Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Η σφαγή του Προμυρίου

 Στα 1823 οι Τούρκοι περνώντας απ' όλα τα χωριά του Κεντρικού Πηλίου και φτάνοντας στο Νότιο, αντιμετωπίστηκαν απ' τους επαναστάτες που ανασυντάχτηκαν πολεμώντας τους στις περιοχές αυτές.  Στις 8 Μαΐου κατέστρεψαν το χωριό του Προμυρίου, αλλά και τα χωριά Λαύκου και της Αργαλαστής σε μικρότερη έκταση. 
Η σφαγή του Προμυρίου είναι μια θλιβερή ιστορία, που έμεινε στην Ιστορία σαν την μεγαλύτερη θηριωδία των Τούρκων στο Πήλιο. 
Προχθές λοιπόν, ήταν η θλιβερή επέτειος της καθολικής καταστροφής του Προμυρίου. Ο Νικ. Ι. Δάμτσας- μαθ. Γυμνασίου, έγραψε το παρακάτω ποίημα και δημοσιεύτηκε στο 
Περιοδικό (του Ζωσιμά Εσφιγμενίτη) ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, Βόλος, Μάιος 1896, έτος Η΄,αριθ.94  
(Εδώ αντιγραφή σε μονοτονικό)

Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΠΡΟΜΥΡΙΟΥ ΤΩ  1823

Ω, του Μαΐου θλιβερά, ημέρα απαισία
μηνός ογδόη ανθηρού, καθ’ ην η πανδαισία,
Η στυγερά και απεχθής  των αρπαγών και φόνων
έλαβε χώραν εις μικρόν της Θεσσαλίας κλώνον,
Ημέρα καθ’ ην έρρευσε τόσον αθώον αίμα
και κατεστράφη άσπλαχνα αγνόν Πηλίου θρέμμα,
Ημέρα απηνής, σκληρά αιμόφυρτος αγρία,
καθ’ ην της Θέτιδος την γην, τα φοβερά θηρία,
Οι του Μωάμεθ οπαδοί και του αισχρού λαβάρου
επότισαν αίμα αγνόν τα τέκνα του βαρβάρου,
Ημέρα ερημώσεων πυρκαϊών αθλίων
καταστροφής ανηλεούς παρά χειρών δολίων,
Είθε να μη υπέφωσκε να μη υπήρχεν όλως
εις τον λαμπρόν ορίζοντα της άκρας, ένθα στόλος,
Πέρσου πλουσίου ισχυρού κ’ ενδόξου βασιλέως
κοινής Ελλάδος  ποτ’ εχθρού απώλετο τελέως,
Είθε να μην εφώτιζεν ο ήλιος εκτείνας 
τότε την χλοεράν ακτήν τας αργυράς ακτίνας,
Ότε πεντακισχίλιοι Τούρκοι απροσδοκήτως
εκύκλωσαν  ως φοβερόν την Σηπιάδαν κήτος,
Οι κάτοικοι δε ήρεμοι ηγείροντ’ ως συνήθως
αλλ’ έτριψαν τους οφθαλμούς ιδόντες τόσον πλήθος,
Το μεν  κακόν εννόησαν οι δυστυχείς αγρόται
αλλ’όμως τι ηδύναντο να κάμουν ούτοι τότε;
Εξήλθον εις απάντησιν των φοβερών θηρίων
και άσυλον τοις έδωκαν όλον των το χωρίον.
Οι άπιστοι Οθωμανοί τότε μετά φιλίας
διώρου προσεφέρθησαν υπούλου και δολίας,
Αλλά κρυφίως έβραζε δίψα πολλής σφαγής
αιχμαλωσίας, εμπρησμών, βίας και αρπαγής,
Όθεν δεν διετήρησαν πολύ αλωπεκήν
και ήρχισαν μ’ εκβιασμόν και απειλήν κακήν,
Να απαιτώσι χρήματα ειδ’ άλλως να τους σφάξουν
ή αιχμαλώτους στον Μαχμούτ όλους να τους απάξουν.
Αλλ’ ότε πλέον ο θυμός πλέον εκορυφώθη
σύνθημα γενικής σφαγής αμέσως τότ’ εδόθη,
Κ’ ευθύς αφού αντήχησαν τρεις τυφεκίου κρότοι
έγινε δε ο βιασμός και απειλή η πρώτη,
Εφώρμησαν ως άγριοι και λυσσαλέοι λύκοι
κατά αόπλων ατυχών, ω! ποία τότε φρίκη!
Ω! τότε πλέον φοβερός όλεθρος επετέθη
ο σίδηρος και πυρ ομού, ευρίσκοντο εν μέθη,
Η άσπλαγχνος η μυρμηγκιά  των τρομερών Βανδάλων
των του Χριστού ημών εχθρών, του κόσμου των σκανδάλων.
Αγρίως και ανηλεώς κατά απλών ανθρώπων
ερρίφθη κατασφάζουσα μετά αγρίων τρόπων,
Ενώπιον των οφθαλμών των τέκνων των συζύγων
αίτινες ως αιχμάλωτοι τρέμουσαι τότ’ εσίγων,
Εσφάζοντο ανηλεώς γονείς και σύζυγοί των
στου γείτονος δ’επέπλε το αίμα, άλλος γείτων.
Οικίαι αι καλλίτεραι και πτωχικαί συγχρόνως
παρά των Τούρκων των σκληρών εκαίοντο αφρόνως.
Σύζυγοι προσφιλών ανδρών μητέρες οιμωζόντων
τέκνων μικρών ηρπάζοντο, νεκροί μετά των ζώντων
Εις αίμα εκυλίοντο, και μη εις ηλικίαν 
παίδες, εισέτι νεαροί δι’ άπιστον θρησκείαν,
Προωρισμένοι του Ισλάμ ως άκακα αρνία
συνελαμβάνοντο αισχρώς. Ω! Τουρκική μανία! 
Ω! ποίος όλεθρος δεινός, καταστροφή μεγάλη!
των Κορανίου οπαδών αγρία παραζάλη!
Αθώων δυστυχών τινών ότε πλέον εμάνη
το στίφος το απάνθρωπον αχρείοι Μουσουλμάνοι,
Μη αρκεσθέντες ς’ των λοιπών τον βιασμόν και φόνον
υπολειφθέντων ζωντανών τριάκοντα και μόνον,
Απέκοψαντας κεφαλάς αυτών υπό τον όρον
να φέρωσιν εις τον Πασσάν θηριωδίας δώρον.
Ως δήθεν επαναστατών κατά του καθεστώτος
και την απελευθέρωσιν ζητούντες ανενδότως.
Οι Τούρκοι οι επίλοιποι ζηλεύσαντες τους άλλους
ήλθων προς λείαν και αυτοί εις ολεθρίους σάλους,
Και ούτω επεσφράγισαν το της σφαγής των τέλος
μεταβαλλόντες άπαντα εις αιματώδες έλος.
Οι ατυχείς δε κάτοικοι έξαφνα προ του δείπνου
ς’ τους κόλπους παρεδώθησαν του αιωνίου ύπνου.
Το δύστηνον Προμύριον ούτως απενθρακώθη
κ’ εις ερειπίων άμορφον σωρόν μεταμορφώθη,
Μόνον δε τεσσαράκοντα εξ όπλων ανοσίων
εκ των χιλίων αρχικώς  και των πεντακοσίων,
Διέφυγον τον θάνατον, εις δάση και κρυψώνας
κρυφθέντες, και εις φάραγγας βαθείας κ’ εις αυλώνας,
Έτι τινές αιχμάλωτοι δια πολλών χρημάτων
σωθέντες επανέθεσαν στον πλήρη εκ πτωμάτων,
Κατάκαυστον, αιμοβαφή χώρον του Προμυρίου,
μετ’ άλλων τα θεμέλια έπειτα του χωρίου.
Ω! ευκλεής επίσημος γωνία της Ελλάδος
Τρίτης μιας ο όλεθρος  ημέρας αποφράδος,
Σ’ ερήμωσεν ολοτελώς όλων των σων κατοίκων
ανδρών παιδίων γυναικών και καλυβών και οίκων,
Ω! άκρα περιώνυμος του ευκλεούς Πηλίου
παρηγκωνίσθης εκ παντός ιστορικού βιβλίου,
Πάντες την σην παρέλιπον ανδρείαν του αγώνος,
να περιγράψη τας σφαγάς  είς δεν ευρέθη μόνος.
Υπέμενας τα πάνδεινα, καταστροφήν κινδύνους,
μετά καρτερικότητος και ταύτην και εκείνους,
Οι άνδρες σου εσφάγησαν  και έπεσαν γενναίως
υπό μαχαίρας απηνούς του φοβερού φονέως,
Γυναίκες δε και τέκνα σου απήχθησαν ως λεία
και θύματα κατέστησεν αυτά αισχρά δουλεία.
Αλλά και σε Αλιό Πασσά η των ποινών εσχάτη
εις τέλος σ’ επερίμενε μάχαιρα αισχροτάτη.
Έπεσεν το Προμύριον, ναι, όλως κατεσφάγη
αλλ’ εις την ημισέληνον ουδόλως υπετάγη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου