Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

Τα "βαϊόψαρα"

Ένα απολαυστικό επίκαιρο κείμενο του Κώστα Λιάπη, από τη σειρά των πηλιορείτικων διηγημάτων του με τίτλο "ΤΟ ΚΙΣΜΕΤ" Βόλος, ΩΡΕΣ, 1992, σελ.145-151. 
(αντιγραφή)

Τα "βαϊόψαρα"
Τ’ Βαγγελισμού, βρε, κι τ' Βαϊού μπαίν' ο διάολος στο γιαλό! Πού θα κ'νήστε να πάτε;
Τον είπε και τον ματάειπε το λόγο τούτο η καψερή η κυρα-Ρηνιώ στους δυο αμούστακους αντάρτες. Ακούνε όμως τα ντουβά­ρια; Άλλο τόσο και τούτοι. "Αγούρ'κα κι αγύρ’στα κεφάλια", κατά πώς τους γκώμιαζε συχνά η μάνα του, ο Κυριάκος κι ο ξάδερφός του ο Αργύρης, ρίξαν την παροιμιακή συμβολή της μαζί με το βαρκάκι τους, το "Γλάρο", στο γιαλό.
- Λέγε, μάνα, εσύ ό,τι  θέλ'ς. Εμείς, μια φορά, θα σ’ φέρουμε ψάρια για ταχιά.
Ξημέρωνε των Βαΐων και το πανελλήνιο έθιμο απαιτούσε ψα­ροφαγία και στο μικρό θαλασσοχώρι. 'Ελα όμως που το ψάρι, εκεί που άλλοτε περίσσευε, χρόνια τώρα, καταντούσε σπάνιο είδος, τότε ακριβώς που έπρεπε οι χριστιανοί να το καταλύσουν.
Πείσμα ωστόσο το 'βαλαν τα δυο "αγούρ'κα" ξαδέρφια. Αμέτι - μουαμέτι να γεμίσουν το τσουκάλι της μάνα τους, χρονιάρα μέρα που ξημέρωνε, με φρέσκο ψάρι...
-Σάμπως, Κυριάκο, με ξερό μπακαλιάνο θα τη βγάλουμε και ταχιά, λέω εγώ. Καλή ώρα σαν τ' Βαγγελισμού.
'Ηταν ο Αργύρης που πρώτος τα πήρε μάινα. Είχαν κοντά δυο ώρες που σεριάνιζαν πέρα - δώθε στο μικρό κόρφο με το "Γλάρο". ξεχεριάστηκαν στο κουπί με το αδιάκοπο σύρε κι έλα, τους ξούρισε για καλά και η φρέσκια τραμουντάνα. Από ψάρι όμως, ούτε λέπι.
Δεν ήταν, βλέπεις, κι ο καιρός για "τσαπαρί . Το "φτερό" είναι μόνο γι' αφρόψαρα και τ' αφρόψαρα δεν τα βρίσκεις την πάσα ώρα. Θέλουν τον καιρό τους. Κι ο καιρός τους είναι τότε που ξενητεύoνται κοπαδιαστά, αρχές χινόπωρου. Σάμπως, όμως, μ' όλη την "αμα­λαϊά" του κόρφου, ήταν και για δίχτυα ή για παραγάδι; Αν πεις και για πυροφάνι... Αυτό πια, το είχαν ξεγράψει από καιρό όλοι. Γενικό ήταν το παράπονο. Η θάλασσα, λες και στέρεψε τούτη την άνοιξη, δεν έδινε σε κανένα και με τίποτα μια ψαριά της προκοπής. Ούτε και σ' αυτούς τους μαγκιόρους επαγγελματίες τον θαλασσινού μό­χτου. Μα και πάλι τέτοιο κακό καταντούσε απίστευτο. Ακούς να μη βρεθεί ούτε ένας σαμπανιός στ' αγκίστρι τους... Αυτό πια δεν το χωρούσε ο νους τους.
-Δεν τα παρατάμε, λέω εγώ; ξανάπε εντονότερα τώρα ο Αργύρης. Κι απόσωσε μ' απογοήτευση:
-Δε γένεται προκοπή, Κυριάκο. Πάει, μπίτισε.
Ο άλλος δε μίλησε. Έβλεπες όμως στο αναψοκοκκινισμένο του, πρόσωπο που σκλήρυνε παράξενα καθώς τραβούσε με σφιγμένα δόντια το κουπί, το πείσμα ν' ανταμώνει με την ανίσχυρη μάνητα. Πέρασε έτσι λίγη ώρα ακόμα μα μ' ανώφελο μόχθο. Άμα πει "δε  σου δίνω" η θάλασσα, το λέει και το κάνει. 'Ό,τι και να πεις, ό,τι και να κάνεις ελόγου σου, δεν της αλλάζεις γνώμη...
Έπεφτε πια το σούρουπο στον κόρφο όταν η βάρκα ήρθε κι έδεσε στη μικρή ξύλινη σκάλα, κατά μπροστά στο φτωχόσπιτο του Κυριάκου. Τους είδε να βγαίνουν αμίλητοι και στα μαύρα πανιά η κυρα-Ρηνιώ κι ο λόγος της ακούστηκε από μακριά τρυφερά περιπαιχτικός:
-Τι γίν'κε παλικάρια; Να πιάσω να καθαρίσω κρομμύδια; Κι ύστερα, σα δε βρήκε ο λόγος της αντίλογο:
-Τι να σας κάνω, βρε, απ' είστε αγούρ'κοι και δεν παίρν' το κεφάλ' σας από λόια; Δε σας είπα και σας ματάειπα, θεοσκοτωμέν', πως τ' Βαγγελισμού κι τ' Βαϊού μπαίν' ο διάολος στο γιαλό;
Θέλεις τα λόγια της μάνας του που τον φούρκισαν, θέλεις το πείσμα του το ασίγαστο, ο Κυριάκος πήρε ξαφνικά την καινούργια του απόφαση:
- Αργύρη, τράβα στο σπίτι σ' και ντύσ' γερά. Λέω να δοκιμά­σουμε και με τ' γκαντήλα.
Κάτι πήγε να πει ο Αργύρης. Κάτι για το παράταιρο μιας τέτοιας αποκοτιάς, κάτι για το "συντριβάνι" -το εργαλείο της "καντήλας"-που ήθελε ξενετάρισμα, κάτι και για την τραμουντάνα που έτσουζε νυχτιάτικα. Ο άλλος όμως τον έκοψε αποφασισμένος. Κι όταν αυτός αποφάσιζε του Αργύρη δεν του 'πεφτε δεύτερη κουβέντα. 'Ήταν κι ο μεγαλύτερος ο Κυριάκος - έμπαινε στα 17 τον άλλο μήνα- μα πιο πολύ απ' τα χρόνια ζύγιζε στη βούληση του ξαδέρφου του το πείσμα και η αψιάδα του. Αυτά που κάναν τις θελήσεις και τις αποφάσεις του ακαταμάχητες.
Είχε πέσει πια για καλά η νύχτα όταν ο "Γλάρος", μ' αναμμένη στην πλώρη τη λάμπα, άφηνε το λιμανάκι, ενώ στο μικρό μώλο τσίριζαν ακόμα ξεφρενιασμένες η κυρα-Ρηνιώ με την αδερφή της τη Μέλπω, τη χήρα επίσης μάνα του Αργύρη. Τα 'χαν -και με το δίκιο τους- με τ' αγύριστα κεφάλια των προκομμένων μοναχογιών τους, με την τραμουντάνα που όλο και δυνάμωνε, με τ' αναθεματισμένα τα βαϊόψαρα που έγιναν αιτία της αγωνίας τους, με τον τρισκατάρατο τον Οξαποδώ που το ‘χε πια χούι, ο αφορεσμένος, κάθε χρόνο του Ευαγγελισμού και του Βαϊού να μπαίνει στο γιαλό. 
     Λίγο ωστόσο παραΰστερα ο "Γλάρος" έφτασε κατακαβίς στο σημαδεμένο "τόπο" και φουντάρησε "αρόδο" μ' απίκο το σίδερο στις 16 οργιές. Εδώ τα δυο ξαδέρφια είχαν πετύχει τον περασμένο Σεπτέμβρη τις καλύτερες ψαριές τους. Ήταν νυχτιές που το συντριβάνι τους έβγαζε αρμάθα ολάκερη τα "κουκάλια". Ξεψάρωναν τη μια του άκρη κι ώσπου ν' αποσώσουν ένιωθαν την άλλη, που κατέβαζαν απ' την απέναντι κουπαστή, να βαραίνει απ' την καινούργια σοδειά. Αυτά, όμως, τότε που τ' αφρόψαρα είχαν "σύρτα" στον κόρφο. Ενώ τώρα... Τώρα έχαναν με το συντριβάνι τους... μια τρύπα στο νερό.

Πόσες ώρες παιδεύτηκαν, αγαντάροντας το φαρμακερό "ξερο­τσιαούρι" που κατέβαζαν οι στεριές και τ' αδιάκοπο σκαμπανέβασμα του "Γλάρου", ούτε κι οι ίδιοι δε θα μπορούσαν να το πουν. Να είχαν τουλάχιστον το διάφορο που λαχτάριζαν... Χαλάλι και το ξενύχτι, στα κομμάτια και το κρύο και το ταρακούνημα που τους ανακάτευε αδιάκοπα τα συκώτια. 'Όμως το τσίμπημα που υπομο­νετικά καρτέραγαν, και πάλι δεν το απίκασαν. Λέπι, δε γυάλισε στο άδειο πανέρι τους. Άμα πει "δε σου δίνω" η θάλασσα... Τι να τα λέμε και να τα ματαλέμε...
-Δεν τον γλιτώνουμε, Κυριάκο, τον ξερό μπακαλιάνο. Πάει. Κι θα 'μαστε κι τυχεροί, λέω εγώ, αν δεν αρπάξουμε καμιά πούντα βαϊάτ'κην. 'Ήταν ο Αργύρης που τα πήρε τουρτουρίζοντας πάλι πρώτος μάινα.
Ωστόσο, και την ώρα που ο άλλος σώπαινε καταχολιασμένος, κάτι πήγε ξάφνου να γίνει. Το ψάρι όμως που τσίμπησε ήταν μια διαολεμένη φρίσσα που, αφού τους έφερε βόλτα και τους έχανε μαλλιά κουβάρια το συντριβάνι, έδωσε μια στα στερνά και τη σκαπουλάρησε. Βλαστήμησαν τη μαύρη τύχη τους τα δυο ξαδέρφια και πέσαν με τα μούτρα να ξενετάρουν το εργαλείο. Χαμένος όμως ο κόπος τους. Θες απ' το μπότζι, θες απ' τη βιασύνη και την ταραχή τους το συντριβάνι μπερδεύτηκε χειρότερα αντί να ξεμπερδέψει, τους μακέλεψε κι από πάνω τα μουδιασμένα απ' το κρύο χέρια.
    -Δεν το κόβουμε ν' απαλλαχτούμε, λέω εγώ, έδωσε για μια ακόμα φορά δειλά την ιδέα του για την εύκολη λύση ο Αργύρης. Και σα δεν πήρε πάλι απόκριση, παράτησε λαχανιασμένος τον αγώνα και ζάρωσε αμίλητος στο βάθος της μικρής τους βάρκας. Ο άλλος παιδεύτηκε αψιά για λίγη ακόμα ώρα. Αγωνιζόταν με λύσσα. Πάλευε με νύχια και με δόντια. Στο τέλος όμως απόκανε κι ελόγου του. Και σαν το 'νιωσε πως δεν γινόταν πια καμιά προκοπή, έσυρε το σουγιά του, έκοψε το εργαλείο, πέταξε τα κομμάτια του με μάνητα στη θάλασσα. Στα στερνά κουκούβισε κι αυτός στο βάθος της βάρκας να ξανασάνει για λίγο, ν' απαγγιάσει, και να δώσει ανάχαρα στο παγωμένο κορμί του πριν λεβάρει το σίδερο κι αδρά­ξει τα κουπιά για την επιστροφή. Ο Αργύρης στο μεταξύ σκεπασμέ­νος με κάποια παλιοτσούλια, ροχάλιζε παραδομένος σ’ ανήσυχο ύπνο. Ζάρωσε πλάι του κι ο Κυριάκος, κουκουλώθηκε κι αυτός μ' ό,τι βρήκε πρόχειρο. Μια γλυκιά νάρκη του ζέσταινε το αίμα, του μούδιασε τα μέλη, τον κυρίευσε σιγά - σιγά ολάκερο...
Τον ξύπνησε το άγριο σφύριγμα της τραμουντάνας και το δυνα­τό μπότζι. Πετάχτηκε αλλοσούσουμος. Ο αγέρας βίτσιζε κι έτσουζε, η θάλασσα αφρομανούσε ως εκεί που 'φτανε η ματιά του. Έτριψε με βιάση τα μουδιασμένα του βλέφαρα, κοίταξε κατά τη στεριά και τα 'χασε πέρα για πέρα. Τα φώτα της παραλίας τρέμιζαν και σκαμπανέβαζαν με το μπότζι αλαργινά, το χωριό, μ' όλη τη ξαστε­ριά, ούτε πια που φαινόταν. "Ο διάολος μας πήρε και μας σήκωσε", μουρμούρισε αποσβολωμένος κι ο νους του πέταξε ταραγμένος στον παροιμιακό λόγο της μάνας του. Γοργά όμως ήρθε στα συγκαλά του, έσυρε άγρια μέσα στην ανταριασμένη νύχτα τη φωνή του:
-   Σήκω, Αργύρη. Η τραμουντάνα μας ξούριασε. Τραβάμε για τα Τρίκερ'.
Πετάχτηκε κι ο άλλος αλαφιασμένος απ' το λήθαργο.
-   Τί; Πώς; Πού πάμε;
-Τραβάμε για τα Τρίκερ', δε βλέπ'ς; Το σίδερο ήταν απίκο κι η τραμουντάνα μας ξούριασε. Σιάρ' σε με τα κουπιά να τραβήξω το σίδερο.
Λεβάρησαν με βιάση και με χέρια που έτρεμαν την άχρηστη πια άγκυρα. Πέσαν με τα μούτρα στο κουπί. Ανωφέλετος, όμως κι ο καινούργιος μόχτος τους. Ο "Γλάρος" δεν πισογύριζε με τίποτα πια.
Πολέμησαν με λαχτάρα και λύσσα κάμποση ώρα τα δυο ξαδέρφια. Σαν όμως είδαν κι απόειδαν πως τίποτα πια δεν κατάφερναν,  ζάρωσαν λαχανιασμένα και μουσκίδι στο βάθος της βάρκας κι  αφέθηκαν στην κακή τους τύχη..
Πέρα κατά την ανατολή ο Γελατζής έδιωχνε λίγο - λίγο τη νύχτα, κόχευε λες από τ' αψήλου και με το ολόφλογο μάτι του το καρυδό­τσουφλο που ταξίδευε ακυβέρνητο μέσα στον αφρισμένο κόρφο κατά τα τρικεριώτικα ρημονήσια...
Έδωσε κάποτε ο Θεός κι έφεξε η μέρα του. Το μικρό θαλασσοχώρι ξύπνησε πάρωρα αλαλιασμένο. 'Ήταν ο σάλαγος της τραμου­ντάνας, ήταν και το ρέκασμα των δυο μανάδων στο μικρό μουράγιο που ξεσήκωσαν τον κόσμο του. Το χαμπάρι για την εξαφάνιση του "Γλάρου" με το αμούστακο πλήρωμά του τάραξε σύψυχο το χωριό, το κουβάλησε σύσσωμο, στα στερνά και στο μουράγιο.
-Αχ! η καημένη! Τους το 'πα και τους το ματάειπα, ολόλυζε αγκαλιά με την αδερφή της η κυρα - Ρηνιώ. Βρε, που πάτε, θεοσκοτωμέν' με τέτοιο καιρό; Δεν το ξέρ'τε πως τ' Βαγγελισμού κι τ'  Βάίού μπαίν' ο διάολος στο γιαλό;
Έπεσαν πάνω τους οι άλλες γυναίκες του χωριού, πάσχισαν να τις μερώσουν τις μαύρες: "Δε γένεται. Κάπ’ θα βρήκαν λιμάνι ν' απαγγιάσουν τα ευλογημένα τα παιδιά. Κάν' τε κουράγιο κι υπομονή. Θα ιδείτε απ' γλήγορα θα γυρίσουν". Σα στήλωναν όμως τα μάτια τους στο γιαλό κι έβλεπαν ξίδι τη θάλασσα ν' αφρομανάει μπροστά τους, ένα σύγκρυο τρεμούλιαζε τα φυλλοκάρδια τους και δεν πίστευαν πια ούτε ψίχα απ' τις παρηγοριές τους.
Ωστόσο οι πιο ψύχραιμοι απ' τους άντρες είχαν κάνει κιόλας από νωρίς το σωστό για τούτη τη δύσκολη περίσταση χρέος τους, τηλεφωνώντας απ' τη μοναδική συσκευή του μικρού μπακάλικου και δίνοντας το κακό χαμπάρι στο Λιμεναρχείο.
Οι ώρες κύλισαν με θανατερή αγωνία κι αδιάκοπο θρήνο των δύο απαρηγόρητων μανάδων. Κι εκεί κοντά στο μεσημέρι, την ώρα που απόλυσε η εκκλησιά κι οι λιγοστοί τη μέρα εκείνη πιστοί κατηφόριζαν με τα βαϊολούλουδα στην παραλία να μάθουν τα νεότερα, νάσου και ξεπρόβαλε ξαφνικά απ' τον κάβο και μπήκε στο λιμανάκι το περιπολικό του Λιμεναρχείου, με δεμένο ξοπίσω  του το "Γλάρο".
Η χαρά ξαστέρωσε τις συννεφιασμένες καρδιές στο μικρό μώλο. Εκεί που έγινε σε λίγο... μετά βαϊων και κλάδων η υποδοχή των  δυο "αγούρικων" θαλασσομάχων. Με δάκρυα κι αναφιλητά ευτυχίας οι δύο μανάδες ξανάσμιξαν με τους άσωτους γιους τους, που   σα βρεγμένες γάτες βιάστηκαν να βρουν λιμάνι στην αγκαλιά τους.
Η κυρα-Ρηνιώ ωστόσο, μ' όλο που πλαντούσε απ' τη χαρά της, δε βάσταξε και, σαν πέρασε η πρώτη συγκίνηση, κάρφωσε με τον δικό της τρυφερό και περιπαιχτικό τρόπο, τους δύο αμούστακους αντάρτες:
-Πού κ'νήσατε, βρε θεοσκουτωμέν' να πάτε; Δε σας είπα και σας ματαείπα πως τ' Βαγγελισμού κι τ' Βάϊού μπαίν' ο διάολος στο  γιαλό;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου