Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Χριστούγεννα χωρίς παπά!

Καλά Χριστούγεννα σ' όλες κι όλους!

Ένα επίκαιρο διήγημα (Πηλιορείτικη ηθογραφία) του Χρήστου Παπαζήση, αντιγραφή σε μονοτονικό από τη ΘΕΣΣΑΛΙΑ της 25ης Δεκεμβρίου 1934. 
(Ο δάσκαλος Χρ. Παπαζήσης ήταν σύζυγος της δασκάλας Μυρτούς Ρήγα Καμηλάρη). 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΩΡΙΣ ΠΑΠΑ
Τέτοιες μέρες κάθε χρόνο μια σκέψη βασάνιζε ο χωριό. Θάρθη παπάς ή όχι; Ολάκερη εποχή την πέρναγαν χωρίς παπά. Αδιάβαστοι που λέει ο λόγος. Σαν τώρα όμως; Σαν τέτοιες μέρες; Έπρεπε νάρθη ένας παπάς! Κι η σκέψη του ερχομού βασάνιζε το χωριό. Και πιο πολύ τις γυναίκες. Οι καψερές οι γυναίκες! Άμα δεν έβλεπαν ράσο και καλιμαύχι στο χωριό λες και κάτι τις έλειπε. Αμ’ τότε; Ποιος θα φάει τις λειτουργιές; Ποιος θα δώσει την ευχή;
Πρώτη και καλύτερη η κυρα-Λένκω, η γυναίκα του μαστρο-Νικολή, έδινε τον τόνο σ’ όλην την παπαδοσυζήτησι. Μάϊδε πιτρόπισσα νάτανε, δε θα ούρλιαζε τόσο όπως έλεγε κι η κυρα-Συραγώ η γυναίκα του πραματευτή.
 Μόλις πάτησε το πόδι της κείνο τ’ απόβραδο στη βρύση του χωριού πούτανε μαζεμένες όλες οι καλές νοικοκυράδες, παραμέρισε στάμνες και τενεκέδες, μπούλωσε με μανία την μπούκα της βρύσης, ανασκουμπώθηκε, έδεσε σφιχτά τις γροθιές της και βάζοντας τα χέρια στη μέση έριξε μια άγρια ματιά στο γυναικομάζωμα. Λες κι ήταν η Μπουμπουλίνα ολάκερη. Χοντρή-χοντρή καθώς ήταν με εκείνα τα κόκκινα μάγουλα και τα σφιχτά τα μπράτσα είχε απολιθώσει το ακροατήριο! Καμιά τους δεν τόλμησε να ξεστομίσει κουβέντα. Μόνο η γυναίκα του καπετάν-Μανώλη η Σύρμα η ξακουστή δεν ταράχτηκε απ’ την ανακατωσούρα. Χρόνια και χρόνια ταξιδεύοντας δίπλα στον άντρα της -καπετάνισσα αυτή- είχε δη χώρες και χωριά, πάλεψε αγώνες σκληρούς με τ’ άγρια κύματα και της αρμύρας τα φαρμάκια αφού δοκίμασε, δεν την τρόμαζαν οι καπετάνισσες του γλυκού νερού! Απόδιωξε τις γυναίκες από μπροστά της και φώναξε:
-Ξεμπούλωσι τη βρύση κυρα-Νικουλίνα μ’ να μη γένουμι μαλλιά κουβάρια. Κάτσι φρόνιμα κι άσ’ τα παπαδλίκια π’ θέλεις να μας ψάλεις πάλι. Αμ’ την ξέρου μαθές τα’ κάψα σ’. Θέλεις να φκιάσουμι του Νικουλή σ’ παπά! Δε θα σ’ γένει όμως αυτό!  
Φούντωσε η Λένκω. Δεν παραφέρθηκε όμως. Αργά αργά όπως το λάδι στη γαλιάγρια, άρχισε να βγάζει τις κουβέντες απ’ το στόμα.
-Εγώ μαρή, φρουντίζου για του Νικουλή μ’; Ας είν΄καλά ου Αη-Νικόλας –μεγάλη η χάρη τ’- απ’ τουν βουηθάει κι είν’ τους χρυσουχέρης κι μαζεύει του μαξλάκι τ’ κι κάν’ τσι δλίτσις τ’ κι θρέφ’ τ’ φαμίλια τ’. Αν θέλει ου Κύριους Ιησούς Χριστός γένητι κι παπάς ου Νικουλής μ’. Δεν τ’ απαρνιέται  μαθές. Αν θέλει όμους ου Μεγαλοδύναμους κι ου κόσμους. Με το ζόρι τίποτα. Δεν είμαστε όμως αυτού τώρα. Τα Χριστούγεννα φτάσαν κι εμείς παπά ακόμα. Να σκουθούμι να πάμε στο Δεσπότη κι να τ’ αξιώσουμι. Ή παπά ή κι γω δεν ξέρου τι.
Αυτά κι άλλα πολλά έψαλλε στη βρύση η κυρα-Λένκω.
Αφού παπαδομίλησε κάμποση ώρα έλυσε τη συνεδρίαση καθώς είπε κι η κυρία του Ειρηνοδίκη που περνώντας κατά τύχη απ’ τη βρύση παρηκολούθησε την «υπόθεσι».
Η βρύση ξεμπουλώθηκε, οι στάμνες γέμισανε κι οι γυναίκες ανηφόρησαν για τα σπίτια τους. Στο δρόμο το σούσουρο έδινε κι έπαιρνε. Γιατί τάχα η Λένκω ενδιαφέρονταν τόσο πού για παπά; Μήτε παπαδοθυγατέρα ήτανε, μήτε άγιο σόι είχε. Γιατί; Μήπως γιατί ήθελε να φκιάσει τον άντρα της παπά; Μήπως άλλο τίποτα;
Η γριά η Στάθαινα που άκουσε τις απορίες είπε εμπιστευτικά σ’ ένα γυναικομπουλούκι που πέρασε δίπλα απ’ τον αυλόγυρό της.
-Τι να σας πω γιε μ’. Πάει ου κόσμους χάλασι. Η Λένκω θέλει δέσιμο. Να γένει ου άντρας τ’ς παπάς;  Αμ’ ξέρει την άλφα-βήτα; Άλλους είν’ ου ψύλλους απ’ την τσιμπάει στουν κόρφου. Δε θυμάστι πόσα έκανι μι του Παπαγιώργη πρόπιρσι; Αυτή παιδί μ’ –ου Θιός να μι σχουρέσ’- χουρίς παπά δεν μπουρεί να κάμει.
Ιδώ θα είστι κι θα μι θυμηθήτι. Μα δε φταίει αυτή. Φταίμι εμείς που την αφήνουμι να μουλεύει τ’ άγια τ’ χουριού μας κι δεν την μαζεύουμι μι τα δικανίκια.
Οι γυναίκες σαν κάτι να κατάλαβαν. Κούνησαν το κεφάλι μ’ απελπισία και σαν να μετάνιωσαν που κουβαλούσαν τις στάμνες στον ώμο τους και δεν τις έσπαγαν στο κεφάλι της κυρα-Λένκως. Μα πάλι ήξεραν; Τάχα ήταν σωστά; Τάχα είχε δίκιο η κυρα-Στάθαινα; Κανένας δεν ήξερε σίγουρα.
Την άλλη μέρα το πρωί μεγάλη συζήτηση στο παζάρι του χωριού. Το ζήτημα του παπά που ήταν σχεδόν ξεχασμένο ήλθε στην ημερήσια διαταγή καθώς έλεγε κι ο Αλέκος ο Ψηλαράς που μόλις από το στρατό απολύθηκε με τον επίζηλο βαθμό του λοχίου, που είχε να το λέει.
Οι άντρες φιλοτιμήθηκαν απ’ τη γυναικοσυζήτηση και θέλησαν να δώσουν τέλος στη υπόθεση. Κάλεσαν τον επίτροπο το Θεοδωρή που διακρίνονταν για την εξυπνάδα του, τούδωσαν ένα ψήφισμα υπογεγραμμένο από όλο το χωριό και τούπαν να πάει στο Δεσπότη κι όπως θα κάνει-θα κάνει να στείλει παπά για τα Χριστούγεννα. Η απαίτηση ήταν γενική.
Κείνη τη στιγμή σηκώθηκε κάποιος που πίστευε και δεν πίστευε στο Θεό -με το δίκιο του όπως έλεγαν μερικοί γιατί αφού δεν υπήρχε παπάς ποιος θα τον έβαζε στο δρόμο του Θεού- και θέλοντας να γελάσει σε βάρος των καλών χριστιανών  είπε στον επίτροπο φωναχτά.
- Άμα βρεις παπά πάει καλά. Άμα δεν υπάρχει όμως κύταξε μην παραζορίσεις το Δεσπότη και μας στείλει κανέναν από την πόλη δίχως ράσο και καλιμαύχι!
Όλοι γέλασαν με την εξυπνάδα του. Και χωρίς να το θέλουν πήραν συζήτηση για τον Ατατούρκ!
Στο μεταξύ ο Επίτροπος φεύγοντας για το σπίτι του αντάμωσε στο δρόμο την κυρα-Λένκω.
- Έλα, κυρα-Λένκω της είπε. Το θείο θέλημά σου θα γίνει. Αύριο πηγαίνω για παπά στο Δεσπότη σύμφωνα με τη θέληση όλου του χωριού.
-Κοίταξε όμως κανέναν καλόν παπά. Όχι κάναν παληόγερο. Νάναι σαν τον Παπαγιώργη τον μακαρίτη, π’ άμα έλεγε το Βαγγέλιο τράνταζε την εκκλησιά. Ως κι η θεια η Μαργαρίτα πούταν κουφιά τ’ άκουγε. Καταλαβαίνεις του λόγου σ’.
Ύστερα από λίγες μέρες παραμονή Χριστούγεννα ακριβώς, έφτανε στο χωριό ο κυρ-Θοδωρής μ’ έναν περιποιημένο καλόγηρο δίπλα του. Δεν είχε βρει παπά και στην ανάγκη έφερνε αυτόν. Ψηλός, καλοφτιαγμένος, ήταν δεν ήταν σαράντα χρονών.
Όλοι τον υποδέχτηκαν με χαρά.Η Λένκω στολισμένη και φτιασιδωμένη τον υποδέχτηκε κι αυτή και του φίλησε το χέρι ευλαβικά. Ο καλόγηρος κατευχαριστημένος της έδωκε πολλές ευχές και περπατώντας δίπλα της κατατοπίστηκε στο δρόμο απ’ το στόμα της για τα διάφορα ζητήματα της εκκλησίας. Εξέφρασε μάλιστα ο θαυμασμό του στον Επίτροπο για το φιλόθρησκο  χωριό που παρακολουθούσε μ’ ενδιαφέρον τα διάφορα ζητήματα της εκκλησίας, όπως η Λένκω καλή της ώρα.
Την άλλη μέρα -Χριστούγεννα πρωί- οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα διαλαλώντας τη Γέννηση του Σωτήρα. Όλο το χωριό βρισκόταν μέσα στην εκκλησία. Η λειτουργία γίνηκε με πολλή τάξη. Σα σχόλασε η εκκλησία όλος εκείνος ο χωριατόκοσμος ξεχύθηκε στους δρόμους κατευχαριστημένος και τραβούσε καθένας για το σπίτι του, όπου τον περίμενε ένα καλό χριστουγεννιάτικο φαγοπότι. Μόνον ο Στυλιανός ο κανδηλανάφτης ήταν λιγάκι δυσαρεστημένος.
-Και φέτος τα Χριστούγεννα χωρίς παπά! Είπε αναστενάζοντας.
-Τι παπάς, τι καλόγηρος. Λειτουργία γίνηκε! Το ίδιο κάνει! Πρόσθεσε κάποιος.
-Χωριό που το καταράστηκε ο Θεός, δεν το σώζουν οι καλογέροι! Ξανάπε ο κανδηλανάφτης θλιμμένα.
Κι όμως! Η κυρα-Λένκω πόρεψε και φέτος. Ήταν καταφχαριστημένη, κατά πως λέγαν μερικοί.
-Του χρόνου, ίσως, κάνας παπάς! Έχει ο Θεός! Έλεγε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου