
- Και ο αρχιερέας Γαβριήλ πώς είναι ; Εργάζεται για το σκοπό μας ;
-Απελπισμένος, καπετάνιο μου, κάμει και άλλους να δειλιάζουν.
- Τι; Τον διέκοψε ο αρχηγός
Αλήθεια. Εδώ και τρεις μέρες μας φώναξε στην Επισκοπή και μας είπε : Οι Τούρκοι παντού νικούν. Είναι απειράριθμοι. Να πείτε, ότι οι χωρικοί οφείλουν να στείλουν από δύο νοικοκυραίους, τους καλυτέρους στο Βόλο να προσκυνήσουν τον Πασά .
-Αυτό να μη γίνει ποτέ -διέκοψε και πάλι ο αρχηγός.
- Και άλλο ακόμα. Αφού μας είπε πολλά μας έδωσε από ένα γράμμα να το διαβάσουμε σε όλες τις εκκλησίες των χωριών.
-Πού τόχετε ;
-Εδώ καπετάνιο μου, εγώ το κράτησα και δεν το διάβασα. Πάρτο... Και έβγαλε από το ράσο του ένα χαρτί και το τόδωσε.
Ο αρχηγός το άρπαξε με οργή, το άνοιξε και διάβασε. 
«Σπεύσατε λοιπόν και πληροφορήσατε τον λαόν να μην απατηθή από ψευδείς λόγους. Πασχίσατε, ας φανούν αντάρται. Να τους πείσητε ν’ αποχωρήσουν, διότι θα γίνουν αιτία καταστροφής σας. Αν σας παραβιάσουν καλέσατε απ’ εδώ στρατεύματα και χτυπήσατέ τους κι εσείς. Να βάλετε εις τα οσπίτιά σας επάνω, ήτοι να υψώσητε, από ένα μανδύλι κόκκινο, δια να γνωρίζουν, ότι είναι εκεί πιστοί υπήκοοι.»
— Κατάρα ! Φώναξε γεμάτος οργή ο αρχηγός κι αφού τσαλάκωσε το χαρτί το πέταξε κάτω και το ποδοπάτησε, με τόση μανία, που αυτό καταξεσκίστηκε.
-Υπάρχουν λοιπόν και Έλληνες, που δεν έχουν ελληνική καρδιά. Αυτό θα το μάθουμε!
Και αφού στράφηκε στον ιερέα είπε:
-Πηγαίνετε κι έχετε θάρρος!

Στο Πήλιο
Όταν έφυγε ο ιερέας και οι άλλοι κάτοικοι του Βόλου και ο Φιλάρετος έμεινε μόνος, βυθίσθηκε σε συλλογισμούς για το πραξικόπημα του Αρχιερέως του Βόλου, Γαβριήλ.
-Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός -έλεγε και δεν θέλει να αισθανθεί τον ίδιο εθνικό παλμό τον οποίο αυτές τις ημέρες αισθάνονται όλοι; Ποια αίτια τον αναγκάζουν ν’ αποκηρύσσει τον ιερόν αγώνα του Έθνους και να συνιστά στους Χριστιανούς να μεταβούν να προσκυνήσουν τους  αγρίους και αιμοβόρους Τούρκους; Ποιες αφορμές τον παρακινούν, ή ποιες αιτίες τον εξαναγκάζουν σ’ αυτό;
Με τις σκέψεις αυτές σηκώθηκε και βάδιζε. Σφύριγμα ακούστηκε και ένας των ανδρών του σώματός  του παρουσιάστηκε.
- Αρχηγέ -είπε- από τις Πινακάτες, Μηλιές, Βυζίτσα, Νιάου, Καραμπάσι (Άγιος Βλάση), Άγιο Λαυρέντη και Δράκια, ήλθαν προεστοί και θέλουν να σας μιλήσουν.
-Ας έλθουν, είπε ο αρχηγός.
Σε πολύ λίγο - οι προεστοί των παραπάνω χωριών συνομιλούσαν με τον αρχηγό. Ήλθαν για να συνεννοηθούν για να κηρύξουν την επανάσταση και στα χωριά τους.
Και πράγματι την 25η Απριλίου οι κάτοικοι Πινακατών, Μηλεών, και Βυζίτσας, δημοσίευσαν επαναστατική προκήρυξη όμοια με των κατοίκων Προμυρίου και Λαύκου. Την 26η η Νιάου. Την 27η το Καραμπάσι(Άγιος Βλάση), την 28η ο Άγιος Λαυρέντης και την 29η οι κάτοικοι της Δράκιας.
Ενώ στο Πήλιο εξαπλωνόταν η επανάσταση,  οι Γ. Γριζάνος, Χρόνης Βασδέκης καί Β. Βασδέκης μπαίνανε στα δυτικά του Παγασητικού. Οι Τούρκοι τους χτύπησαν και ανάγκασαν, λίγους απ’ αυτούς, να μπουν στο χωριό Άκετσι.
Από εκεί περπατώντας νύχτα φτάσανε στο  χωριό Μελισσιάτικα Καλύβια, που απείχαν μισή ώρα από την πόλη και ετοιμάζονταν να πολιορκήσουν το φρούριο του Βόλου.

Η πολιορκία του Βόλου
Ενώ ο στρατηγός Χατζηπέτρος συγκέντρωνε τις δυνάμεις του στο Λουτρό κι ετοιμαζόταν να πολιορκήσει την Καρδίτσα, οι ντόπιοι Μπασδέκης, Γριζάνος και υπόλοιποι αρχηγοί, ετοιμάζονταν στα  Μελισσιάτικα Καλύβια για την πολιορκία του Βόλου. Οι Τούρκοι όμως του Βόλου δεν τους άφησαν να συνταχτούνε και αποφάσισαν βγαίνοντας εκείνη τη στιγμή από το Φρούριο να χτυπήσουν την ομάδα του Μπασδέκη. Πράγματι 400 Τούρκοι στρατιώτες, 50 Αλβανοί και 40 ιππείς σέρνοτας και δύο πυροβόλα επιτέθηκαν κατά των επαναστατών. Μάχη πεισματώδης έγινε που κράτησε μέχρι τη νύχτα, όπου σκοτώθηκαν  πολλοί απ’ τους Τούρκους. Οι  Ελληνες που επωφελήθηκαν του σκοταδιού  αποσύρθηκαν προς τους Μπαχτσέδες του Άνω Βόλου, για να περιμένουν εκεί βοήθεια και γιατί πληροφορήθηκαν πως το πρωί φτάνουν για ενίσχυση των Τούρκων πάνω από χίλιους στρατιώτες με τρία πυροβόλα.
 Όταν ο Μπασδέκης και η ομάδα των επαναστατών  βρίσκονταν στους Μπαχτσέδες και ζητούσαν με προκηρύξεις και αγγελιοφόρους να τρέξουν σε βοήθειά τους οι Πηλιορείτες, τους κατοίκους του Βόλου τους είχε πιάσει πανικός. Τον πανικό κυρίως προκάλεσε ο επίσκοπος Δημητριάδος Γαβριήλ. Αυτός έβγαλε εγκύκλιο προς τους ιερείς, πρόκριτους και προεστώτες κι όλους τους χριστιανούς, με την οποία έλεγε, ότι οι Τούρκοι κατατροπώνουν τους επαναστάτες γύρω απ’ το Βόλο:

Μάχη Μπακτσέδων
 Φανερό ήταν ποιο αποτέλεσμα είχε η εγκύκλιος! Κανένας δεν βοήθησε τους αντάρτες του Μπασδέκη, που αποφάσισαν μόνοι τους να επιτεθούν κατά του Βόλου και που δεν ήταν περισσότεροι από 900.
Οι Τούρκοι και πάλι δεν περίμεναν την επίθεση αλλά εφόρμησαν κατά των επαναστατών και δόθηκε σκληρή μάχη.
Οι αντάρτες μάχονταν απεγνωσμένα. Επειδή και  τα πολεμοφόδιά τους ήσαν ελάχιστα, έκαναν οικονομία και ορμούσαν με τα γιαταγάνια τους εναντίον του εχθρού, καταφέρνοντας μεγάλες απώλειες και σπέρνοντας τον πανικό.
Οι Τούρκοι κλονίζονται. Νέες όμως ενισχύσεις ατελείωτες στέλνονται από το Φρούριο.
Κατά την μάχη αυτή που κράτησε μέχρι το βράδυ φονεύθηκαν 137  Τούρκοι και τραυματίστηκαν 29. Από τους επαναστάτες φονεύτηκαν 15, και τραυματίστηκαν 6.
Λόγω της μεγάλης δυνάμεως των Τούρκων, οι επαναστάτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφού είδαν ότι παρόλο τον ηρωισμό τους δεν θα είχαν θετικό αποτέλεσμα. Ανέβηκαν στη μονή του Αγ. Ιωάννη της Πορταριάς και από εκεί πέρασαν στον Αγ. Λαυρέντη, γιατί μάθανε πως Τούρκοι στρατιώτες επρόκειτο ν’ αποβιβαστούν  στην Αργαλαστή ή στο Λαύκο και προσβάλουν από πίσω το. Ν. Φιλάρετο.
Η πληροφορία δεν αυτή δεν ήταν αληθινή για τούτο και επέστρεψαν, προσβάλλοντας τα χωρία του δήμου Αρμενίου, Ριζόμυλο, Χατζήμισι (Στεφανοβίκειο), Γκερλή(Αρμένιο), και ξαναγύρισαν σε Κανάλια Κερασιά, μονή Καμπάνας, Βουλγαρινή(Έλαφος) και Κισσό.
Τότε  επήλθε διάσταση μεταξύ του Γ. Γριζάνου και Χρόνη Μπασδέκη και επειδή έμειναν και από πολεμοφόδια οι επιχειρήσεις ατόνησαν. Καθένας τραβούσε το δρόμο του και υπονομεύονταν μεταξύ τους.
Η εξέγερση τότε τερματίστηκε και με απόφαση της κεντρικής κυβέρνησης.
Ακόμη ο Παπακώστας Τζαμάλας (μαζί με τους Ιωάννη και Αχιλλέα Βελέντζα είχαν κάποιες αψιμαχίες στον Πλάτανο και τον Αλμυρό) είχε κάνει μια συνεννόηση για βοήθεια στους Πηλιορείτες για την κατάληψη του Βόλου. Αυτό όμως δεν ευοδώθηκε γιατί (όπως λέγεται) οι συμφωνημένες χρηματικές παροχές προς τον Τζαμάλα δεν τον ικανοποίησαν! 
Οι αρχηγοί του Πηλίου και οι επαναστατικές ομάδες τους δεν υπήρξαν ευτυχέστεροι του Χατζηπέτρου που αρχικά είχε και αυτός στη Θεσσαλία νίκες.  
Η επανάσταση είχε αρχίσει να ψυχορραγεί.
Και είναι αληθινό, πως κάποιοι Πηλιορείτες βοήθησαν τον αγώνα, αλλ’ η μεγάλη πλειονότητα εμεινε απαθής. Μεταξύ των αρχηγών Πηλιορειτών ήταν κι ο Χατζηαντώνης Καρτάλης, αρχηγός της μεγάλης οικογένειας των Καρταλαίων. Το σώμα του Καρτάλη που συντηρούνταν με έξοδα του αρχηγού, ήταν εφοδιασμένο και μ’ ένα πυροβόλο το οποίο μεταφερόταν  στις μάχες μ’ ένα μουλάρι. Παρόλες όμως τις θυσίες κάποιων αγωνιστών του Πηλίου, η έλλειψη ενισχύσεων, η έλλειψη πολεμοφοδίων και η αδιαφορία των περισσότερων κατοίκων, έκαναν δύσκολη τη θέση των επαναστατών.

 Έτσι τελείωσε άδοξα αυτό κι αυτό το επαναστατικό κίνημα της Άνοιξης του 1854.