Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Φώτα !

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ! σε όλες κι όλους.
Ένα επίκαιρο γλαφυρότατο και απολαυστικό κείμενο του Βαγγέλη Σκουβαρά από τα «ΠΗΛΙΟΡΕΙΤΙΚΑ Α΄» σελ. 169-171, (αντιγραφή σε μονοτονικό) που δείχνει την καρμιριά και την κουτοπονηριά κάποιων συμπατριωτών μας. (του παλιού καιρού;)

Τα σα εκ των σων...
Παραμονή των Φώτων πρωί. Τυλιγμένος στο ράσα του ο παπα-Χαραλάμπης μ’ αναρριχτό στον ώμο το πετραχήλι και κρατώντας στο να χέρι την αγιαστούρα και στ’ άλλο το σταυρό με το ματσάκι του βασιλικού, άνοιξε την πόρτα του καφενέ κι άρχισε να ραντίζει γύρωθε μουρμουρίζοντας το απολυτίκι. Ήταν κουρασμένος απ’ τον ανήφορο και κοντανάσαινε.
Σηκωθήκαμε όλοι. Ο καφετζής ο χοντρο - Βλάσης μονάχα μαρμάρωσε πίσω απ’ το τεζάχι του. Στη φαλάκρα τον ανάβλυσαν πυκνές στάλες ιδρώτα, — αν κι ήταν καταχείμωνο — και μου φάνηκε το κούτελό του σαν κοιλιά νοτισμένη αιγινήτικου κανατιού. Κάτω από τις βούρτσες των μουστακιών τον κατρακύλησαν ψιθυριστά μερικά λόγια. Κι ωστόσο ο καφετζής ο χοντρο-Βλάσης δεν προσευχόταν· ούτε κι οι χυμοί του ίδρωτα ανέβηκαν ως τη φαλάκρα του κινημένοι από κατάνυξη κι ιερή θρησκευτική συγκίνηση. Ήταν ιδροκόπημα τσιγκουνιάς. Σκέφτηκε τη δραχμή που θάρριχνε στην αγιαστούρα κι ένιωσε να σύγκρυο να του πηρουνιάζει το κορμί. Και μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά άρχισε να ξορκίζει την κακιά ώρα με μουρμουριστές ακαταλαβίστικες φράσεις.
Το άγιασμα τέλειωσε κι όλοι οι χασομέρηδες κοντοσιμώσαμε τον παπά, ασπαστήκαμε το σταυρό και ρίξαμε στην αγιαστούρα τα πενηνταράκια και τις δραχμίτσες μας. Ύστερ’ ο παπά -Χαραλάμπης κατευθύνθηκε προς το τεζάχι κι άπλωσε το σταυρό στο αφεντικό, τον τσιγκούνη το χοντρο-Βλάση Τα μουστάκια τον γρατσούνισαν τη στιλπνή ασημένια επιφάνεια του σταυρού, κι η κούτρα του δέχτηκε την ολόδροση θωπεία του βασιλικού. (Δε χρειαζόταν — σκέφτηκα — την είχαν αγιάσει προηγουμένως οι υγροί κόμποι της τσιγκουνιάς του). Με τρεμάμενα χέρια ο καφετζής έσυρε το μπεζαχτά του κι άρχισε να ψάχνει... να ψάχνει και τελειωμό δεν είχε. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα αθόρυβα κοντά. Ήμουνα περίεργος να δω τι έκανε τόσην ώρα. Τα κέρματα στραφταλιστά και τσίλικα χοροπηδούσαν κάτω από τα χοντρά δάχτυλά του. Τέλος έπιασε κάτι στρογγυλό, κάτασπρο, το έσφιξε ανάμεσα στα τρία του δάχτυλα, άπλωσε σταθερή τώρα — κι όχι τρεμάμενη σαν και πρώτα — τη χερούκλα του και τόρριξε στην αγιαστούρα. Κοίταξα. Αυτό βαφτίστηκε για μια στιγμή στην αγκαλιά του νερού και γοργά τινάχτηκε ξανά στην επιφάνεια. Πρόσεξα καλύτερα τώρα. Ήταν ένα φιλντισένιο μεγάλο κουμπί που ασημοκοπούσε. Ανεπαίσθητα κοίταξα τον παπά. Το ύφος του έδειχνε ότι το παρατήρησε κι κείνος. Ύστερα προχώρησε προς την πόρτα κι έφυγε. Σαστισμένο τον παρακολούθησα με το μάτι από το τζάμι. Ατάραχος και γαλήνιος αυτός. πήρε το κουμπί άπ’ τη βρεχτούρα και το έχωσε στην τσέπη του. Παραμονή των Φώτων μεσημέρι.
Ο παπα-Χαραλάμπης άνοιξε την πόρτα του καφενείου. Ακούμπησε την αγιαστούρα του στο μάρμαρο ενός τραπεζιού, έβγαλε το πετραχήλι από το λαιμό του, το δίπλωσε προσεχτικά, έκρυψε το σταυρό μέσα στις πτυχές του και κάθησε κατάκοπος στην καρέκλα. Τα καλντιρίμια του χωριού τον είχαν σταλικοποδιάσει από το πρωί. Χτύπησε ανάλαφρα τις παλάμες του.
—«Κυρ - Βλάση! Έναν καφέ σε παρακαλώ. Μα ξέρεις! Σεχερλή – καϊμακλή».
 —«Αμέεεσσς...ς» αναφώνησε από το τεζάχι ο χοντρο -Βλάσης.
Ο παπάς έπινε τον καφέ του σιγανά. Ρουφούσε τις γουλιές του σφυριχτά, θορυβώδικα. πασάδικα, απολαυστικά.
Ύστερα μάζεψε τα σύνεργά του, σηκώθηκε, έβαλε το χέρι του στην τσέπη, απίθωσε με τελετουργική επισημότητα στο πιατάκι το στραφταλιστό κουμπί κι αλαφροπάτητος ξεπόρτισε. Ο χοντρο-Βλάσης κινήθηκε βαρύς με το σκεμπέ του προτεταμένο στο τραπεζάκι να μαζέψει τα φλιτζανοπότηρα και να εισπράξει το διφραγκάκι. Μα μόλις είδε το κουμπί κιτρίνισε. Σύγκαιρα έρριξε μια ματιά απ’ τη τζαμόπορτα. Ο παπα-Χαραλάμπης βρισκόταν στο πεζοδρόμι και τυλιγόταν κι όλο τυλιγόταν στο ράσο του. Θαρρούσες πώς επίτηδες αργοπορούσε.
Σα δαμάλι αγριεμένο ο καφετζής Βγήκε στο κατώφλι αγκομαχώντας και με σεινάμενο το κάτω χείλος του και κρατώντας στ’ ακροδάχτυλά τον το κουμπί, ρέκαξε:
—«Παπά - Χαραλάμπη, τι είν’ αυτό που μου άφησες; Λάθος έκανες...».
Ο παπάς γύρισε και τον κοίταξε περιγελαστικά και τον καλανάρχισε μισοψαλτικά:
-«Tα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν... Με τις υγείες σου, κυρ-Βλάση»!
Θυμηδία στο ακροατήριο.
*τεζάχι: πάγκος καφενείου, μακρύ τραπέζι μπακάλικου
σεκερλή(ς): γλυκός (τουρκ. σιεκέρ:ζάχαρη, γλύκα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου