Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

«Πιες και συγχώρα με»

"Η βρύση του χωριού"
Γιώργος Κοσμαδόπουλος 
(Βόλος 1895 - Αθήνα 1967)
Μετά τα Φώτα και τον «αγιασμόν των υδάτων», νομίζω δεν θα ταίριαζε για το κλείσιμο του «Δωδεκάημερου» καμιά άλλη ανάρτηση παρά η παρακάτω: 
Είναι ένα πολύ όμορφο και κατατοπιστικό κείμενο του Κίτσου Μακρή για τις πηλιορείτικες βρύσες, δημοσιευμένο στο ΒΗΜΑ. 

«ΠΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΑ ΜΕ...»
Ο άνθρωπος πλησιάζει τη βρύση μ' ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης. Αισθάνεται τη δωρεά αυτού του πολύτιμου για τη ζωή στοιχείου, που είναι το νερό, και μάλιστα στην πιο ωραία του μορφή: τρεχούμενο, καθάριο, δροσερό. Έτσι που του το φύλαξε η γη μέσα στα βαθιά της σπλάχνα και του το προσφέρει, ζείδωρο, από τους μητρικούς της μαστούς. Μάνα λένε σαι πολλά μέρη τη μεγάλη πηγή. Η βρύση είναι το ανθρώπινο χτίσμα που κάνει πιο προσιτό το μητρικό δώρο. Το φέρνει στην πλατεία του χωριού, στο σταυροδρόμι, στην αυλή του μοναστηριού. Το βοηθάει να φτάσει καλύτερα στα χείλια, στα χέρια, στο λαγήνι. Υπάρχει κάτι το ζωντανό στη βρύση. Αυτή η αέναη ροή, αυτός ο σιγανός ήχος, δίνουν ζωή στο μικρό χτίσμα. Καθώς σκύβεις να πιεις είναι σαν να προσκυνάς. Το δροσερό της νάμα ευφραίνει τα σωθικά σου, ευφραίνει την ψυχή σου. Στις πολιτείες το νερό μοιράζεται σαν το ηλεκτρικό ή το φωταέριο. Ουσιαστικά δεν το βλέπεις παρά μόνο με το σχήμα του δοχείου που το κρατεί. Αυτό του δίνει κάθε φορά και ιδιαίτερο νόημα. Είναι το νερό της καράφας ή τού ποτηριού - το πόσιμο. Είναι το νερό της λεκάνης ή της μπανιέρας - το καθαριστικό. Το νερό της βρύσης δεν είναι εξειδικευμένο. Είναι το νερό στον καθολική του έννοια. Πλένεις τα χέρια σου, δροσίζεις το πρόσωπό σου και συγχρόνως πίνεις. Όσο περισσεύει γίνεται μικρό ρυάκι και ποτίζει κάποιο διπλανό κήπο. Από τη μικρή γούβα θα σκύψει να πιει και το ζωντανό κι ύστερα θα ανασηκώσει τί κεφάλι του με μερικές φωτεινές σταγόνες στη μουσούδα του και με μία γλυκιά έκφραση στα αγαθό του μάτια.
«Πιες και συγχώρα με» σκάλισε ένας πηλιορείτης πάνω στη βρύση που έχτισε. Η πιο κατάλληλη στιγμή. Καθώς σηκώνεις τα μάτια σου ξεδίψαστος, προσφέρεις ολόψυχα τη συχώρια που σου ζητά. Εδώ, βέβαια, η λέξη δεν έχει τη σημασία της παροχής συγγνώμης. Συγχωρώ σημαίνει ευλογώ, ευγνωμονώ, εύχομαι για κάποιον. Συνηθισμένη, άλλωστε, είναι και η προτρεπτική φράση που συνοδεύει μια συμβουλή «Κάνε το αυτό και θα με συγχωράς». Στο ίδιο ψυχολογικό κλίμα στηρίζεται και το χτίσιμο βρύσης στη μνήμη αγαπημένων νεκρών. Είναι ένα διαρκές, αληθινό και πάντα ζωντανό μνημόσυνο. Πολλές φορές ξεχάστηκαν τα ονόματα μεγάλων δωρητών σε σχολεία, εκκλησίες, νοσοκομεία. Έμειναν. όμως στο στόμα των ανθρώπων τα ονόματα εκείνων που έχτισαν μια βρύση. «Βρύση του Κοπανάρη» στην Τσαγγαράδα, του Κωσταντά στ’ Αμπελάκια, της Αδάμαινας στήν Πορταριά, του Μπασδέκη στη Ζαγορά...
Οι ελληνικές βρύσες χωρίζονται σε μερικούς βασικούς τύπους, με πολλές παραλλαγές ο καθένας τους. Θα προσπαθήσουμε να ξεχωρίσουμε τα κύρια χαρακτηριστικά κάθε τύπου και τις σημαντικότερες παραλλαγές τους. Κάθε φορά θ’ αναφερόμαστε σ’ ένα μόνο συγκεκριμένο παράδειγμα, αν δεν θέλουμε να μεταβάλουμε το σημερινό σημείωμα σε ανιαρό κατάλογο. Άλλωστε ο καθένας μας ακόμα κι αητός που έχει τη χαλαρότερη επαφή μυ τα χωριά, κρατάει στα μνήμη του πολλές εικόνες από βρύσες.
Μια κατηγορία είναι η σκεπαστή βρύση, αυτή που παρέχει προστασία από το χιόνι, τη βροχή, τον ήλιο και τον άνεμο. Η μία της πλευρά, αυτή που έχει τις εξόδους του νερού, είναι κλειστή, χτιστή. Σπανιότερα και μια δεύτερη προς την πλευρά των συχνότερων ανέμων του τόπου. Στον τοίχο ή στους δυο τοίχους ακουμπάει ξύλινη στέγη, που στις άλλες τις πλευρές στηρίζεται σε ξύλινες ή χτιστές κολόνες -Καστανιά. Πιο εξελιγμένος τύπος της σκεπαστής βρύσης είναι εκείνος που επιτελείται από ένα τετράπλευρο οικοδόμημα με μεγάλα αψιδόσχημα ανοίγματα στις δύο ή στις τρεις πλευρές του. Άλλοτε σκεπάζονται με τετράπλευρη στέγη σε σχήμα χαμηλής πυραμίδας -Κλεινοβός - και άλλοτε με χτιστό θόλο - Προμύρι. Το εσωτερικό τους δάπεδο είναι πλακόστρωτο και η αποχέτευση του νερού γίνεται κατά κανόνα με υπόγειο μικρό κανάλι. Η κατηγορία αύτη συναντιέται περισσότερο σε ορεινά χωριά με τραχύ κλίμα.
Δεύτερη κατηγορία είναι η τρίπλευρη χωρίς στέγη. Η κάτοψή της έχει σχήμα πλατιού Π. Η μεσιανή πλευρά είναι ψηλότερη κι έχει τις εξόδους του νερού. Οι δυο πλαγινές είναι χαμηλότερες και εσωτερικά συνοδεύονται από πεζούλι. Κι εδώ το εσωτερικό δάπεδο είναι πλακοσκέπαστο, (Λάι Πηλίου).
Τρίτη κατηγορία είναι ή απλή μονόπλευρη. Ένας τοίχος από πέτρα, μάρμαρο ή πωρόλιθο. Έχει σχήμα ορθογώνιο και πολλές φορές καταλήγει σε τριγωνικό αέτωμα. Η μπροστινή της επιφάνεια διαμορφώνεται άλλοτε σε τυφλή αψίδα και άλλοτε σε παραλληλόγραμμη άβαθη εσοχή. Είναι ο συνηθέστερος τύπος βρύσης.
Φυσικά, υπάρχουν και πολλές βρύσες που δεν ανταποκρίνονται σε κανέναν από τους παραπάνω βασικούς τύπους ή είναι μικτές.
Οι έξοδοι του νερού, σ’ όλους τους τύπους, όχι μόνον φανερώνουν την αστέρευτη μορφοπλαστική ικανότητα του λαού, αλλά εκφράζουν και την πανάρχαιη παράδοση του είδους. Είναι πρώτα οι πέτρινες ή μαρμάρινες γούβες, κοίλες στην επάνω τους πλευρά, που καταλήγουν σε στενή αυλακιά. Έτσι, το νερό μόλις βγει στον αέρα περιμένει για λίγες στιγμές το ανθρώπινο στόμα κι ύστερα κυλάει από την αυλακιά. Είναι οι κρουνοί σε σχήμα λεοντοκεφαλής, από μάρμαρο ή μπρούντζο, πανάρχαιη μορφή κρουνού. Σπάνια συναντούμε στη θέση αυτή ανθρώπινα κεφάλια. Θαυμαστό είναι το κεφάλι-κρουνός στη βρύση της πλατείας του ασπροποταμίτικου χωριού Ανθούσα. Είναι μια αντρική μορφή που προβάλλει έντονα επάνω στο επίπεδο της βρύσης. Τα μαλλιά αποδίδονται με απανωτές χαρακιές, το μέτωπο είναι λοξό κι ένα πλούσιο μουστάκι αντισταθμίζει, με την οριζόντια φορά του, την κάθετη γραμμή της μύτης. Στη θέση του στόματος υπάρχει στρογγυλή τρύπα από την οποία τινάζεται με ορμή κυλινδρική στήλη νερού, που διαγράφει καμπύλη και πέφτει στη λεκάνη της βρύσης. Ποικίλα και ωραιότατα είναι τα χαμηλά λιθανάγλυφα που στολίζουν πολλές βρύσες. Ανθοδοχεία, ρόδακες, κυπαρίσσια, λιοντάρια, ήλιοι, ανθρώπινες μορφές, επιγραφές, χρονολογίες και, σχεδόν πάντα, στην πιο καλή θέση ο προστάτης σταυρός.
Εκτός από τα ονόματα των κατασκευαστών τους, οι βρύσες έχουν πολλές φορές ονόματα που εκφράζουν την ποιότητα τού νερού τους: «η κρύα βρύση», «η νταλακόβρυση», που έχει γλυφό νερό, «η βρωμόβρυση», που έχει μυρουδιά θειαφιού, «η τσιρλόβρυση», που προκαλεί εντερικές διαταραχές. Ονομασίες έχει και το νερό τους: «αθάνατο νερό», «χωνευτικό», «γυαλόνερο», που θεωρείται πως έχει κομμάτια γυαλιού μέσα επειδή προκαλεί παροδικούς κολικούς. 
Πολλές είναι οι παραδόσεις, οι θρύλοι και τα πραγματικά περιστατικά που συνδέονται με βρύσες. Ακόμα και ιδρύσεις μοναστηριών. Καθώς η δίψα παρομοιάζεται με τον ερωτικό πόθο έτσι και η βρύση με τον ικανοποίησή του:
Δεν είναι κρίμα κι άδικο η βρύση να ‘ναι εμπρός μου 
νερό να μην μπορώ να πιω, γιατί είν’ ο θάνατός μου
λέει με παράπονο το παλικάρι. Η εικόνα της κόρης που πάει στη βρύση για νερό, έρχεται και ξανάρχεται στα δημοτικά μας τραγούδια. Κι ακόμα μια κάποια ζήλια για το νερό της βρύσης που αγγίζει, με το πλύσιμο, τα ποθητά μέλη του κορμιού της αγαπημένης.
Η λαϊκή μας αρχιτεκτονική και διακοσμητική δεν εκφράζονται μόνο με τα μεγάλα χτίσματα, τ’ αρχοντικά και τις εκκλησιές, τα μεγάλα γεφύρια και τα συγκροτημένα υπαίθρια σύνολα, αλλά και με μικρά προσκυνητάρια, πεζούλες, αυλόπορτες και βρύσες. Αν με τα πρώτα αποκαλύπτει την ικανότητά της να οργανώνει μεγάλους χώρους, με τα δεύτερα κατορθώνει να πραγματοποιεί αξιόλογες ενότητες μορφής και λειτουργικής πληρότητας.

                                                          «Το Βήμα», 4 Δεκεμβρίου 1966

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου