Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Περί Αγίων Θεοδώρων Βόλου

Ο Δημήτριος Τσοποτός σε επιστολή του στη ΘΕΣΣΑΛΙΑ ζήτησε από κάποιους Βολιώτες πληροφορίες για το ναό των Αγ. Θεοδώρων στα Παλιά του Βόλου
Στη 1-8-1924 στην ίδια εφημερίδα ο Περικλής Μαργαρίτης απάντησε με επιστολή του γράφοντας όσα γνώριζε. Είναι πληροφορίες σχετικά άγνωστες στο ευρύ κοινό: 

[ Σχετικώς με την περί Αγίων Θεοδώρων παράδοσιν διατελώ εις ευχάριστον θέσιν κατά το εφικτόν να ικανοποιήσω.
Εκτός της εις προγενεστέρους χρόνους υπαρχούσης παραδόσεως παρά τοις γεροντοτέροις αφηγουμένοις ότι μετ΄ευλαβείας οι οθωμανοί του Κάστρου του Γόλου έκαιον κανδύλην επί του τόπου ένθα νυν υπάρχει το ιερόν των Αγίων Θεοδώρων, αλλά και εγώ εξ ιδίας αυτοψίας κατά τινα εκείσε παιδικήν μου επίσκεψιν την κανδύλην εκεί που ανηρτημένην• καθ’ ην εποχήν μάλιστα περίκλεισται ήταν αι οικίαι των Οθωμανών εκ του περιβάλλοντος αυτάς τείχους του φρουρίου, όπερ αργότερον κατεδαφίσθη, ρυμοτομηθέντος και του διαμερίσματος εκείνου της πόλεως.
Το ολίγον τότε παιδικόν ενδιαφέρον μου περιωρίσθη εις απλήν ερώτησιν προς οθωμανίδα παιδίσκην διά την αιτίαν της καιομένης κανδύλης, έμαθον δε παρ’ αυτής ότι εκεί έκειτο «βακούφ».
Ταύτα λοιπόν εξ ιδίας αυτοψίας και παλαιάς παραδόσεως.
Αλλ’ όμως λεπτομερέστερον και σαφέστερον αφηγήσομαι κατωτέρω δι’ την περί ου ο λόγος υπόθεσιν όπως μοι αφηγήθη ο έτι ζων εκ Κατηχωρίου εννενηκοντούτης γέρων Απόστολος Κυρίτσης, όστις εγκατασταθείς εν έτει 1864 και εντεύθεν εις Παλαιά Μαγαζεία, συχνά δε εισερχόμενος εν τω φρουρίω πάντοτε έβλεπεν εκ της οδού την ανηρτημένην κανδύλαν μετ’ εικόνος των Αγίων Θεοδώρων εις βάθος διαδρόμου τινός στενοτάτου.
Επιπροσθέτως δε με αφηγήθη ο ειρημένος Κυρίτσης ότι και μέγας περίφρακτος χώρος εκ σανίδων υπήρχε, θεωρούμενος ως ιερός. Έξωθεν δε του περιφράγματος εγκαθίσταντο ενίοτε Αθίγγανοι, εργαζόμενοι τα γνωστά υπαίθρια έργα των.
Τον χώρον τούτον και την κανδύλαν επεμελείτο οθωμανός τις ονόματι Σαλή αγάς. Ίσως τούτο εγίγνετο  κατ’ επιταγήν της Οθωμανικής κοινότητος του Κάστρου.
Δεν είναι δε μοναδική περίπτωσις αυτή της ευλαβείας των Οθωμανών προς τα ημέτερα ιερά, διότι παρομοία τοιαύτη συμβαίνει να ήνε και παρά τα Φάρσαλα οθωμανικήν μονήν, την γνωστήν υπό το όνομα «Τεκές». Και εκεί ως γνωστόν τη επιμελεία της μονής καίει ακοίμητος κανδήλα προ της εικόνος του Αγίου Γεωργίου.   
Ύστερον κατά την αλλαγήν των καθεστώτων, προκειμένου να ανεγερθή ο σημερινός ναός των Αγίων Θεοδώρων και ετοιμαζομένου του χώρου διά την οικοδομήν, απεκαλύφθη εις βάθος ναός  μέγας κατ’ έκτασιν. Οι κατακείμενοι βαρύτατοι κίονες και κιονόκρανα επί λαμπρού δαπέδου, εστρωμένου εκ ποικιλοχρόων μαρμαρίνων πλακών, εμαρτύρουν υπάρξαντα ναόν μεγαλοπρεπή και πλούσιον της αρχαίας μεν θρησκείας, μεταβληθέντα δε ως εικός, εις χριστιανικόν τοιούτον εις άγνωστον περίοδον. Φαίνεται δε ότι εις την περίπτωσιν αυτήν οι μεταποιήσαντες τον ναόν δεν προέβησαν εις την γενικήν καταστροφήν του, κατά την τότε συνήθη προτίμησιν των μεταποιητών χριστιανών, οίτινες πολύ αφελώς κατεδάφιζαν τα λαμπρά εκείνα κειμήλια επί τοσούτον μάλιστα λόγω χάριν καταδαφίζετο είς Παρθενών και ανεγείρετο μία Καπνικαρέα. Τοσούτω απλούν εθεωρείτο παρά τοις τότε χριστιανοίς.
Ανάβαθρα δε εκ μαρμάρου ήγόν τινα τις οιδε επί τινος δόμου του ναού.
Ετέρα κλίμαξ κατήρχετο εις στοάν, χρησιμεύσασαν ως αποθήκη πυρίτιδος εις τους Οθωμανούς, εκ της ευρεθείσης εκεί αποσυντεθειμένης τοιαύτης.
Εκ τούτων των αποκαλυφθέντων, όσα ήσαν ικανά προς απαγωγήν, απήχθησαν φιλοτίμως παρά των εργολάβων της οικοδομής, των λοιπών καταχωσθέντων και πάλιν επί τόπου διά το δυσμετακόμιστον αυτών. Ευχής έργον θα ήτο εάν οι ιθύνοντες τότε, μετά την αποκάλυψιν του αρχαίου ναού επεχείρουν διά του ιδίου υλικού του την ανέγερσιν του νεωτέρου τοιούτου, ως είχεν ούτος πρότερον, προσθέτοντας μόνον ότι είχε κατά καιρούς αφαιρεθή εξ αυτού. Θα εκοσμείτο δε ούτω η περίοπτος εκείνη θέσις της πόλεως δι’ ενός κειμηλίου, δεικνύουσα εν ταυτώ εις τους επισκέπτας την αρχαίαν ευδαίμονα και λαμπράν καταγωγήν της. Αλλά πνεύμα ίσως ισότητος και σοσιαλισμού εν σχέσει προς την λοιπήν πόλιν επεκράτησεν εις αυτούς και κατά την περίπτωσιν ταύτην.
Τοιούτος συνέβει να είνε ο ναός των Αγίων Θεοδώρων ούτινος αι εκάστοτε παραδόσεις έφερον μέχρις ημών το όνομα. Τις οίδε ποία συνθήκη ή όρκος των καταλαβόντων το Κάστρο του Γόλου οθωμανών υπεχρέωσεν αυτούς υποχρέωσιν απαράβατον προς τους ημετέρους εγκαταλείψαντας το Κάστρον και μετοικήσαντας επί του σημερινού χωρίου Γόλου, (δι’ ον άλλοτε θα ομιλήσωμεν) να επιμελώνται του ιερού των αδιαλείπτως επί αιώνας ολοκλήρους.
Εκ συνηθείας δε παλαιάς κατά την επέτειον εορτήν των Αγίων Θεοδώρων η πάνδημος κάθοδος των ημετέρων έφερεν αυτούς περιπλανωμένους κατά μήκους της θαλασσίας ακτής, πλησιέστερον μεν, αλλά και πάλιν εν χωρισμώ εκ του λατρευτού των στρατηλάτου αγίου και προστάτου άλλοτε του Κάστρου των, ωσανεί ερωμένοι ερώμενοι μακρόθεν κόρης καλής αλλ’ αυστηρώς επιτηρουμένης.
Και κατεκλύζοντο εκ της συρροής εκείνης των υπαιθρίων πανηγυριστών τα πενιχρά παλαιά μαγαζεία. Οθωμανίδες δε εκ των επάλξεων του φρουρίου κεκαλυμμέναι και περίεργοι παρηκολούθουν τους επισκέπτας, και διημείβοντο ενίοτε φράσεις φιλοφρονήσεως μεταξύ των γνωρίμων εκατέρωθεν γυναικών. Ουδέποτε όμως επετρέπετο η εν τω φρουρίω  αθρόα είσοδος των χριστιανών. Όταν αργότερον επί του τόπου, ένθα νυν η πόλις οικοδομήθησαν λεληθότως πως οι τρεις πρώται οικίαι του Αθανασάκη Δημητράκη, του Γάτζου και του Κουβελά, εξ ων αγνοείται εισέτι τις ο πρώτος εκ τούτων εγένετο οικιστής, μέγα μέρος των πανηγυριστών κατέκλυζε με χαράν τας πρώτας ταύτας οικίας. Ούτε δε και κατά τούτον τον χρόνον υπήρξε ευκτήριος ναός επί του παραλιακού τούτου εδάφους. Περί δε του αναφερομένου εκ της επιστολής του Δημητρίου Διαμαντή τόπου του Αγίου Νικολάου, το μόνον διακριτικόν της ιερότητος αυτού υπήρξεν πήλινον δοχείον περιέχον κανδήλαν καίουσαν ενίοτε κεκαλυμμένον διά πλακός. 
Παρομοία κατάστασις και εις τον Άγιον Κωνσταντίνον  συνέβαινε να ήνε. Τον αποκαλυφθέντα δε αρχαίον ναόν κατά την θεμελίωσιν οικίας τινός εις τι διαμέρισμα της σημερινής πόλεως και πάλιν καλυφθέντα (σιωπώ ενταύθα την θέσιν ίνα μη γεννηθώσι πράγματα) ηγνόουν τότε οι κατερχόμενοι πανηγυρισταί.
Ευχαριστών διά την φιλοξενίαν της παρούσης μου, διατελώ μετά πολλής τιμής.
Περικλής  Μαργαρίτης ]                    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου