Κατά την ιδίαν πεδινήν οδόν μίαν ώραν προβαίνοντες (απὸ το Βόλο), ερχόμεθα εις τα Λεχώνια. Αυτά κείνται επί μιας με χωράφια, αμπέλους, κήπους νεραντζίων, κίτρων και άλλων διαφόρων οπωρίμων δέντρων φυτευμένης πεδιάδος...

(Νεωτάτη της Θεσσαλίας Χωρογραφία-Ιωάννης Αναστασίου Λεονάρδος, 1836)

Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η ! Μπορείτε να αντιγράφετε κείμενα κ.ά. από το ιστολόγιο. Αυτό, ΔΕΝ αποκλείει αναφορά στην ΠΗΓΗ. - Φωτογραφίες άλλων να μην ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ - Ιδιωτικά αρχεία να ΜΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Η Αποκρηά

Χαρταετοί- Αγήνορας Αστεριάδης 1962
Ο λαυκιώτης εκπ/κός Δημ. Λαμπαδάρης στα ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΠΗΛΙΟΥ, 1966, σελ. 25-26, μας λέει για τις Απόκριες στο παλιό Πήλιο:
«Στα παληά τα χρόνια, όπως και σήμερα οι απόκρηες σημαίνουν το τέλος των γιορταστικών εκδηλώσεων γενικά, γιατί άρχιζε η μεγάλη σαρακοστή, η προσευχή και η νηστεία για το Πάσχα. Και επειδή η σαρακοστή αυτή ήταν μεγάλη, ανάλογο ήταν και το γλέντι, που αποτελούσε τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ευωχίας και νηστείας
[…] Το βράδυ της αποκρηάς στενοί συγγενείς και φίλοι συγκεντρώνονταν επί «το αυτό» και άρχιζε το γλέντι. Τα φαγητά πάρα πολλά και καλομαγειρεμένα. Το κοκκκινέλι, αγνό, ντόπιο, έρρεε άφθονο. Οι μεταμφιέσεις επιτρέπονταν και το «ξεφάντωμα» έπαιρνε μια ξεχωριστή φαιδρότητα.
Τον ξεχωριστό όμως ευχάριστο τόνο στην συντροφιά τον έδιναν τα αποκρηάτικα τραγούδια. Τα σοβαρά εναλλάσσονταν με τα σκωπτικά και έφταναν στο ξεφάντωμα κι αυτών των γρηών ακόμη, όπως λέγει και το τραγούδι: 
Πέντε μπα-άιντε μπρέ 
 πέντε μπάμπες στο χορό 
και οι πέντε με... βρακί 
Κ ι άλλη μια - άιντε μπρε 
 κι άλλη μια... ξεβράκωτη 
δεν την βάζουν στο χορό. 
Πάει κι αυτή-άιντε μπρε 
 πάει κι αυτή κι κόβ’... βρακί 
πέντε πήχεις μουχασί 
 και την βάζουν στην κορφή.
Γέλια ξεκαρδιστικά διαδέχονταν το τέλος του σκωπτικού αυτού τραγουδιού. Το πράγμα όμως αρκετά εσοκάρισε και πρέπει να σοβαρευτούμε. Φυσική κι αβίαστη έρχεται η σοβαρότητα με τον όμορφο συρτό που τραγουδάει ένας και επαναλαμβάνουν όλοι εν χορώ:
Πέρα βάι, πέρα στα πέρ’, αμπέλια μας, 
πέρα στα πέρ’, αμπέλια μας και στις αμυγδαλιές μας. 
Εκεί, βάι εκεί καθόμουνα, κι εγώ, 
 εκεί καθόμουνα, κι εγώ και κένταγα μαντήλι.
Εκεί, βάι εκεί, εκεί περάσαν τρεις αητοί 
εκεί περάσαν τρεις αητοί,τρεις όμορφοι πασάδες.
Ο πρω- βάι, ο πρώτος μήλο μούριξε 
ο πρώτος μήλο μούριξε ο άλλος πορτοκάλι
κι τρίτος ο μικρότερος μου ρίχνει δακτυλίδι.
Το μη- βάι, το μη- το μήλο μάννα μ’ τόφαγα
το μήλο μάννα μ’ τόφαγα το πορτοκάλι τόχω
το δακτυλίδι το φορώ σαν αρραβωνιασμένη.
Το πράγμα επανέρχεται στην εύθυμη πλευρά. Την φορά αυτήν τα βέλη στρέφονται εναντίον των ιερωμένων. Οι παπάδες έχουν την τιμητική τους με το εξής:
Μικρόν μ’ εκαλογέρεψαν 
και μ’ έντυσαν στα μαύρα, 
μα γω ζηλεύω το χορό 
ζηλεύω τα τραγούδια. 
Ζηλεύω την αγάπη μου 
πούναι τώρα καινούργια.
Στην κοινή ευωχία δεν λείπει και το ομαδικό τραγούδι με τις ευχαριστίες όλων για όλα, είναι το παρακάτω:
Μόλις ανταμωθήκαμε φίλοι κι αγαπημένοι
πολύ καλά τη βρήκαμε την τράπεζα στρωμένη.
Μάλαμα τα πηρούνια σας κι ασήμι τα ταψιά σας.
Μόσχος και τριαντάφυλλα είναι τα φαγητά σας.
Τούτες οι μέρες οι καλές, δεν είν’ όπως οι άλλες
αντάμωσα τους φίλους μου κι έχω χαρές μεγάλες.
Αν κατά τύχη στην συντροφιά είναι ζεύγος νεοπαντρεμένων τραγουδούν γι’ αυτούς το τραγούδι:
Πέντε ποντικοί βαρβάτοι
μου σαρίσαν του κρεββάτι
κι άλλοι πέντε… μνουχημένοι 
μου το φκιάσαν οι καϋμένοι.
Έτσι τα πατώματα τριζοβολούν και τα τραγούδια ανάμικτα με ξεφωνητά γέλιου και χαράς δονούν τον αέρα και αντηχούν σ’ όλο το χωριό μέχρι τις πρωινές ώρες.
Με το χάραμα της Καθαρής Δευτέρας μια νεκρική σιγή απλώνεται σ’ ολόκληρο το χωριό.
Η νηστεία έχει αρχίσει.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου