Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Δίστιχα με ...ονόματα

Τα πηλιορείτικα βαφτιστικά ονόματα που συναντάμε με μεγάλη συχνότητα, τα είχαμε αναφέρει (ΕΔΩ).
Σήμερα, θα δούμε πηλιορείτικα δημοτικά δίστιχα, που μέσα τους περιέχουν κάποια απ’ τα παραπάνω ονόματα.
Είναι σταχυολογημένα τα περισσότερα, απ’ τη δίτομη συλλογή «ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ» που έγινε απ’ τον Κώστα Λιάπη στα 2006 & 2009:
Δίστιχα
Τη Δευτέρα του προυί κλέψανε του Χαρικλί,
με φουστάνι παρδαλί, απ' του πίσου πουρτελί.

Μαργιώ μ’ κάτσι φρόνιμα σαν τα’ άλλα τα κουρίτσα,
απ’ είν’ απάν στη Ζαγουρά, απ’ είν’ κι στ’ Μακρινίτσα.
  
Αυτό του μπαλκουνάκι ν’ ανάψει να καεί,
να γκρεμιστεί να πέσει μι του Μπουζιώ μαζί.

Δε φταίει ι Πανάγους δε φταίει του Κατ’νιώ
μον’ φταίει η μαμά της που πήγι στου γιαλό.

Δεν του μπουρώ Γιουργάκη μ’ να κάνου τρεις δουλειές,
να πλιένου, να μπαλώνου κι να μαζώνου ‘λιές.

Έβγ’, Αλκυόνη, στου παραθύρ’, να δεις τουν ήλιου κι του φιγγάρ’,
να δεις ικείνουν  απ’ σ’ αγαπάει, να δεις τουν Πέτρου απ’ θα σι πάρ’.

Στ’ς Κατιρίνας του κελί μαύρους κόκουρας λαλεί.
Κι αν λαλεί κι αν δε λαλεί, η καρδιά τ’ς νάναι καλή.

Βασίλου μ’ κάτσι φρόνιμα σαν τ’ άλλα τα κουρίτσια
σ’ αυτήν τη γειτουνίτσα.

Ντερμπεντέρισσα Βασίλω
στρώσ’ του μπράτσου σ’, για να γείρου. 

Γίνε Μαριώ μ’, βοεβόδας κι συ Λενιώ μου, μπέης
κι συ μικρό Κατιρινιώ, κριτής για να μι κρίνεις.

Αγγελικούλα ζάχαρη, Αγγιλικούλα μέλι,
Αγγελικούλα κρύου νιρό που πίνουν οι αγγέλοι.

Μαργιώ μου τα κουμπούρια σου, μι τι τάχεις γιουμάτα;
Μι ρίγανη, μι πιπιργιές, μι σκόρδα κι ντουμάτα. 

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κι εσύ, Γιαννιό μου, έλα μέσα!


Φύσα αγέρα μου γαρμπή, φύσα μαεστράκι μου

φύσα μου να φέρεις το Νικολάκη μου!


Κουσταντή κουλουπανά βάρ’ τουν τύμπανου γι(ε)ρά
να χουρέψ’νε τα πιδγιά μι τα κόκκινα βρακιά.

Αυτού Μαριώ μ’ που περπατείς τρίζ’νει τα καλιντρίμια
γιατί έχεις νόστιμου κουρμί  κι καγιουλάτα φρύδια.

Πάρι(ε) Μαριώ μ’ τη ρόκα σου κι έλα του φράχτη-φράχτη,
για να σι ‘δω και να μι ‘δεις, βάσανα πούχ΄η αγάπη!

Σήκου Λι(ε)νίτσα μ’ κι άλλαξι(ε) κι νίψου με του γάλα,
να ιδεις και τουν Αλέξαντρου στου γάιδαρου καβάλα!

Πάρι(ε) Μαριώ μ’ τη ρόκα σου κι έλα τουν τοίχου-τοίχου,
γιατί απ’ αλλιώς αδύνατου ποτές να σι πι(ε)τύχου!

Πούσαι βρε Τριαντάφ’λλε  γιάμε Νικουλή,

κατέβα παρακάτου  να μη σι φάει του σκ’λί.

Πάρι(ε) Μαριώ μ’ τη ρόκα σου κι έλα του φράχτη-φράχτη,
σα σι ρουτήσ’ η μάνα σου: «Πού πας του φράχτη-φράχτη;»
Πες τ’ς κι συ: «Αχ, μάνα μου,έχασα του αρδράχτι!»


Αν δε σε πάρω Ρήνω μου, καλόγερος να γίνω,
κι ας έχουνε το κρίμα μου οι συγγενείς σου, Ρήνω. (Λεχωνίτικο)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου